Κυριάκου Κούσιου ν. Στέλιος Αρέστη, Αρ. Αγωγής: 2782/17, 15/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2782/17 Ημερομηνία: 15/11/2023 Μεταξύ: Κυριάκου Κούσιου, από τη Λευκωσία Ενάγοντας -και- Στέλιος Αρέστη, από τη Λευκωσία Εναγόμενος Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Ε. Κούσιου για Κούσιο Κορφιώτη Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κος Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδη & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας αξιώνει έναντι του Εναγόμενου, το ποσό των €250.000 πλέον τόκο 5% από τις 17/05/2016 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου. Η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, είναι ότι την 16/05/2011 στη Λευκωσία, ο Εναγόμενος υπέγραψε γραμμάτιο συνήθους τύπου προς όφελος του Ενάγοντα. Με βάση τους όρους του πιο πάνω εγγράφου, ο Εναγόμενος: Α) υποχρεούται να καταβάλει ολόκληρο το ποσό στον Ενάγοντα την 16/05/2016 Β) υποχρεούται στην πληρωμή τόκου προς 5% ετησίως επί παντός υπολοίπου που θα υφίσταται μετά την 16/05/2016 μέχρι πλήρους εξόφλησης Γ) σε περίπτωση αγωγής, υποχρεούται στην πληρωμή όλων των δικηγορικών και δικαστικών εξόδων. Παρά τις οχλήσεις του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε το ποσό των €250.000 πλέον τόκο από 17/05/2016 στον Ενάγοντα. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, έγινε παραδεκτή η συνομολόγηση του γραμματίου (Τεκμήριο 1) με υπογραφή του Εναγόμενου και δύο μαρτύρων της υπογραφής επί του γραμματίου. Η δικογραφημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου, είναι ότι το γραμμάτιο που υπέγραψε είναι άκυρο και παράνομο ως έγγραφο που παραβιάζει τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου
- Είναι θέση του Εναγόμενου, ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να προωθήσει την αγωγή επειδή η συμφωνία έγινε μεταξύ της Marasonia Ltd και του Εναγόμενου και το όνομα του Ενάγοντα δεν αναφέρεται πουθενά. Επίσης προβάλλει τον ακόλουθο δικογραφημένο ισχυρισμό: Το εν λόγω γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους είναι καταχρηστικό και/ή παράνομο αφού παραβιάστηκε η σχέση εμπιστοσύνης δικηγόρου-πελάτη, αφού ο Εναγόμενος απευθύνθηκε στον Ενάγοντα για νομική συμβουλή και ο Ενάγοντας εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, εμφάνισε τον Εναγόμενο να του οφείλει ποσά χωρίς ποτέ ο Ενάγοντας να του έχει προσφέρει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει όλους και έναν έκαστο ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, που περιέχονται στην έκθεση Υπεράσπισή του, κατά το μέτρο που αυτοί δεν συνάδουν και/ή δεν συμφωνούν και/ή είναι αντίθετοι με τους πιο κάτω ισχυρισμούς του Εναγομένου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Έδωσε μαρτυρία ο Ενάγοντας. Είναι δικηγόρος και επαλήθευσε τα ουσιώδη γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως. Επεξήγησε ότι την 17/05/2016 ο Εναγόμενος υπέγραψε γραπτή συμφωνία με την εταιρεία Marasonia Ltd η οποία του είχε πωλήσει το σύνολο των μετοχών που κατείχε στην εταιρεία Lansetico Ltd για το ποσό των €250.
- Ο Εναγόμενος προέβη στην πληρωμή του ποσού των €200 έναντι του συνολικού τιμήματος αγοράς των μετοχών και υπέγραψε το Τεκμήριο
- Η μεταβίβαση των 490 μετοχών που κατείχε η εταιρεία Lansetico Ltd στην εταιρεία Peaceland Estates Ltd, έγινε στο όνομα του Εναγόμενου την 17/05/
- Περαιτέρω, ο Ενάγοντας μεταβίβασε 10 μετοχές που κατείχε στην Peaceland Estates στον Εναγόμενο. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος υπέβαλε την παραίτηση του από τη θέση του Διευθυντή της εταιρείας Lansetico και εξουσιοδότησε τον Ενάγοντα να υπογράψει εκ μέρους της Lansetico τα αναγκαία έγγραφα για τη μεταβίβαση στο όνομα του τις 490 μετοχές που κατείχε η Lansetico στην Peaceland. Ο Εναγόμενος ποτέ δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι του χρέους. Τα όσα αναφέρει στην Υπεράσπιση ο Εναγόμενος περί της ακυρότητας του εγγράφου, είναι σκέψεις εκ των υστέρων. Ο Εναγόμενος είναι γνωστός του Ενάγοντα για αρκετά χρόνια. Όταν παρήλθε ο χρόνος πληρωμής του γραμματίου, είχε επαφές μαζί του με σκοπό την αποπληρωμή. Ο λόγος που ο μάρτυρας υπέγραψε το γραμμάτιο εκ μέρους της εταιρείας, είναι επειδή ήταν αξιωματικός της. Η συμφωνία ημερομηνίας 17/05/2011, Τεκμήριο 2, αφορά την αγορά μετοχών της εταιρείας Peaceland που κατείχε ένα ακίνητο αξίας στο Πισσούρι. Ο Εναγόμενος πλήρωσε€ 200 κατά την πώληση των μετοχών και όφειλε να πληρώσει το υπόλοιπο τίμημα για το οποίο ετοιμάστηκε το γραμμάτιο. Του δόθηκε χρόνος 5 ετών να πληρώσει το υπόλοιπο τίμημα για τις μετοχές και στην περίοδο αυτήν, δεν θα υπήρχε υπολογισμός τόκου επί του υπολοίπου. Εάν δεν πλήρωνε μέσα στην καθορισμένη προθεσμία από 16/05/2016 και μετά, θα όφειλε τόκο επί του υπολοίπου. Στη συνέχεια ετοιμάστηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα ώστε να επιτευχθεί η μεταβίβαση των μετοχών. Αναφορικά με την ιδιότητα του ΜΕ1 ως δικηγόρος, ανέφερε ότι ουδέποτε υπήρξε δικηγόρος του Εναγόμενου και ότι κατά τη συγκεκριμένη συναλλαγή, ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρείας Lansetico για τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία Peaceland. Κατά την άποψη του, η αξία των 490 μετοχών ήταν πολύ μεγαλύτερη των €250.
