ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1409/2019, 29/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Αρ. Αγωγής: 1409/2019 Μεταξύ:
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α. Ενάγοντες και
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- ΜΑΡΙΟΣ ΣΟΥΠΑΣΙΗΣ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΩΣΗΦ
- ΗΡΑΚΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΛΤΕΖΟΣ
- ΑΡΗΣ ΠΑΤΟΥΝΑΣ
- ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ Εναγόμενοι 29 Νοεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Βαλιαντής με κα Παρασκευά δια Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Χατζηιωάννου δια Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σια ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση ημερομηνίας 29.11.2022 με την οποία ζητείται όπως προδικαστούν οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους Η παρούσα αγωγή εγείρεται από 102 συνολικά πρόσωπα, πρώην υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα Κύπρου») που είχαν αφυπηρετήσει περί τον Αύγουστο 2013 στη βάση σχεδίου εθελούσιας αποχώρησης. Ισχυρίζονται ότι μέχρι την αφυπηρέτηση τους ήταν μέλη του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Τραπέζης Κύπρου (στο εξής το «Ταμείο Προνοίας») και ότι με την αφυπηρέτηση τους κατέστησαν δικαιούχοι των ωφελημάτων που προνοούνται στο καταστατικό του Ταμείου Προνοίας και, παράλληλα, πιστωτές του Ταμείου Προνοίας. Ισχυρίζονται επίσης ότι το Ταμείο Προνοίας τέθηκε υπό εκκαθάριση με απόφαση της γενικής συνέλευσης στις 29.8.2013, στην οποία οι ίδιοι δεν συμμετείχαν γιατί είχαν ήδη αφυπηρετήσει. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι με την αφυπηρέτηση τους δεν έλαβαν όλα τα ποσά που δικαιούνται από το Ταμείο Προνοίας αλλά μόνο συγκεκριμένο ποσοστό και ισχυρίζονται ότι το υπόλοιπο συνιστά ζημία την οποία έχουν υποστεί ένεκα όσων καταλογίζουν στους Εναγόμενους. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι Εναγόμενοι «ήταν όλοι μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής του [Ταμείου Προνοίας] και μετά την 29.8.2013 όταν ετέθη υπό εκκαθάριση το [Ταμείο Προνοίας] συνεχίζουν ως Διαχειριστική Επιτροπή για την εκκαθάριση του [Ταμείου Προνοίας]. Ταυτόχρονα ήταν και είναι Μέλη του [Ταμείου Προνοίας].» Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού του Ταμείου Προνοίας, κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και εκ του νόμου υποχρεώσεων τους, με απάτη και ψευδείς παραστάσεις, με αποτέλεσμα να προκληθεί η ως άνω ζημιά στους Ενάγοντες. Προσθέτουν ότι όλοι οι Ενάγοντες πλην του Ενάγοντα υπ' αριθμό 70 είχαν καταχωρήσει εναντίον του Ταμείου Προνοίας τις αιτήσεις αρ. 950/2013, 12/2014, 613/2014 και 48/2015 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απαιτώντας το υπόλοιπο των ωφελημάτων τους από το Ταμείο Προνοίας όμως διευκρινίζουν ότι εκείνες οι αιτήσεις δεν στρέφονταν εναντίον των εδώ εναγόμενων και ότι οποιοδήποτε ποσό τυχόν εισπραχθεί στα πλαίσια εκείνων των αιτήσεων θα αφαιρεθεί από τις διεκδικήσεις τους στην αγωγή. Αυτά, συνοπτικά, αναφορικά με την έκθεση απαίτησης των Εναγόντων. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι εγείρουν 7 προδικαστικές ενστάσεις. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν τα εξής: 1 Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής γιατί αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει για την επίδικη διαφορά έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Σημειώνουν ότι οι αιτήσεις που είχαν καταχωρηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (οι οποίες απορρίφθηκαν με σχετικές αποφάσεις που έχουν όμως εφεσιβληθεί) στρέφονταν μόνο εναντίον του Ταμείου Προνοίας αλλά εκείνο το Δικαστήριο ήταν το μόνο αρμόδιο να αποφασίσει και για τις αξιώσεις που εγείρονται στην παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγόμενων. 2 Η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική και καταστρατηγεί την αρχή του δεδικασμένου αφού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει ήδη αποφασίσει τις ενώπιον του αιτήσεις που βασίζονταν στα ίδια νομικά και πραγματικά σημεία. 3 Η αγωγή συνιστά καταστρατήγηση νομοθετικών διατάξεων διότι επιδιώκεται μέσω αυτής να εκδικαστούν εκ νέου τα ζητήματα που εγέρθηκαν στις αιτήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. 4 Η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων. 5 Η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αντιβαίνουσα την αρχή του δεδικασμένου και λόγω καταστρατήγησης των νομοθετικών διατάξεων. Σε αυτή την προδικαστική ένσταση, οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι οι αιτήσεις 613/2014 και 48/2015 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (που είχαν καταχωρήσει οι εδώ Ενάγοντες υπ΄ αριθμό 32, 81 και 84 καθώς και οι Ενάγοντες υπ΄ αριθμό 3, 4, 41, 47, 77 και 96 αντίστοιχα) κρίθηκαν εκπρόθεσμες και αναστάλθηκαν. 6 Το δικαίωμα του Ενάγοντα υπ' αριθμό 70 έχει παραγραφεί. Αυτό διότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας οποιαδήποτε αίτηση στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εντός 12 μηνών από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος. 7 Το αγώγιμο δικαίωμα όλων των Εναγόντων έχει παραγραφεί. Αυτές είναι, σε συντομία, οι προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλονται από την πλευρά των Εναγόμενων. Με την παρούσα Αίτηση, η πλευρά των Εναγόμενων ζητά όπως οι προδικαστικές εντάσεις δικαστούν προτού το Δικαστήριο επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης. Η θέση τους είναι ότι οι προδικαστικές τους ενστάσεις αφορούν αμιγώς νομικά θέματα και η επίλυση τους είναι καθοριστική για την έκβαση της αγωγής, καθώς και ότι οι προδικαστικές ενστάσεις δεν αφορούν θέματα για τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει και να εξετάσει μαρτυρία αλλά αφορούν γεγονότα που προκύπτουν από τα δικόγραφα. Η πλευρά των Εναγόντων διαφωνεί υποστηρίζοντας ότι οι προδικαστικές ενστάσεις αποσκοπούν στο να εκτροχιάσουν την ουσία της υπόθεσης και ότι μπορούν να εκδικαστούν κατά την ακροαματική διαδικασία όταν το Δικαστήριο θα έχει ακούσει τη μαρτυρία και διαμορφώσει άποψη σε σχέση με τα γεγονότα. Μέρος των λόγων ένστασης που εγείρονται, στην ουσία απαντούν στις προδικαστικές ενστάσεις. Αυτό είναι πρόωρο εφόσον σε αυτό το στάδιο αποφασίζεται μόνο κατά πόσο οι προδικαστικές ενστάσεις θα προδικαστούν. Συνεπώς εκείνοι οι λόγοι ένστασης δεν θα απασχολήσουν. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει καθώς και της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει αλλά και τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Η ουσιαστική δικονομική βάση της αίτησης των Εναγομένων είναι η Δ.27 Θ1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που ισχύουν για την παρούσα αγωγή), που προνοεί τα ακόλουθα: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Σύμφωνα με την καθοδήγηση από τη νομολογία, προδικαστική εκδίκαση ενδείκνυται όπου τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα, δίνουν πλήρη εικόνα ή όπου οι προδικαστικές ενστάσεις θα αποφασιστούν στη βάση αδιαμφισβήτητων ή παραδεκτών γεγονότων[1]. Έχω παραθέσει πιο πάνω επιγραμματικά τις προδικαστικές ενστάσεις που έχουν εγερθεί. Η 1η προδικαστική ένσταση αφορά τη θέση ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την επίδικη διαφορά. Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας διαδικασίας ενώπιον του είναι καθοριστικό και μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα. Η δικαιοδοσία είναι ζήτημα που καθορίζεται και εκπηγάζει από τις δικογραφημένες θέσεις που προβάλλει η πλευρά του ενάγοντα, τόσο τους ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα όσο και το νομικό έρεισμα για τις αξιώσεις που εγείρονται[2]. Συνεπώς είναι ζήτημα που μπορεί και πρέπει να εκδικαστεί προδικαστικά και το οποίο θα κριθεί, κατά κύριο λόγο, στη βάση της έκθεσης απαίτησης. Οι προδικαστικές ενστάσεις 2, 3, 5 και 7, αν και δεν είναι ταυτόσημες μεταξύ τους, εντούτοις βασίζονται στις αιτήσεις που είχαν καταχωρηθεί από τους Ενάγοντες (πλην του Ενάγοντα υπ' αριθμό 70) εναντίον του Ταμείου Προνοίας στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Αναφορά στην καταχώρηση των αιτήσεων αυτών υπάρχει στην έκθεση απαίτησης και στην αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Αναφορές υπάρχουν επίσης στην Υπεράσπιση και την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων/Αιτητών. Είναι γεγονός ότι οι αιτήσεις εκείνες δεν είναι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αναφορές όμως για τους εκεί διάδικους και τις αξιώσεις που εκεί εγείρονται υπάρχουν στην έκθεση απαίτησης, στην υπεράσπιση και στις αγορεύσεις. Από αυτές τις πηγές προκύπτει κοινώς αποδεκτό έδαφος επί γεγονότων. Περαιτέρω, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στις αιτήσεις εκείνες, συνιστούν δικαστική γνώση. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, κρίνω ότι οι συγκεκριμένες προδικαστικές ενστάσεις μπορούν επίσης να εκδικαστούν προδικαστικά. Αναφορικά με την 6η προδικαστική ένσταση που αφορά τη θέση περί παραγραφής του δικαιώματος του Ενάγοντα υπ' αριθμό 70, οι λόγοι που επικαλούνται οι Εναγόμενοι/Αιτητές και τα γεγονότα επί των οποίων αυτή μπορεί να αποφασιστεί επίσης προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης αλλά και από το κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο που αναφέρω πιο πάνω. Παραμένει η 4η προδικαστική ένσταση που αφορά τη θέση των Εναγόμενων/Αιτητών ότι η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Πρόκειται για ισχυρισμό που επίσης μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά και το αποτέλεσμα θα κριθεί από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, στην παρούσα περίπτωση, το κοινό έδαφος όπως προκύπτει από τα δικόγραφα καθώς και από τις δηλώσεις στις αγορεύσεις των συνηγόρων, δημιουργεί το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ώστε να είναι δυνατή η προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που εγείρουν οι Εναγόμενοι/Αιτητές. Επιπρόσθετα, οι προδικαστικές ενστάσεις αφορούν αμιγώς νομικά θέματα η απόφαση επί των οποίων ενδεχομένως να είναι καθοριστική για την πορεία της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι οι ενστάσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι στις παραγράφους Α 1-7 της Υπεράσπισης τους είναι ορθό όπως προδικαστούν και η Αίτηση επιτυγχάνει. Τα έξοδα της αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι Anastasia C. Hambou v Andrea Thoma
(1987)1 CLR 370, Malactos v Armefti
(1984)1 CLR 548, Ιωάννη Νικόλα Χ'Οικονόμου ν Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Βαλανίδης ν Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 288 [2] Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.L.C. κ.α.,
(1999)1 ΑΑΔ 844 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο