← Κύπρος

Gordian Holdings Limited ν. Demenian Catering Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 7856/14, 29/11/2023

Gordian Holdings Limited ν. Demenian Catering Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 7856/14, 29/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 7856/14 Ημερομηνία: 29/11/2023 Μεταξύ: Gordian Holdings Limited Ενάγουσας -και-

  1. Demenian Catering Limited (HE 119432) από Ευαγγελίστριας 28, 2057 Στρόβολος, Λευκωσία
  2. Χρίστου Κουππαρή (Α. Τ. [ ]) από [ ] 28, [ ] Στρόβολος, Λευκωσία
  3. Αχιλλέα Σταύρου (Α. Τ. [ ]) από [ ] 6, [ ] Έγκωμη, Λευκωσία Εναγομένων Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιο Κορφιώτη Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κος Γ. Χριστοφίδης για Ορφανίδη, Χριστοφίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των Εναγόντων που στρέφεται εναντίον των τριών Εναγομένων, αφορά το ποσό των €137.019 και €219.738 σε σχέση με δύο δάνεια που είχε συνάψει η Εναγόμενη 1 με εγγύηση των Εναγομένων 2 και
  4. Ζητείται επίσης διάταγμα εκποίησης υποθήκης σε ακίνητο που δόθηκε ως εξασφάλιση για τα δάνεια και διάταγμα εκποίησης ομολόγου σταθερής επιβάρυνσης ημερομηνίας 29/04/
  5. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη απαίτηση, η πρώτη συμφωνία δανείου ήταν για το ποσό των €150.000 με προσωπική εγγύηση των Εναγομένων 2 και
  6. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με 60 μηνιαίες δόσεις των €2.996 και το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο επί του βασικού επιτοκίου προσαυξημένο με 3%. Το σύνολο του επιτοκίου κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ήταν 7.250%. Η συμφωνία προνοούσε και τόκο υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερήσεων. Πέραν των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2 και 3, δόθηκε ως εξασφάλιση ακίνητο στους Αγίους Ομολογητές στη Λευκωσία με την εγγραφή υποθηκών. Νοείται ότι το μέγιστο ποσό διά το οποίο δεσμεύεται το υποθηκευμένο κτήμα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο ήθελε κατά την ημέρα της εκποιήσεως της υποθήκης παραμένει απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις προς εξασφάλιση της οποίας συνεστήθη η ρηθείσα υποθήκη μέχρι συνολικού ποσού μη υπερβαίνοντας τις €210.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 05/03/2003 η Εναγόμενη 1 συμφώνησε όπως η Ενάγουσα θα κατέχει προς εξασφάλιση της συμφωνίας ως περιγράφεται ανωτέρω, το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 05/03/2003 μετά του πιστοποιητικού εγγραφής της επιβάρυνσης ημερομηνίας 11/04/2003 για το ποσό των £7.000 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, άμεσες ή έμμεσες, είτε έχουν καταστεί ή πιθανόν να καταστούν απαιτητές και είτε είναι προσωπικές ή κοινές με άλλο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ποσών τα οποία θα οφείλονται από την Εναγόμενη
  7. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να πληρώνουν έγκαιρα το δάνειο με αποτέλεσμα αυτό να δεικνύει υπόλοιπο €137.019 με τόκο 9.25% από 06/03/2014 επί ποσού €135.660 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Με επιστολή ημερομηνίας 11/11/2012 οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι θα χρεώνονταν 2% τόκους υπερημερίας. Δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για τακτοποίηση της οφειλής και με επιστολή ημερομηνίας 24/01/2014 τερμάτισαν τη συμφωνία και ζήτησαν άμεση ξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Το ύψος του επιτοκίου έγινε γνωστοποίηση με δημοσίευση στον Τύπο. Κλήθηκαν οι εγγυητές να εξοφλήσουν το υπόλοιπο χωρίς να υπάρχει ουδεμία ανταπόκριση. Το δεύτερο δάνειο υπογράφτηκε την 05/03/2003 και η Ενάγουσα συμφώνησε να παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1 το ποσό των €7.000 σε τρεχούμενο λογαριασμό σε μορφή ορίου. Οι όροι του δανείου ήταν ως εξής: Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 05/03/2003 η οποία υπεγράφη την 05/03/2003 η οποία διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα εγκρίνει ή/και παραχωρήσει προς την Εναγόμενη 1, τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 0130-11-12ΧΧΧΧ για το ποσό των £7.000-(€11.960,21) υπό τους ακόλουθους όρους: Α) ο τρόπος αποπληρωμής θα είναι συνεχής ή/και θα είναι πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση Β) το δάνειο θα χρεώνεται με τόκο κυμαινόμενο επιτόκιο 8.25% ποσοστιαίες μονάδες τον χρόνο (5.00% ποσοστιαίες μονάδες βασικό και προσαύξηση 3.25% ποσοστιαίες μονάδες πλέον τόκοι υπερημερίας ετησίως και σύμφωνα με το ανώτατο νόμιμο χρεωστικό επιτόκιο που θα ισχύει από καιρό εις καιρό Γ) ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους Δ) η Ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα άνευ προειδοποιήσεις προς τους Εναγόμενους να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο και να ζητήσει αμέσως από τον Εναγόμενο την πληρωμή όλων των ποσών τα οποία αυτός οφείλει στην Ενάγουσα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Παράλειψη του Εναγόμενου να προβεί σε άμεση εξόφληση, δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Ε) ήτο ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος ότι παράβαση της εν λόγω συμφωνίας θα συνιστούν:

(1)αν ο χρεώστης ή ο εγγυητής παραβεί οποιονδήποτε όρο της παρούσας συμφωνίας ή της συμφωνίας εγγύησης ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας με την Ενάγουσα
(2)αν ο χρεώστης ή ο εγγυητής παραλείψει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο προς την Ενάγουσα με βάση την εν λόγω συμφωνία ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με την Ενάγουσα ή προς οποιονδήποτε άλλον πιστωτή
(3)αν ο χρεώστης ή ο εγγυητής προβεί σε οποιαδήποτε παράσταση, δήλωση, εγγύηση, γραπτή ή προφορική προς την Ενάγουσα για τους σκοπούς της εν λόγω συμφωνίας η οποία είναι ή καθίσταται αναληθής ή έχει γίνει παράτυπα
(4)αν ο χρεώστης ή ο εγγυητής έχει πτωχεύσει ή εκκρεμεί Αίτηση εναντίον του για πτώχευση ή δικαστική διαδικασία η οποία δύναται να επηρεάσει την ικανότητα του για αποπληρωμή των χρεών του σε οποιονδήποτε άλλον πιστωτή του
(5)αν ο χρεώστης ή ο εγγυητής του αποβιώσει, καταστεί διανοητικά ανίκανος
(6)αν έχει εκδοθεί διάταγμα για την εκποίηση της κινητής περιουσίας ή διάταγμα για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας του χρεώστη ή του εγγυητή
(7)αν επισυμβεί οποιοδήποτε γεγονός που δύναται να επηρεάσει τυχόν εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που δόθηκαν ή θα δοθούν υπέρ της Ενάγουσας ή του εγγυητή. Στ) όλα τα έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες και πληρωμές οποιασδήποτε μορφής, τα οποία δημιουργήθηκαν ή θα δημιουργηθούν άμεσα ή έμμεσα σαν αποτέλεσμα δανείων και/ή πιστώσεων και/ή άλλων τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων που περιγράφονται στην παρούσα συμφωνία, θα επιβαρύνουν τους Εναγόμενους Ζ) προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 & 3 για £8.400 (€14.352,25) Η) εγγραφή Α ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί του ενεργητικού της εταιρείας £7.000 (€11.960,21) ημερομηνίας 05/03/
  1. Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 21/10/2008 η οποία υπεγράφη την 24/10/2008 η οποία διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα εγκρίνει ή/και παραχωρήσει προς την Εναγόμενη 1, τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή αύξηση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 0130-111-12ΧΧΧΧ από €11.960 σε €60.000 υπό τους ακόλουθους όρους: (α) ο τρόπος αποπληρωμής θα είναι συνεχής ή/και θα είναι πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση (β) Το δάνειο θα χρεώνεται με ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών euribor προσαυξημένο κατά 3.000%. Κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας το επιτόκιο ανέρχεται σε euribor 5.300% ετησίως, προσαύξηση 3.000% ετησίως, συνολικό επιτόκιο 8.300% ετησίως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους. Η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα άνευ προειδοποιήσεις προς τους Εναγομένους να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο και να ζητήσει αμέσως από τον Εναγόμενο την πληρωμή όλων των ποσών τα οποία αυτός οφείλει στην Ενάγουσα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Παράλειψη του Εναγόμενου να προβεί σε άμεση εξόφληση, έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 28/06/2010 η οποία υπεγράφη την 02/07/2010 η οποία διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα εγκρίνει ή/και παραχωρήσει προς την Εναγόμενη 1, τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 0130-11-12ΧΧΧΧ για το ποσό των €150.000 υπό τους ακόλουθους όρους: (Α) εκτός αν η Ενάγουσα ζητήσει άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωθεί σε 5 χρόνια με 60 μηνιαίες δόσεις εκ 2.996,39 ευρώ η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα είναι πληρωτέα την 30/07/2010 και οι υπόλοιπες την 30ην κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 30/06/2015 (Β) το δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της Ενάγουσας, προσαυξημένο κατά 3.000%. Κατά την ετοιμασία της παρούσας συμφωνίας, το επιτόκιο ανέρχεται σε βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων 4.250% ετησίως, προσαύξηση 3.000% ετησίως, σύνολο επιτοκίου 7.250% ετησίως (Γ) ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους (Δ) η Ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα άνευ προειδοποιήσεις προς τους Εναγομένους να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο και να ζητήσει αμέσως από τον Εναγόμενο την πληρωμή όλων των ποσών τα οποία αυτός οφείλει στην Ενάγουσα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Παράλειψη του Εναγόμενου να προβεί σε άμεση εξόφληση, δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 30/11/2011 η οποία υπεγράφη την 15/12/2011 η οποία διέπεται από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2001, συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα εγκρίνει ή/και παραχωρήσει προς την Εναγόμενη 1, τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή χορήγηση προσωρινής υπέρβασης εκ 45.000 λήξης 01/12/2012, πέραν του εκ 150.000 μονίμου ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού υπό τους ακόλουθους όρους: (Α) ο τρόπος αποπληρωμής θα είναι συνεχής ή/και θα είναι πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση (Β) το δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 9750%, ήτοι 4.750% βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων και προσαύξηση 5.000%. (Στο ποσοστό αυτό περιλαμβάνεται και η επιπλέον χρέωση 2% για όλην τη διάρκεια ισχύος της υπέρβασης) (Γ) ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους (Δ) η Ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα άνευ προειδοποιήσεις προς τους Εναγομένους να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο και να ζητήσει αμέσως από τον Εναγόμενο την πληρωμή όλων των ποσών τα οποία αυτός οφείλει στην Ενάγουσα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Παράλειψη του Εναγομένου να προβεί σε άμεση εξόφληση, δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγύησης γενομένης την 15/12/2011 μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 2 και 3, συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό ή/και πίστωση ή/και δάνειο ή/και τραπεζική διευκόλυνση εις την Εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη των Εναγομένων 2 και 3 για το ποσό των €54.000-πλέον τόκους, δικαιώματα και έξοδα. Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγύησης γενομένης την 27/05/2010 μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 2 και 3 και της Α. Στ., συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό ή/και δάνεια ή/και πιστωτικές διευκολύνσεις εις την Εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη των Εναγομένων 2 και 3 και της Α. Στ., για το ποσό των €24.000-πλέον τόκους, δικαιώματα και έξοδα. Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγύησης γενομένης την 27/06/2011 μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 2 και 3, συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό ή/και πίστωση ή/και δάνειο ή/και τραπεζική διευκόλυνση 0130-111-2ΧΧΧΧ εις την Εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη των Εναγομένων 2 και 3, για το ποσό των €42.000-πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα. Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγύησης γενομένης την 02/07/2010 μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 2 και 3, συνεφωνήθη όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει τραπεζικές διευκολύνσεις ή/και πίστωση ή/και δάνειο υπό μορφή ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό εις την Εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη των Εναγομένων 2 και 3, για το ποσό των €180.000-πλέον τόκους, δικαιώματα και έξοδα. Περαιτέρω, κατά ή περί την 31/10/2007 ο Εναγόμενος 3 και η κα Α. Στ., αναγνώρισε ότι με την παραχώρηση των οποιωνδήποτε εξασφαλίσεων του, δύναται να βρεθεί εξ' ολοκλήρου υπεύθυνος για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και τούτο θα ισχύει ανεξάρτητα από άλλες εγγυήσεις/εξασφαλίσεις που κατέχει η Ενάγουσα για τις ίδιες υποχρεώσεις. Η εν λόγω δήλωση ή/και συμφωνία αποτελεί επιπρόσθετη εξασφάλιση και δεν επηρεάζει άλλες εξασφαλίσεις παρούσες ή μελλοντικές. Η Ενάγουσα άνοιξε τον λογαριασμό υπ' αριθμό 0130-111-24ΧΧΧ παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 το ρηθέν δάνειο, όπως αυτό αναφέρεται ανωτέρω, το οποίο κατά παράβαση της συμφωνίας δεικνύει υπόλοιπο οφειλόμενο εκ €244.718,17 πλέον τόκους προς 9.25% ετησίως από 28/02/2014 επί ποσού €241.070,66 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Το επιτόκιο του λογαριασμού είναι βασικό 4.25% πλέον περιθώριο 3.00% πλέον τόκοι υπερημερίας 2.00%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 9.25%. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειψαν κατά παράβαση τόσο της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 12/03/2007 ή/και μεταγενέστερων συμφωνιών όπως αυτές αναφέρονται ανωτέρω, όσο και της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 12/03/2007 ή/και των συμφωνιών εγγύησης ως ανωτέρω να πληρώσουν ή/και να καταβάλλουν ή/και να τηρήσουν τους όρους των εν λόγω συμφωνιών με αποτέλεσμα, η Ενάγουσα να υφίσταται ζημιά, πλέον τόκους και έξοδα. Η Ενάγουσα ειδοποίησε επανειλημμένως τους Εναγομένους 1, 2 και 3 και αφού αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν, με επιστολή της ημερομηνίας 11/11/2013 τόσο προς την Εναγόμενη 1, όσο και προς τους Εναγόμενους 2 και 3, τους ενημέρωσε για τα καθυστερημένα οφειλόμενα ποσά και τους κάλεσε όπως προσέλθουν και εξοφλήσουν εντός 21 ημερών από τη λήψη της εν λόγω επιστολής ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, χωρίς όμως καμία ανταπόκριση μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα το ποσό να ανέρχεται σε €244.718,17 πλέον τόκοι προς 9.25% από 28/02/2014 μέχρι εξοφλήσεως επί ποσού €241.070,
  2. Περαιτέρω, τους ενημέρωσε για το ύψος του τόκου υπερημερίας, ύψους 2.00%. Η Ενάγουσα ειδοποίησε επανειλημμένως τους Εναγομένους 1, 2 και 3 και αφού αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν, με επιστολή τους ημερομηνίας 24/01/2014 τόσο προς την Εναγόμενη 1, όσο και προς τους Εναγομένους 2 και 3 τερμάτισε τη συμφωνία ημερομηνίας 12/03/2007 ή/και τις συμφωνίες ως ανωτέρω και κάλεσε τους Εναγομένους 1, 2 και 3 όπως εξοφλήσουν το υπόλοιπο του δανείου, τους πλέον τόκους, οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν και το πιο πάνω ποσό μετά των δεδουλευμένων τόκων ανήλθε σε €244.718,17 πλέον τόκους προς 9.25% ετησίως από 28/02/2014 επί ποσού €241.070,66 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, τους ενημέρωσε εκ νέου για το ύψος του επιτοκίου, ήτοι 2.00% τόκος υπερημερίας. Η δικογραφημένη Υπεράσπιση των Εναγομένων, κινείται σε τρεις πυλώνες, ήτοι ότι οι συμβάσεις ήταν άκυρες και παράνομες, ότι οι όροι των συμφωνιών ήταν καταχρηστικοί και ότι οι Ενάγοντες επέβαλαν τη δεσπόζουσα τους θέση για να τους επιβάλουν παράνομες, άδικες συμφωνίες με καταχρηστικούς όρους. I. Επέβαλαν όρο στη σύμβαση δανείου ότι η τράπεζα κατά την κρίση της μονομερώς δικαιούται να αυξάνει το επιτόκιο και να τροποποιεί το ποσοστό προμήθειας και τραπεζικών δικαιωμάτων και γενικά να προβαίνει σε οποιανδήποτε άλλη μεταβολή η οποία θα είναι δεσμευτική για τους Εναγομένους. II. Επέβαλαν τόκο υπερημερίας ΙΙΙ. Αύξησαν μονομερώς το επιτόκιο IV. Δεν έλαβαν υπόψη την οικονομική κρίση και/ή εκμεταλλεύτηκαν την οικονομική κατάσταση και αύξησαν μονομερώς και/ή καταχρηστικώς το επιτόκιο V. Υποχρέωσαν τους Εναγόμενους όπως συνάψουν δάνεια και/ή αποδεχτούν αύξηση των διευκολύνσεων προς εξόφληση άλλων δανείων και/ή συμβατικών υποχρεώσεων προς την Ενάγουσα, με επαχθείς και/ή άδικους και/ή παράνομους όρους. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται επιπρόσθετα και/ή ανεξαρτήτως και/ή διαζευκτικά προς τα ανωτέρω ότι τα επίδικα δάνεια είναι εξ' υπαρχής άκυρα και/ή δεν παράγουν νόμιμα αποτελέσματα, καθότι δεν υπήρχε αντιπαροχή και/ή ουδέν ποσό έλαβαν από τα ρηθέντα δάνεια και/ή ο σκοπός για τον οποίον συνήφθησαν ήταν παράνομος. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι όροι των δανείων και διευκολύνσεων είναι παράνομοι και/ή δεν επεξηγήθηκαν επαρκώς στους Εναγομένους και/ή απεκρύβησαν από αυτούς και/ή δεν έχουν εφαρμογή. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των Εναγομένων, πως η συμφωνία δανείου και/ή το δάνειο με αριθμό λογαριασμού 0130-111-2ΧΧΧΧ ημερομηνίας 02/07/2010, το έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 02/07/2010, οι συμφωνίες για δάνειο/διευκόλυνση ημερομηνίας 05/03/2003, 24/10/2008, 28/06/2010, 30/11/2011 ως και υποθήκη αρ. Υ10ΧΧΧ/2010 που επικαλούνται οι Ενάγοντες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες πέραν των ανωτέρω και λόγω ψυχικής πίεσης (α) οι Ενάγοντες δεν επεξήγησαν επαρκώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εγγυητών (β) οι Ενάγοντες δεν διαφύλαξαν τη θέση των Εναγομένων 2 και 3 και δεν παρέπεμπαν τους Εναγομένους 2 και 3 για να εξασφαλίσουν νομική συμβουλή σε σχέση με τον ισχυρισμό των δικαιωμάτων τους. Ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε παράνομη και/ή καταχρηστική αύξηση των επιτοκίων και/ή σε υπερχρεώσεις τόκων και/ή παράνομα υπολόγισαν τόκο επί τούτου και/ή προέβησαν σε χρεώσεις παράνομες. Ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν την οποιανδήποτε κατάσταση λογαριασμού στους Εναγόμενους, η οποία να δεικνύει το χρεωστικό τους υπόλοιπο, καθώς και τις πιστώσεις τις οποίες έχουν κάνει στους επίδικους λογαριασμούς. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή αμφισβητούν τα ποσά τα οποία αξιώνουν οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησής τους. Προβάλλεται ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας, με την οποίαν αξιώνουν όπως ακυρωθεί η υποθήκη και διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάζει τους Ενάγοντες να προβούν σε όλες τις ενέργειες για εξάλειψη της υποθήκης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Μοναδικός μάρτυρας των Εναγόντων, είναι πρώην υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου ο A. A., ο οποίος στη συνέχεια ήταν υπάλληλος της Gordian Holdings Ltd στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών και που έχει μεταφερθεί σε ανάλογο τμήμα στη Gordian Servicing Ltd. Αυτή η εταιρεία δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων, μεταξύ άλλων και την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση. Οι Ενάγοντες αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Το προηγούμενο όνομα των Εναγόντων, ήταν CYCMC I LIMITED. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο του πιστοποιητικού σύστασης των Εναγόντων. Είχε στην κατοχή του και καταχώρησε ως Τεκμήριο, αντίγραφο του πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος των Εναγόντων, ως επίσης και απόσπασμα από την ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας ως Τεκμήριο, από την οποίαν φαίνεται ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019, επικυρώθηκε η μεταφορά αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς τη Gordian Holdings Ltd, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή. Η μεταφορά έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23/05/2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/
  3. Επισυνάφθηκε το σχέδιο διακανονισμού ως Τεκμήριο, ως επίσης και μέρος από τους επισυναπτόμενους στο σχέδιο διακανονισμού πίνακες όπου αναγράφονται οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και οι συναφείς με αυτές εξασφαλίσεις. Κατέθεσε αντίγραφα των εν λόγω πιστοποιητικών, ως επίσης και των δικαστικών εγγράφων, ενόψει του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες προχωρούν σε κατάθεση των εν λόγω εγγράφων επί καθημερινής βάσεως σε σωρεία εκκρεμούντων διαδικασιών στο Δικαστήριο και είναι αδύνατο επί καθημερινής βάσεως να εξασφαλίζονται πιστά αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων από τον Έφορο Εταιρειών και το Δικαστήριο. Εντούτοις εκ της θέσης και των καθηκόντων του, δήλωσε ότι τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων που διατηρούν οι Ενάγοντες στο αρχείο τους. Την 30/10/2018 η τράπεζα απέστειλε στους Εναγόμενους, επιστολές σύμφωνα με τις οποίες τους πληροφόρησε για την πρόθεση της να πωλήσει τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και τους κάλεσε αν επιθυμούσαν, να ασκήσουν το δικαίωμα τους και να καταθέσουν προσφορά για να αποκτήσουν ή να εξοφλήσουν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Την 31/05/2019, η Τράπεζα Κύπρου και η Gordian έστειλαν ταχυδρομικώς επιστολές στους Εναγόμενους με τις οποίες τους πληροφόρησαν για την πώληση και μεταφορά των επίδικων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, εγγυήσεων και εξασφαλίσεων από την τράπεζα στην Ενάγουσα. Ένεκα των ανωτέρω, μεταξύ άλλων, οι επίδικες συμβάσεις δανείων, υποθηκών και άλλων εξασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των ενυπόθηκων δανειστών κάτω από και αναφορικά με τις εν λόγω συμβάσεις, έχουν πλέον μεταβιβαστεί στη Gordian Holdings Limited, η οποία από 30/05/2019, προωθεί τα συμφέροντα της στη βάση των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ωσάν να επρόκειτο για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Συνεπεία των πιο πάνω, οι Ενάγοντες, Gordian Holdings Limited, από την 30/05/2019 έχουν αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ παρέδωσε στη Gordian βάσει της συμφωνίας ημερομηνίας 23/05/2019, όλα τα έγγραφα που αφορούν τις διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει στους Εναγόμενους. Συγκεκριμένα, ο ίδιος συγκέντρωσε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση, όταν ακόμα εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου και τα μετέφερε στη Gordian Holdings Ltd γιατί γνώριζε ότι θα κληθεί για να δώσει μαρτυρία, ως υπάλληλος πλέον της Gordian Holdings Ltd. Υπό την πιο πάνω ιδιότητα του παρέδωσε/παρέλαβε όλα τα εν λόγω έγγραφα που κατέθεσε στην παρούσα δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, δήλωσε ότι ήταν εργοδοτούμενος στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, η παρούσα υπόθεση ήταν μία από τις υποθέσεις που χειριζόταν και ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης του λογαριασμού των πελατών. Επίσης, κατείχε και φύλαττε τα σχετικά έγγραφα και είχε ευθύνη παρακολούθησης των επίδικων λογαριασμών. Ετοίμασε τις καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες είχε εκτυπώσει και τις οποίες συμπεριέλαβε μεταξύ των εγγράφων που μετέφερε και παρέλαβε ως λειτουργός πλέον της Gordian. Περαιτέρω, προέβηκε σε έλεγχο και ανακατασκευή των καταστάσεων λογαριασμού των επίδικων διευκολύνσεων, τις οποίες καταχώρησε ως Τεκμήρια και τα εκεί αναγραφόμενα ποσά είναι τα διεκδικούμενα σήμερα ποσά από τη Gordian Holdings Ltd. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας κατέθεσε όλα τα έγγραφα της υπόθεσης, όπως τις συμφωνίες δανείου, τα εγγυητήρια έγγραφα και επιβεβαίωσε τα γεγονότα που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει εγγράφου κοινοποίησης ημερομηνίας 19/02/2003 και συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 05/03/2003, η τράπεζα κατόπιν απαίτησης της Εναγόμενης 1 συμφώνησε να της παρέχει διευκόλυνση σε τρεχούμενο λογαριασμό ΧΧΧΧ679 με όριο 7.000 λίρες. Αυτή η χορήγηση είναι υπογραμμένη από τους συμβούλους της Εναγόμενης 1 και οι όροι ήταν ως ακολούθως: (α) το ποσό και ο τύπος των χορηγούμενων διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των Εναγόντων (β) οι χορηγούμενες διευκολύνσεις θα φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 3.25%. κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 5.000% ετησίως και ως εκ τούτου το συνολικό κυμαινόμενο επιτόκιο σε 8.25%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους. Οι λοιποί όροι, τόσο των αποφάσεων/εγκρίσεων, όσο και των συμφωνιών σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, εμφαίνονται επί των Τεκμηρίων που επισύναψε πιο πάνω. Επίσης δυνάμει εγγράφου κοινοποίησης ημερομηνίας 21/10/2008 που υπέγραψε η Εναγόμενη 1 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 24/10/2008, η Ενάγουσα προχώρησε στην αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγόμενης
  4. Οι όροι του δανείου ήταν ως ακολούθως: (α) το ποσό και ο τύπος των χορηγούμενων διευκολύνσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των Εναγόντων (β) οι χορηγούμενες διευκολύνσεις θα φέρουν κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το εκάστοτε 6 μηνών euribor προσαυξημένο κατά 3%. Κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, το 6 μηνών euribor ανερχόταν σε 5.3% ετησίως και ως εκ τούτου, το συνολικό κυμαινόμενο επιτόκιο σε 8.3%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους. Οι λοιποί όροι, τόσο των αποφάσεων/εγκρίσεων, όσο και των συμφωνιών σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, εμφαίνονται επί των Τεκμηρίων που επισύναψε πιο πάνω. Επίσης δυνάμει εγγράφου κοινοποίησης 29/06/2010, η Ενάγουσα κατόπιν Αιτήσεως της Εναγόμενης 1, προχώρησε και αύξησε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από €60.000 σε €150.
  5. Αυτό έγινε με τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και
  6. Δυνάμει εγγράφου κοινοποίησης ημερομηνίας 30/11/2011 και με την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 30/11/2011, μετά από απαίτηση της Εναγόμενης 1 συμφωνήθηκε η Ενάγουσα να χορηγήσει στην Εναγόμενη 1 προσωπική υπέρβαση ύψους €45.000 πέραν των €150.000 με την επιπρόσθετη εγγύηση και κάλυψη των Εναγομένων 2 και
  7. Οι εν λόγω όροι αυτής της συμφωνίας, είχαν ως ακολούθως: Ορισμένοι από τους ουσιώδεις όρους, χωρίς περιορισμό σε σχέση με τους υπόλοιπους όρους που φαίνονται στη συμφωνία ημερομηνίας 15/12/2011 είναι οι ακόλουθοι: (α) το ποσό των €45.000 θα φέρει κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της τράπεζας προσαυξημένο κατά 5%. Κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων ανερχόταν σε 4.750% ετησίως και ως εκ τούτου, το συνολικό κυμαινόμενο επιτόκιο σε 9.750%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους. (β) οι χορηγούμενες διευκολύνσεις, ήτοι το ποσό των €150.000 θα φέρει κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της τράπεζας προσαυξημένο κατά 3%. Κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων ανερχόταν σε 4.750% ετησίως και ως εκ τούτου το συνολικό κυμαινόμενο επιτόκιο σε 7.750%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 κάθε έτους. Οι λοιποί όροι, τόσο των αποφάσεων/εγκρίσεων, όσο και των συμφωνιών σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό, εμφαίνονται επί των Τεκμηρίων που επισύναψε πιο πάνω. Επίσης δόθηκε προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας υποθήκη. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της προς την Ενάγουσα οι οποίες πηγάζουν από τον τρεχούμενο λογαριασμό και το δάνειο, ο Εναγόμενος 3 υποθήκευσε το κάτωθι περιγραφόμενο κτήμα του δυνάμει της υποθήκης Υ10ΧΧΧ/
  8. Η εν λόγω υποθήκη η οποία επισυνάπτεται και καταχωρείται ως Τεκμήριο κατωτέρω, είναι επιπρόσθετη προς οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η Ενάγουσα έχει ή δυνατό να έχει στο μέλλον από τους Εναγόμενους. Κατατέθηκαν ως Τεκμήριο, τα έγγραφα σε σχέση με την υποθήκη Υ10ΧΧΧ/2010, Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 09/07/2010, διά €210.000 πλέον τόκους, μέσω της οποίας υποθηκεύτηκε προς όφελος της Ενάγουσας το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/54ΧΧ, Φ/Σχ. 21/540ΧΧΧ, ΕΠΙ 909 ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  9. Τα υποθηκευμένα κτήματα, δεσμεύονται για το τελικό υπόλοιπο σε σχέση με τις υποχρεώσεις προς εξασφάλιση των οποίων συνεστήθησαν οι υποθήκες μέχρι του συνολικού ποσού των €210.
  10. Η Ενάγουσα προχώρησε με εκποίηση της υποθήκης για το ποσό των €116.103 και πιστώθηκε ο λογαριασμός δανείου. Το συγκεκριμένο γεγονός έγινε παραδεκτό από τις δύο πλευρές. Επίσης υπήρχε και ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 05/03/2003 για το ποσό των 7.000 λιρών. Τουλάχιστον σε σχέση με τη χρονική περίοδο πριν από τη διακοπή της συνεργασίας που διατηρούσαν οι Ενάγοντες με την Εναγόμενη 1, δεν είχε εντοπίσει μέσα στο αρχείο που διατηρούν οι Ενάγοντες οποιοδήποτε παράπονο ή εν πάση περιπτώσει, οποιανδήποτε επικοινωνία από οιονδήποτε εκ των Εναγομένων, σε σχέση με τις καταγραφές των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού που λάμβανε η Εναγόμενη
  11. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν ηλεκτρονικό αρχείο καθ' όλην τη διάρκεια του δανείου και το αρχείο της τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Ενάγουσα. Από το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρούν πλέον οι Ενάγοντες και στο οποίο έχουν μεταφερθεί πλήρως όλες οι συναλλαγές και πράξεις που σχετίζονται με τους επίδικους λογαριασμούς ως αυτές αναφέροντο στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας, κατόπιν εντολής του παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή που ανέφερε πιο πάνω, όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων. Οι εν λόγω καταστάσεις του λογαριασμού τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Η τράπεζα κάθε εξαμηνία μέχρι και τον τερματισμό απέστελλε ταχυδρομικώς στην εταιρεία τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου χωρίς ποτέ η εταιρεία να αμφισβητήσει τις συναλλαγές που περιέχονται σε αυτές. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί ότι οι λογαριασμοί χρεώθηκαν με υπερχρεώσεις και αντικανονικές χρεώσεις από τους Ενάγοντες, απορρίπτονται καθότι στις αναλυτικές καταστάσεις που λάμβανε η πρωτοφειλέτιδα σημειώνονται οι διάφορες χρεώσεις που έγιναν σύμφωνα με το ύψος του επιτοκίου που αναγράφεται στα συμβόλαια που έχουν υπογραφεί, καθώς και τις μετέπειτα διαφοροποιήσεις ως οι κοινοποιήσεις των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους. Επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο, αντίγραφο της ανακοίνωσης της Τράπεζας Κύπρου στον Τύπο ημερομηνίας 26/04/2013 και ως Τεκμήριο, αντίγραφο της ανακοίνωσης της Τράπεζας Κύπρου στον Τύπο ημερομηνίας 05/11/
  12. Με επιστολή ημερομηνίας 11/11/2013, οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές, ότι το δάνειο τους παρουσίαζε υπέρβαση και με επιστολή ημερομηνίας 24/01/2014, οι Ενάγοντες τερμάτισαν τις συμφωνίες και απαίτησαν από τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές, την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Επίσης ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο σύστημα αποστολής επιστολών και αλληλογραφίας στους πρωτοφειλέτες και εγγυητές. Επίσης ετοίμασε και αναδομημένες καταστάσεις από τις οποίες αφαίρεσε οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα και τόκους και τόκους υπερημερίας. Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε, διαχωρίζεται σε στήλες, η κάθε μία από τις οποίες έχει τη δική της ένδειξη την οποίαν και εξηγεί πιο κάτω: -Στη στήλη με την ένδειξη ''ημερομηνία'' αναγράφεται η ημερομηνία της κάθε συναλλαγής. -Στη στήλη με την ένδειξη ''αξία'' αναγράφεται η ημερομηνία με την οποίαν υπολογίστηκαν οι αναλογούντες τόκοι για κάθε συναλλαγή. -Στη στήλη με τον τίτλο ''Παρατηρήσεις'' περιγράφεται ξ κάθε συναλλαγή που έγινε στην αντίστοιχη της ημερομηνία που αναγράφεται δίπλα. -Στη στήλη με την ένδειξη ''χρ %'' περιγράφεται το επιτόκιο με το οποίο χρεώνεται η κάθε συναλλαγή. -Στη στήλη με την ένδειξη ''χρέωση'' περιλαμβάνονται όλες οι συναλλαγές με τις οποίες χρεώθηκε ο λογαριασμός και στη στήλη με την ένδειξη ''πίστωση'' περιλαμβάνονται όλες οι συναλλαγές με τις οποίες ο λογαριασμός πιστώθηκε. -Στη στήλη με την ένδειξη ''τοκοφόρο υπόλοιπο'' αναγράφεται το εκάστοτε ποσό επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος. -Στη στήλη με την ένδειξη ''υπόλοιπο + τόκοι'' αναγράφεται το ποσό το οποίο προκύπτει μετά τον υπολογισμό του τόκου. Ο τόκος αν και προστίθεται κάθε φορά στη στήλη με το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού που αναγράφεται στη στήλη ''υπόλοιπο + τόκοι'' υπολογίζεται επί του κεφαλαίου που φαίνεται στη στήλη ''τοκοφόρο υπόλοιπο'' και όχι στη στήλη ''υπόλοιπο και τόκοι'' για να μην δημιουργείται ανατοκισμός. Όπως φαίνεται από την αναδομημένη κατάσταση, έχουν αφαιρεθεί κάποιες χρεώσεις και το επιτόκιο έχει περιοριστεί στο 7.25% αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της τράπεζας, το οποίο κατά τη σύναψη του δανείου ανερχόταν σε €4.25% προσαυξημένο κατά 3%, ως η συμφωνία δανείου. Το ποσό που αναγράφει η αναδομημένη κατάσταση είναι το τελικά διεκδικούμενο ποσό από τους Ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία πλέον τόκο προς 7.25% μέχρι εξοφλήσεως. Σημείωσε ότι από τον τερματισμό μέχρι σήμερα, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, έχει κατατεθεί έναντι του οφειλόμενου ποσού το ποσό των €116.103,
  13. Το οφειλόμενο ποσό σε σχέση με το δάνειο, ανέρχεται στο ποσό των €135.981 πλέον τόκο 7.25 από 15/02/2023 επί του ποσού €134.749,98 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε, ότι μεταφέρθηκε στην εταιρεία Gordian Servicing Ltd που είναι θυγατρική της Ενάγουσας για τεχνικούς λόγους και είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα για να προχωρήσει στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Ήταν τραπεζικός υπάλληλος για 30 χρόνια. Αναφορικά με τις δύο πιο πάνω εταιρείες, ανέφερε ότι είναι αδειοδοτημένες εταιρείες διαχείρισης πιστωτικών διευκολύνσεων. Παρέπεμψε στο διάταγμα Τεκμήριο 4 στα πλαίσια της Αίτησης 372/19 ημερομηνίας 23/05/
  14. Το συγκεκριμένο διάταγμα κάνει αναφορά σε σχέδιο διακανονισμού. Ολόκληρο το διάταγμα είναι περίπου 1.000 σελίδες μαζί με τα παραρτήματα του. Με το διάταγμα επικυρώθηκε η μεταφορά πιστωτικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα. Διαφώνησε στην υποβολή ότι το Τεκμήριο 4 δεν είναι το ίδιο με το διάταγμα που είναι κατατεθειμένο στο πρωτοκολλητείο. Συμφώνησε ότι το δάνειο για €150.000 εκταμιεύτηκε τον έβδομο του
  15. Δεν είχε υπόψη του ποσά των €130.000 που ήταν δεσμευμένα σε έναν λογαριασμό. Επί του Τεκμηρίου 12 που είναι τα πρακτικά της εταιρείας, είναι υπογραμμένα και αναφέρονται στα πρακτικά ποιοι ήταν παρόντες και συμφώνησαν με την τράπεζα. Τα πρακτικά τα υπογράφουν οι διευθυντές και αναφέρουν ότι έγινε συνεδρία. Αποφάσισε το συμβούλιο και υπέδειξε τις εγκριθείσες διευκολύνσεις. Τα πρακτικά είναι της εταιρείας. Αναφορικά με τα χρεωμένα επιτόκια, διευκρίνισε ότι το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, είναι αυτό που καθορίζεται από την Τράπεζα Κύπρου ενώ το euribor, καθορίζεται στις Βρυξέλλες με άλλη διαδικασία. Το επιτόκιο libor καθορίζεται στο Λονδίνο. Σε κάθε συμφωνία αναφέρεται ποιο επιτόκιο έχει συμφωνηθεί. Όσον αφορά το δάνειο, καθορίζεται από το βασικό επιτόκιο που ίσχυε στην τράπεζα πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο τερματισμός του δανείου έγινε το
  16. Για το συγκεκριμένο δάνειο δεν υπήρχε euribor, γινόταν χρήση το βασικό της τράπεζας για το δάνειο και στον τερματισμό φαίνεται το χρεωστικό επιτόκιο που ήταν 7.25%. Όσον αφορά τον τρεχούμενο, έγινε μία συμφωνία ότι ο πελάτης θα χρεωνόταν με euribor. Στη συνέχεια, η τελευταία συμφωνία που έκανε, είναι ότι θα ήταν το βασικό επιτόκιο της τράπεζας πλέον 3% το περιθώριο. Ανέφερε ότι στον τρεχούμενο άλλαξε η συμφωνία. Στο Τεκμήριο 18 στη δεύτερη σελίδα, καταγράφεται η μεταβολή του επιτοκίου. Το επιτόκιο μετατράπηκε, δεν ήταν πλέον euribor, αλλά ίσχυσε το βασικό επιτόκιο της τράπεζας. Το Τεκμήριο 18 προνοούσε το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της τράπεζας προσαυξημένο κατά 3% ετησίως, σύνολο 9.750% ετησίως. Ανέφερε ότι πολλά ποσά στις αναδομημένες καταστάσεις, υπολογίστηκαν υπέρ του πελάτη. Τα έξοδα τα οποία βγήκαν €11.278 έχουν υπολογιστεί υπέρ του πελάτη με 9% παρ' όλο που χρεωνόταν χαμηλότερα και ήρθαν και τα πιστώθηκαν έναντι της μερίδας του πελάτη την 01/01/2014 με βάση το αρχικό ποσό που ήταν €240.
  17. Αφαίρεσαν δηλαδή από τον πελάτη το ποσό με τον ψηλότερο τόκο του 9%. Από την πρώτη σελίδα, δηλαδή από το 2023 που άνοιξε ο λογαρισμός, μέχρι την 25η σελίδα, έχουν καταγράψει έξοδα, χρεώσεις, τραπεζικά δικαιώματα που έμπαιναν στον λογαριασμό του πελάτη. Όλα τα έξοδα που χρεώθηκαν στον λογαριασμό, καταγράφηκαν στην ημερομηνία τους. Στη συνέχεια στις αναδομημένες καταστάσεις, αφαίρεσαν τα έξοδα υπέρ του πελάτη και τα υπολόγισαν με τον μέγιστο τόκο 9%. Το ποσό συμποσούται με όλες αυτές τις χρεώσεις ύψους €11.
  18. Αυτό έχει πιστωθεί στον πελάτη στην αναδομημένη κατάσταση που ξεκινά από 01/01/
  19. Σημασία έχει ότι ο πελάτης, επωφελήθηκε με τον τρόπο που δήλωσαν στις αναδομημένες καταστάσεις και του αφαίρεσαν τα έξοδα όσα έπρεπε και με το παραπάνω. Δηλαδή τα έξοδα που τα αφαίρεσαν, τα υπολόγισαν σε υψηλότερο επιτόκιο από το euribor. Αναφορικά με το χρεωστικό επιτόκιο, είναι αυτό που συμφώνησε ο πελάτης. Η τράπεζα εφάρμοζε αυτό που συμφωνούσε κατά καιρούς ο πελάτης. Το 2003 ο πελάτης συμφώνησε να έχει τρεχούμενο και χρεωνόταν με το βασικό επιτόκιο συν 3.25%. Εκείνην την περίοδο το βασικό ήταν 5% συν 3.25% και ο πελάτης χρεωνόταν σύνολο 8.25%. Στις 04/10/2008 ο πελάτης συμφώνησε να χρεώνεται με euribor το οποίο ήταν 5.30% πλέον 3 προσαύξηση σύνολο επιτοκίου 8.30%. Μετά τις 28/06/2010, ο πελάτης συμφώνησε πάλι για τον τρεχούμενο να χρεώνεται με το βασικό επιτόκιο που ήταν 4.25% πλέον 3% περιθώριο, σύνολο 7.25%. Οι όροι ήταν στις 15/12/2011, ήταν το βασικό επιτόκιο συν 3%. Η συμφωνία του πελάτη ήταν το euribor πλέον 3% και διακυμαινόταν κάθε φορά που τέλειωνε το euribor. Αναφορικά με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, επιβεβαίωσε ότι μέχρι τις 31/12/2019 που εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου αυτή η υπόθεση ήταν μία από τις υποθέσεις που είχαν. Συνεπώς ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητα των λογαριασμών. Από τις 30/05/2019 το αρχείο της τράπεζας περιλαμβανομένων και όλων των πράξεων εις το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου, αποτελούσαν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Αναφορικά με τη διαδικασία εκποίησης, συμφώνησε ότι πιστώθηκε το προϊόν της εκποίησης μετά την αφαίρεση των εξόδων στις 19/12/2022 και ότι η πίστωση €116.103, φαίνεται και στην τέταρτη σελίδα του Τεκμηρίου
  20. Ανέφερε ότι για να διεξαχθεί η εκποίηση, πάντα ακολουθούν τις διαδικασίες που προνοούνται από τη νομοθεσία. Κοινοποιήθηκε η ειδοποίηση τύπος IA από την Ενάγουσα. Συμφώνησε ότι η επιφυλασσόμενη τιμή καθορίστηκε στις €142.000, αλλά έχουν αφαιρεθεί τα έξοδα από την τιμή και τελικά απέκτησε η Gordian το ακίνητο γύρω στις €122.000, δηλαδή υπήρχε 20% μείωση. Στάλθηκε επιστολή διάθεσης στους πελάτες. Συμφώνησε ότι υπήρχε υφιστάμενη εξασφάλιση δέσμευσης κατάστασης στον λογαριασμό με αριθμό ΧΧΧ709 ύψους €130.
  21. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο αυτή η εξασφάλιση ρευστοποιήθηκε. Επίσης επί του Τεκμηρίου 32, συμφώνησε ότι υπήρχε μία κατάθεση έναντι του λογαριασμού ύψους €32.000 στις 22/07/2014 μετά τον τερματισμό. Πρόκειται για κατάθεση που έγινε σε όφελος του πελάτη. Συμφώνησε επίσης, ότι υπάρχει και μία καταχώρηση την 01/01/2014 όπου φαίνεται ακόμα μία πίστωση €11.
  22. Αυτά είναι τα έξοδα που υπήρχαν στον τρεχούμενο λογαριασμό με τους τόκους του και τα οποία επιστράφηκαν στον πελάτη και αυτό δείχνει αυτό που προσπαθούσε να εξηγήσει προηγουμένως για τις αναδομημένες καταστάσεις, ότι αφαίρεσαν προς όφελος του πελάτη τα έξοδα και των δύο λογαριασμών. Είναι αντιλογισμός εξόδων. Απέρριψε την υποβολή ότι αυτή η επιστροφή αποδεικνύει την παρανομία και ανέφερε ότι οι χρεώσεις, γίνονταν νόμιμα με τις συμφωνίες που είχαν με τους πελάτες και οι επιστροφές έγιναν για σκοπούς σμίκρυνσης της διαφοράς με τους πελάτες, ήρθαν και υπολόγισαν αυτές τις χρεώσεις με τόκους και έκαναν αντιλογισμό στον λογαριασμό του πελάτη. Μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση, ήταν ο Εναγόμενος 2 ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είχε συνάντηση στα γραφεία της Τράπεζας Κύπρου στην οδό Ευρού με κάποιον υπάλληλο στις 27/07/
  23. Του παρέδωσαν επιστολή με την οποίαν ζήτησαν όπως η δεσμευμένη κατάθεση μεταφερθεί έναντι του δανεισμού της Εναγόμενης 1 και επίσης να μεταφερθεί το υποθηκευμένο ακίνητο (κατάστημα) που ανήκε στον Εναγόμενο 2 έναντι του δανεισμού της Εναγόμενης
  24. Με αυτόν τον τρόπο, θα εξοφλούσαν σχεδόν όλες τις υποχρεώσεις δανεισμού της Εναγόμενης
  25. Αρνήθηκε να παραλάβει ο υπάλληλος την επιστολή με τις οδηγίες του συμψηφισμού. Είπε ότι θα το συζητούσε με τη διεύθυνση της τράπεζας, όμως ποτέ δεν πήρε απάντηση παρά το γεγονός ότι του τηλεφώνησε πολλές φορές. Το 2012 είχε προβλήματα υγείας και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με την τράπεζα και το 2013 μετά το κούρεμα, η επικοινωνία με την τράπεζα ήταν δύσκολη. Το 2014 απέστειλε το Τεκμήριο 34 και ζήτησε διακανονισμό. Την 16/04/2014 έγινε συνάντηση και συμφωνήθηκε η Εναγόμενη 1 να υποβάλει πρόταση αναδιάρθρωσης των δανείων. Στις 30/04/2014 υποβλήθηκαν δύο προτάσεις αναδιάρθρωσης βασιζόμενες σε συμψηφισμό της κατάθεσης έναντι του δανείου και αφαίρεσης των τόκων υπερημερίας εξαιτίας του ότι ο υπάλληλος της τράπεζας αρνήθηκε σε προγενέστερο στάδιο να γίνει ο συμψηφισμός. Επίσης πρότεινε μεταβίβαση υποθηκευμένου ακινήτου. Ζήτησαν να απαλλαγεί η προσωπική εγγύηση της Α. Σ. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ζήτησαν και εκείνοι να απαλλαγούν από τις προσωπικές τους εγγυήσεις. Με τον εναπομείναντα δανεισμό, ζήτησαν νέο δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο 5% μηναία δόση των €600 για τρία χρόνια και εφάπαξ πληρωμή στο τέλος των τριών ετών με πώληση ενυπόθηκου ακίνητου. Εναλλακτικά με την πιο πάνω πρόταση, οι Εναγόμενοι προσέφεραν την ''κατάθεση'' και ''μεταβίβαση του ενυπόθηκου'' προς πλήρη εξόφληση όλου του δανεισμού, αφού βέβαια επιστραφούν οι τόκοι υπερημερίας και έξοδα που δεν έπρεπε να χρεωθούν. Είχε στην κατοχή του και κατέθεσε ως Τεκμήριο, αντίγραφο της έκθεσης εκτίμησης της εταιρείας Kikis Anthinodorou & Associates Ltd ημερομηνίας 14/06/2010, η οποία έγινε κατ' εντολή των Εναγόντων. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης εκτίμησης, η οποία έγινε κατά παραγγελία της Ενάγουσας, η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου εκτιμήθηκε στο ποσό των €208.
  26. Είναι λοιπόν σαφές, ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου, πλέον η κατάθεση και τόκοι που δεν πιστώθηκαν από την Ενάγουσα, σχεδόν υπερκάλυπταν τον δανεισμό. Ανάλογη πρόταση υποβλήθηκε το 2011 που δεν έγινε δεκτή από την Τράπεζα Κύπρου. Εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι έχουν υποστεί σημαντική οικονομική ζημιά, η ίδια δε, σε καμία ενέργεια προέβη παρά τις σαφείς οδηγίες και τις επανειλημμένες ρητές εισηγήσεις των Εναγομένων για να μην καταστεί το επίδικο δάνειο μη εξυπηρετούμενο και για να μην διογκωθεί το οφειλόμενο ποσό. Αντίθετα, η Ενάγουσα συνέτεινε στην αύξησή του. Ειδικότερα, κατά το 2011 τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών της Εναγόμενης 1 ανέρχονταν για τον λογαριασμό με αρ. 01301112ΧΧΧΧ στο ποσό των €199.457,39 για τον λογαριασμό με αρ. 01308200ΧΧΧΧ στο ποσό των €95.728,87 για τον λογαριασμό με αρ. 0199130ΧΧΧΧ στο ποσό των €112.887,
  27. Η αξία του ακινήτου ως η εκτίμηση ανερχόταν στις €208.
  28. Αν υπολείπετο η εντολή τους, τότε το υπόλοιπο των λογαριασμών λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεση και την αξία του ακινήτου, θα ανερχόταν γύρω στις €55.000 και όχι ως παρουσιάζεται σήμερα. Η Ενάγουσα εξαιτίας αυτών των ενεργειών και παραλείψεων της, αντί €208.000 έλαβε €123.000 από την εκποίηση του ακινήτου ως εμφαίνεται από τα σχετικά Τεκμήρια. Επιπρόσθετα, εξαιτίας αυτών των ενεργειών και παραλείψεων της Ενάγουσας, τα 4 μαγαζιά fast-food της Εναγόμενης 1, αναγκαστικά σταμάτησαν να λειτουργούν, γεγονός που οδήγησε την Εναγόμενη 1 σε σοβαρές ζημιές, όπως πληρωμές ενοικίων για τα μαγαζιά διότι υπήρχαν συμβόλαια ενοικίασης χωρίς εισπράξεις, πληρωμές προσωπικού, δικηγορικά έξοδα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είχε πλέον στην κατοχή του την επιστολή ημερομηνίας 27/07/
  29. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τέτοια πρόταση δεν είχε γίνει το
  30. Ανέφερε ότι ο ίδιος είχε δώσει όλα τα στοιχεία στον δικηγόρο του για τη σύνταξη της έκθεσης Υπεράσπισης. Εάν η τράπεζα είχε αποδεχτεί την πρόταση, δεν θα έμενε κανένα υπόλοιπο ή θα έμενε ένα πολύ μικρό υπόλοιπο. Για τους τόκους ανέφερε ότι οι δικηγόροι είχαν κάνει υπολογισμό του τόκου που ήταν για τεράστιο μη δικαιολογημένο ποσό. Αναρωτήθηκε πώς μπορούσε χρέωση του 15%, να είναι νόμιμη. Επέρριψε ευθύνη και στο Δικαστήριο επειδή δεν δικάστηκε η υπόθεση το 2014 με αποτέλεσμα να συσσωρευθεί τόκος επί του οφειλόμενου ποσού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Οι Εναγόμενοι είχαν προβεί σε γενικές αρνήσεις της απαίτησης και έχουν με γενικό και ακαθόριστο τρόπο που δεν θεμελιώνεται με γεγονότα, προβάλει κάποιες θετικές Υπερασπίσεις. Προβάλλουν γενικά και ακαθόριστα το ότι οι εν λόγω συμφωνίες τους επιβλήθηκαν και ότι περιέχουν καταχρηστικούς όρους που δεν ήταν το προϊόν διαπραγμάτευσης. Με γενικό τρόπο εγείρεται ζήτημα ότι το απαιτούμενο οφειλόμενο ποσό περιλαμβάνει υπερχρεώσεις και παράνομο τοκισμό και ότι θα πρέπει να απαλλαγούν οι εγγυητές από τις δεσμεύσεις τους ως προσωπικοί εγγυητές επειδή δεν τους επεξηγήθηκαν οι όροι των συμφωνιών. Τέλος καταγγέλλουν αύξηση επιτοκίου σε σχέση με το συμβατικό επιτόκιο που δεν προβλεπόταν από τη συμφωνία. Καμία από τις πιο πάνω θέσεις δεν διατυπώνεται στην Υπεράσπιση με αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα, ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένη Υπεράσπιση. Περαιτέρω, ως εκ των θέσεων των Εναγομένων ότι οι εν λόγω συμφωνίες τους επιβλήθηκαν και ότι αυτές αφορούσαν πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παραχωρήθηκαν περιλαμβάνουν παράνομες χρεώσεις και τόκους, προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται η υπογραφή των συμφωνιών και η παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο ΜΕ1 ήταν πρώην υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης, κατείχε όλα τα έγγραφα που αφορούν τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι το αρχείο της Τράπεζας Κύπρου, μεταφέρθηκε άθικτο στην Ενάγουσα με αποτέλεσμα οι καταστάσεις λογαριασμού να αποκαλύπτουν όλες τις χρεοπιστώσεις των πιστωτικών διευκολύνσεων και τη διαμόρφωση του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων από την αρχή της παραχώρησης των πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι τις 19/02/
  31. Φαίνεται το τελικό υπόλοιπο ως διαμορφώθηκε πριν τη μεταφορά των πιστωτικών υπολοίπων στην Ενάγουσα και η συνέχεια της κατάστασης με προσθήκη χρεώσεων εξαιτίας τοκισμού μετά τη μεταφορά. Δεν υπάρχει κενό στις καταστάσεις και η Υπεράσπιση δεν κατόρθωσε να προβάλει συγκεκριμένες θέσεις για να αμφισβητήσει συγκεκριμένες χρεοπιστώσεις που απαρτίζουν τη διαμόρφωση του υπολοίπου. O MY1 δεν υποστήριξε τις δικογραφημένες Υπερασπίσεις. Αντίθετα προέβαλε μία νέα εκδοχή των γεγονότων που δεν δικογραφείται για να εισηγηθεί ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, διότι η τράπεζα αρνήθηκε το 2011 να ρευστοποιήσει εξασφαλίσεις που δόθηκαν έναντι των δανείων. Το ότι δεν δικογραφείται τέτοια Υπεράσπιση, επιδρά στην αξιοπιστία του μάρτυρα ο οποίος προέβαλε τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς 8 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Κατά δεύτερο λόγο, τα συγκεκριμένα γεγονότα που έχει προβάλει, δεν συνιστούν βάσιμη εκφρασθείσα Υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση, είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή και τους δύο μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στην υπόθεση. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από κάθε μάρτυρα, ήταν σημαντική για τη διαμόρφωση της άποψής μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων, ασφαλώς δεν περιορίζεται στη φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας, βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία, πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας, την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. (Βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως εκ τούτου, έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης, ώστε σε κάθε περίπτωση η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύονται ως αναντίλεκτα στην υπόθεση. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τη μαρτυρία του ΜΕ1 που ήταν τραπεζικός υπάλληλος και δεν είχε προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση. Εργαζόταν προηγουμένως στο αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας Κύπρου και είναι στην υπηρεσία θυγατρικής εταιρείας της Ενάγουσας και εξουσιοδοτημένος εκ μέρους της να αναφερθεί στα γεγονότα της υπόθεσης. Ενημερώθηκε για τα γεγονότα από τα τραπεζικά έγγραφα της υπόθεσης στον φάκελο της υπόθεσης, στο αρχείο της τράπεζας και τα μελέτησε. Προσκόμισε θετική μαρτυρία στην υπόθεση για να αποδείξει τα ουσιώδη γεγονότα της απαίτησης. Εξάλλου δύο είναι τα σημαντικά σημεία της υπόθεσης. Το ένα είναι ότι αποδεικνύεται θετικά η σύναψη των επίδικων συμφωνιών και η χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Φαίνονται επί των πρωτότυπων εγγράφων, όλες οι υπογραφές των Εναγομένων σε όλα τα Τεκμήρια. Επίσης αποδεικνύεται θετικά, ότι αποστάλθηκαν επιστολές τερματισμού της λειτουργίας των πιστωτικών διευκολύνσεων. Σε κάθε περίπτωση, συνομολόγησης πιστωτικών διευκολύνσεων προηγείτο Αίτηση των Εναγομένων για την παραχώρηση της πιστωτικής διευκόλυνσης και πρόταση της τράπεζας εις την οποίαν καταγράφονταν όλοι οι όροι και προϋποθέσεις της πιστωτικής διευκόλυνσης σε απλή και κατανοητή γλώσσα. Ο ME1 προσκόμισε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν και συνθέτουν το συμφωνητικό και το νομοθετικό πλαίσιο της αξίωσης των Εναγόντων και δεν εντόπισα να υπάρχει κάποιο κενό μεταξύ των προφορικών ισχυρισμών του μάρτυρα και τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης που προσκόμισε για να υποστηρίξει τις προφορικές του θέσεις. Οι αναλυτικές καταστάσεις ξεκινούν με το υπόλοιπο, ως αυτό ξεκίνησε με τη χορήγηση του αρχικού κεφαλαίου του δανείου και καταγράφουν πώς αυτό το ποσό διαμορφώθηκε μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Το πώς διαμορφώνεται το τελικό υπόλοιπο του δανείου, προκύπτει με μαθηματικό τρόπο και το πιο πάνω συμπέρασμα αναδεικνύεται στις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού. Εξήγησε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις που έγιναν στους επίδικους λογαριασμούς από την ημερομηνία που ανοίχτηκαν μέχρι και την 15/02/
  1. Εξήγησε ότι σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις, έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και τόκοι υπερημερίας που η Ενάγουσα δεν προωθεί με την αξίωση. Οι χρεώσεις αυτές χρεώθηκαν με το μέγιστο επιτόκιο και αφαιρέθηκαν προς όφελος των Εναγομένων. Το συνολικό επιτόκιο των Εναγόντων, συνίσταται από το συμφωνηθέν βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά το συμφωνηθέν περιθώριο. Το σύστημα υπολογίζει τον τόκο στο κεφάλαιο που προστίθεται σε ξεχωριστή στήλη στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ανάλογα με το εκάστοτε ποσοστό επιτοκίου που ισχύει για την κάθε περίοδο. Επεξεργάζεται με αυτόν τον τρόπο, την κίνηση του λογαριασμού και υπολογίζει τον τόκο σε ξεχωριστή στήλη και βγάζει το αποτέλεσμα, δηλαδή τα αντίστοιχα υπόλοιπα του λογαριασμού της Εναγόμενης
  2. Εξήγησε ότι αυτές οι χρεώσεις, αφαιρέθηκαν από τις αναδομημένες καταστάσεις, όχι επειδή ήταν παράνομες, καθότι παρέπεμψε για κάθε χρέωση στους όρους των συμφωνιών, αλλά αφαιρέθηκαν ως ένδειξη καλής θέλησης ώστε οι Εναγόμενοι να έχουν κίνητρο να τακτοποιήσουν το υπόλοιπο τους για να μειωθεί η απώλεια της τράπεζας από την αντισυμβατική συμπεριφορά των Εναγομένων. Ο ΜΕ1 είναι λειτουργός της τράπεζας και αναφέρθηκε σε ζητήματα που γνωρίζει επειδή έχει εξετάσει τα τραπεζικά βιβλία που αφορούν τις πιστωτικές διευκολύνσεις των Εναγομένων. Έχει προβεί στην εξέταση αυτής της υπόθεσης, στα πλαίσια των καθηκόντων του ως λειτουργός της τράπεζας. Εντυπωσιάστηκα με τον επαγγελματισμό του και θεωρώ ότι ήταν πλήρως καταρτισμένος ώστε να εξηγήσει τα έγγραφα που έχει εξετάσει ώστε να ενημερωθεί για την υπόθεση των Εναγόμενων. Είμαι πεπεισμένη ότι αμερόληπτα και αντικειμενικά ενημέρωσε το Δικαστήριο για όλες τις διεργασίες που αφορούσαν τις εν λόγω συμφωνίες και συναλλαγές και τον αποδέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Το σύνολο της μαρτυρίας του, είναι το θεμέλιο βάσει του οποίου θα κριθεί η απαίτηση των Εναγόντων. Η μαρτυρία του είναι το πραγματικό θεμέλιο βάσει της οποίας θα κριθούν τα επίδικα θέματα στην αγωγή. Η πρόταση για τη χορήγηση του ποσού των €150.000 το 2010 στην Εναγόμενη 1, έγινε στις 29/06/2010, ενώ το δάνειο συνομολογήθηκε στις 02/07/
  3. Το ίδιο ισχύει για την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης ύψους ΛΚ.7.000 το
  4. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι αποτάθηκαν για αύξηση του ορίου σε €60.000 για τις ανάγκες της Εναγόμενης 1 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 που είναι διευθυντές της Εναγόμενης 1, εγγυήθηκαν προσωπικά τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι του ποσού των €72.000 το 2008.Οι εγγυήσεις αυτές αυξήθηκαν στο ποσό των €180.000 το 2010, όταν χορηγήθηκε το δάνειο των €150.
  5. Τον Νοέμβριο του 2011 αποτάθηκαν εκ νέου για χορήγηση προσωρινής υπέρβασης ύψους €45.000 πέραν του ποσού των €150.000 μόνιμου ορίου τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. ΧΧΧΧ
  6. Παράλληλα οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν επιπρόσθετη προσωπική εγγύηση ύψους €54.
  7. Για κάθε χορήγηση ή αύξηση της χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων, προηγήθηκε Αίτηση των Εναγομένων και πρόταση της Ενάγουσας με όλους τους όρους της προτεινόμενης συμφωνίας να καταγράφονται στην πρόταση σε απλή κατανοητή μορφή. Για κάθε συμφωνία, υπήρχε αντιπαροχή για την υπόσχεση της Εναγόμενης 1 και την υπόσχεση των Εναγομένων 2 και 3 να την εγγυηθούν που καταγραφόταν σε απλή και κατανοητή μορφή στις γραπτές συμφωνίες και αυτή η αντιπαροχή πράγματι καταβλήθηκε στην Εναγόμενη 1 ως προκύπτει από τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Δεύτερο θετικό γεγονός που αποδεικνύεται, είναι η ύπαρξη οφειλόμενου ποσού σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη
  8. Κατατέθηκαν αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που παράχθηκαν από αρχείο το οποίο μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Ενάγουσα από την Τράπεζα Κύπρου. Το αρχείο παράχθηκε σύμφωνα με της πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου σε σχέση με έγγραφα τραπεζών που τηρούνται κατά τη συνήθη διεξαγωγή εργασιών της τράπεζας. Ο ΜΕ1 κατέθεσε αναδομημένες καταστάσεις που τις ετοίμασε με αναφορά των αναλυτικών καταστάσεων που κατατέθηκαν από την αρχή μέχρι το τέλος της διακίνησης των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Ως προς την αξιοπιστία του Εναγόμενου 2, δεν έπεισε ότι όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις που επωφελήθηκε η εταιρεία Εναγόμενη 1 στην οποίαν είναι διευθυντής και χρησιμοποίησε, ήταν το προϊόν απάτης ή εξαναγκασμού. Ο μόνος ο οποίος έχει επωφεληθεί αυτής της σχέσης μέχρι στιγμής, είναι ο ίδιος εφόσον η εταιρεία του πήρε τα χρήματα τα οποία αιτήθηκε να τα πάρει κατά καιρούς με τις διάφορες χορηγήσεις και σταμάτησε να αποπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Η θέση του ήταν ότι τον Ιούλιο του 2011 ένας υπάλληλος αρνήθηκε να κάνει χρήση δεσμευμένης κατάθεσης για να αποπληρωθεί το υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων. Την επιστολή που ισχυρίζεται ότι την παρέδωσε στον συγκεκριμένο υπάλληλο, δεν την παρουσίασε. Κατονόμασε τον συγκεκριμένο υπάλληλο αλλά δεν έθεσε αυτές τις συγκεκριμένες θέσεις στον ΜΕ1 ώστε να τοποθετηθεί. Εκείνο που το Εφετείο επεξήγησε στην υπόθεση Tekinder Pal ν. Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 551
(2010)είναι 'ότι η παράλειψη διαδίκου να θέσει τα θέματα που είχε υπόψη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως και να εκθέσουν τη δική τους εκδοχή ως προς τον τρόπο που διαδραματίστηκαν τα αμφισβητούμενα γεγονότα, μετρά εις βάρος της αξιοπιστίας του μάρτυρα που προ εκπλήξεως προβάλλει μία νέα εκδοχή των γεγονότων'. Αυτά που ανέφερε στο Δικαστήριο ενόρκως, δεν έχουν καμία σχέση με τις δικογραφημένες του Υπερασπίσεις. Περαιτέρω, η εκδοχή του ήταν ότι αυτή η συνάντηση έγινε το 2011 και άφησε τα έτη 2012 και 2013 να περάσουν χωρίς να εκμεταλλευτεί τον χρόνο και χωρίς να αποπληρώνει τις οφειλόμενες δόσεις, ενώ ως ισχυρίστηκε δεν είχε πάρει απάντηση από το
  1. Δεν εξήγησε ποιο πρόβλημα υγείας τον εμπόδιζε για όλο το 2013 να επικοινωνήσει με λειτουργούς και δεν εξήγησε ποιες προσπάθειες έκανε όλο το 2013 για να επικοινωνήσει με λειτουργούς της τράπεζας για να δουν το πρόβλημα του. Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση που πρώτη φορά που καταγράφεται η θέση του για συμψηφισμό του δανείου, να είναι μετά την αποστολή επιστολής τερματισμού των πιστωτικών διευκολύνσεων. Επίσης η πρόταση που ανέφερε ότι έκανε το 2011, έρχεται σε αντίθεση με τις πράξεις του. Δεν είναι δυνατόν την ίδια ώρα που έκανε πρόταση για αποπληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων με ταυτόχρονη ρευστοποίηση δεσμευμένων καταθέσεων, να αποτείνεται περί το τέλος του 2011 για επιπρόσθετη πιστωτική διευκόλυνση της Εναγόμενης 1 ύψους €45.000 (Τεκμήριο 19 και 20) ενώ ακόμη εκκρεμούσε απάντηση της τράπεζας για την πρόταση που υποτίθεται της έκανε τον Ιούλιο 2011 ως ισχυρίστηκε. Εφόσον είχε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα για την αύξηση του πιστωτικού του ορίου, δεν είναι λογικό να μην είχε συζητηθεί και το θέμα του συμψηφισμού εάν πράγματι είχε γίνει τέτοια πρόταση .Οι θέσεις του ΜΥ1 έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19, όπου φαίνεται να έγινε πρόταση της τράπεζας την οποίαν αποδέχτηκαν οι Εναγόμενοι με τη συμφωνία δανείου Τεκμηρίου 20 για δέσμευση λογαριασμού κατάθεσης ΧΧΧΧΧΧ709 προκειμένου να δοθεί επιπρόσθετη υπέρβαση στην Εναγόμενη 1 ύψους €45.
  2. Δεν είναι τυχαίο που η πρόταση για συμψηφισμό στην πραγματικότητα έγινε το 2014 και όχι το 2011 μετά τον τερματισμό της πιστωτικής διευκόλυνσης. Ο ισχυρισμός ότι τέτοια πρόταση έγινε από το 2011 ενώ το 2011 η Εναγόμενη πήρε κι άλλη πιστωτική διευκόλυνση, θα πρέπει να θεωρηθεί σκέψη που διαμορφώθηκε εκ των υστέρων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ΜΥ1 κρίνεται αναξιόπιστος. Στον βαθμό που με τη μαρτυρία του αποδέχεται τη σύναψη των συμβάσεων και την παραχώρηση στην Εναγόμενη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις, έστω και έμμεσα μέσω του ισχυρισμού ότι έκανε πρόταση για να αποπληρωθεί η τράπεζα οφειλόμενο ποσό που έλαβε η Εναγόμενη 1, πρόκειται για δηλώσεις εναντίον συμφέροντος και είναι αποδεκτές. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το Δικαστήριο δεν απασχολείται με την επίλυση μη επίδικων θεμάτων. Δεν προσκομίστηκε θετική μαρτυρία για να προωθηθούν δικογραφημένες θέσεις της Υπεράσπισης, ώστε αυτή η μαρτυρία να έρθει σε αντιπαραβολή με τη συγκεκριμένη και θετική μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες για να αποδείξουν κάθε πτυχή της απαίτησής τους. Η μόνη Υπεράσπιση που εκφράζεται στη δικογραφία, εστιάζεται σε ζητήματα που να αφορούν την εγκυρότητα των συμφωνιών. Όλες οι συμφωνίες χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων, χορήγησης προσωπικών εγγυήσεων και εξασφαλίσεων, είναι το προϊόν διαπραγμάτευσης. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση, προηγήθηκε Αίτηση των Εναγομένων για τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων και πρόταση των Εναγόντων, όπου οι όροι των χορηγήσεων είχαν καταγραφεί στο σώμα της πρότασης με απλό και κατανοητό τρόπο. Οι Εναγόμενοι είχαν αντιληφθεί το κόστος του χρήματος, αφού το επιτόκιο το οποίο ήταν κυμαινόμενο είχε καταγραφεί μαζί με την καθορισμένη δόση και ο αριθμός των δόσεων για εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Εφόσον όλες οι υποσχέσεις των Εναγομένων έγιναν για να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση και γνώριζαν το κόστος της χρηματοδότησης με αποτέλεσμα να παραχωρήσουν προσωπικές εγγυήσεις και εξασφαλίσεις, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση ότι οι συμφωνίες δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης τους θέλησης. Οι ισχυρισμοί περί απάτης και εξαναγκασμού, έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραψαν επί των οποίων όλοι οι όροι που καταγράφονται είναι απλοί και κατανοητοί και έτσι δεν είναι δυνατό να μην είχαν αντιληφθεί αυτά τα οποία είχε υπογράψει. Η θέση που προβλήθηκε αόριστα και με γενικότητα, ότι οι συμφωνίες δεν ήταν το προϊόν της ελεύθερης του θέλησης ως αυτή ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19 του Κεφ.149, δεν γίνεται πιστευτή. Το Τεκμήριο 10 περιέχει κάθε λεπτομέρεια ως προς τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει οι Εναγόμενοι έναντι της τράπεζας. Περαιτέρω, οι υπογραφές τους που φαίνονται επί όλων των επίδικων εγγράφων συμφωνίας, ακολουθούν τους αναγραφόμενους όρους ως προς το ύψος του δανείου, τις εξασφαλίσεις, τις εγγυήσεις και του χρόνου της αποπληρωμής. Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία. Προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση σύναψης δανείου, το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, έλαβε απόφαση για τη χορήγηση της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ότι δεν ήξεραν τι υπέγραφαν και τι έκαναν, καταρρίπτεται από τις μετέπειτα ενέργειες τους διότι έλαβαν τα διάφορα ποσά και τα έκαναν χρήση. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε χρονικό περιθώριο μεταξύ της πρότασης και της συνομολόγησης της συμφωνίας, ούτως ώστε να μην προχωρήσουν στη συνομολόγηση της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης, αν αυτό ήθελε να γίνει. Από το έτος 2011 σταμάτησαν να πληρώνουν δόσεις στο δάνειο τακτής προθεσμίας ΧΧΧΧ114, ενώ τα χρήματα τα πήρε η Εναγόμενη
  3. Το γεγονός ότι ανοίχτηκαν διάφοροι λογαριασμοί και αυξήθηκαν οι υπερβάσεις της Εναγόμενης 1 για να καλυφθούν οι επιχειρηματικές και οικονομικές της ανάγκες, αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι ήξεραν καλά τι τους εξυπηρετούσε. Το ότι η τράπεζα τους χορήγησε πιστωτικές διευκολύνσεις υπό όρους που συνέφερε στην τράπεζα ανάλογα με το ρίσκο που αναλάμβανε κάθε φορά ενόψει του οικονομικού ιστορικού των Εναγομένων, δεν συνιστά καταπίεση. Η αντίληψη των Εναγομένων για τα συμβατικά τους δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι διαστρεβλωμένη, διότι δεν ήταν υπόχρεα η τράπεζα να τους χορηγήσει πιστωτικές διευκολύνσεις με όρους δικούς τους. Δεν ήταν υπόχρεα η τράπεζα να διασφαλίσει την επιτυχία της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, παρά μόνο να ανταποκριθεί σε αίτημα χρηματοδότησης της επιχείρησης υπό όρους που ήταν αποδεκτοί στην τράπεζα. Ο ΜΥ1 δεν είναι αξιόπιστος και έτσι κι αλλιώς, τα περισσότερα που ανέφερε δεν συνιστούν Υπεράσπιση στην απαίτηση. Μόνο οι Εναγόμενοι ήταν υπεύθυνοι να προσαρμόσουν την οικονομική τους δραστηριότητα ανάλογα με το ύψος του ποσού της πιστωτικής διευκόλυνσης που μπορούσαν να αποπληρώσουν, καθώς και τους όρους της πιστωτικής διευκόλυνσης που μπορούσαν να αποδεχθούν. Ο ισχυρισμός περί της μη ελεύθερης βούλησης των Εναγομένων σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντι της αντιπαροχής που επωφελήθηκαν, καταρρίπτεται. Στην υπόθεση Φακοντή ν. Βρυώνη 1 ΑΑΔ 1404
(2004), το Εφετείο επεξήγησε ότι στις περιπτώσεις του non est factum, δηλαδή εκεί όπου ο υπογραφείσας της συμφωνίας υπογράφει κάτι που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα, είναι εκεί που έχει εξαπατηθεί με αποτέλεσμα να παρακαμφθεί η ελεύθερη του βούληση που οδήγησε και στην υπογραφή μίας δήλωσης που μπορεί να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα ήταν άδικο να μην εισαχθεί προφορική μαρτυρία σε σχέση με τα γεγονότα που πλαισιώνουν τη συνομολόγηση της συμφωνίας, ώστε να εξευρεθεί η αλήθεια. Στην υπόθεση Φακοντή, το Εφετείο επικύρωσε εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ο Εφεσίβλητος εξαπατήθηκε παρ' όλο που η γραπτή συμφωνία ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του στην παρουσία του. Επεξήγησε περαιτέρω, ότι εκεί όπου διαπιστώνεται δόλος ή απάτη, δεν μπορεί το άλλο μέρος να επικαλείται την αμέλεια του εξαπατηθέντος μέρους της συμφωνίας για να αποτρέψει την Υπεράσπιση του non est factum. Κάθε έγκυρη σύμβαση είναι νόμιμη, εάν επιτευχθεί με την ελεύθερη συναίνεση των μερών ως ορίζει το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, διά τη δημιουργία μίας έγκυρης σύμβασης, χρειάζεται να υπάρχει η ελεύθερη βούληση των μερών για τη σύναψη της συγκεκριμένης συμφωνίας. Το άρθρο 14 προνοεί τα ακόλουθα:
  2. Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με‑ (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
  3. Συναίνεση θεωρείται, ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Μόνο στην περίπτωση που οι Εναγόμενοι κατορθώσουν να αποδείξουν ότι εξαιτίας δόλιων ή ψευδών παραστάσεων παρασύρθηκαν στη σύναψη των συναλλαγών, τότε η σύμβαση θεωρείται άκυρη εξ' αρχής διότι δεν είναι σύμβαση που επιτεύχθηκε με την ελεύθερη θέληση μεταξύ των μερών. Όπως προκύπτει από τα πιο κάτω άρθρα, τα συστατικά στοιχεία για κάθε ένα από τις περιπτώσεις που προνοούνται στο άρθρο 14 του Κεφ. 149 διαφέρουν: 17.‑
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιανδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις, οι οποίες διαπράττονται από κάποιον από τους συμβαλλόμενους ή με τη συγκατάθεση αυτού ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης‑ (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από τον νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Τα συστατικά στοιχεία της ψευδούς παράστασης, διαφέρει από την απάτη και εμπεριέχει τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία: 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει‑ (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρ' όλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιονδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». Εάν αποδειχθεί ένα από τα πιο πάνω, το αποτέλεσμα είναι η ακύρωση της συμφωνίας συμφώνως του άρθρου 19 του Κεφ.149 ως ακολούθως: 19.‑
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτόν.
(2)Ο συμβαλλόμενος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρ' όλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτόν, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη». Δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες με οποιονδήποτε τρόπο παρέστησαν κάποιο γεγονός σε σχέση με το δάνειο ή πιστωτική διευκόλυνση που είχαν άλλην από αυτήν που φαίνονται στα ίδια τα έγγραφα. Το ότι οι Εναγόμενοι είχαν εγκλωβίσει τους εαυτούς τους σε κάποιαν κατάσταση εξαιτίας μη σωστών επιχειρησιακών επιλογών, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να δανειστούν χρήματα από την τράπεζα, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως γεγονός που υποστηρίζει ότι υπέγραψαν τις εν λόγω συμφωνίες για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που ζήτησαν οι ίδιοι κατόπιν πίεσης ή εξαναγκασμού. Οι εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις ήταν απλά δάνεια, παρ' όλο που αναγνωρίζεται ειδική σχέση τραπεζίτη και πελάτη γενικά, δεν αναγνωρίζεται ότι ο τραπεζίτης πρέπει να ενεργήσει προς όφελος του πελάτη, παρά όταν του δίδει πληροφορίες παρά μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις. Ο λόγος είναι ότι δεν αναμένεται ότι η τράπεζα που δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα να επενεργεί προς όφελος του πελάτη. Στη σχέση του πελάτη με την τράπεζα, είναι αντιληπτό στον πελάτη ότι η τράπεζα πρόκειται για επιχείρηση που έχει δικό της οικονομικό συμφέρον που οφείλει να εξυπηρετεί πρώτα. Οι περιπτώσεις όπου αναγνωρίζεται στο Κοινοδίκαιο ή σε συγκεκριμένο νόμο υποχρέωση ή καθήκον του τραπεζίτη να ενεργεί με καθαρά αλτρουιστικά κίνητρα προς όφελος του πελάτη, είναι λίγες και περιορισμένες. Ο λόγος που κάτι τέτοιο ισχύει, επεξηγείται στην αγγλική υπόθεση Brύstol and West Buύldύng Socύety v. Mothew [1998] Ch 1 CA: "The distinguishing obligation of a fiduciary is the obligation of loyalty The principle is entitled to the single minded loyalty of the fiduciary. The core liability has several facets. A fiduciary must act in good faith he must not make a profit out of his trust he must not place himself in a position where his duty and his interest may conflict. He may not act for his benefit or the benefit of a third person without the informed consent of the principal". Οι περιπτώσεις κατά των οποίων η τράπεζα θεωρείται εμπιστευματοδόχος των συμφερόντων του πελάτη, είναι λίγες με βάση το Κοινοδίκαιο. Στο σύγγραμμα Ellingers Modern Banking Law Oxford fifth edition Chapter 5 The Bank and its customers, επεξηγείται ότι έχουν αναγνωριστεί στο Κοινοδίκαιο δύο διακριτές περιπτώσεις, όπου η τράπεζα έχει καθήκον έναντι του πελάτη κατά τις οποίες οφείλει να βάλει τα συμφέροντα του πελάτη υπεράνω των συμφερόντων της τράπεζας. Εδώ πρόκειται για απλή πιστωτική διευκόλυνση, οι όροι των οποίων ήταν καθαρά στην όψη των δανείων. Οι Εναγόμενοι επωφελήθηκαν των πιστωτικών διευκολύνσεων για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και από το 2011 και μετά, δηλαδή πριν από 11 χρόνια, σταμάτησαν να πληρώνουν τις δόσεις τους. Μάλιστα το 2011 ζήτησαν και τους χορηγήθηκε προσωρινή υπέρβαση πέραν των €150.000 ύψους 45.000 μονίμου ορίου τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγόμενης 1 με την πρόσθετη εγγύηση και κάλυψη των Εναγομένων 2 και 3 που εγγυήθηκαν την πρωτοφειλέτη επιπρόσθετα ύψους €54.000. Ακόμα και να θεωρηθεί ότι οι επιλογές τους σε εκείνο το στάδιο δεν ήταν οι πιο συμφέρουσες για τους ίδιους, παραμένει ότι προχώρησαν σε κάποιες επιλογές με βάση τα οικονομικά δεδομένα που ήταν ενώπιον τους εκείνην τη στιγμή. Κατά συνέπεια, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, είναι ότι σύναψαν τα δάνεια και τις εγγυήσεις και δόθηκαν οι εξασφαλίσεις και αυτή δεν είναι τίποτα, παρά μία κανονική απλή συμφωνία την οποίαν έχουν παραβεί οι Εναγόμενοι με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να τερματίσουν τη λειτουργία των δανείων και να ζητήσουν την επιστροφή του οφειλόμενου ποσού με τους τόκους και χρεώσεις που προέβλεπαν οι συμφωνίες. Η βάση της αξίωσης είναι οι συμβάσεις που έχουν υπογραφτεί μεταξύ των διαδίκων. Οι συγκεκριμένες συμβάσεις είναι δεσμευτικές ως προς τους όρους των συμβάσεων εγγυήσεως, καθότι δεν έχει προβληθεί θετική και αξιόπιστη Υπεράσπιση σε σχέση με την εγκυρότητα των συμβάσεων. Δεν έχει αναδειχθεί κάποια παράβαση σε σχέση με συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας, ώστε να έχει εφαρμογή η οδηγία 87/102/ΕΟΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως ή ο νόμος περί Προστασίας Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003. Αναφορικά με τον νόμο 197
(1)/2003, οι Εναγόμενοι ήταν διευθυντές της Εναγόμενης 1 και αυτοί έλαβαν τις αποφάσεις για τη σύναψη συμφωνιών για τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα 1 ΑΑΔ 927
(2002), επεξηγήθηκε ότι το κριτήριο για την ερμηνεία μίας σύμβασης, είναι η έννοια την οποίαν μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο. Οι επίδικες συμβάσεις περιέχουν συγκεκριμένους ρητούς όρους με λεκτικό που δεν προκαλεί ασάφεια ως προς το νόημα των συγκεκριμένων όρων. Οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία σε σχέση με τα συμφωνηθέντα και σε σχέση με το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει τα συμφωνηθέντα. Περαιτέρω, έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξουν το ύψος του οφειλόμενου ποσού με βάση τις συμφωνίες. Έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξουν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3, υπέγραψαν τη σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 02/07/2010 (Τεκμήριο 17) και 15/12/2011 (Τεκμήριο 21) σε σχέση με κάθε υποχρέωση της Εναγόμενης 1 ως απορρέει στη βάση των συμφωνιών δανείου ημερομηνίας 02/07/2010 και 15/12/2011. Σε απόφαση του Εφετείου (βλ. Χρηστάκης Πίττας ν. Τράπεζα Κύπρου κ.α. 1 ΑΑΔ 110
(2007), λέχθηκε ότι αφού διαπιστωθεί ότι ο εγγυητής έχει όντως υπογράψει την εγγύηση, δεσμεύεται από την υπογραφή του εκτός εάν αποδείξει ότι ισχύει η Υπεράσπιση της non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη. Στην περίπτωση της Υπεράσπισης της απάτης και της non est factum, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η τράπεζα προέβη σε δόλιες ενέργειες ή ότι προέβη σε αναληθείς παραστάσεις προς τον Εναγόμενο για να πετύχουν την υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου. Στην απουσία δόλου και σκόπιμων ενεργειών της τράπεζας που θα αποσκοπούσαν στο να αποκρύψουν την πραγματική ταυτότητα του εγγράφου, δεν μπορεί να πετύχει Υπεράσπιση που να βασίζεται στις πιο πάνω αρχές. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts Non-disclosure par. 42-020, η τράπεζα δεν έχει καθήκον να επεξηγήσει τις συνέπειες υπογραφής συμφωνίας εγγύησης στον εγγυητή, αλλά εκεί όπου προβαίνει σε κάποιες παραστάσεις κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, αυτή η μερική αποκάλυψη των γεγονότων μπορεί να θεωρηθεί ως παραπληροφόρηση του εγγυητή. Επί παραδείγματι, στην αγγλική υπόθεση Cornish v. Midland Bank [1985] 3 All ER 513,522-523, αποφασίστηκε από αγγλικό Δικαστήριο ότι η τράπεζα είχε την υποχρέωση να είναι προσεκτική όταν προβεί σε παραστάσεις προς τους εγγυητές, διότι εάν οι συγκεκριμένες παραστάσεις έχουν το αποτέλεσμα να παραπληροφορήσουν τον εγγυητή σε σχέση με τη φύση της συναλλαγής που θα συνάψουν ή τον κίνδυνο εγγύησης του συγκεκριμένου πρωτοφειλέτη, τότε εγγυητής μπορεί να επικαλεστεί την Υπεράσπιση της παραπληροφόρησης. Όμως στην περίπτωση που δεν έχουν γίνει τέτοιες παραστάσεις εκ μέρους της τράπεζας, τότε η σύναψη της συμφωνίας θεωρείται κανονική και η τράπεζα δεν έχει οιονδήποτε καθήκον να ενημερώσει τον εγγυητή για τις συνέπειες της εγγύησής του. Συνεπώς δεν τίθεται κανένα ζήτημα εγκυρότητας της σύμβασης εγγύησης και οι Εναγόμενοι 2 και 3 που έλαβαν σε πρακτικά συνεδρίασης απόφαση για τη λήψη συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων για να επωφεληθεί τα χρήματα η επιχείρηση τους , η Εναγόμενη 1 δεσμεύεται σε σχέση με τις εγγυήσεις που παραχώρησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1. Κατά τον χρόνο που υπέγραψαν τις συμφωνίες, αποδέχτηκαν τις υποχρεώσεις τους και τους δόθηκαν όλες οι πληροφορίες που περιέχονται στις σχετικές συμβάσεις δανείου και εγγύησης. Οι συμφωνίες εγγύησης ύψους €180.000 και €54.000 αντίστοιχα παραπέμπουν ρητώς στους όρους και στις υποχρεώσεις των Εναγομένων 2 και 3. Δεν διατυπώθηκε δικογραφημένη Υπεράσπιση σε σχέση με την εξουσιοδότηση που έλαβαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 να υπογράψουν τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων εκ μέρους της Εναγόμενης 1. Παρ' όλο τούτο, κρίνω σκόπιμο να καταπιαστώ εν συντομία με το ζήτημα επειδή οι Εναγόμενοι στα πλαίσια της αντεξέτασης, ήγειραν το ζήτημα της εγκυρότητας των συμφωνιών. Οι συμφωνίες είναι υπογραμμένες από τους διευθυντές της Εναγόμενης 1, Εναγόμενοι 2 και 3 που επίσης εγγυήθηκαν την Εναγόμενη 1 προσωπικά. Ενόψει αυτού, οι συμφωνίες είναι δεσμευτικές και όχι το αποτέλεσμα υπέρβασης εξουσίας (ultra vires). Οι συμφωνίες είχαν υπογραφτεί εκ μέρους της εταιρείας από τους διοικητικούς συμβούλους των εταιρειών. Ο διευθυντής της εταιρείας, είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας και ως τέτοιος, η εταιρεία του εναποθέτει την εξουσία να διαχειρίζεται τη λειτουργία της εταιρείας υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που του επιβάλλει ο νόμος και το καταστατικό της εταιρείας. (βλ. Halsbury Laws of England /Companies Volume 14
(2016)575 Powers of directors to manage the business). Εκείνο που επεξήγησε το Δικαστήριο στην αγγλική υπόθεση H.L. Bolton Engineering Co. Ltd. v Graham & Sons Ltd. [1957] 1 Q.B. 159, είναι ότι η πρόθεση της εταιρείας σε σχέση με τη λειτουργία της, διαπερνά από τις ενέργειες των διευθυντών της. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ήταν έγκυρη η συνομολόγηση συμφωνίας ενοικίασης υποστατικού της εταιρείας από τον διευθυντή της, παρά την απουσία απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου που να εξουσιοδοτούσε τέτοιαν απόφαση. So here, the intention of the company can be derived from the intention of its officers and agents. Whether their intention is the company's intention depends on the nature of the matter under consideration, the relative position of the officer or agent and the other relevant facts and circumstances of the case. Approaching the matter in that way, I think that, although there was no board meeting, nevertheless, having regard to the standing of these directors in control of the business of the company, having regard to the other facts and circumstances which we know, whereby plans had been prepared and much work done, the judge was entitled to infer that the intention of the company was to occupy the holding for their own purposes. I am of opinion, therefore, that the judge's decision on this point was right. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου καταστατικό με πρόνοιες που να απαγορεύουν τη δανειοδότηση της εταιρείας. Η συνεργασία της τράπεζας με την Εναγόμενη 1, είναι διάρκειας πολλών ετών. Η Εναγόμενη 1 πλήρωνε δόσεις έναντι των υποχρεώσεων της μέχρι το
  1. Συνεπώς, στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας που να θέτει εν αμφιβόλου τις γενικές εξουσίες του διευθυντή της να προβεί σε δανειοδότηση για τις ανάγκες των εταιρειών που σχετίζονται μαζί του και μεταξύ τους, η διενέργεια της συνομολόγησης των συμφωνιών δεσμεύει τις εταιρείες. Στην αγγλική υπόθεση Mercantile Bank of India v Chartered Bank of India [1937] 1 ALL ER 231, αναγνωρίζεται η γενική εξουσία της εταιρείας να δανείζεται χρήματα και στην απουσία ρητής απαγόρευσης τέτοιας εξουσίας, θα πρέπει να θεωρείται ότι αυτή η εξουσία υλοποιείται μέσω των διευθυντών της ως αντιπρόσωποι της εταιρείας. Οι διευθυντές των εταιρειών είναι οι φυσιολογικοί αντιπρόσωποι των εταιρειών και τις δεσμεύουν. Η συνεργασία της τράπεζας με τους Εναγόμενους, υπήρξε μακρόχρονη και ουδέποτε εγέρθηκε πρόβλημα εξουσιοδότησης. Τα χρήματα τα επωφελήθηκαν και δεν αμφισβητήθηκε με αντίθετη μαρτυρία το περιεχόμενο των εγγράφων που οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν προς όφελος των εταιρειών. Η γενική αρχή, είναι ότι η εξουσία του διευθυντή ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, περιορίζεται μόνο από το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας και το καταστατικό της εταιρείας. Στην απουσία απαγορευτικής πρόνοιας 'a person dealing with the company is entitled to accept apparent authority of anyone of whom he deals who has apparent authority given by the company .if apart from the memorandum and articles the person with whom he is dealing has apparent authority he would be entitled to act upon it.'. Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Κατά συνέπεια, η συνομολόγηση όλων των σχετικών συμφωνιών από τους διευθυντές της Εναγόμενης 1, πρέπει να θεωρείται έγκυρη πράξη και η τράπεζα είχε το δικαίωμα να θεωρήσει ότι ήταν εξουσιοδοτημένη πράξη από τις εταιρείες. Πρόκειται εν τέλει, για έγκυρες συμφωνίες στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας. Ο ΜΕ1 κατέθεσε όλα τα έγγραφα για να αποδείξει τη νομιμότητα της μεταφοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης από την τράπεζα στην Ενάγουσα. Πρόκειται για νομικό δεόντως εξουσιοδοτημένο και αρμόδιο πρόσωπο εκ μέρους της Ενάγουσας να αναφέρει ζητήματα που γνωρίζει και εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της. Η ουσία της μαρτυρίας του που συνιστά βάση για την εξαγωγή πραγματικών ευρημάτων, είναι ότι η Ενάγουσα είναι το πρόσωπο που έχει αποκτήσει το αγώγιμο δικαίωμα να εισπράξει το λαβείν της από τους Εναγόμενους, αφού προγενέστερα έχει αγοράσει το περιουσιακό στοιχείο της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με τις εγγυήσεις και τις εξασφαλίσεις της από την τράπεζα στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού που έχει επικυρωθεί από το Δικαστήριο. To περιεχόμενο του διατάγματος ημερομηνίας 23/5/2019 στα πλαίσια της Αίτησης 342/2019, μιλά από μόνο του. Η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση μαζί με τις εξασφαλίσεις της, συγκαταλέγονται στα περιουσιακά στοιχεία που πωλήθηκαν στην Ενάγουσα στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Bank Of Cyprus Public Company και της Ενάγουσας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  2. Αποστάλθηκαν επιστολές σε όλους τους Εναγόμενους σχετικά με τη μεταφορά και πληροφορήθηκαν με επιστολές ημερομηνίας 30/10/
  3. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου κατ' εφαρμογή του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169
(1)/2015 και δυνάμει του σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου 23/05/2019 στα πλαίσια της Αίτησης 372/2019, η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση έχει αγοραστεί και τα δικαιώματα που προκύπτουν από την πιστωτική διευκόλυνση, έχουν εκχωρηθεί στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, και του δικαιώματος να διεκδικήσει με αγωγή το οφειλόμενο ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης. Το σχέδιο διακανονισμού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος. Το σχέδιο προβλέπει για τη μεταβίβαση/υποκατάσταση δικαιωμάτων και εξασφαλίσεων, στο πρόσωπο της Ενάγουσας και των οποίων υποκαταστάσεων/προσθηκών κλπ που προβλέπονται σε αυτό. Το διάταγμα προβλέπει ότι η εν λόγω αντικατάσταση της εταιρείας Gordian Holdings Ltd, συντελείται με σχετική ειδοποίηση σε σχέση με την αντικατάσταση του πρωτοκολλητή του κάθε Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση, περιλαμβάνεται στις πιστωτικές διευκολύνσεις που αγοράστηκαν και μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με το σχέδιο διακανονισμού που έχει επικυρωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου. Το 'Σχέδιο' είχε το αποτέλεσμα της μεταβίβασης κάποιων εργασιών της Bank of Cyprus Public στη Gordian Holdings Ltd, ήτοι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς με αυτές εξασφαλίσεις δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  1. Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία της αναδιοργάνωσης, καταχωρήθηκε η Αίτηση 342/2019 προς επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης από το Δικαστήριο με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 Το διάταγμα εκδόθηκε ως προνοεί το άρθρο
  2. Αυτό ήταν δεσμευτικό για την υπό διακανονισμό εταιρεία σε σχέση με εκείνες τις εργασίες που καθορίζονται στο σχέδιο ως διευκολύνσεις, ήτοι και για τους πιστωτές της εταιρείας. Το αποτέλεσμα του διατάγματος που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 23/05/2019, προδιαγράφεται από τις πρόνοιες του άρθρου 200 του Κεφ.113 πιο κάτω: Βάσει των πιο πάνω άρθρων λοιπόν, εγκρίθηκε το 'Σχέδιο' από το Δικαστήριο και η Gordian Holdings απέκτησε την ιδιοκτησία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφείς με αυτές εξασφαλίσεις (Τεκμήριο 5) που καταγράφονται στο 'Σχέδιο'. Η επικύρωση του 'Σχεδίου' δεν είχε το αποτέλεσμα επίλυσης κάποιου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων που να είχαν επικαλεστεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς επίλυση μίας διαφοράς. Η επικύρωση του 'Σχεδίου' αφορούσε την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Καθόριζε τον σκοπό και το πλαίσιο της άσκησης αυτής της δικαιοδοσίας, που είχε το αποτέλεσμα να δεσμεύσει την εταιρεία και τους πιστωτές αυτής σε σχέση με τις πρόνοιες του 'Σχεδίου Διακανονισμού'. Το 'Σχέδιο' αυτό είναι δεσμευτικό για την εταιρεία και τους πιστωτές αυτής σε σχέση με υποχρεώσεις της εταιρείας που να συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις. Μαζί με τις μεταβιβαζόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις, μεταβιβάστηκαν και μεταβιβαζόμενες σχετικές εξασφαλίσεις που ορίζονται στο σχέδιο. Η πιο πάνω ρύθμιση ως ρύθμιση που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτική. Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ότι το παρόν Δικαστήριο με την παρούσα του σύνθεση, δεν έχει τη δικαιοδοσία να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της πιο πάνω ρύθμισης που έχει επικυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου από ισόβαθμο Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της δικαιοδοσίας του δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του Κεφ.
  3. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ακυρώσει ή αλλοιώσει τις συνέπειες εκείνου του διατάγματος, είναι σαν να ενεργεί το Δικαστήριο ως Εφετείο κατά της προηγούμενης διαταγής του ιδίου του Δικαστηρίου. Εκείνο που λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση αναφορικά με την Αίτηση Σιακόλα Πολιτική Αίτηση αρ. 208/2019 ημερομηνίας 23/12/2001, είναι ότι η ύπαρξη δικαιοδοσίας είναι προαπαιτούμενο στοιχείο που εξετάζεται για κάθε έγκυρη δικαστική απόφαση που εξυπακούει την κρίση του Δικαστηρίου. Η εκ των υστέρων προσβολή της απόφασης για την εξάλειψη του αποτελέσματός της, είναι θεραπεία που μπορεί να επιτευχθεί με το ένδικο μέσο της Έφεσης, αλλά δεν μπορεί να γίνει από το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και εάν η σύνθεση αυτού είναι διαφορετική. Στην υπόθεση Νικόλα Σιδέρη 1 ΑΑΔ 286
(2010), σημειώθηκε ότι η αναίρεση προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο Δικαστήριο, συνιστά έλλειψη δικαιοδοσίας, πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης. Το διάταγμα που εκδόθηκε στις 23/05/2019, είχε ως αποτέλεσμα την επικύρωση του 'Σχεδίου' το οποίο είναι δεσμευτικό για την εταιρεία και τους πιστωτές της, ως προνοεί το άρθρο 198 του Κεφ.113 και που είχε ως συνέπεια όλες οι νομικές διαδικασίες που να αφορούν τη Bank Of Cyprus Public Company Ltd και τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, να εκπληρώνονται με τους όρους του 'Σχεδίου'. Επομένως, αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει στα πλαίσια της διαδικασίας ωσάν να μην είχε μεταβιβαστεί η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση και συναφείς εξασφαλίσεις με αυτήν, ως τις είχε αναλάβει αρχικά η Bank Of Cypris Public Ltd, ως προνοεί το σχέδιο στη Gordian Holdings Ltd. Το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του με την ακύρωση και αλλοίωση του διατάγματος. 'Δανειολήπτης' είναι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται πιστωτική διευκόλυνση. Πιστωτική διευκόλυνση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Ν169
(1)/2015 είναι ως ακολούθως: (α) οποιαδήποτε σύμβαση παροχής χρηματοπιστωτικής χορήγησης η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δάνειο και όριο πιστωτικής κάρτας, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η σχετική σύμβαση έχει τερματιστεί ή όχι και/ή έχει λήξει ή όχι και/ή σε σχέση με αυτήν εκκρεμούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες ή όχι, νοουμένου ότι από τη σύμβαση προκύπτουν συνεχιζόμενες και/ή μη πλήρως διευθετημένες υποχρεώσεις του οφειλέτη έναντι του πιστωτή αυτού, (β) τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του εξ' αποφάσεως πιστωτή έναντι του εξ' αποφάσεως οφειλέτη που ενσωματώνονται σε ή/και προκύπτουν από δικαστική απόφαση η οποία δεν είναι ποινικής ή διοικητικής φύσης ή από διαιτητική απόφαση και αφορά σύμβαση παροχής χρηματοπιστωτικής χορήγησης στην οποίαν ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης, ήταν συμβαλλόμενο μέρος ως πρωτοφειλέτης, νοουμένου ότι από την απόφαση προκύπτουν συνεχιζόμενες και/ή μη πλήρως διευθετημένες υποχρεώσεις του εξ' αποφάσεως οφειλέτη έναντι του εξ' αποφάσεως πιστωτή: Νοείται ότι οποιαδήποτε υποχρέωση του εξ' αποφάσεως πιστωτή προς τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη η οποία είναι χρηματική και υπερβαίνει την οφειλή του εξ' αποφάσεως οφειλέτη προς τον εξ' αποφάσεως πιστωτή, δεν περιλαμβάνεται στον όρο «πιστωτική διευκόλυνση» και δεν μεταφέρεται στον αγοραστή∙ Το άρθρο 3 του νόμου προνοεί για το πεδίο εφαρμογής του νόμου ως ακολούθως: 3.-
(1)Ο παρών νόμος εφαρμόζεται - (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά τον χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά τον χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτήν ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ' αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.
(3)Από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες- (α) Παραχωρούνται από ΑΠΙ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή σε νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, ή (β) αφορούν εργασίες ή/και επενδύσεις εκτός της Δημοκρατίας, ή (γ) στη βασική εμπράγματη εξασφάλισή τους, περιλαμβάνουν υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και επιβάρυνση περιουσίας η οποία βρίσκεται εκτός Δημοκρατίας, ή (δ) διέπονται από το δίκαιο άλλης χώρας. Αναφορικά με τον τρόπο που διενεργείται η μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων, σχετικό είναι το άρθρο 18 του νόμου 169
(1)/15 που παρατίθεται πιο κάτω. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, η Ενάγουσα έλαβε την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας να λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 18
(1)του Νόμου 169
(1)/2015 σε σχέση με την παροχή ειδοποίησης για την πρόθεση της Gordian Holdings Ltd για διάθεση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 18
(1), η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων επιτυγχάνεται διά της εκχώρησης όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εκχωρητή εκ μέρους του αγοραστή. Δεύτερον, η εκχώρηση αυτή ισχύει σε σχέση με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εκχωρητή αναφορικά με τις εξασφαλίσεις και στον βαθμό που υπάρχουν έγγραφα που συνοδεύουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που αναφέρονται στον εκχωρητή, αυτές οι αναφορές στο έγγραφο θα πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται ωσάν να αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις του αγοραστή. Τα σχετικά αποσπάσματα του άρθρου καταγράφονται για εύκολη αναφορά πιο κάτω: 1. Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών.
  1. Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων, έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής.
  2. Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε στον βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά τον χρόνο μεταφοράς, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά. To λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων, είναι τόσο γενικό και περιεκτικό, που θα μπορούσε να καλύψει κάθε περίπτωση μεταφοράς στον αγοραστή δικαιωμάτων και υποχρεώσεις του εκχωρητή που πηγάζει από τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση που μεταβιβάζεται στον αγοραστή. Όμως σε κάθε περίπτωση, το διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019 κάνει αναπόσπαστο μέρος το σχέδιο που αφορά τα συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στον αγοραστή και έτσι είτε αυτό είναι ορθό ή λάθος, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να το ελέγξει, εφόσον πρόκειται για fait accompli, δηλαδή το δεσμευτικό αποτέλεσμα που προκύπτει από δικαστικό διάταγμα που παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς το περιεχόμενο του έναντι των Εναγομένων. Επί της ουσίας, η χρηματική αποζημίωση του εκχωρητή ως συνέπεια εκχώρησης περιουσιακών στοιχείων στον αγοραστή, δεν είναι προσωπική υπόθεση και έτσι δεν βλέπω τον λόγο γιατί η Ενάγουσα δεν μπορεί διά της εφαρμογής του νόμου 169
(1)/2015 να αντικαταστήσει τη Bank of Cyprus Public Company Ltd ως διάδικο στην αγωγή, νοουμένου ότι είναι φερέγγυα. Η εκχώρηση δικαιώματος σε αγοραστή να διεκδικήσει χρηματική αποζημίωση στα πλαίσια της αγωγής ως προκύπτει από τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης, διενεργείται αυτόματα. Όταν πρόκειται για εκχώρηση δικαιώματος, δεν έχει λόγο ο οφειλέτης της πιστωτικής διευκόλυνσης. Εκείνο που επεξηγείται στο σύγγραμμα Guest on The Law of Assignment AG Guest Sweet and Maxwell Chapter 1 The Nature of Assignment paragraph 1-01 definition, είναι ότι η εκχώρηση αφορά τη μεταφορά με υφιστάμενο δικαίωμα ή συμφέρον στον αγοραστή σε ακαθόριστη περιουσία του οφειλέτη που ανήκει προ της εκχώρησης στον εκχωρητή. 'An assignment is effective whether or not the debtor or obligor the benefit of whose debt or obligation has been assigned consented to the transfer.The transfer may be voluntary or involuntary'. H σημασία της εκχώρησης, εκφράζεται καλύτερα από τον Macleod στο σύγγραμμα Principles of Economical Philosοphy ως εξής: Who made the discovery which has most deeply affected the fortunes of the human race ..The man who first discovered that a debt is a saleable commodity. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ως ο αγοραστής που έχει αποκτήσει όλα τα δικαιώματα επί της πιστωτικής διευκόλυνσης και που έχει συμμορφωθεί με τη νομοθετική υποχρέωση ειδοποίησης του πρωτοκολλητή για την εκχώρηση δικαιωμάτων, είναι ο μοναδικός που έχει συμφέρον στο αντικείμενο δικαιώματος της εκχώρησης. (βλ. Guest equitable Assignments of an equitable chose of action par. 3-06). Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα είναι ορθός διάδικος στην αγωγή εξαιτίας του γεγονότος ότι η Bank of Cyprus Public Company Ltd, δεν έχει πλέον κανένα συμφέρον στην αγωγή διά της διενέργειας της εκχώρησης του συγκεκριμένου δικαιώματος. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι υπήρχε παρατυπία στη διαδικασία που ακολουθήθηκε προκειμένου να είχε εκδοθεί το διάταγμα για τη μεταφορά στην Ενάγουσα της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης, το παρόν Δικαστήριο με την παρούσα του σύνθεση στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, δεν έχει την εξουσία να παραμερίσει το διάταγμα το οποίο είναι δεσμευτικό ως προς τα δικαιώματα του Εναγόμενου. Με επιστολές στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων ημερομηνίας 30/10/2018 αντίστοιχα, όλοι οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι η τράπεζα είχε την πρόθεση να πωλήσει τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση, καθώς και τα εγγυητήρια και εξασφαλίσεις που εγγυούνται και/ή εξασφαλίζουν την πιστωτική διευκόλυνση. Με πίνακα που ενσωματώνεται στην επιστολή, ενημερώθηκαν για τους αριθμούς λογαριασμού που αφορούσαν την Εναγόμενη 1 που είχε πωλήσει Bank of Cyprus Public Bank Ltd μαζί με τις εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις τους δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.169
(1)/15 και ότι η μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων μαζί με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που τα συνόδευαν, είχε ολοκληρωθεί και ότι συνέχιζαν να ισχύουν μεταξύ των σχετικών πρωτοφειλετών και των παροχών των εξασφαλίσεων και της Ενάγουσας από την άλλην. Ανεξάρτητα από το ζήτημα της ενημέρωσης, δεν επηρεάζεται η δεσμευτικότητα του 'Σχεδίου' που επικυρώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου. Ένα 'Σχέδιο Διακανονισμού' έχει τον σκοπό να αναδιαρθρώσει μίαν κατάσταση πραγμάτων στην επηρεαζόμενη εταιρεία που είναι είτε μη διαχειρίσιμη ή μη βιώσιμη για την εταιρεία. Ψηφίζεται και επικυρώνεται το ΄Σχέδιο' από το Δικαστήριο διότι δεν υπάρχει ρεαλιστική εναλλακτική λύση στις πρόνοιες του σχεδίου που έχει στόχο την κατασκευή νέου θεμελίου για την καλύτερη λειτουργία της επηρεαζόμενης εταιρείας. (βλ.Re La Seda De Barcelona [2011] 1 BCLC 555). Αυτός είναι και λόγος που η επικύρωση του 'Σχεδίου' συχνά περιλαμβάνει ένα στοιχείο αυθαιρεσίας 'Rough Justice' αναφορικά με τα δικαιώματα των πιστωτών. Αυτό που επεξηγήθηκε στην αγγλική υπόθεση Johnson and another v. Davies [1999] Ch. 117 per curiam, σχέση με σχέδιο διακανονισμού που εγκρίθηκε δυνάμει του Νόμου Αφερεγγυότητας «Insolvency Act 1986» είναι ότι ο νόμος δεν έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή του σχεδίου στον πιστωτή ο οποίος έχει διαφωνήσει ως προς τους όρους του σχεδίου, αλλά την έγκριση του σχεδίου ανεξάρτητα από τις θέσεις του πιστωτή και τη δέσμευση του με τις πρόνοιες αυτού 'as the result of a statutory hypothesis that requires him to be treated as if he had consented to the arrangement'. Αυτός είναι και ο λόγος που το σχέδιο είναι δεσμευτικό σε σχέση με πιστωτές που επηρεάζονται από το σχέδιο, συμπεριλαμβανομένου και των πιστωτών που δεν έλαβαν ειδοποίηση για την ψήφιση του σχεδίου ή άγνωστοι πιστωτές που επηρεάζονται από το σχέδιο, διότι οι χρηματικές τους απαιτήσεις πιθανόν να προκύψουν στο μέλλον σε σχέση με γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί και θεμελιώνουν το αγώγιμο τους δικαίωμα. (Βλ. Re T. & N. Ltd. [2007] 1 ALL ER 851 πιο πάνω) Επομένως είτε οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν ή όχι, αυτό δεν αλλοιώνει τις νομικές συνέπειες του 'Σχεδίου'. Με την καταχώρηση της ειδοποίησης, έχει επέλθει η αλλαγή του ονόματος του Ενάγοντα στην αγωγή. Η δικαστική διαδικασία συνεχίζει ως προνοεί ο νόμος και δεν επηρεάζει τη συνέχιση της διαδικασίας η επικύρωση της συνέχειας της αγωγής με δικαστικό διάταγμα, διότι η συνέχεια της αγωγής γίνεται αυτόματα διά νομοθετικής διάταξης, ήτοι διά του άρθρου 18
(4)του Ν.169
(1)/
  1. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για υπερχρεώσεις, είχα ενώπιον μου τις συμφωνίες που προέβλεπαν τους όρους σε σχέση με τους τόκους και τις χρεώσεις. Επιπρόσθετα ενώπιον μου, είχα τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού όπου φαίνεται όλη η κίνηση των δανείων από την αρχή μέχρι το τέλος, ώστε να διαμορφωθεί το τελικό οφειλόμενο. Αναφορικά με το θέμα του τόκου σε σχέση με τον λογαριασμό ΧΧΧΧΧ679, προκύπτει ότι ο συμβατικός τόκος που προβλεπόταν στη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, ήταν το άθροισμα κυμαινόμενου επιτοκίου που αποτελείται από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων 5.000%, το ποσοστό του περιθωρίου που ήταν 3.25% σύνολο 8.25%. Στη συνέχεια κατά την αύξηση του ορίου, το επιτόκιο αυξήθηκε σε 8.3% καθότι το 2008 συνδέθηκε με το Euribor. To 2011 η υπέρβαση αυξήθηκε από €150.000 προσωρινά σε ύψος €45.000 και το ποσό των €45.000 έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο, το βασικό επιτόκιο της τράπεζας επιχειρήσεων 4.7% με προσαύξηση 5%, συνολικό επιτόκιο 9.7%. Οι χορηγούμενες διευκολύνσεις ύψους €150.000 έφεραν από 15/12/2011 κυμαινόμενο επιτόκιο, το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της τράπεζας 4.7% με προσαύξηση 3% σύνολο 7.750%. Η Ενάγουσα προχώρησε με εκποίηση της υποθήκης και εισέπραξε το ποσό των €116.103 μετά από δύο πλειστηριασμούς που είχαν διεξαχθεί χωρίς επιτυχία και το ποσό πιστώθηκε στις 19/12/2022 έναντι του οφειλόμενου ποσού. Όπως φαίνεται από την αναδομημένη κατάσταση, έχουν αφαιρεθεί κάποιες χρεώσεις και το επιτόκιο έχει περιοριστεί στο 7.25% αποτελούμενο από το βασικό επιτόκιο επιχειρήσεων της τράπεζας, το οποίο κατά τη σύναψη του δανείου ανερχόταν σε 4.25% προσαυξημένο κατά 3%, ως η συμφωνία δανείου. Το ποσό που αναγράφει η αναδομημένη κατάσταση είναι το τελικά διεκδικούμενο ποσό από τους Ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία πλέον τόκο προς 7.25% μέχρι εξοφλήσεως. Σημειώνεται, ότι από το τερματισμό μέχρι σήμερα, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, έχει κατατεθεί έναντι του οφειλόμενου ποσού το ποσό των €116.103,
  2. Σημειώνεται, ότι η επιβολή του τόκου υπερημερίας δεν είναι καταχρηστικός όρος, ούτε αποτελεί ποινική ρήτρα και είναι αναγκαίος όρος για την ορθή λειτουργία των τραπεζών-πιστωτικών ιδρυμάτων-εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων. Συγκεκριμένα, ο τόκος υπερημερίας αποτελεί αναγκαίο όρο όλων των συμφωνιών, καθότι σε περίπτωση καθυστέρησης αποπληρωμής οιασδήποτε δόσης ως καθορίζεται στη συμφωνία, η τράπεζα-πιστωτικό ίδρυμα-εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, υφίσταται ζημιές και απώλειες που πηγάζουν μεταξύ άλλων, από την αύξηση των λειτουργικών τους εξόδων, των απώλεια δυνατότητας επανατοποθέτησης του ποσού των καθυστερημένων δόσεων στην αγορά και το αυξημένο κόστος κεφαλαίου στο οποίο υπόκεινται σε τέτοιαν περίπτωση. Κατ' επέκταση, η επιβολή του εν λόγω τόκου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ποινική και/ή καταχρηστική ρήτρα βάσει του νόμου περί Ελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου και του Νόμου περί Συμβάσεων. Στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα 1 ΑΑΔ 1858
(2001), το Εφετείο επεξήγησε ότι υπόλοιπο σε τρεχούμενο λογαριασμό του χρέους, δεν μπορεί να αποδειχθεί με απλή δήλωση του χρέους η οποία να ετοιμάστηκε από την Ενάγουσα. Δήλωση που περιέχεται σε ηλεκτρονική κατάσταση κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, είναι αποδεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο οποιουδήποτε γεγονότος που εκτίθεται στην ηλεκτρονική κατάσταση. Όμως το κριτήριο για τη βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί σε τέτοια δήλωση, είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, έχει ικανοποιήσει ότι η εκδοχή του για το υπόλοιπο είναι ορθή. Στην υπόθεση Αντώνης Κόμπου ν. Universal Bank Ltd 1 ΑΑΔ 194
(2009), το Εφετείο απέρριψε το επιχείρημα του Εφεσείοντα ότι δεν αποδείχτηκε το τελικό οφειλόμενο ποσό με θετική μαρτυρία και επεξήγησε ότι η υπόθεση αυτή ως προς τα γεγονότα, διακρίνεται από το αποτέλεσμα στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Κύπρου Λτδ. Ν Coral Foods Ltd 1 ΑΑΔ 956
(2008)για τους ακόλουθους λόγους: «(α) διότι σ' εκείνην την υπόθεση, οι Ενάγοντες δεν επεξήγησαν συγκεκριμένες χρεώσεις στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν με βάση το άρθρο 5Α
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 ούτως ώστε η βαρύτητά τους, δεν κρίθηκε αρκετή να υποστηρίξει την απαίτηση, (β) διότι στην υπόθεση εκείνην είχε εφαρμογή ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/77 ως είχε τροποποιηθεί) που περιόριζε το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου στο 9% και (γ) διότι υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Στην παρούσα υπόθεση, ενώ ο μάρτυρας των Εφεσίβλητων αντεξετάστηκε για άλλα θέματα, δεν του ζητήθηκε να εξηγήσει τις καταχωρήσεις στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε». Ως προς το έγγραφο υλικό που έθεσε ενώπιον μου ο ΜΕ1 ο οποίος επιβεβαίωσε την ορθότητα του περιεχομένου των τραπεζικών εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον μου ως μαρτυρία, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 Συνεπώς, δόθηκε μαρτυρία από πρώην υπάλληλο της τράπεζας που έλεγξε την ορθότητα των εγγράφων και ήταν σε θέση να διαβεβαιώσει ότι τα έγγραφα αυτά ήταν μέρος των συνήθων βιβλίων που τηρούσε η τράπεζα και ότι οι καταχωρήσεις αυτές, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας και ότι τα έγγραφα αυτά, βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και αποδεικνύουν την υπογραφή και σύναψη των πιστωτικών διευκολύνσεων, τις παραβάσεις των όρων της σύμβασης και τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων και τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Παρουσίασε λεπτομερείς καταστάσεις λογαριασμού και το έπραξε με την κατάθεση σχετικών Τεκμηρίων στα οποία επισυνάφθηκαν οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που αφορούσαν καταχωρήσεις σε τραπεζικό βιβλίο στην έννοια του άρθρου 22 του εν λόγω νόμου. O μάρτυρας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο της μεταφοράς του αρχείου της Bank of Cyprus στην Ενάγουσα, λειτουργός της τράπεζας και μετέφερε προσωπικά στην Ενάγουσα όλα τα σχετικά έγγραφα της υπόθεσης που να αφορούν τις πιστωτικές διευκολύνσεις των Εναγομένων. Στη συνέχεια, υπολόγισε την αξίωση της Ενάγουσας και κατέθεσαν τις αναλυτικές καταστάσεις και αναδομημένες καταστάσεις και επεξήγησαν πλήρως, πώς προκύπτει η διαφορά σε σχέση με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό σε κάθε περίπτωση. Δεν υπήρχε ουσιαστική αμφισβήτηση των συναλλαγών που κατατέθηκαν στα Τεκμήρια 26 και 32 και δεν προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία ως προς τον υπολογισμό των τόκων ή των όποιων δικαιωμάτων που προέκυπταν από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Πολιτική έφεση 75/2013 ημερομηνίας 28/03) Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το τραπεζικό βιβλίο ήταν σύνηθες βιβλίο της τράπεζας και ότι οι καταχωρήσεις στο βιβλίο, μέχρι τη μεταφορά του αρχείου την 23/05/2019 γίνονταν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των τραπεζικών εργασιών. Επιβεβαίωσε τις καταστάσεις λογαριασμών προσωπικά ως ορθές υπό την ιδιότητα της ως λειτουργός που είχε τον χειρισμό των λογαριασμών. Δεν θα ήταν εφικτό να έχει κάποιος λειτουργός προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν τον λογαριασμό και σκοπός της τήρησης τραπεζικών βιβλίων, είναι απόδειξη εκ πρώτης όψεως των γεγονότων που περιέχονται στα βιβλία αυτά. Μετά την ημερομηνία ολοκλήρωσης της μεταφοράς του αυτούσιου αρχείου στην κατοχή της Ενάγουσας, δεν υπήρχε καμία επιπρόσθετη χρεοπίστωση του λογαριασμού, παρά μόνο η χρέωση του τόκου και είσπραξη του ποσού του εκπλειστηριάσματος. Δεν τίθεται επομένως, ζήτημα λάθους υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου Πολιτική Έφεση 398/2011 ημερομηνίας 12/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:A71, το Εφετείο ανέτρεψε πρωτόδικη κρίση βάσει της οποίας είχε απορριφθεί η απαίτηση της Εφεσείουσας για τον λόγο ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για το τι ακριβώς περιλάμβανε η ανάληψη και μεταφορά εργασιών από την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ στην Ενάγουσα. Ο Εφεσίβλητος έθεσε τη θέση, ότι εάν ακόμη ήθελε διαφανεί ότι μεταξύ της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ και του Εφεσίβλητου υπήρξε συμφωνία, με ποια στοιχεία οι Ενάγοντες θα νομιμοποιούνταν να εγείρουν την αγωγή εναντίον του και να αξιώνουν το οφειλόμενο προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ, μιας και δεν είχε αποδειχτεί ότι ο Εφεσίβλητος με οποιονδήποτε τρόπο, είτε προσωπικά, είτε μέσω του Κ. Χ., έδωσε οδηγίες στην Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ για αγορά μετοχών. Το Εφετείο επεξήγησε, ότι εφόσον το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως Τεκμήριο κατάσταση λογαριασμού ως αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου, αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει και στην αντιμετώπιση την οποίαν ο ίδιος ο νόμος περί τούτου προβλέπει. Ο περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ. 9, Άρθρο 22 προβλέπει: «Τραπεζικά βιβλία 22.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία, γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ' αυτό». Τέτοια μαρτυρία αποδεικνύει την υπόθεση της Ενάγουσας, εκτός και εάν ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων. Ομοίως στη δική μας την περίπτωση, εφόσον ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσκομιστεί, υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, η οποία εξεταζόμενη υπό το Τεκμήριο που δημιουργεί το Άρθρο 22 του Κεφ. 9 (άνω) και των υπόλοιπων Τεκμηρίων, είναι αρκετή για να αποδείξει την υπόθεση της Ενάγουσας στο αναγκαίο επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε φανεί ότι το συγκεκριμένο αρχείο έπαυσε να είναι τραπεζικό βιβλίο κατά την ημερομηνία της μεταφοράς εκ της μαρτυρίας του ΜΕ1 που υπήρξε πριν τη μεταφορά του αρχείου αρμόδιος τραπεζικός υπάλληλος και στη συνέχεια εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να δώσει μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας ως γνώστης όλων των γεγονότων, στην ελάχιστη των περιπτώσεων επρόκειτο για αρχείο επιχείρησης που τηρείτο σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  1. Ο ΜΕ1 ως λειτουργός της Ενάγουσας και στη συνέχεια της Ενάγουσας, επιβεβαίωσε ότι τα έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο αφορούν τον φάκελο της υπόθεσης που τηρείται από τους Ενάγοντες. Κατά συνέπεια, πρόκειται για έγγραφα που είναι μέρος αρχείου επιχείρησης που δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 έχει προβεί στην ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών, στις οποίες απαλείφονται ορισμένες από τις χρεώσεις που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Επίσης, οι χρεώσεις τόκου γίνονται με επιτόκια στη βάση του συμβατικού επιτοκίου, ως ίσχυε κάθε φορά, πλέον περιθώριο όπως διαμορφώθηκε με τις επιστολές της τράπεζας και ανακοινώσεις στον Ημερήσιο Τύπο. Από το ηλεκτρονικό σύστημα που διαθέτει η τράπεζα στα γραφεία της, εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού από το άνοιγμα εκάστου λογαριασμού μέχρι και τον τερματισμό του και αφού τις έλεγξε και τις συνέκρινε με τις καταχωρήσεις των καταστάσεων λογαριασμών που βρίσκονται στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων του ΜΕ1 όπως έχει ήδη αναφέρει, του ανατέθηκε από τους Ενάγοντες ο χειρισμός μαζί με άλλους συναδέλφους της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου και λόγω της προηγούμενης εργοδότησης από την τράπεζα, γνωρίζει ότι η τράπεζα καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο και ειδικότερα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, τραπεζικό βιβλίο στο οποίο φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της συμπεριλαμβανομένων και των λογαριασμών των Εναγομένων. Το εν λόγω αρχείο τηρείτο από την τράπεζα από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι και τον Μάιο του 2019, όπου ο λογαριασμός και το εν λόγω αρχείο μεταφέρθηκαν στους νυν Ενάγοντες. Στο εν λόγω αρχείο καταχωρούνταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας, όλες οι πράξεις που αφορούσαν στον επίδικο λογαριασμό που ανέφερε πιο πάνω. Το πιο πάνω αναφερόμενο αρχείο, τραπεζικό βιβλίο καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ευρίσκετο φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις της τράπεζας και ήταν υπό τον έλεγχο της τράπεζας οπότε και μεταφέρθηκε στους Ενάγοντες. Από τη μεταφορά του αρχείου μέχρι και σήμερα, το αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτηριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και είναι υπό τον έλεγχο τους. Από το εν λόγω αρχείο μετά από εντολή του παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού για τον α) τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧ679 και λογαριασμό δανείου με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ
  2. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου και/ή τραπεζικού βιβλίου το οποίο μεταφέρθηκε από την τράπεζα στους Ενάγοντες κατά ή περί την 29/05/
  3. Από το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρούν πλέον οι Ενάγοντες και στο οποίο έχουν μεταφερθεί πλήρως όλες οι συναλλαγές και πράξεις που σχετίζονται με τους επίδικους λογαριασμούς ως αυτές αναφέροντο στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας, κατόπιν εντολής του παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή που ανέφερε πιο πάνω, όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού, του τρεχούμενου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων. Οι εν λόγω καταστάσεις του λογαριασμού, συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Η τράπεζα κάθε εξαμηνία μέχρι και τον τερματισμό απέστελλε ταχυδρομικώς στην εταιρεία τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου χωρίς ποτέ η εταιρεία να αμφισβητήσει τις συναλλαγές που περιέχονται σε αυτές. Οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί ότι οι λογαριασμοί χρεώθηκαν με υπερχρεώσεις και αντικανονικές χρεώσεις από τους Ενάγοντες, απορρίπτονται καθότι στις αναλυτικές καταστάσεις που λάμβανε η πρωτοφειλέτιδα σημειώνονται οι διάφορες χρεώσεις που έγιναν σύμφωνα με το ύψος του επιτοκίου που αναγράφεται στα συμβόλαια που έχουν υπογραφεί, καθώς και τις μετέπειτα διαφοροποιήσεις ως οι κοινοποιήσεις των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους. Επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο αντίγραφο της ανακοίνωσης της Τράπεζας Κύπρου στον Τύπο ημερομηνίας 26/04/2013 και ως Τεκμήριο, αντίγραφο της ανακοίνωσης της Τράπεζας Κύπρου στον Τύπο ημερομηνίας 05/11/
  4. Κατά συνέπεια, κάθε γεγονός που σχετίζεται με τη συνομολόγηση των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων, τις εγγυήσεις και τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις που σχετίζονται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις, έχουν αποδειχθεί θετικά και δεν έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον μου που να θέτει σε αμφισβήτηση το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Ως προς τον ισχυρισμό, ότι το υπόλοιπο συνίσταται και είναι ως αποτέλεσμα παράνομου τοκισμού ή ανατοκισμού με αποτέλεσμα υπέρογκου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με το κεφάλαιο που παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους, παραπέμπω στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ 1 ΑΑΔ 479
(2009)στην οποίαν επισημάνθηκε ότι το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (N.14/60), επιτρέπει την επιδίκαση τόκου όπως προνοεί η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το προβλεπόμενο διά νόμου επιτόκιο. Το άρθρο 33
(1)του Νόμου 14/60 έχει τροποποιηθεί με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 60(Ι)/99), το άρθρο 3(δ) του οποίου καθορίζει την υποχρέωση σε πιστωτικά ιδρύματα να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές ετησίως. Με βάση τη θετική μαρτυρία που οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει στο Δικαστήριο, τα υπόλοιπα ως έχουν διαμορφωθεί, δεν έχουν υπερβεί τα πιο πάνω. Κανένα άλλο ζήτημα ουσίας δεν έχει εγερθεί στη βάση της δικογραφίας προς επίλυση. Από τα πραγματικά ευρήματα τα οποία διαπίστωσε το Δικαστήριο, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει όπως δανείσουν τα χρήματα στους Εναγόμενους με τους συγκεκριμένους όρους. Οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία, ότι οι Ενάγοντες δάνεισαν τα συγκεκριμένα ποσά στους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι συμβλήθηκαν όπως επιστρέψουν τα χρήματα που δανείστηκαν με συγκεκριμένους όρους. Υπήρχε σε ισχύ έγκυρη συμφωνία σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι είχαν παραβιάσει τα συμφωνηθέντα και καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά. Οι Ενάγοντες τερμάτισαν τις συμφωνίες με ειδοποίηση τερματισμού, η οποία αποστάλθηκε σε κάθε έναν από τους Εναγόμενους. Στο αγγλικό σύγγραμμα Chitty on Contracts A.C. Guest, Chitty on Contracts, Sweet & Maxwell, 23 edition 1968 Vol 2 par. 1101, επεξηγείται ότι ακόμη ένα άτοκο δάνειο δεν παύει να είναι συμφωνία, νοουμένου ότι ο οφειλέτης δώσει υπόσχεση ότι θα επιστρέψει τα χρήματα που του έχουν δοθεί. «A contract of loan of money is a contract whereby one person lends or agrees to lend money to another in consideration of a promise express or implied to repay the loan with or without interest." Με βάση τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν στην Ενάγουσα και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Α. Εναντίον των Εναγόμενων αρ.1, 2 και 3:- €135.981,19 πλέον τόκο 7.25% από 15/02/2023 επί ποσού €134.749,98 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές τον χρόνο στις 30/06 και 31/12 Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. (Υπ.)...... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.