- Η συναλλαγή αυτή έγινε διότι υπήρχε εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο ως πρόσωπο υψηλής οικονομικής στάθμης. Σημασία έχει ότι κατέληξαν σε συμφωνία για την αγορά των μετοχών. Λυπάται που τα πράγματα έχουν φτάσει στο Δικαστήριο και πιστεύει ότι είναι οι άσχημες οικονομικές καταστάσεις του Εναγόμενου που οδήγησαν τον Εναγόμενο στο να παραλείψει να πληρώσει τη νόμιμη οφειλή. Δεν έδωσε καμία νομική συμβουλή στον Ενάγοντα, είχε τον δικό του δικηγόρο, τον Αλέκο Μαρκίδη. Δεν είναι σίγουρος για το πιο πάνω γεγονός. Το ανέφερε με επιφύλαξη, αλλά πιστεύει ότι ο Εναγόμενος πρέπει να υπέγραψε το γραμμάτιο μετά τη συμβουλή του δικηγόρου του. Οι δύο μάρτυρες του Τεκμηρίου 1, είναι και οι δύο ενήλικες και δεν έχουν στερηθεί των δικαιοπρακτικών τους δικαιωμάτων. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε, ότι το γραμμάτιο είχε επισυναφθεί στο πωλητήριο έγγραφο Τεκμήριο
- Είναι γεγονός, ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν ο πωλητής των μετοχών. Σημασία έχει ότι ο Εναγόμενος έπρεπε να καταβάλει τις €250.000 για να λάβει τις μετοχές. Η συνεννόηση των εταιρειών δεν είναι ζήτημα που αφορούσε τον Ενάγοντα. Η ύπαρξη των δύο εταιρειών, είχε αποφασιστεί κατόπιν συμβουλής του λογιστή‑ελεγκτή. Υπήρχαν δύο εταιρείες, η Holdings εταιρεία και μετά η ιδιοκτήτρια των μετοχών η Peaceland που ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Οι δύο εταιρείες, δεν είχαν άλλην περιουσία και ο μοναδικός λόγος ύπαρξης αυτών των εταιρειών, ήταν για να κατέχεται το ακίνητο μέσω της Peaceland όταν πωλήθηκε το ακίνητο. Τα έξοδα για τη συντήρηση μίας εταιρείας, τα διοικητικά έξοδα είναι περίπου €3.000 ετησίως. Σωστά αποφασίστηκε εν τέλει, να μην διατηρηθούν οι δύο εταιρείες διότι μετά την πάροδο 12 ετών από την ημερομηνία της συμφωνίας, θα υπήρχε ένα κόστος διαχείρισης τους πέραν των €707.
- Τα χρήματα που διοχετεύτηκαν για την αγορά του ακινήτου, φαίνονται πιστωμένα στους λογαριασμούς των εταιρειών. Υπάρχει μία διαδοχική πίστωση των λογαριασμών για να φαίνεται από πού προήλθαν τα κεφάλαια για την αγορά των ακινήτων. Πληρώθηκαν από τις εταιρείες αυτές, ένα ποσό πέραν των €900.
- Όταν πουλήθηκε το ακίνητο, δεν υπήρχε λόγος ύπαρξης των εταιρειών αφού πουλήθηκε το ακίνητο και υπογράφτηκε το γραμμάτιο. Διαλύθηκαν οι εταιρείες που δεν είχαν λόγο ύπαρξης. Η Peaceland ήταν ιδιοκτήτρια των μετοχών. Η εταιρεία Lanseticο κατείχε μετοχές της εταιρείας Marasonia και ακόμα μίας εταιρείας του γραφείου τους την KKLaw με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στο επίπεδο του τελικού ιδιοκτήτη της εταιρείας KKLaw η οποία είναι συμφερόντων του γραφείου του μάρτυρα. Συμφωνήθηκε να υπογραφτεί αυτό το γραμμάτιο για να μην υπάρχει λόγος διατήρησης των δύο εταιρειών. Σημασία είχε να πάρει ο πελάτης τις μετοχές της Peaceland και για να τις πάρει, θα έπρεπε να καταβάλει €250.000 μέσω του γραμματίου. Έγινε ο Εναγόμενος ιδιοκτήτης των μετοχών και ο Εναγόμενος πήγε και έδωσε εκείνο το κτήμα για να εξοφλήσει το χρέος του. Περαιτέρω, έκανε χρήση το ακίνητο για να πληρώσει υποθήκες για άλλα χρέη του στην Τράπεζα Κύπρου. Εκμεταλλεύτηκε εκείνο το κτήμα που ήταν πιο μεγάλης αξίας απ' όσα του κόστισε, όταν αγόρασε τις μετοχές για να ικανοποιήσει άλλες του ανάγκες και δεν είναι ορθό ότι τώρα αμφισβητεί την οφειλή των €250.
- Ουδέποτε αμφισβήτησε την εξουσιοδότηση του μάρτυρα να προβεί στην εν λόγω συναλλαγή. Ο μάρτυρας είχε την εξουσιοδότηση να υπογράψει. Τα έγγραφα έγιναν παραδεκτά, πέρασαν 12 χρόνια, μεταβιβάστηκαν οι μετοχές της Peaceland στον Ενάγοντα και κανένας δεν αμφισβήτησε τη συναλλαγή. Ο ίδιος ο Εναγόμενος, είχε αναφέρει ότι μίλησε με τον Μ. A. στην Ελβετία, τελικό δικαιούχο των μετοχών, σε τηλεφωνική σύσκεψη για να τον παρακαλέσει να αποσύρει την αγωγή. Σε αυτές τις συνομιλίες, ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η ιδιοκτησία των μετοχών στην Peaceland. Η βάση της αγωγής είναι ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου. Συμφώνησε ότι ο Μ. Α. ήταν ο τελικός δικαιούχος των συγκεκριμένων μετοχών της Peaceland. Ο Εναγόμενος είναι ένας επιχειρηματίας, είναι ένας άνθρωπος που είχε τεράστιες εμπειρίες σε όλα τα θέματα και έκανε πολλές δικαιοπραξίες. Έκανε συμφωνίες, σύναψε πολλά δάνεια και αποδέχτηκε και υπέγραψε το συγκεκριμένο γραμμάτιο συνήθους τύπου. Τα έγγραφα συντάχθηκαν από το δικό τους το γραφείο, διότι ο Εναγόμενος ήθελε να αγοράσει το ακίνητο και έπρεπε να γίνει μία συμφωνία. Θεωρεί ότι γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι έπρεπε να πληρώσει τις €250.000 και προσπαθεί τώρα να αποφύγει την πληρωμή. Δεν ενδιαφέρει ποιες είναι οι διευθετήσεις και η σχέση του με τις εταιρείες ή τον τελικό δικαιούχο των μετοχών ή γιατί υπογράφτηκε το γραμμάτιο στο όνομα του Ενάγοντα. Σημασία έχει ότι ο Εναγόμενος δέχτηκε την καταβολή των €250.000 για να κάνει τη συναλλαγή με τον συγκεκριμένο τρόπο. Για την Υπεράσπιση, έδωσε μαρτυρία μόνο ο Εναγόμενος. Η θέση που προέβαλε, είναι ότι ως ιδιοκτήτης ξενοδοχείου και εστιατορίων και έμπειρος επιχειρηματίας, ασχολείτο με την επένδυση σε ακίνητα στην Κύπρο και λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης επηρεάστηκε. Ανέφερε ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής στην εταιρεία Peaceland Estates. Έχει προβεί σε σύντομη ανάλυση του ιστορικού για τη συγγραφή του φερόμενου ως γραμματίου Τεκμήριο
- Όσον αφορά το αναφερόμενο από τον Ενάγοντα ακίνητο στο Πισσούρι της επαρχίας Λεμεσού, αληθεύει ότι μέσω πόρων του ιδίου και ενός γνωστού του επ' ονόματι Μ. Α. ο οποίος είναι κάτοικος Ελβετίας αγόρασαν εκείνο το ακίνητο για περίπου €4.000.000,00 περί το 2008 μέσω δανείου που έλαβαν από την Τράπεζα Κύπρου. Όρος του δανείου ήταν να καταβάλουν €200.000,00 κάθε 4 μήνες στην τράπεζα, πράγμα το οποίο τήρησαν 2-3 φορές μόνο εφόσον εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, όπως ανέφερε ο Ενάγοντας, αδυνατούσαν να συνεχίσουν να το πράττουν ως Peaceland. Συνέχισε και πλήρωσε 3-4 δόσεις από προσωπικούς του πόρους. Επιπλέον, η αξία του ακινήτου είχε μειωθεί δραστικά, στο σημείο που ενώ υπερκάλυπτε προηγουμένως το δάνειο που είχαν λάβει, έφτασε εν τέλει να αποκτηθεί από την τράπεζα σχεδόν στον ¼ της αξίας που το αγόρασαν. Αυτό έγινε περί το
- Όταν είχαν αγοράσει αρχικά το ακίνητο, ο Μ. Α. ήταν δικός του γνωστός. Τον σύστησε φιλικό πρόσωπο που ήταν τραπεζίτης στον Ενάγοντα. Ο ίδιος και ο Μ. Α. ήταν οι δικαιούχοι της εταιρείας Peaceland τότε. Καθότι χρειάζονταν δικηγόρο τότε για ορισμένες πράξεις, ένας τραπεζίτης τον σύστησε στον Ενάγοντα, ο οποίος θα παρείχε ορισμένες υπηρεσίες προς τον Μ. Α. Επανερχόμενος στα του Τεκμηρίου 1, το 2011 ήδη η οικονομική του κατάσταση είχε επιδεινωθεί, ενώ δεν μπορούσαν πλέον να πληρώνουν τη δόση τους προς την τράπεζα για το δάνειο που σχετιζόταν με την αγορά στο Πισσούρι. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν να μεταβεί στην Ελβετία με τον τραπεζίτη για να δουν τον κ. Μ. Α. έτσι ώστε να εξετάσουν τι θα έκαναν. Ο κ. Μ. Α. τους δήλωσε ότι αδυνατούσε να πληρώσει προς την τράπεζα οτιδήποτε τότε λόγω δικών του οικονομικών θεμάτων και έτσι συμφώνησαν προφορικά να αναλάβει ο ίδιος το χρέος, μαζί με την Peaceland που ήταν η εταιρεία που είχε στο όνομα της το ακίνητο. Τόνισε στον ίδιο, ότι σκοπός του ήταν να προσπαθήσει να πουλήσει το ακίνητο για να εξοφλήσει το χρέος, ενώ οποιοδήποτε τυχόν πλεόνασμα θα μοιράζετο μεταξύ τους εφόσον το εκτιμούσε για την εμπιστοσύνη που είχε δείξει στον ίδιο, παρά το ότι ο ίδιος δεν του είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Όταν επανήλθε στην Κύπρο, ο Ενάγοντας τον κάλεσε για την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 και του Τεκμηρίου
- Λέγοντας του ότι θα ήταν ορθότερο να γίνει αυτό, έστω για τυπικούς λόγους, έτσι ώστε ο κ. Μ. Α. να κατέχει κάποιαν εξασφάλιση για την κατ' ουσία πώληση των μετοχών του που δικαιούτο στην εταιρεία Peaceland. Τον ρώτησε πόσο χρόνο χρειαζόταν για την πώληση του ακινήτου και του απάντησε ότι θεωρούσε μίαν πενταετία ως καλή χρονική περίοδο με την ελπίδα ότι η οικονομία της Κύπρου και οι τιμές των ακινήτων θα ανέκαμπταν. Ως εκ τούτου, τον εμπιστεύτηκε και υπέγραψε τα Τεκμήρια 1 και 2, ως επίσης και τα Τεκμήρια 3, 4, 5, και 6 τα οποία ήταν σχετικά με αυτά. Για την εταιρεία Marasonia Ltd και Lansetico Ltd όλα τα έγγραφα υπογράφτηκαν από τον Ενάγοντα ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να το πράξει τούτο. Στο Τεκμήριο 1 δεν αναφέρεται αντιπαροχή και τούτο ήταν διότι ο Ενάγοντας ουδέποτε του δάνεισε οποιοδήποτε ποσό, κάτι το οποίο ανέφερε και στην Υπεράσπισή του. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 1 είναι στην πραγματικότητα το παράρτημα Α της συμφωνίας που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Επισυνάπτεται αντίγραφο του φερόμενου ως γραμματίου ως Τεκμήριο, το οποίο αναγράφει ξεκάθαρα πάνω δεξιά ''Παράρτημα Α'' και φέρει τις μονογραφές του Ενάγοντα και του ιδίου κάτω από το όνομα του. Εξάλλου το ίδιο το Τεκμήριο 2, αναφέρει στην παράγραφο 4(iii) την ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου που φέρεται ως ''γραμμάτιο'', το οποίο ο Ενάγοντας αναγνώρισε ότι δόθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας Τεκμήριο
- Επομένως, ο Ενάγοντας ουδέποτε έδωσε οποιανδήποτε αντιπαροχή προς τον ίδιο για να υπογράψει το Τεκμήριο 1, το οποίο απλά υπέγραψε τυφλά δείχνοντας εμπιστοσύνη στον Ενάγοντα ως δικηγόρος που ήταν και το οποίο του είπε ότι του το είχε ζητήσει ο Μ. Α. Συνεπώς, ο ίδιος κανένα ποσό δεν οφείλει στον Ενάγοντα και η συνάντηση που είχε μαζί του στις 20/09/2023 ήταν για να προσπαθήσει να τον πείσει να αποσύρει την παρούσα αγωγή, εφόσον ο ίδιος ουδέποτε του δάνεισε οποιαδήποτε χρήματα. Επίσης έγινε παραδεκτό γεγονός, ότι ο Εναγόμενος είναι διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας Χαβούζα Λτδ. Επανέλαβε ότι ουδέποτε έλαβε χρηματικό ποσό από τον Ενάγοντα. Επίσης ανέφερε ότι για την υπογραφή των Τεκμηρίων 1 και 2, δεν έλαβε καμία συμβουλή από άλλον δικηγόρο. Ο Ενάγοντας ετοίμασε τα έγγραφα, του τηλεφώνησε μίαν ημέρα και του είπε "να υπογράψουμε αυτά τα έγγραφα για να γίνει η μεταβίβαση των μετοχών". Του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, ήταν ο μοναδικός δικηγόρος που χειριζόταν την εταιρεία αυτήν για τον Μ. A. Τον Μ. A. τον γνώρισε μέσω ενός φίλου του τραπεζίτη με τον οποίον ήταν συνέταιρος μαζί του σε ένα ακίνητο στο Πισσούρι. Ο τραπεζίτης ήξερε τον Ενάγοντα και ο Μ. Α. έβαλε τον Ενάγοντα δικηγόρο για να χειρίζεται τις υποθέσεις του στην Κύπρο. Μαζί με τον Μ. A. είχαν κάνει ένα δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου. Πλήρωσαν 2‑3 δόσεις και η δόση ήταν €200.000 κάθε τετράμηνο. Σε κάποια φάση, ο Μ. Α. δεν μπορούσε να στείλει λεφτά για να πληρώνεται το δάνειο και μετά από αρκετά τηλεφωνήματα, πήγε εκείνος μαζί με τον τραπεζίτη στην Ελβετία και τον συνάντησαν. Στην Ελβετία τους είπε ότι ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και δεν μπορούσε να πληρώνει το συγκεκριμένο δάνειο. Συμφώνησε ότι ο Ενάγοντας παρείχε υπηρεσίες στον Μ. A. ώστε να πραγματοποιηθεί η συναλλαγή για τη μεταβίβαση των μετοχών. Επίσης συμφώνησε ότι τις μετοχές τις έλαβε και μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι του. Τη συγκεκριμένη περίοδο, το δάνειο ήταν περισσότερο από την αξία των ακινήτων, γι' αυτό αποχώρησε ο Μ. A. από μέσα. Όταν ήρθε πίσω στην Κύπρο μετά από την Ελβετία, ο Ενάγοντας πήγε πίσω στο γραφείο του Ενάγοντα και αυτός του είχε πει "είναι καλύτερα ξέρεις, να βάλουμε ένα ποσό, αν και εφόσον αφού είπε του Μ. A. ότι αν θα το πουλήσεις, θα το πουλήσεις το ακίνητο και θα κερδίσεις με την πράξη αυτήν. Να του δώσουμε και ένα ποσό για να νιώθει και εκείνος OK". Ο Εναγόμενος δέχτηκε να υπογράψει ορισμένα έγγραφα με την προϋπόθεση ότι σε 5 χρόνια, θα ανάκαμπτε η αγορά των ακινήτων. Δηλαδή ο Εναγόμενος θα πουλούσε το ακίνητο, θα εξοφλούσε την τράπεζα και θα έμενε κάποιο κέρδος και θα έπαιρνε ο Μ. A. τις €250.
- Υπέγραψε το γραμμάτιο για να νιώθει ο Μ. A. εντάξει. Είχε πάει στην Ελβετία και ο Μ. Α. ήταν διατεθειμένος να του δώσει τις μετοχές χωρίς κανένα αντάλλαγμα επειδή ήταν καλός άνθρωπος και είχαν καλή συνεργασία. Απλά είχε μπλέξει οικονομικά και δεν μπορούσε να συνεχίσει να πληρώνει για το συγκεκριμένο ακίνητο, που τη δεδομένη στιγμή ήταν σε τιμή χαμηλότερη από τον δανεισμό. Συμφώνησε ότι είχε διάφορους νομικούς συμβούλους κατά καιρούς, ενόψει της δραστηριότητας του με ακίνητο, από το 1985 μέχρι το
- Όταν τον πήρε ο Ενάγοντας μετά που ήρθε η ώρα της πληρωμής του γραμματίου, ανέφερε του Ενάγοντα ότι έφαγε την τριπλάσια, τετραπλάσια ζημιά για το συγκεκριμένο ακίνητο, διότι συνέχισε και πλήρωσε ακόμα 3‑4 δόσεις. Επίσης έβαλε επιπρόσθετη εξασφάλιση την επιχείρηση τους στη Λαϊκή Γειτονιά και το ξενοδοχείο του που τα πήρε η τράπεζα όλα λόγω αυτού του ακινήτου. Απέρριψε τη θέση ότι συμβουλεύτηκε οποιονδήποτε νομικό, διότι τα έγγραφα ετοιμάστηκαν αυθημερόν και ο Ενάγοντας του τηλεφώνησε και του είπε να έρθει να υπογράψει. Οι μάρτυρες που είναι πάνω στο γραμμάτιο, είναι υπάλληλοι του γραφείου του Ενάγοντα. Ανέφερε ότι εξαναγκάστηκε και ξεγελάστηκε για να το υπογράψει. Δεν θεωρούσε ότι μετά την πάροδο τόσων χρόνων, ο Ενάγοντας ξέροντας ότι το συγκεκριμένο ακίνητο το πήρε η τράπεζα, θα το διεκδικούσε το ποσό. Αν υπήρχε έστω μία οφειλή, αυτή θα ήταν προς τον Μ. A. και όχι στον Ενάγοντα που δεν είχε καμία οφειλή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Σχεδόν όλα τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα. Το λεκτικό του Τεκμηρίου 1 μιλά από μόνο του. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει υπογραφή δύο μαρτύρων στο γραμμάτιο και ότι το γραμμάτιο δόθηκε με αντάλλαγμα τις μετοχές της εταιρείας Peaceland σε αριθμό 490 που ανήκαν σε τρίτο πρόσωπο και που η συγκεκριμένη εταιρεία ήταν ιδιοκτήτρια ακινήτου που ο Εναγόμενος ανέφερε στη μαρτυρία του, ότι αγοράστηκε για το ποσό των €4.000.000 το 2008 μέσω δανείου που έλαβε με το τρίτο πρόσωπο από την Τράπεζα Κύπρου. Επίσης δεν αμφισβητείται, ότι το Τεκμήριο 1 συνοδευόταν από το Τεκμήριο 2, καθότι γίνεται ειδική και ρητή πρόνοια στο Τεκμήριο 2, ότι θα γινόταν υπογραφή του γραμματίου ως όρος για την εκτέλεση της συμφωνίας, για την πώληση και τη μεταβίβαση των μετοχών. Επίσης μη αμφισβητούμενο γεγονός, είναι ότι αυτές οι μετοχές πράγματι μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι του Εναγόμενου και ότι η εταιρεία που αφορούσε τις μετοχές, ήταν ιδιοκτήτρια ακινήτου στο Πισσούρι. Επίσης άλλο μη αμφισβητούμενο γεγονός, είναι ότι κατά τη σύναψη των Τεκμηρίων 1 και 2 και τη συναλλαγή, ο Ενάγοντας ενεργούσε ως νομικός σύμβουλος και αντιπρόσωπος του τελικού δικαιούχου και πρόσωπο που είχε όφελος από την ιδιοκτησία των μετοχών. Εκείνο που αμφισβήτησε ο Εναγόμενος, είναι την υποχρέωση του να πληρώσει τις €250.000 διότι ήταν θέση του, κατά πρώτο λόγο ότι το χρέος αυτό δεν οφείλεται στον Ενάγοντα και κατά δεύτερο λόγο, ότι δεν υπήρχε πραγματική υποχρέωση του να πληρώσει το χρέος. Ήταν θέση του, ότι η πληρωμή του χρέους τελούσε υπό την αίρεση να βελτιωθούν οι οικονομικές συνθήκες της αγοράς, να πουλήσει το επίδικο ακίνητο για κέρδος. Μόνο σε τέτοιαν περίπτωση, θα είχε την υποχρέωση να πληρώσει τις €250.000 στον τελικό δικαιούχο και πρόσωπο που είχε όφελος από τις μετοχές. Επί των πάνω επίδικων θεμάτων, οι δύο μάρτυρες προέβαλαν αντίθετες εκδοχές. Συνεπώς, η εκδοχή τους ως προς τα γεγονότα και η θέση τους γενικότερα σε σχέση με αυτά τα δύο τα ζητήματα, ήταν καθοριστική για να σχηματίσω μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Η εκδοχή ότι ο Ενάγοντας ήταν συνεπής με τα ουσιώδη γεγονότα που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Όλα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο, ως προς την εξουσιοδότηση του και ως προς τα γεγονότα, υποστηρίζεται από το έγγραφο υλικό που κατέθεσε και έχει τεθεί ενώπιον μου. Εξάλλου είναι μη αμφισβητούμενο γεγονός, ότι ο Ενάγοντας ήταν δικηγόρος του Μ. A. και ότι γνώριζε ο Εναγόμενος ότι τη δεδομένη στιγμή, ενεργούσε ως δικηγόρος και αντιπρόσωπος του Μ. A. Ο Εναγόμενος ήταν ενήμερος για το τι επρόκειτο να γίνει, διότι είχε αναφέρει ότι επισκέφθηκε τον Μ. A. στην Ελβετία και έτσι το καθετί που καταγράφεται στο Τεκμήριο 2 ως προς τις εταιρείες ποιος κατείχε τις μετοχές, και το ότι το ακίνητο το είχαν αποκτήσει με δάνειο της Τράπεζας Κύπρου, ήταν γεγονότα που τα γνώριζε ο Εναγόμενος και έτσι δεν είναι δυνατό να μην γνώριζε ότι τα Τεκμήρια 1 και 2, είχαν συναφθεί από τον Ενάγοντα για την προστασία των δικαιωμάτων του πελάτη του που ήταν στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αυτών που καταγράφονται ρητώς στο Τεκμήριο 1 και το Τεκμήριο
- Το νόμιμο αντάλλαγμα ήταν οι 490 μετοχές, για τις οποίες ο Εναγόμενος 2 έδωσε €200 ευρώ με την υπογραφή της συμφωνίας και για τα υπόλοιπα χρήματα του τιμήματος που είχε συμφωνηθεί να πληρωθούν με τον τρόπο που καταγράφεται στο Τεκμήριο
