← Κύπρος

Z. G ν. Ι. Β., Αρ. Αγωγής: 2515/15, 30/11/2023

Z. G ν. Ι. Β., Αρ. Αγωγής: 2515/15, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2525/15 ΜΕΤΑΞΥ: Z. G. Εναγόντων -και- Ι. Β. Εναγόμενου Ημερομηνία: 30/11/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Ηλιοφώτου Για Εναγόμενο: κα. Θεμιστοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή αφορά κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο από τον Εναγόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό, ύψους €22.836,10 δυνάμει τιμολογίων και κατάστασης λογαριασμού, εκδοθέντων για την πώληση καπακιών μηχανής αυτοκινήτου. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος εγείρει αφενός ότι η συμφωνία των Εναγόντων ήταν με άλλο πρόσωπο και αφετέρου ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται σε αυτούς. Για σκοπούς περιορισμού των επίδικων θεμάτων, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι μέσω των δικογράφων, της αντεξέτασης μαρτύρων, αλλά και των θέσεων που προωθήθηκαν από τους διάδικους κατά τις τελικές τους αγορεύσεις, προκύπτουν παραδεκτά γεγονότα. Αυτά είναι τα ακόλουθα: Α. Οι Ενάγοντες αποτελούν εταιρεία που πωλούν καπάκια μηχανής αυτοκινήτου. Β. Εκδίδονταν τιμολόγια για την κάθε πώληση καπακιού από τους Ενάγοντες, αλλά αυτά στη συντριπτική τους πλειοψηφία (99%), δεν έφεραν το όνομα του αγοραστή κατά την έκδοση και παράδοση τους. Τούτο προκύπτει από παραδοχή του διευθυντή των Εναγόντων κατά την αντεξέταση του. Γ. Ο Εναγόμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ιδιοκτήτης των Εταιρειών MEVA AUTO IMPORTS LTD και Ρωσσίδης και Βανέζος Λτδ, όπως παραδέχτηκε αντεξεταζόμενος ο διευθυντής των Εναγόντων. Τα ως άνω καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Παραμένουν λοιπόν, ως επίδικα, όπως προκύπτει και από τα δικόγραφα και την επ' ακροατηρίω μαρτυρία τα εξής: Α. Σε ποιο πρόσωπο πωλούσαν καπάκια μηχανών αυτοκινήτου οι Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η συμφωνία, συνεργασία και η συνακόλουθη πώληση καπακιών γινόταν αποκλειστικά με τον Εναγόμενο, ενώ ο τελευταίος αντιτείνει ότι οποιαδήποτε συνεργασία έγινε με την εταιρεία MEVA AUTO IMPORTS LTD (παρ. 3 της Υπεράσπισης). Β. Αμφισβητείται επίσης το υπόλοιπο που αναφέρουν οι Ενάγοντες ότι τους οφείλεται, δυνάμει τιμολογίων και καταστάσεως λογαριασμού. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες. Τον διευθυντή τους κ. Ζ. Γ. (ΜΕ 1), ο οποίος κατέθεσε σειρά τεκμηρίων και τον υιό του κ. Α. Γ. (ΜΕ 2). Για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και τα έχω υπόψη μου. Έχω ακόμα αναγνώσει τις γραπτές αφορεύσεις των διαδίκων και αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Προχωρώ, λοιπόν, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα (βλ. Barry Wyne v. David Costaki Mavronicola [2009] 1 ΑΑΔ 1138). Οι αρχές της νομολογίας δεικνύουν ότι η εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας είναι παράγοντας εξαιρετικής σημασίας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου [1999] 1(Β) ΑΑΔ 1273). Παρά ταύτα το Δικαστήριο έχει ευθύνη να αξιολογήσει έκαστη μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα και τη σύγκρισης της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν. Δημοκρατίας [2001] 2 ΑΑΔ 506). Θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη ότι, δυνατόν ο αλαζόνας να είναι φιλαλήθης και ο ταπεινόφρων να ψεύδεται (Α. Ι. κ.α. ν. Π. Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 283/12, 27/9/2019), ECLI:CY:AD:2019:D

  1. Ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυς συνιστά και εκδήλωση της προσωπικότητας του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές που εξωτερικεύονται, μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας, προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία. Χρειάζεται όμως προσοχή από το δικαστή γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυς να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα (Χριστοφή Φώτης ν. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη [2002] 1 ΑΑΔ 401). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποστερούν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας [1991] 2 Α.Α.Δ. 320). Ο ΜΕ 1 στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Α, επανέλαβε τα όσα έχουν δικογραφηθεί. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στο χρονικό της προφορικής συμφωνία, που κατ' ισχυρισμό είχε συνάψει με τον Εναγόμενο. Ανάφερε ότι από το 2010 μέχρι το 2014 παρέδιδε καπάκια μηχανής αυτοκινήτου στον Εναγόμενο, αυτός τα μεταπωλούσε και μοιράζονταν το κέρδος. Το υπόλοιπο που αξιώνει είναι αυτό των 67 καπακιών, τα οποία κατά τη θέση του δεν αποπληρώθηκαν από τον Εναγόμενο. Τα εν λόγω καπάκια καταγράφονται στα τιμολόγια με αριθμούς 640 και 641 (μέρος του Τεκμηρίου 2). Κατέθεσε επίσης και σχετική κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο
  2. Η όλη μαρτυρία του ΜΕ 1 ήταν διάτρητη, είχε κενά σε ουσιώδη σημεία της και σε πολλές περιπτώσεις τα Τεκμήρια που κατέθεσε αναιρούσαν τις θέσεις του. Ειδικότερα η θέση των Εναγόντων όπως δικογραφείται είναι ότι η συμφωνία τους ήταν μόνο με τον Εναγόμενο και «ουδέποτε είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε σχετικό με την εταιρεία MEVA AUTO IMPORTS LTD» (παρ. 3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση). Ο ΜΕ 1 κατά την αντεξέταση του την επανέλαβε αναφέροντας ότι: «Ήταν προσωπική συμφωνία που έγινε μεταξύ μας, με την εταιρεία Z. G. και τον Ι. Β., όχι με τις εταιρείες τους.» Ο ΜΕ 1 όμως ερμηνεύοντας το Τεκμήριο 1 που ο ίδιος κατέθεσε, είπε ότι μέρος του Τεκμήριου 1 αφορά την εταιρεία του Εναγόμενου. Επεξηγείται ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί κατάσταση λογαριασμού και χωρίζεται σε δύο έγγραφα. Στο πρώτο υπάρχει χειρόγραφα στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας το γράμμα Μ και στο δεύτερο το γράμμα Β. Όπως εξήγησε ο ΜΕ 1 το μέρος όπου αναγράφεται το γράμμα Μ αφορά την εταιρεία του Εναγόμενου. Στο τέλος μάλιστα του δεύτερου μέρους, γίνεται αναφορά σε MEVA 1 και ΜΕVA 2, προφανώς εννοώντας την εταιρεία MEVA AUTO IMPORTS LTD (στο εξής «ΜΕVA»), καταλήγοντας στο σύνολο των αναφερόμενων στο Τεκμήριο 1 τιμολογίων. Μέσω λοιπόν Τεκμηρίου που ίδιος ο ΜΕ 1 κατέθεσε και ερμήνευσε, αναιρεί τη δικογραφημένη θέση του ότι ουδέποτε συνεργάστηκε με την MEVA και η συνεργασία του ήταν αποκλειστικά με τον Εναγόμενο. Η εν λόγω αντίφαση είναι καίρια και άπτεται της ίδιας της ουσίας του επίδικου ζητήματος, ήτοι του προσώπου με το οποίο συναλλάσσονταν οι Ενάγοντες. Από τη μια αναφέρονται σε αποκλειστική συμφωνία με τον Εναγόμενο, αποκλείοντας κάθε σχέση με τις εταιρείες που εμπλέκετο και από την άλλη παρουσιάζουν κατάσταση λογαριασμού επί της οποίας φαίνονται σωρεία τιμολογίων που εκδόθηκαν στο όνομα της Εταιρείας MEVA. Το Τεκμήριο 1 δεν μπορεί όμως να γίνει αποδεκτό, για μια σειρά από λόγους. Πρώτον δεν φαίνεται, δεν δεικνύεται, ούτε αναφέρθηκε ότι υπήρχε υπόλοιπο λογαριασμού, ως δικογραφείται, παρά μόνο καταγράφεται το σύνολο των τιμολογίων και η αξία τους. Επί του Τεκμηρίου 1, κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό συνεργασία Εναγόντων και Εναγόμενου, δεν φαίνονται καν τα επίδικα τιμολόγια, με αριθμούς 640 και 641, μέρος του Τεκμηρίου
  3. Επιπλέον τιμολόγιο με αριθμό 296, το οποίο με βάση το Τεκμήριο 1 φαίνεται να εκδόθηκε στο όνομα του Εναγόμενου, εκ του Τεκμηρίου 4 που υποδείχθηκε και αναγνωρίστηκε από τον ΜΕ 1 φαίνεται να εκδόθηκε στο όνομα της Εταιρείας Ρωσσίδης και Βανέζος. Το Τεκμήριο 4, μάλιστα συνοδεύεται και από απόδειξη στην εν λόγω Εταιρεία, εκδοθείσα από τους Ενάγοντες. Με απτά στοιχεία, δηλαδή, καταδεικνύεται ανακρίβεια και σφάλματα του Τεκμηρίου 1, αφού καταλογίζει οφειλόμενο σε ένα πρόσωπο (Τεκμήριο 1) και εκδίδει τιμολόγιο, πληρώνεται και εκδίδει απόδειξη σε άλλο πρόσωπο (Τεκμήριο 4). Αναλόγως και το Τεκμήριο 3, τιμολόγιο με αριθμό 401, το οποίο φαίνεται επί του Τεκμηρίου 1 να αφορά τον Εναγόμενο, ενώ και πάλι φέρει το όνομα της εταιρείας Ρωσσίδης και Βανέζος. Με την κατάθεση και αναγνώριση των εν λόγω Τεκμηρίων από τον ΜΕ 1, αφενός διαψεύσθηκε το Τεκμήριο 1 και αφετέρου καταρρίφθηκε το επιχείρημα του ΜΕ 1 ότι η συμβατική του σχέση ήταν αποκλειστικά με τον Εναγόμενο. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα του ΜΕ 1 ότι ο Εναγόμενος έθεσε το όνομα της Εταιρείας επί του Τεκμηρίου 3 για να λάβει «μαύρα χρήματα», αφού πέραν του ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν υποβλήθηκε καν στον Εναγόμενο, υπάρχει και απόδειξη που εκδιδόταν στην Ρωσσίδης και Βανέζος (Τεκμήριο 4), δεικνύοντας τη συμβατική της σχέση με τους Ενάγοντες. Είναι άλλωστε παραδεκτό ότι ο ΜΕ 1 εξέδιδε τα τιμολόγια των Εναγόντων και κατά 99% δεν έφεραν όνομα του λήπτη των αντικειμένων που πωλούσε. Του διδόταν δηλαδή η ευχέρεια να θέτει επί του τιμολογίου, να καταστήσει ως αντισυμβαλλόμενο του επ' αυτού, όποιον επιθυμούσε, εκ των υστέρων και χωρίς αντίγραφο του παραλήπτη να συνάδει με τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν. Και τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι υπήρχε ξεχωριστή κατάσταση λογαριασμού για την εταιρεία και άλλη για τον Εναγόμενο, ο ΜΕ 1 χρέωνε στα τιμολόγια του όποιον ήθελε και αναλόγως χρέωνε την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, με όλες τις ελλείψεις, σφάλματα και ανακρίβειες που αυτή φέρει. Γενικότερα ο ΜΕ 1 ήταν απόλυτος και έντονος. Τα Τεκμήρια 3 και 4 που του υποδείχθηκαν έπληξαν τις κύριες θέσεις του ως προς τα επίδικα και επ' ουδενί δεν δικαιολόγησε την έκδοση τιμολογίων και αποδείξεων σε εταιρεία και όχι στον Εναγόμενο. Και το Τεκμήριο 1 όμως που κατέθεσε, ως έγγραφο από «αναλυτικό ηλεκτρονικό αρχείο», περισσότερο περιέπλεξε την υπόθεση του και αντέκρουσε τα επιχειρήματα του παρά να τα υποστηρίζει. Επ' αυτού φαίνεται λογαριασμός με την MEVA, ενώ τα επίδικα τιμολόγια και το υπόλοιπο λογαριασμού δεν εμφαίνονται καν. Κατά το τέλος της αντεξέτασης του διαφάνηκε και ο λόγος που κινήθηκε εναντίον του Εναγόμενου και όχι της MEVA. Ανέφερε ότι η εν λόγω εταιρεία είναι μικρή και δεν έχει χρήματα, καταδεικνύοντας κίνητρο να κινηθεί εναντίον ενός πιο φερέγγυου φυσικού προσώπου. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν κατόρθωσε μέσω της μαρτυρίας του να καταδείξει τη λήψη 67 καπακιών από τον Εναγόμενο και την μη πληρωμή τους. Ο ΜΕ 2, βοηθούσε τα απογεύματα τον ΜΕ 1 πατέρα του. Σε σχέση με τα επίδικα είπε ότι φόρτωσε εξαρτήματα στον Εναγόμενο, τα οποία δεν πληρώθηκε. Δεν μπορούσε να πει την ποσότητα αυτών, δεν γνώριζε περί των εταιρειών στις οποίες εμπλεκόταν ο Εναγόμενος και δεν ήταν παρών κατά τη συνομολόγηση της όποιας συμφωνίας. Ο ΜΕ 1 του είπε ότι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε προήλθαν από την μη πληρωμή του από τον Εναγόμενο και από υπόσχεση του τελευταίου ότι θα πληρώσει. Ο ΜΕ 2 δεν είχε γνώση ως προς το πρόσωπο που είχε συμβληθεί με τους Ενάγοντες, ούτε την έκταση των συναλλαγών τους. Η μαρτυρία του περιορίστηκε σε μια υπόσχεση που δόθηκε από τον Εναγόμενο, χωρίς να διευκρινίζεται αν δόθηκε για πληρωμή από τον ίδιο ή την MEVA και στα λεγόμενα του πατέρα του. Έτσι, με δεδομένη και τη θέση του Εναγόμενου όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, σε σχέση με την εν λόγω υπόσχεση, αλλά και την έλλειψη γνώσης του ΜΕ 2 ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εξ' άλλου όπως έχει νομολογηθεί στις περιπτώσεις όπου οι μάρτυρες έχουν στενή συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σχέση το Δικαστήριο οφείλει να είναι προσεκτικό στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί, στη συνήθη ροή των πραγμάτων, να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας

(2011)2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν. Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94). Εν προκειμένω ο ΜΕ 2 απαντούσε με έντονο συναισθηματισμό καταδεικνύοντας σαφώς ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τη μαρτυρία του πατέρα του ΜΕ
  1. Δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ανεξάρτητο μάρτυρα, αφού από την αρχή η εμπλοκή του στην υπόθεση και τις συναλλαγές των Εναγόντων ήταν προς υποβοήθηση του πατέρα του, προσφέροντας του μάλιστα όπως είπε και οικονομική βοήθεια. Ο Εναγόμενος αν και δεν κατέθεσε κάποιο τεκμήριο, πέραν των Τεκμηρίων 3 και 4 που είχαν υποδειχθεί στον Ενάγοντα, υπήρξε σταθερός στις θέσεις του και αναλυτικός σε σχέση με ότι ερωτάτο. Ήταν σαφής αναφέροντας ότι ο ΜΕ 1 δεν έβαζε όνομα παραλήπτη και λεπτομέρειες στα τιμολόγιο, όχι μόνο στις συναλλαγές του με την MEVA αλλά γενικότερα. Ουδέποτε συμφώνησε ο ίδιος με τους Ενάγοντες υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά οι συναλλαγές γίνονταν με τις εταιρείας MEVA και τη Ρωσσίδης & Βανέζος. Διαφωνώ με την κα. Ηλιοφώτου, η οποία αποσπώντας μόνο την φράση του Εναγόμενου ότι «μπήκε μπροστά» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παραδέχθηκε την προσωπική του εμπλοκή σε συναλλαγές με τους Ενάγοντες. Ολόκληρη η αναφορά του Εναγόμενου έχει ως εξής: «Εγώ θα έμπαινα μπροστά, τα καπάκια από την εταιρεία ήταν εις γνώση του ότι θα γινόταν αυτό το πράγμα. Θα έμπαιναν στην εταιρεία.» Κατέστη σαφές λοιπόν από τον Εναγόμενο ότι η συμφωνία έγινε με τις εταιρείες και όχι τον ίδιο, ενώ υποστήριξε ότι τούτο το γνώριζε και ο ΜΕ
  2. Διευκρίνισε ότι η όποια υπόσχεση δόθηκε στους ΜΕ 1 και 2 αφορούσε την πώληση ακόμα και προσωπικής του περιουσίας, κατά την οικονομική κρίση του 2013, ώστε να καταφέρουν να φέρουν προς πώληση και άλλα καπάκια μηχανής αυτοκινήτων και όχι την αποπληρωμή του όποιου οφειλόμενου, ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ
  3. Τούτο το εξήγησε με λεπτομέρεια, οικονομικά στοιχεία των Εταιρειών, αλλά και πειστικότητα ως προς την λήψη και πώληση των καπακιών από τις εταιρείες στις οποίες εμπλεκόταν. Επέμεινε ότι όσα καπάκια είχαν στην κατοχή τους οι εταιρείες στις οποίες εμπλέκεται τα έδωσε πίσω στους Ενάγοντες και τα υπόλοιπα πληρώθηκαν. Ακόμα και μετά από αυτή την εξέλιξη παρακάλεσε τον ΜΕ 1 να προσέλθει για να δουν τους λογαριασμούς τους και αν υπάρχει το όποιο χρωστούμενο να διευθετηθεί. Παρά ταύτα ο ΜΕ 1 ήταν απόλυτος, ως προς το ποσό που θεωρούσε οφειλόμενο. Τελικώς ο Εναγόμενος ανέφερε και δεν έγινε κατορθωτό να του αντιπαρατεθεί ουσιώδης μαρτυρία, ότι τα 67 καπάκια δεν υπάρχουν. Όσα καπάκια κατείχαν τα επέστρεψαν και τα υπόλοιπα τα πλήρωσαν. Στη βάση των ως άνω προχωρώ στα κάτωθι ευρήματα: Οι Ενάγοντες εμπορεύονταν καπάκια μηχανής αυτοκινήτων. Είχαν συνεργασία με τη MEVA, ενώ πωλούσαν καπάκια και στην εταιρεία Ρωσσίδης και Βανέζος. Τα εν λόγω νομικά πρόσωπα είναι διάφορα, άλλα από τον Εναγόμενο. Ακόμα όμως και αν αποδεικνυόταν η όποια συμβατική σχέση μεταξύ των μερών ή τίθονταν ως Εναγόμενοι οι αντισυμβαλλομενοι των Εναγόντων, κανένα υπόλοιπο, κανένα οφειλόμενο δεν αποδείχθηκε. Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμού και τιμολόγια, έχει κριθεί νομολογιακά ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited [2002] 1(B) A.A.Δ.962). Στην Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου [2009] 1 ΑΑΔ 339 διατυπώθηκαν τα εξής: «Εφόσον η αγωγή βασιζόταν σε τιμολόγια, αυτά έπρεπε να θεωρηθούν σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στον Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 34, σελ. 171, ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση. Περαιτέρω δεν εκτιμήθηκε σωστά η κατάσταση λογαριασμού τεκμ. 1, σε συνάρτηση με τα αντίστοιχα τιμολόγια τεκμ. 2, εφόσον αντιπαραβολή και μόνο των στοιχείων των δύο αυτών τεκμηρίων, θα έπρεπε να οδηγήσει το Δικαστήριο στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία ήσαν ορθά, στο ισοζύγιο πάντοτε των πιθανοτήτων, εφόσον η κατάσταση λογαριασμού άρχεται από τις 14.5.02, προχωρεί ημερολογιακά μέχρι τη λήξη σχεδόν της περιόδου της συνεργασίας, ενώ καταγράφει με ακρίβεια τους αριθμούς των αντίστοιχων τιμολογίων με τις επί μέρους χρεώσεις, το δε τεκμ. 2 με τα 35 τιμολόγια επιβεβαιώνει την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού.» Εν προκειμένω η ως άνω αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν επιτρέπει την αποδοχή των τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού, ως στοιχείων που αποδεικνύουν την επίδικη οφειλή. Εν πρώτοις η κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε παραμένει ασαφής, χωρίς να φαίνεται επ' αυτής υπόλοιπο, ενώ αντιφάσκει με την υπόλοιπη μαρτυρία, αφού από αυτή ελλείπουν τα επίδικα τιμολόγια. Τα τιμολόγια που κατατέθηκαν, παραδεκτώς δεν έφεραν όνομα παραλήπτη, ενώ όπως αποδείχθηκε ο Εναγόμενος δεν ήταν καν το πρόσωπο που συναλλασσόταν με τους Ενάγοντες. Έχει, δε, από χρόνια διασαφηνιστεί ότι οι Εταιρείες αποτελούν ξέχωρα νομικά πρόσωπα από τους μετόχους τους (Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17 ). Προς τούτο μάλιστα υποδείχθηκαν τιμολόγια εκδοθέντα σε άλλα νομικά πρόσωπα και σχετικές αποδείξεις (Τεκμήρια 3 και 4). Οι αριθμοί των εν λόγω τιμολογίων φαίνονται στο Τεκμήριο 1 ως εκδοθέντα στο όνομα του Εναγόμενου. Η ρητή παραδοχή μάλιστα του ΜΕ 1 ότι σχεδόν ποτέ δεν έθετε όνομα παραλήπτη στο τιμολόγιο, του έδιδε την ευχέρεια να θέτει ως αντισυμβαλλόμενο, ως λήπτη των καπακιών και του τιμολογίου, όποιον ο ίδιος ήθελε. Προκύπτει λοιπόν σφάλμα ως προς την χρέωση στην οποία προέβαιναν οι Ενάγοντες, αναφορικά με το πρόσωπο που χρέωναν, αλλά και το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 1, με αποτέλεσμα να καθίσταται επισφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτό. Ακόμα και αν δεχτώ, όμως, το Τεκμήριο 1 ως την κατάσταση λογαριασμού των μερών, την εικόνα των συναλλαγών τους, επ αυτής δεν προκύπτει υπόλοιπο, ούτε τα επίδικα τιμολόγια που το γεννούν. Ακόμα και αν δεχθώ τα επίδικα τιμολόγια, ως αναφέρονται σε αγοραπωλησία των μερών, αυτά αφενός εκδόθηκαν χωρίς όνομα, δεν φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού και οι εκεί αναφορές παρέμειναν ατεκμηρίωτες και έωλες. Υπενθυμίζεται ότι η δικογραφημένη αξίωση προκύπτει από τιμολόγια και υπόλοιπο λογαριασμού, άρα τα δύο θα πρέπει να συναρτηθούν, εφόσον έχουν παρουσιαστεί (σε αντίθεση με την Cheeseline Ltd ν. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 951, όπου η δικογράφηση αφορούσε μόνο τιμολόγια). Επομένως η διάτρητη, ασαφής και αναξιόπιστη μαρτυρία των Εναγόντων, δεν μπορεί να αποτελέσει το βάθρο στο οποίο θα στηριχθεί η υπόθεση τους. Τουναντίον τα κενά που διαπιστώθηκαν και αναφέρονται ανωτέρω, καθιστούν μη πιστευτή την μαρτυρία των Εναγόντων και συνακόλουθα οδηγούν σε αποτυχία της αγωγής. Στη βάση των ως άνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.