- Εξάλλου τα όσα ανέφερε, επιβεβαιώνονται και από το γεγονός της μετέπειτα μεταβίβασης των μετόχων στο όνομα του Εναγόμενου. Οι πράξεις του Ενάγοντα ήταν καθαρές επί της συναλλαγής και ο μάρτυρας όταν του υποβλήθηκαν ερωτήσεις κατά την αντεξέταση εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών της Υπεράσπισης ήταν αυθόρμητος και δεν είχε κανένα πρόβλημα να αναφερθεί σε κάθε λεπτομέρεια της συγκεκριμένης συναλλαγής και τους λόγους που έγινε και γιατί έπρεπε να υπογραφτεί το Τεκμήριο 1 τη δεδομένη στιγμή. Ανεπιφύλακτα θεωρείται αξιόπιστος μάρτυρας. Σε αντίθεση με αυτόν, δεν θεωρώ ότι ο Εναγόμενος ήταν ειλικρινής με το Δικαστήριο. Η θέση ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 και το Τεκμήριο 1 θα εκτελείτο από εκείνον υπό την αίρεση μόνο κερδοφορίας του ακινήτου, δεν είναι πιστευτό. Εφόσον η θέση του ήταν ότι ο Μ. A. θα τους μεταβίβαζε τις μετοχές χωρίς κανένα αντάλλαγμα εξαιτίας της κακής του οικονομικής κατάστασης, προς τι να δεχόταν να υπέγραφε το Τεκμήριο 2 το οποίο κάνει ρητή αναφορά σε γραμμάτιο συνήθους τύπου με λεκτικό ολοκάθαρο ως προς το νόημα του και τις υποχρεώσεις του; Σίγουρα υπήρχαν πιο εύκολοι τρόποι για να αναλάβει εξ' ολόκληρου ο Εναγόμενος το δάνειο και να έχει την κυριότητα του οικοπέδου με τον συγκεκριμένο τρόπο. Το συμπέρασμα, είναι ότι το ταξίδι του στην Ελβετία έγινε για να συνεννοηθεί με τον Μ. A. και ότι η συγκεκριμένη πράξη ήταν μία επιχειρηματική πράξη. Ούτε θα αναλάμβανε τέτοιου είδους υποχρέωση και να συνέχιζε να πληρώνει τις δόσεις του δανείου αν θεωρούσε ότι το ακίνητο για το οποίο ο ίδιος ανέφερε, είχε γίνει δάνειο €4.000.000 δεν άξιζε κάτι περισσότερο από αυτό για το οποίο πλήρωσε. Ενήργησε ως επιχειρηματίας και φαίνεται ότι οι επιδιώξεις του σε σχέση με το ακίνητο δεν πραγματοποιήθηκαν με αποτέλεσμα να επιχειρεί εκ των υστέρων να βρει πρόφαση για να αποφύγει την υποχρέωση που ανέλαβε όταν υπέγραψε το Τεκμήριο
- Επίσης δεν γίνεται πιστευτό, ότι θεωρούσε τον Ενάγοντα νομικό του σύμβουλο εφόσον η θέση του, ήταν ότι επισκέφθηκε τον Μ. A. στην Ελβετία για να γίνει αυτή η συναλλαγή και γνώριζε ότι ο Ενάγοντας ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του Μ. A. Υπό τέτοιες συνθήκες, δεν είναι δυνατό να θεωρούσε ότι ο Ενάγοντας τη δεδομένη στιγμή ενεργούσε ως δικός του νομικός εκπρόσωπος. Εξάλλου ο ίδιος παραδέχεται ότι η εν λόγω συναλλαγή έγινε "για να καθησυχαστεί και για να γίνει πιο υποφερτή η πράξη για τον Μ. A.", επομένως, δεν μπορεί να θεωρούσε ότι τη δεδομένη στιγμή ο Ενάγοντας ενεργούσε ως νομικός του σύμβουλος. Επίσης διαφαίνεται ότι για να προχωρήσει μετά την υπογραφή να αναλάβει να πληρώνει το δάνειο για την απόκτηση του ακινήτου και μάλιστα ως ανέφερε, για να δώσει κι άλλες εξασφαλίσεις για το συγκεκριμένο ακίνητο, σημαίνει ότι θεωρούσε τη συγκεκριμένη συναλλαγή συμφέρουσα για τον ίδιο με αποτέλεσμα να υπογράψει το Τεκμήριο 1 το οποίο ως προς το λεκτικό του δεν αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παρερμήνευσης του νοήματος του λεκτικού του ότι είχε υποχρέωση δηλαδή, να πληρώσει €250.000 τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο Μ. A. είχε και εκείνος με τη σειρά του, καταβάλει δόσεις έναντι του δανείου. Επομένως δεν γίνεται πιστευτό ότι θα δεχόταν να έχανε το κάθε του δικαίωμα επί του συγκεκριμένου ακινήτου ή να δεχτεί να χάσει χρήματα τα οποία ο ίδιος είχε πληρώσει ως δόσεις δανείου για την απόκτηση του ακινήτου ως εισηγήθηκε ο Εναγόμενος, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Εάν ήταν απλά ένας καλός άνθρωπος που ήθελε τον Εναγόμενο να του κάνει μία χάρη, δεν θα είχε την ανάγκη να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του Ενάγοντα για να συνταχθεί το Τεκμήριο 2 και το Τεκμήριο
- Θα ήταν πάρα πολύ ευτυχισμένος να υπογράψει οτιδήποτε του ζητούσε ο Εναγόμενος προκειμένου να ξεφορτωθεί τις μετοχές. Συνεπώς η θέση που προέβαλε ο Εναγόμενος στο Δικαστήριο, κρίνω ότι ήταν σκέψεις εκ των υστέρων και μία ύστατη προσπάθεια του για να αποφύγει τις συμβατικές του δεσμεύσεις και κρίνεται αναξιόπιστος. Συνεπώς, η αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα, είναι η πραγματική βάση για την εξέταση και την επίλυση των επίδικων θεμάτων στην αγωγή. Το Τεκμήριο 1 υπογράφτηκε ως αντάλλαγμα για την αγορά και μεταβίβαση των μετοχών και ο Εναγόμενος αναγνώρισε με την υπογραφή του, ότι το τίμημα για την απόκτηση των μετοχών ήταν €200 και η πληρωμή του ποσού των €250.000 σε χρόνο και με τρόπο που αναγράφεται στο Τεκμήριο
- ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Μόνο δύο θέματα εγείρονται από τη δικογραφημένη Υπεράσπιση. Το πρώτο θέμα, είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας έχει έννομο συμφέρον στη συγκεκριμένη αξίωση. Είναι δεδομένο ότι ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν ιδιοκτήτης των μετοχών. Ιδιοκτήτης των μετοχών ήταν μία εταιρεία που είχε σχέση με τον τελικό δικαιούχο. Ο Ενάγοντας ήταν εκπρόσωπος του Μ.Α. που είχε όφελος από τις μετοχές. Ο Ενάγοντας τη δεδομένη στιγμή ενεργούσε ως σύμβουλος του Μ. Α. και ήταν αντιπρόσωπος του κατά τη σύναψη της συναλλαγής, εξουσιοδοτημένος να ετοιμάσει τα Τεκμήρια 1 και
- Ενεργούσε προς όφελος του ως αντιπρόσωπος του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι ο Ενάγοντας είναι το πρόσωπο που υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας το Τεκμήριο 4, βάσει του οποίου επιτεύχθηκε η μεταβίβαση των μετοχών. Ο όρος 4(iii)Ι του Τεκμηρίου 2, παραπέμπει ρητώς στην υπογραφή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή χρεωστικού ομολόγου για το ποσό των €250.000 που επισυνάπτεται στη συμφωνία ως παράρτημα A. Επομένως, ο Ενάγοντας ενεργούσε εκ μέρους του A συμβαλλόμενου μέρους που ήταν δικαιούχος και εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μετοχών της κυπριακής εταιρείας Lansetico Ltd που ήταν εταιρεία που ήταν δικαιούχος και εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 490 μετοχών της εταιρείας Peaceland Estates που ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο Πισσούρι. Το περιουσιακό στοιχείο δόθηκε από τον δικαιούχο στον αντιπρόσωπο για να πραγματοποιηθεί η πώληση των μετοχών και σε σχέση με όλο το φάσμα της συναλλαγής, ο αντιπρόσωπος ενήργησε ως δικαιούχος (principal). Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Ενάγοντας εμφανίζεται ως πιστωτής του Εναγόμενου στο Τεκμήριο
- Είναι καλά νομολογημένο, ότι αν ο δικαιούχος ή ο ιδιοκτήτης πράγματος που έχει εξουσιοδοτήσει τον αντιπρόσωπο να συντάξει εκ μέρους του μία συμφωνία και ο αντιπρόσωπος ενεργεί αναλόγως παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως ο δικαιούχος, τότε ο ίδιος ο δικαιούχος με την άδεια που έχει δώσει στον αντιπρόσωπο του για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, είναι έναντι του τρίτου προσώπου, υπόχρεος να αναλάβει όλες τις δεσμεύσεις που προκύπτουν από την εν λόγω συμφωνία. (Βλ. πιο κάτω Montagu v. Forwood Bowen [1893]2 Q.B.
- I am entirely of the same opinion. I understand that the set-off claimed by the defendants will exhaust the whole amount which they have received. I understand also that the notice by the plaintiffs to the defendants, not to part with the money to any one but the plaintiffs, did not reach the defendants until after they had received the money which they had been employed to collect. There was nothing which gave the defendants notice that Beyts & Craig were only agents, or which ought to have put the defendants upon inquiry. The defendants had a right to believe, and it is found as a fact that they did believe, that Beyts & Craig were acting in the matter as principals, and as soon as the defendants had received the money their right to set-off against Beyts & Craig accrued, and the plaintiffs cannot now deprive them of that right. Είναι κοινή λογική και αυτό αποδεικνύεται από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι ο Ενάγοντας κατά τη δεδομένη στιγμή ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του Μ. A. και δικαιούχος εν σχέσει με τη συναλλαγή, ο οποίος ήταν στο εξωτερικό σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της υπόθεσης και ότι αυτός ήταν ο λόγος που υποχρεωτικά διενεργήθηκε η συναλλαγή, διότι θα έπρεπε να μεταβιβαστούν οι μετοχές στο όνομα του Εναγόμενου. Υπό τις συνθήκες συνομολόγησης των Τεκμηρίων 1 και 2, ο Εναγόμενος είχε δικαίωμα να επιμένει στην ύπαρξη της συμφωνίας, ώστε να αποκτήσει τις μετοχές και δεν θα μπορούσε ο τελικός δικαιούχος των μετοχών της εταιρείας ή άλλο πρόσωπο που ήταν ιδιοκτήτης των μετοχών, να αρνηθεί να του τις μεταβιβάσει επειδή η συγκεκριμένη συναλλαγή είχε εξουσιοδοτηθεί από τον αντιπρόσωπο του ώστε να τον δεσμεύει. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Lloyds and Scottish Finance Ltd v. Williamson and Another [1965] 1 ALL ER 641 είναι σχετικό: In cases in which the true principal not only puts an agent in possession of the goods and the indicia of title, but also expressly authorizes him to sell as principal, the question whether the factor sold in the ordinary course of business can, in my judgment, be relevant only in so far as it throws light on the bona fides of the buyer. In the present case there is no suggestion against the defendant Mr. Lunt's bona fides, nor is it suggested that he ought to have suspected that Peerless were selling as agents. The transaction in question was one which Peerless, had they been principals, could properly have made. In these circumstances, the fact that the transaction between Peerless and the defendant Mr. Lunt was an unusual transaction and may not have been in the ordinary course of an agent's business is, in my view, irrelevant. The defendants are amply protected by the common law and no question arises under the Factors Acts which, whilst they codified and amplified the common law so far as it applied to mercantile agents, certainly did not derogate from it; see s 13 of the Factors Act,
- If the same authority as was given to Peerless had been given to a person who was not in business at all, the plaintiffs' case would not have been even apparently arguable. In such a case no question of the agent's ordinary course of business could have arisen, yet he would undoubtedly have passed a good title to anyone buying in good faith from him as the apparent owner of the motor car. Κατά συνέπεια, εφόσον η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με τη μεταβίβαση των μετοχών, δεν τίθεται ζήτημα εγκυρότητας της συναλλαγής που διενεργήθηκε από τον αντιπρόσωπο εκ μέρους του ιδιοκτήτη. Το γραμμάτιο καθορίζει ότι το ποσό οφείλεται στον Ενάγοντα και η όποια συμφωνία του Ενάγοντα με τον Μ. Α. δεν επηρεάζει τη συναλλαγή, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι ο Μ. Α. δεσμεύεται από τη συναλλαγή και ο Ενάγοντας είχε το δικαίωμα να διενεργήσει τη συναλλαγή. Ο Ενάγοντας είναι δεδομένο ότι ενεργούσε για τον Μ. Α., τη δεδομένη στιγμή και αυτό το γνώριζε ο Εναγόμενος για να αποκτήσει τις μετοχές. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας δεν ενεργούσε ως σύμβουλος του Εναγόμενου, αλλά του πελάτη του που τη δεδομένη στιγμή ήταν ο Μ. A. Ενόψει αυτού, δεν είχε θετική υποχρέωση να του δώσει νομική συμβουλή και έτσι στην απουσία θετικής και αξιόπιστης μαρτυρίας ότι η εν λόγω συναλλαγή ήταν απεχθής ή το προϊόν απάτης ή εξαναγκασμού ή αθέμιτης επιρροής, η συναλλαγή δεν ακυρώνεται επειδή ο Ενάγοντας απέτυχε να δώσει νομική συμβουλή στον Εναγόμενο. Όσον αφορά το Τεκμήριο 1 από το λεκτικό του και το σώμα του, προκύπτει ότι έχει όλα τα γνωρίσματα γραμματίου συνήθους τύπου με βάση το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφαλαίου
- Το Τεκμήριο 1 καθορίζει ρητώς τον ακριβή χρόνο αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού και αναφέρεται σε αυτό ότι υπάρχει υποχρέωση καταβολής του ποσού των €250.000 στις 16/05/
- Επίσης καταγράφεται ρητώς, ότι αυτό το ποσό οφείλεται στον Ενάγοντα "δυνάμει νόμιμης αιτίας και αντιπαροχής, την ύπαρξη των οποίων αναγνωρίζω". Το Τεκμήριο 1 είναι αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου 2 (ως παράρτημα Α), η αντιπαροχή, την ύπαρξη της οποίας ο Εναγόμενος αναγνωρίζει, είναι οι 490 μετοχές που αναφέρονται στο προοίμιο του Τεκμηρίου 2 για τις οποίες αναφέρεται στην παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 2 ότι οι €250.200 είναι το τίμημα για την αγορά και μεταβίβαση των μετοχών. Το έγγραφο αυτό περιέχει πρόνοια για τον χρόνο αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού και πρόνοια που να επιτάσσει την υποχρέωση αποπληρωμής του οφειλέτη και έτσι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78, ώστε το έγγραφο να θεωρείται γραμμάτιο συνήθους τύπου αμάχητο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Εκείνο που επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Χρηματοδοτήσεις Πάνθηρας Λτδ, 1 ΑΑΔ 733
(2000)σε σχέση με την αναγκαιότητα να καταγράφεται ο τρόπος και ο χρόνος της υποχρέωσης αποπληρωμής του χρέους, είναι ως ακολούθως: Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε τελικά ότι ο καθορισμός πληρωμής του χρέους με τρεις δόσεις δεν ενέτασσε το επίδικο έγγραφο σε κατηγορία άλλη απ' αυτήν του γραμματίου συνήθους τύπου, αφού και οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος ικανοποιούνταν. Το Δικαστήριο σχετικά, έκανε αναφορά στο σύγγραμμα Stroud' s Judicial Dictionary, Tόμος 2ος, 4η Έκδοση, σελ. 762, καθώς και στο Longman's Dictionary of Contemporary English, New Edition, σελ. 279. Η κρίση του ήταν η ακόλουθη: "Ο σκοπός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που υπάρχει η πρόνοια για πληρωμή του ποσού του γραμματίου σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένη χρονική μελλοντική στιγμή, είναι για να μην υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το τι ακριβώς καλείται ο χρεώστης να πληρώσει και πότε. Από τη στιγμή που η χρονική στιγμή πληρωμής καθορίζεται, δεν μπορεί να έχει σχέση το γεγονός ότι πληρώνεται σε δόσεις, ούτε καθιστά το ποσό αβέβαιο ή την υποχρέωση του χρεώστη μη συγκεκριμένη. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο καθορισμός πληρωμής του χρέους διά δόσεων, προκαλεί κάποιαν αβεβαιότητα στο ποσό, αλλά αυτό δεν μπορεί να ισχύσει, δεδομένου ότι το ποσό εξακολουθεί να είναι το ίδιο, απλώς επιμερίζεται η πληρωμή του σε δόσεις". Στην υπόθεση Λοΐζος Λοϊζίδης ν. Ανδρέα Τσιακλή 1 ΑΑΔ 1
(1997), το Εφετείο επεξήγησε σε ποιες περιπτώσεις μετατίθεται το βάρος απόδειξης από τον διάδικο που επικαλείται το γραμμάτιο να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- 'Η μετάθεση του βάρος απόδειξης από τον διάδικο που επικαλείται γραμμάτιο συνήθους τύπου στον διάδικο που προβάλλει ως Υπεράσπιση ένα ή περισσότερους από τους λόγους που προβλέπει το άρθρο 80 του νόμου, γίνεται αφού πρώτα αποδειχθεί ότι το λεκτικό του κειμένου και η κατάρτιση του εγγράφου, συνάδουν προς τα οριζόμενα από το άρθρο 78 του νόμου, στοιχεία και προϋποθέσεις. Η παράλειψη του Εφεσείοντα να αποδείξει τη σωστή κατάρτιση του επίδικου εγγράφου, αποτελεί από μόνη της λόγο για την αποτυχία της υπόθεσής του'. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι στην περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 78, τότε έχουν ως αποτέλεσμα αυτήν την εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ.
- Το άρθρο 80 προνοεί ότι το περιεχόμενο του γραμματίου, αποτελεί αδιαμφησβήτητη μαρτυρία για τα όσα αναφέρονται σ' αυτό. Συνεπώς πρέπει να λάβω ως δεδομένο, ότι υπήρχε αντάλλαγμα για τη σύναψη του γραμματίου προς όφελος του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Durmush v. Cevdet
(1975)2 JSC 244, λέχθηκε ότι μόνο στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78, δύναται να εξετάσει ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι δεν δόθηκε αντιπαροχή για τη σύναψη του γραμματίου. Εξέτασα προσεκτικά το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1Α και 2 για να αποφανθώ κατά πόσο πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 78 και κρίνω ότι είμαι ικανοποιημένη ώστε να θεωρηθεί ότι το Τεκμήριο 1, το οποίο είναι παράρτημα του Τεκμηρίου 2, είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου που το περιεχόμενο του να συνιστά αμάχητο Τεκμήριο των γεγονότων που αναφέρεται. Πρόκειται για έγγραφη υπόσχεση του Εναγόμενου στον Ενάγοντα ενώπιον δύο μαρτύρων εις την οποίαν έχει υποσχεθεί ότι θα πληρώσει συγκεκριμένο ποσό χρημάτων σε συγκεκριμένο χρόνο στον Ενάγοντα μαζί με τόκο καθορισμένο και εις το οποίο υπάρχει ρητή αναφορά και παραπομπή στην αντιπαροχή που έχει δοθεί για την υπόσχεση του Εναγόμενου να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό χρημάτων. Το Τεκμήριο 1, αναφέρεται σε νόμιμη αιτία και αντιπαροχή, την ύπαρξη της οποίας ο Εναγόμενος αναγνωρίζει και το έγγραφο αυτό είναι παράρτημα του Τεκμηρίου 2 εις το οποίο φαίνεται ότι η υπόσχεση του να πληρώσει τις €250.000, αφορούσαν την αξία 490 μετοχών της εταιρείας Peaceland Estates Ltd. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, πράγματι αυτές οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στο όνομα του Εναγόμενου και τις επωφελήθηκε για δικούς του σκοπούς. Είναι αναντίλεκτο επί παραδείγματι, ότι η εταιρεία αυτή κατείχε ένα ακίνητο στο Πισσούρι και ότι ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ότι έκανε χρήση εν τέλει αυτού του ακινήτου για να πληρώσει τα χρέη του. Στην υπόθεση Δημητρίου v. Δημητρίου Πολιτική Έφεση 181/2012 ημερομηνίας 21/12/2018, ο Εφεσίβλητος είχε αμφισβητήσει κατά πόσο έγγραφο που ισχυρίστηκε ο Εφεσείοντας συνιστούσε γραμμάτιο συνήθους τύπου ως οι πρόνοιες του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου. Ήταν θέση του ότι τα γραφόμενα στο γραμμάτιο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ήτοι ότι ο Ενάγοντας δεν πρόσφερε χρήματα ή παρέδωσε ψυγεία ως αναφερόταν στο έγγραφο γραμμάτιο συνήθους τύπου. Το Εφετείο διαφώνησε και αποφάνθηκε ότι αφ' ης στιγμής ο Εναγόμενος επωφελήθηκε μέρος της περιουσίας της εταιρείας έναντι της υπόσχεσης του να πληρώσει το χρέος που καταγραφόταν στο γραμμάτιο, το συγκεκριμένο έγγραφο θα έπρεπε να θεωρηθεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σε κάθε περίπτωση, ως εξήγησε το Εφετείο, ενόψει των ουσιωδών γεγονότων της απαίτησης είχε προκύψει ότι υπήρχε αντιπαροχή για το χρέος που είχε αναλάβει ο Εφεσίβλητος. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Εφετείο αποφάσισε ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια να δίνει οποιανδήποτε θεραπεία σε σχέση με αγώγιμο δικαίωμα που αποκαλυπτόταν από τα γεγονότα και μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπάγγελτα οποιανδήποτε άλλην αιτία αγωγής προέκυπτε από τα γεγονότα της απαίτησης. Επισήμαινε ότι στις περιπτώσεις όπου ένα έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 78, τότε θα τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80 το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «80. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή Υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη». Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε περιπτώσεις γραμματίων συνήθους τύπου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή και να εξετάσει την αντιπαροχή που αναγράφεται στα γραμμάτια. Στην υπόθεση Λεωνίδου κ. ά. ν. Σπυριδάκη 1 ΑΑΔ 1694
(2012), επαναβεβαιώθηκαν οι αρχές της νομολογίας: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ.149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το άρθρο 80 του Κεφ.149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες Υπερασπίσεις που επιτρέπονται, είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish 71) 1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ 90 1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ 001 Α.Α.Δ. 733.» (Βλ. Επίσης Κυριάκου ν. Αναστασίου 13) 1 ΑΑΔ 148, Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλας Παναγιωτίδου, Πολιτική Έφεση 257/2010, ημερομηνίας 01/03/2016, ECLI:CY:AD:2016:A129). Στην παρούσα περίπτωση, η αντιπαροχή που αναγνωρίζει ο Εναγόμενος, καταγράφεται ρητώς σε έγγραφο που συνοδεύει το γραμμάτιο και έτσι θεωρώ ότι το Τεκμήριο 1 πληροί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 και στην απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας, ότι το έγγραφο αυτό είχε συναφθεί υπό περιστάσεις εξαναγκασμού ή απάτης ως προνοεί το άρθρο 80, το περιεχόμενο του θα πρέπει να θεωρηθεί αμάχητο Τεκμήριο για τη σύναψη της οφειλής. Εναλλακτικά και σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα της απαίτησης που παραπέμπουν στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή χρεωστικών ομολόγων και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους έναντι νόμιμου ανταλλάγματος προς όφελος του Ενάγοντα για το συνολικό ποσό των €250.000, επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εξετάσει την απαίτηση ως μία απλή οφειλή χρέους και στη βάση των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία. Ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Αλέξανδρος Ευαγγέλου Camera House Ltd ν. Minerva Finance Investments Ltd 1 Α.Α.Δ 1734
(2004), παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιασδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα βάσει της έκθεσης απαίτησης. Είναι αναντίλεκτο γεγονός, ότι ο Εναγόμενος αγόρασε και απέκτησε τις 490 μετοχές. Ο ίδιος έχει παραδεχτεί ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποκτήθηκε με δάνειο των 4.000.000 και ότι ο τελικός δικαιούχος των 490 μετοχών είχε καταβάλει δόσεις έναντι του δανείου και προκύπτει ότι ο Ενάγοντας ενήργησε ως αντιπρόσωπος του για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του όσον αφορά τις 490 μετοχές. Ο Εναγόμενος ως έμπειρος επιχειρηματίας που έχει δηλώσει τον εαυτό του, απέκτησε τις μετοχές με συγκεκριμένο αντάλλαγμα. Επωφελήθηκε τις μετοχές, μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι του και χρησιμοποίησε το ακίνητο για τις δικές του τις ανάγκες. Το εάν τελικώς η συγκεκριμένη συναλλαγή δεν ήταν συμφέρουσα ως θα ήθελε ο Εναγόμενος, δεν είναι λόγος για να απαλλαγεί από τη δέσμευση που ανέλαβε με την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου
- Μία κακή επιχειρηματική επιλογή, ουδέποτε υπήρξε λόγος για κάποιον να απαλλαγεί των συμβατικών του υποχρεώσεων. Κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται ούτε στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου δεν είναι περίπτωση όπου ο Εναγόμενος άλλαξε γνώμη λίγες μέρες μετά την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου
- Θυμήθηκε όλα αυτά που ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο μόνο όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει τις υποχρεώσεις του και όχι προηγουμένως. Ο Εναγόμενος είναι έμπειρος επιχειρηματίας. Γνώριζε ότι εκείνο το οποίο υπέγραφε, ήταν γραμμάτιο καθότι επί της συμφωνίας Τεκμήριο 2, αναγράφεται ότι ο Εναγόμενος θα πρέπει να υπογράψει γραμμάτιο συνήθους προκειμένου να του δοθούν οι μετοχές που είχε αγοράσει. Η μαρτυρία ότι η υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 ήταν έναντι νόμιμης αιτίας και αντιπαροχής ήταν συντριπτική. Οι θέσεις του Εναγόμενου που αφορούν την ύπαρξη αντιπαροχής για την υπογραφή του στο έγγραφο, θα πρέπει να απορριφθούν. Η υπόσχεση του Εναγόμενου για την αποπληρωμή του χρέους σε καθορισμένο χρόνο, είναι η ουσιαστική πρόνοια που καθιστά το Τεκμήριο 1 γραμμάτιο συνήθους τύπου ώστε αυτό να είναι αυταπόδεικτο ως προς το περιεχόμενο του. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για συμβατική οφειλή που ανέλαβε ο Εναγόμενος 1 να αναλάβει έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και αντιπαροχής. Ως εκ τούτου, η απαίτηση εναντίον του έχει αποδειχθεί και εκδίδεται απόφαση: Α) για το ποσό των €250.000,00 δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους. Β) τόκο προς 5% ετησίως από 17/05/2016 επί ποσού €250.000,00 και/ή επί παντός υπολοίπου μέχρι εξοφλήσεως και/ή διαζευκτικά νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο