Κωνσταντίνος Νικολάου ν. Αντιγόνη Λιμνιώτη Ουλούπη, Αρ. Αγωγής: 4931/2016, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4931/2016 Μεταξύ: Κωνσταντίνος Νικολάου Ενάγοντας και Αντιγόνη Λιμνιώτη Ουλούπη Εναγόμενη Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Μούσκος Για Εναγόμενη: κος Φρ. Βαρκάρης ΑΠΟΦΑΣΗ Κατ' εφαρμογή του Κανονισμού 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους. Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγοντας αξιώνει διάταγμα για ειδική εκτέλεση σύμβασης πώλησης ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/[ ] τεμάχιο [ ] σχέδιο 1-2353-3935 τμήμα 30 στην οδό [ ] 29β στην Επαρχία Λευκωσίας, ενορία Παναγία (στο εξής «το ακίνητο») με ημερομηνία 05/05/2016. Αξιώνονται επίσης αποζημιώσεις για παραβίαση της εν λόγω σύμβασης. Μέσω της Έκθεσης Απαίτησης του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είχε συμβληθεί με την Εναγόμενη για την αγορά του ακινήτου ως περιγράφεται ανωτέρω. Ο Ενάγοντας παρόλο που κάλεσε την Εναγόμενη να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας αυτή αρνήθηκε να το πράξει. Η Εναγόμενη εισηγείται μέσω της Υπεράσπισης της ότι το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα πάσχει καθότι δεν καθορίζεται στην οπισθογράφηση του ακινήτου η αξία του. Επίσης απορρίπτει τις αξιώσεις του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το πωλητήριο έγγραφο που υπόγραψε ήταν εικονικό. Ουσιαστικά υπογράφηκε ως εγγύηση για δάνειο ποσού €10.000 που της δάνεισε ο Ενάγοντας. Ουδέποτε κατέβαλλε ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη το ποσό των €40.000 παρά μόνο το ποσό των €11.000 ως δάνειο. Η Εναγόμενη περί το Μάιο 2016 βρέθηκε σε δεινή οικονομική κατάσταση και λόγω της ανάγκης της εξαπατήθηκε από τον Ενάγοντα. Υπό καθεστώς απάτης, ψευδών παραστάσεων και ψυχικής πίεσης υπόγραψε το εν λόγω έγγραφο. Ουδέποτε είχε αποκαλύψει ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη τα πραγματικά του κίνητρα παρά μόνο τη διαβεβαίωνε ότι το πωλητήριο έγγραφο θα επενεργούσε ως εικονική εγγύηση για το δάνειο που θα της παραχωρούσε. Η Εναγόμενη ανταπαιτεί αναγνωριστική απόφαση ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 05/05/2016 είναι εικονικό, άκυρο και/ή ότι οφείλει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό των €8.800,00σ. ως υπόλοιπο δανείου. Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Για να αποδείξει τις αξιώσεις του ο Ενάγοντας κατάθεσε ο ίδιος (ΜΕ1) και ο κος Δημήτρης Νικολάου (ΜΕ2). Εκ μέρους της Εναγόμενης κατέθεσε μόνο η ίδια (ΜΥ1). Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και έγγραφη. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως Τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Συνοπτικά παρατίθενται τα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα[1]. Αναφέρω επίσης ότι προχώρησα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ έδιδαν τη μαρτυρία τους και έλαβα υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας, τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, στη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη τυχόν συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται αυτά κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη με τα όσα ανάφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά.[2] Ο ΜΕ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Α. Μαζί κατάθεσε και 3 Τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 1 κατάθεσε πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 05/05/2016 μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης για το ακίνητο που περιγράφεται ανωτέρω μαζί με απόδειξη κατάθεσης στο Κτηματολόγιο (στο εξής «ως το πωλητήριο έγγραφο») ιδίας ημερομηνίας. Ως Τεκμήριο 2 κατάθεσε επιστολή ημερομηνίας 09/07/2016 και ως Τεκμήριο 3 έντυπο από τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με τίτλο δήλωση μεταβίβασης ακινήτου. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα το Μάιο 2016 αγόρασε από την Εναγόμενη με το πωλητήριο έγγραφο το ακίνητο της. Ως αναφέρει με την υπογραφή της συμφωνίας έδωσε στην Εναγόμενη ως προκαταβολή το ποσό των €40.000 και τις υπόλοιπες €10.000 θα της έδινε με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Mε επιστολή μέσω του δικηγόρου του κάλεσε την Εναγόμενη να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο την 29/07/2016 για να γίνει η μεταβίβαση αλλά αυτή δεν προσήλθε. Είχε μαζί του το υπόλοιπο ποσό προς εξόφληση καθώς και τα έξοδα μεταβίβασης. Ανάφερε επίσης ότι έχει πάθει ζημιά από τη συγκεκριμένη υπόθεση και δη απώλεσε εισοδήματα πέραν των €45.000 τα οποία θα είχε εάν ενοικίαζε το ακίνητο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανάφερε ότι την Εναγόμενη του την έφερε κάποιος φίλος του Πάμπος γιατί είχε σκοπό να πουλήσει το ακίνητο της και ο ίδιος ενδιαφερόταν να αγοράσει ακινήτο. Ως ανάφερε έδωσε €40.000 μετρητά στην Εναγόμενη την 05/05/2016 στο χώρο στάθμευσης του Κτηματολογίου αλλά δε ζήτησε απόδειξη επειδή γράφτηκε ως είπε στην κόλλα του Κτηματολογίου ότι πήρε τα λεφτά και ότι αυτό πιστοποιήθηκε από τον πιστοποιών υπάλληλο. Σε ερώτηση ποιοι ήταν παρόντες όταν κατάθεσε το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο ο ΜΕ1 ανάφερε ότι παρόντες ήταν ο πιστοποιών υπάλληλος, η Εναγόμενη και ο Πάμπος που έφερε μαζί της. Σε υποβολή ότι το πωλητήριο έγγραφο ήταν εικονικό και έγινε ως εγγύηση για το δάνειο που είχε κάνει ο Ενάγοντας στην Εναγόμενη ο ΜΕ1 απάντησε εσύ το λες. Γενικά σε ερωτήσεις ή υποβολές που του έγιναν ότι ουδέποτε έδωσε στην Εναγόμενη €40.000 για πώληση ακινήτου αλλά ποσό €10.000 ως δάνειο απαντούσε το ίδιο. Η θέση της Εναγόμενης ως υποδείχθηκε στο ΜΕ1 ήταν ότι της έδωσε €10.000 ως δάνειο και επειδή τη λυπήθηκε της έδωσε ακόμα €1.000 και ότι το πωλητήριο έγγραφο υπογράφηκε ως εγγύηση για το δάνειο, θέσεις που αρνήθηκε ο ΜΕ1 χωρίς να επεκταθεί περαιτέρω στο ζήτημα. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε γενικές γραμμές θα έλεγα ότι δε μου έκανε καλή εντύπωση. Οι απαντήσεις του όσες δεν ήταν λακωνικές δεν ήταν ούτε πειστικές ούτε και φάνηκε ως εξηγώ κατωτέρω τα γεγονότα που παρουσίασε να βρίσκονται σε μια λογική αλληλουχία. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να μη παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1). Έδωσε την εντύπωση ότι ένιωθε σιγουριά για την κατοχή του πωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριου 1) και απόφυγε να επεκταθεί σε λεπτομέρειες σύναψης της συμφωνίας πώλησης που υπογράφηκε αλλά και τι προηγήθηκε της υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου παρόλο που αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη το γνήσιο του πωλητηρίου εγγράφου αλλά και οι προθέσεις των διαδίκων για την αγορά του ακινήτου και δη για τη σύναψη συμφωνίας πώλησης. Για παράδειγμα στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Α) αναφέρει απλώς ότι αγόρασε ένα ακίνητο από την Εναγόμενη τη 05/05/2016 ενώ γνώριζε ότι η Εναγόμενη έχει άλλη εκδοχή αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής αλλά και με το λόγο υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου. Ουδέποτε ανάφερε τι μπορεί να προηγήθηκε της υπογραφής της συμφωνίας, ή για τυχόν διαβουλεύσεις του με την Εναγόμενη προκειμένου να καταλήξουν στην υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου. Από τις απαντήσεις του αλλά και εν γένει από το σύνολο της μαρτυρίας του έχω την εντύπωση ότι δεν προηγήθηκαν μεταξύ των διαδίκων διαβουλεύσεις για την αγορά του ακινήτου. Επισημαίνω ότι κατά την αντεξέταση του παρουσίασε τον εαυτό του ως άτομο που ήθελε να αγοράσει ακίνητο, επειδή ως ανάφερε είχε επιπρόσθετα χρήματα για να επενδύσει. Η λογική επιτάσσει ότι ένα άτομο που ενδιαφέρεται να επενδύσει ένα σεβαστό ποσό και μάλιστα επιθυμεί να αγοράσει ακίνητο προβαίνει προηγουμένως σε έρευνα εντοπισμού ακινήτου και κατόπιν σε διαβουλεύσεις για την αγορά και διαπραγμάτευση των όρων της αγοραπωλησίας. Εν προκειμένω ως ανάφερε ο ΜΕ1 αυτό που έγινε είναι ότι ο φίλος του ο Πάμπος του έφερε την Εναγόμενη επειδή ήθελε να πουλήσει το ακίνητο της και πήγαν στο Κτηματολόγιο για να κάνουν την πράξη. Αυτό έγινε σύμφωνα με τη μαρτυρία του. Δεν αναφέρθηκε σε άλλες συναντήσεις εκτός από τη συνάντηση στο Κτηματολόγιο την 05/05/2016. Δεν ανάφερε δηλαδή εάν συναντήθηκε με την Εναγόμενη προηγουμένως δηλαδή πριν τη συνάντηση τους στο Κτηματολόγιο ή εάν πρόβηκαν σε διαβουλεύσεις για την αγορά. Ουσιαστικά αυτό που ανάφερε είναι ότι πήγαν Κτηματολόγιο και της έδωσε 40.000 ευρώ χωρίς απόδειξη στο χώρο στάθμευσης. Δημιουργείται το εύλογο ερώτημα ποιος δίνει σε κάποιον που μόλις γνωρίζει €40.000 χωρίς να λάβει απόδειξη. Μάλιστα η συμφωνία πώλησης ως φάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας καταρτίστηκε τη μέρα που συναντήθηκαν στο Κτηματολόγιο γεγονός που ουσιαστικά επιβεβαίωσε ο ΜΕ2. Επισημαίνω ότι ο ΜΕ1 παρέλειψε να αναφέρει ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) συντάχθηκε και υπογράφηκε την ίδια μέρα. Αυτό δεικνύει μεταξύ άλλων την έλλειψη προηγούμενης διαπραγμάτευσης για αγορά του ακινήτου. Επίσης στο Έγγραφο Α (γραπτή δήλωση) αναφέρει ότι με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου έδωσε το ποσό των €40.000 αλλά αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι έδωσε τα χρήματα πριν την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου στο χώρο στάθμευσης. Είναι αντίθετο στη λογική κάποιος να θέλει να επενδύσει και να αγοράσει ακίνητο στα τυφλά επειδή έμαθε ότι κάποιο άτομο πουλούσε το ακίνητο του. Δεν αντέχει λοιπόν στη βάσανο της λογικής η εκδοχή του Ενάγοντα ότι δηλαδή η δοσοληψία που είχε με την Εναγόμενη ήταν αποκλειστικά για να του πωλήσει το ακίνητο της. Πέραν των πιο πάνω ο ΜΕ1 δε φάνηκε να γνωρίζει λεπτομέρειες για το ακίνητο που ισχυρίστηκε ότι αγόρασε, τα χαρακτηριστικά του, παρά μόνο ότι πρόκειτο για ένα σπίτι. Ούτε φαίνεται να γνώριζε την ακριβή τοποθεσία του, ούτε καν ανάφερε σε ποια περιοχή ή ενορία βρίσκεται. Είναι αντίθετο στη λογική κάποιος που ενδιαφέρεται να αγοράσει ένα ακίνητο και θα καταβάλει ένα σεβαστό ποσό για την αγορά του να μη δίδει λεπτομέρειες τόσο για το ακίνητο, όσο και για τις συνθήκες σύναψης της συμφωνίας, τι προηγήθηκε, σε τι ενέργειες πρόβηκε, τις διαβουλεύσεις που μπορεί να έγιναν για την αγορά του ακινήτου, την τιμή που συμφωνήθηκε. Κατά την αντεξέταση του εκ μέρους της Εναγόμενης ενώ προβλήθηκε η θέση της ότι δεν έγινε πραγματική συμφωνία πώλησης αλλά δάνειο για το ποσό των €10.000 παρατήρησα ότι ο ΜΕ1 απόφευγε να δώσει απάντηση με το να απαντά εσύ το λες. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ ο ΜΕ1 αντεξεταζόταν από το συνήγορο της Εναγόμενης όταν ερωτήθηκε «Δηλαδή είχε περιθώριο τρεις μήνες να σου πληρώσει το υπόλοιπο των 10.000 έννεν έτσι?» και ενώ ο ΜΕ1 ξεκίνησε να απαντά αμέσως διακόπηκε από το συνήγορο του ο οποίος ανάφερε αυτολεξεί «Ένσταση. Εδώ δεν οφείλει. Το ερώτημα, Εντιμότατη, είναι άτοπο. Το συμβόλαιο μιλά για υπόλοιπο ποσού 10.000 ευρώ με τη μεταβίβαση του ακινήτου». Μέσα από αυτή την ένσταση ουσιαστικά δόθηκε η απάντηση στο ΜΕ1 ως προς τις ερωτήσεις που θα επακολουθούσαν αναφορικά με τη θέση της Εναγόμενης ότι δεν έγινε πώληση αλλά δάνειο για το ποσό των €10.000. Εξ΄ ού και οι απαντήσεις του μάρτυρα περιορίστηκαν στο εσύ το λες! Με τις πλείστες λακωνικές απαντήσεις του μάρτυρα δόθηκε η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι δεν είχε διάθεση να βοηθήσει με τη μαρτυρία του τη διαδικασία. Η μαρτυρία επίσης του ΜΕ1 ότι έχει υποστεί ζημιά αξίας €45.000 πέραν του ότι δε δικογραφείται και δη δε δικογραφείται ειδικώς η ζημιά που έχει υποστεί αλλά ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία από ειδικό για το θέμα δε θα ληφθεί υπόψη. Εν πάση περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί αυτή η θέση αλλά παρέμεινε μετέωρη. Εν κατακλείδι η μαρτυρία του ΜΕ1 άφησε κενά και ασάφειες ως προς τις πραγματικές προθέσεις των διαδίκων για την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 και δη για τις συνθήκες υπογραφής του αλλά και για το ποια τελικά ήταν η δοσοληψία του με την Εναγόμενη. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και οι απαντήσεις του ήταν λακωνικές και μεθοδευμένες. Η μαρτυρία του δε γίνεται αποδεκτή εκτός από τη μαρτυρία που συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ή μαρτυρία που έγινε παραδεκτή. Είναι αποδεκτό όμως εφόσον δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη ότι υπογράφηκε το Τεκμήριο 1, πωλητήριο έγγραφο, ότι κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και ότι ο Ενάγοντας απέστειλε μέσω του συνηγόρου του το Τεκμήριο 2. Ο ΜΕ2 πιστοποιών υπάλληλος κατάθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Έγγραφο Β. Την 05/05/2016 πήγαν ως ανάφερε στο γραφείο του ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη και του ζήτησαν να ετοιμάσει ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε το Τεκμήριο 1. Ως ανάφερε το ετοίμασε ο ίδιος στα πλαίσια της εργασίας του. Αυτό είναι ουσιαστικά το επάγγελμα του, έρχεται ο πελάτης και του λέει τι να κάνει και το κάνει. Το γραφείο του βρισκόταν στο Κτηματολόγιο ως ανάφερε αντεξεταζόμενος και εκεί συνέταξε το πωλητήριο έγγραφο την 05/05/2016 τη μέρα δηλαδή υπογραφής του. Ως επίσης αναφέρει ο ΜΕ2 στη γραπτή δήλωση του με την υπογραφή του συμβολαίου θα εδίδετο προκαταβολή για το ποσό των €40.000. Προτού προχωρήσει η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2, πρέπει να αναφερθεί ότι δημιουργήθηκαν ερωτηματικά στο Δικαστήριο εάν πράγματι ετοίμασε ο ίδιος ο ΜΕ2 τη γραπτή δήλωση. Κατά την κυρίως εξέταση του ερωτήθηκε εάν ετοίμασε γραπτή δήλωση και απάντησε «εδιάβασα την, ναι, τούτη δαμέ». Ουσιαστικά ο ΜΕ2 δεν επιβεβαίωσε ότι ετοίμασε ο ίδιος τη γραπτή δήλωση που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν είναι βοηθητική για το Δικαστήριο. Ο ΜΕ2 απλώς αναγνώρισε το Τεκμήριο 1. Σημειώνω ότι η ύπαρξη του εν λόγω Τεκμηρίου δεν αμφισβητείται. Αμφισβητείται ότι αυτή ήταν γνήσια συμφωνία. Από τη μαρτυρία του γίνεται αποδεκτό ότι την 05/05/2016 συνέταξε πωλητήριο έγγραφο για το ακίνητο της Εναγόμενης στο Κτηματολόγιο. Ο ΜΕ2 ανάφερε ξεκάθαρα ότι την 05/05/2016 στο Κτηματολόγιο τον βρήκαν ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη στο γραφείο του το οποίο ήταν στο χώρο του Κτηματολογίου. Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα για ποιο λόγο να συνταχθεί στο Κτηματολόγιο το πωλητήριο έγγραφο από πιστοποιών υπάλληλο αφού ο ίδιος δε πιστοποίησε τις υπογραφές τους. Η ανθρώπινη εμπειρία και λογική είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σοβαρή πρόθεση αγοραπωλησίας ενός ακινήτου να προηγούνται διαβουλεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων και να ετοιμάζονται προηγουμένως τα έγγραφα, συμφωνίες κτλ. Εν πάση περίπτωση ως φάνηκε από τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό για αγορά του ακινήτου ή τις πραγματικές προθέσεις των διαδίκων για την υπογραφή του εν λόγω Τεκμηρίου. Η ΜΥ1, Εναγόμενη ως μέρος της κυρίως εξέτασης της κατάθεσε γραπτή δήλωση με την ένδειξη Έγγραφο Γ. Η ΜΥ1 εξήγησε ότι γνώρισε τον Ενάγοντα μέσω κάποιου κου Χαράλαμπου Κυπριανού. Είχε ανάγκη να δανειστεί χρήματα αλλά η Τράπεζα ήταν δύσκολο να της δανείσει. Είχε χρέος για ποσό €10.000 για να πληρώσει τα δίδακτρα της θυγατέρας της ώστε να μπορέσει να πάρει το πτυχίο της. Ο Ενάγοντας θα της δάνειζε το ποσό των €10.000 με τη συμφωνία να το πληρώσει σε τρεις μήνες με ένα λογικό επιτόκιο. Συμφώνησαν επίσης με την παραχώρηση του πιο πάνω ποσού να υπογράψει η Εναγόμενη πωλητήριο έγγραφο σαν εγγύηση αποπληρωμής του δανείου. Από λύπη της έδωσε ο Ενάγοντας επιπροσθέτως το ποσό των €1.000. Αρνείται ότι ο Ενάγοντας της έδωσε €40.000. Η συμφωνία ήταν ότι με την αποπληρωμή του δανείου θα αποσύρετο το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο, το οποίο ήταν εικονικό. Επεσήμανε η μάρτυρας ότι τον Ενάγοντα τον είδε στη ζωή της δύο φορές, μία φορά στο Κτηματολόγιο και μια στο Δικαστήριο. Ποτέ δεν επισκέφθηκε το σπίτι το οποίο αποτελεί αντικείμενο του Τεκμηρίου 1 στην παρουσία της. Πριν την πάροδο των τριών μηνών μετά τη δανειοδότηση ο Ενάγοντας ζητούσε συνεχώς την πληρωμή του ποσού πλέον 20% τόκος για το εν λόγω δάνειο. Κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των €2.200 μέσω του κου Χαράλαμπου Κυπριανού. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι δεν υπόγραψε κάποια γραπτή συμφωνία δανείου με τον Ενάγοντα. Επεσήμανε ότι το Τεκμήριο 1 της φανερώθηκε στο Κτηματολόγιο, έγγραφο το οποίο αναγνώρισε ότι υπόγραψε. Όταν μπήκαν μέσα στο Κτηματολόγιο ρώτησε τον Ενάγοντα για ποιο λόγο ανάγραψε το ποσό των €40.000 στο πωλητήριο έγγραφο και αυτός τη διαβεβαίωσε ότι ήταν εικονικό. Ο λόγος που υπέγραψε αυτό το έγγραφο είναι επειδή της ανάφερε ότι αυτό ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου. Σε ερώτηση εάν είχε απόδειξη για την πληρωμή του ποσού των €2.200 στον Ενάγοντα απάντησε αρνητικά. Επεσήμανε ότι τα έδωσε του κου Χαράλαμπου Κυπριανού για να του τα δώσει. Δεν κινήθηκε νομικά εναντίον του για το επιτόκιο που ζητούσε 20% γιατί πίστευε ότι για το ποσό που της δάνεισε θα μπορούσαν να βρουν μια λύση. Ανάφερε ότι είχε παραμείνει υπόλοιπο €8.800. H μαρτυρία της ΜΥ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Η ΜΕ1 ήταν ειλικρινής με το Δικαστήριο, εξήγησε με σαφήνεια και καθαρότητα ως έγιναν τα γεγονότα αλλά και το λόγο που υπογράφηκε εν τέλει το Τεκμήριο 1. Η μάρτυρας δεν απόκρυψε από το Δικαστήριο την οικονομική και οικογενειακή της κατάσταση ούτε και το λόγο που αποτάθηκε στον Ενάγοντα για να δανειστεί χρήματα. Η ΜΥ1 ως ανάφερε δεν είχε συναντηθεί προηγουμένως με τον Ενάγοντα αλλά στο Κτηματολόγιο όπου της έδωσε τα χρήματα στο χώρο στάθμευσης του Κτηματολογίου. Ως φαίνεται τόσο από τη δική της μαρτυρία αλλά και ως πρόκυψε και από με τη μαρτυρία του Ενάγοντα πριν την 05/05/2016 που είχε υπογραφεί το πωλητήριο έγγραφο δεν είχαν συναντηθεί ξανά και το πωλητήριο έγγραφο συντάχθηκε την ίδια μέρα της γνωριμίας τους. Η ΜΥ1 δεν απόκρυψε από το Δικαστήριο επίσης ότι χρωστά ακόμη χρήματα στον Ενάγοντα. Οι εξηγήσεις που έδωσε ως προς το λόγο συνάντησης τους στο Κτηματολόγιο και δη για να της δώσει το ποσό των €10.000 και να υπογραφεί το πωλητήριο έγγραφο ως εγγύηση για την εξόφληση του ποσού ήταν πειστικές. Πρόθεση για πραγματική πώληση του ακινήτου δεν υπήρξε. Η Ενάγουσα ήταν ειλικρινής με το Δικαστήριο. Επισημαίνω ότι και η σειρά των γεγονότων αλλά και τα όσα τελικά προηγήθηκαν την 05/05/2016 αναδεικνύουν ότι η Εναγόμενη υπήρξε ειλικρινής. Πιο συγκεκριμένα το γεγονός κατάρτισης και υπογραφής του Τεκμηρίου 1 την ίδια μέρα, το γεγονός ότι η πρώτη συνάντηση των διαδίκων έγινε στο Κτηματολόγιο τη μέρα υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου, το γεγονός ότι δεν έγιναν μεταξύ τους διαβουλεύσεις για αγορά ακινήτου της Εναγόμενης συνηγορεί, υπέρ της θέσης της Εναγόμενης ότι ο σκοπός της συνάντησης τους στο Κτηματολόγιο ήταν για να της δώσει το ποσό των €10.000 και να του υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο ως εγγύηση για το ποσό που της έδωσε. Είναι προφανές ότι δεν υπήρχε πρόθεση της για να πωλήσει το ακίνητο της. Για να δοθεί αυτή η «εγγύηση» ζητήθηκε από το πιστοποιών υπάλληλο να συντάξει το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1). Πέραν όλων των πιο πάνω αναφέρω ότι οι δηλώσεις του Ενάγοντα κατά την ακροαματική διαδικασία ότι η Εναγόμενη παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνίας για πώληση του ακινήτου (Τεκμήριο 1) έρχεται σε αντίθεση με το διοριστήριο Ενάγοντος το οποίο υπόγραψε για να μπορέσει να διορίσει το δικηγόρο του και να προχωρήσει με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Το εν λόγω έγγραφο βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου από τον οποίο το Δικαστήριο αντλεί γνώση.[3] Ο Ενάγοντας λοιπόν υπόγραψε διοριστήριο εξουσιοδοτώντας το δικηγόρο του να προβεί σε λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της Εναγόμενης με σκοπό την είσπραξη του ποσού των €10.000 υπόλοιπο συμφωνίας. Ως φαίνεται αρχικός σκοπός του με το διορισμό του δικηγόρου τους ήταν για να διεκδικήσει ποσό €10.000 και όχι ειδική εκτέλεση πωλητηρίου εγγράφου. Η δήλωση αυτή του Ενάγοντα η οποία φέρει την υπογραφή του όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με τις αξιώσεις που τελικά διεκδίκησε αλλά έρχεται σε συνάφεια με τη θέση της Εναγόμενης ότι η κύρια δοσοληψία τους ήταν να της δανείσει ποσό €10.000. Από το σύνολο λοιπόν της μαρτυρίας αλλά και με τα γεγονότα που διαφάνηκαν δεν μπορεί το Δικαστήριο να αποδεχτεί ότι το πωλητήριο έγγραφο (το οποίο ως αναφέρθηκε ανωτέρω αφορά ένα ακίνητο που δεν είχε δει προηγουμένως αλλά ως ανάφερε αποφάσισε την αγορά του επειδή έμαθε ότι κάποιος προτίθετο να πωλήσει το ακίνητο του, για το οποίο υπήρξε ισχυρισμός που δεν έγινε βεβαίως αποδεκτός ότι κατέβαλε χρήματα για την αγορά του πριν να υπογραφεί το αγοραπωλητήριο έγγραφο, τη μέρα που πρώτη φορά που γνωρίστηκαν οι διάδικοι και πριν την κατάρτιση και υπογραφή του), αντικατοπτρίζει τις πραγματικές προθέσεις των μερών για πώληση και αγορά του ακινήτου που περιγράφεται σ' αυτό. Δεν μπορεί λοιπόν να γίνει αποδεκτό ότι υπήρχε πραγματική πρόθεση των διαδίκων για να γίνει οποιαδήποτε αγοραπωλησία ακινήτου. Μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω σημειώνω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε και έγινε αποδεκτή για σκοπούς οικονομίας λόγου συνιστά εύρημα μου, όπως και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έγιναν αποδεκτά, τα γεγονότα που εν πάση περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν, αυτά που έγιναν παραδεκτά και αυτά που αναφύονται από τα δικόγραφα ως παραδεκτά γεγονότα. Συνοπτικά: Η Εναγόμενη περί το Μάιο 2016 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Έχοντας ανάγκη να δανειστεί άμεσα χρήματα κάποιος Χαράλαμπος Κυπριανού (Πάμπος) την έφερε σε επαφή με τον Ενάγοντα ο οποίος προθυμοποιήθηκε να τη δανείσει το ποσό των €10.000. Ήταν μέρος της συμφωνίας τους να το εξοφλήσει σε 3 μήνες με ένα λογικό επιτόκιο. Συμφώνησαν με την παραχώρηση του ποσού να υπογράψουν πωλητήριο έγγραφο σαν εγγύηση/δέσμευση αποπληρωμής του δανείου. Περί την 05/05/2016 συναντήθηκαν για πρώτη φορά ο Ενάγοντας με την Εναγόμενη στην παρουσία και του κοινού γνωστού τους κου Χαράλαμπου Κυπριανού στο Κτηματολόγιο στη Λευκωσία όπου της έδωσε έξω από το Κτηματολόγιο στο χώρο στάθμευσης το ποσό των €10.000. Λίγο πριν εισέλθουν εντός του Κτηματολόγιου της έδωσε ακόμη €1.000 από λύπηση ως της ανάφερε. Η Εναγόμενη πήρε το ποσό. Όταν εισήλθαν στο Κτηματολόγιο βρήκαν το ΜΕ2 ο οποίος συνέταξε πωλητήριο έγγραφο ως το Τεκμήριο 1 για το ακίνητο της Εναγόμενης για ποσό €50.000. Το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την ίδια μέρα. Η Εναγόμενη δεν είχε πρόθεση να πωλήσει το ακίνητο της. Το πωλητήριο έγγραφο έγινε ως εγγύηση για το δάνειο που της δόθηκε. Σε λιγότερο από 3 μήνες ο Ενάγοντας την οχλούσε να εξοφλήσει το δάνειο και ζητούσε τόκο 20%. Η Εναγόμενη πώλησε τα κοσμήματα της και μέσω του Χαράλαμπου Κυπριανού κατέβαλε έναντι το ποσό των €2.200. Δεν εξοφλήθηκε ακόμη το ποσό του δανείου. Παραμένει σήμερα υπόλοιπο. Ο Ενάγοντας παρόλο που γνώριζε ότι το Τεκμήριο 1 δεν ήταν πραγματικό και δεν έγινε με σκοπό την πώληση του ακινήτου της Εναγόμενης προέβη σε ενέργειες για μεταβίβαση του ακινήτου. Την κάλεσε να μεταβεί στο Κτηματολόγιο. Η Εναγόμενη δεν έλαβε άλλο ποσό από τον Ενάγοντα πέραν του ποσού των €11.000. Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης για την απαίτηση το φέρει ο Ενάγων και για την ανταπαίτηση ο Εναγόμενος, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[4] Βασικό κριτήριο είναι εάν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης παρουσίασε στο Δικαστήριο ικανοποιητικά και επαρκή στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Έστω κι αν η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή δε θεωρείται ότι απέσεισε το βάρος απόδειξης εάν αποτύχει να αποδείξει τη θέση του. Δάνειο Μια, σύμβαση μπορεί να συνομολογηθεί και προφορικά χωρίς την τήρηση οποιονδήποτε διατυπώσεων («formalities»).[5] Νοείται ότι η απουσία γραπτού κειμένου μιας σύμβασης καθιστά την ύπαρξη της συμφωνίας όσο και τους όρους αυτής πιο δύσκολο να αποδειχθούν. Οι βασικές προϋποθέσεις μίας σύμβασης, είναι: (
- i)τα μέρη να έχουν φτάσει σε μία συμφωνία, η οποία (
- ii)προορίζεται (υπάρχει η πρόθεσης) να είναι νομικά δεσμευτική, (iii) υποστηρίζεται από αντιπαροχή και (
- iv)είναι αρκούντος βέβαιη και πλήρης για να είναι εκτελεστή. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts,32η έκδοση, Τόμος 2, στην παρ. 39-259 η συμφωνία δανείου ορίζεται ως εξής: «A contract of loan of money is a contract whereby one person lends or agrees to lend a sum of money to another, in consideration of a promise express or implied to repay that sum on demand, or at a fixed or determinable future time, or conditionally upon an event which is bound to happen, with or without interest». Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 39-264 του ιδίου συγγράμματος που τιτλοφορείται «Απόδειξη δανείου» («Proof of Loan»): «If money is proved, or admitted, to have been paid by A to B, then in the absence of any circumstances suggesting a presumption of advancement, there is prima facie an obligation to repay the money; accordingly, if B claims that the money was intended as a gift, the onus is on him to prove this fact. » Λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω νομικές αρχές σε συνάρτηση κάθε φορά με τα ευρήματα του Δικαστηρίου και ως προκύπτει από τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά κατόπιν προφορικής συμφωνίας ο Ενάγοντας δάνεισε στην Εναγόμενη το ποσό των €11.000 ως δάνειο με τη συμφωνία να το αποπληρώσει σε περίοδο 3 μηνών από την 05/05/2016 με εύλογο επιτόκιο. Κρίνω ότι η Εναγόμενη με αξιόπιστη και ικανή μαρτυρία απέδειξε ότι μεταξύ της και του Ενάγοντα συνάφθηκε προφορική συμφωνία δανείου, παρόλο που μέχρι σήμερα δεν εξόφλησε ολόκληρο το ποσό. Εικονική συμφωνία Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Snook v London and West Riding Investments Ltd[6], στη σελ. 802: «But one thing, I think, is clear in legal principle, morality and the authorities (see Yorkshire Railway Wagon Co v. Maclure and Stoneleigh Finance Ltd v. Phillips), that for acts or documents to be a 'sham', with whatever legal consequences follow from this, all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a 'shammer' affect the rights of a party whom he deceived. » Τα ίδια αναφέρονται και στον Chitty on Contracts 24η έκδ. Τόμος ΙΙ, σελ. 462-3, παρ. 3215: «In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, e.g. the hirer intends to deceive the others into thinking that the transaction is genuine. There must be common intention that the acts or documents do not create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating.» Η Εναγόμενη έχει το βάρος απόδειξης της εικονικότητας του πωλητηρίου εγγράφου. Eν προκειμένω το κύριο επίδικο θέμα είναι η πραγματική φύση της συναλλαγής. Κατά πόσο δηλαδή έγινε γνήσια αγοραπωλησία ακίνητης περιουσίας ή εάν αυτή ήταν εικονική. Αυτό το οποίο εξετάζεται δεν είναι το περιεχόμενο του πωλητηρίου εγγράφου αλλά κατά πόσο αυτό είναι σύμφωνο με την πρόθεση των μερών και ποιος ήταν ο σκοπός υπογραφής του εν λόγω εγγράφου. Για το σκοπό τούτο είναι επιτρεπτή η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας. Η κυπριακή νομολογία υιοθέτησε τις αρχές αυτές στις αποφάσεις που εδόθησαν και που αφορούν κυρίως ενοικιαγορές. Σχετικές η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Χινή
(2008)1 Β Α.Α.Δ. 818, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση 347/2008, ημερ. 23.1.
- Στις ανωτέρω υποθέσεις, ενώ η εμφανιζόμενη στο συμβόλαιο συναλλαγή ήταν ενοικιαγορά κάποιου αντικειμένου, εντούτοις η πραγματική φύση της συναλλαγής αφορούσε δάνειο. Επιτράπηκε εξωγενής μαρτυρία για αποκάλυψη της πραγματικής φύσης της συναλλαγής και τοιουτοτρόπως η σύμβαση ως εικονική, κρίθηκε άκυρη. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και συνάμα αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου δεν ήταν πρόθεση των μερών να συναφθεί πώληση ακίνητης περιουσίας. Το Τεκμήριο 1 αγοραπωλητήριο έγγραφο υπογράφηκε με σκοπό να αποτελέσει εγγύηση για το δάνειο που έγινε από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη. Η κύρια δοσοληψία των μερών προφανώς ήταν η σύμβαση δανείου. Υπογράφηκε ως εγγύηση το πωλητήριο έγγραφο εάν η Εναγόμενη δεν εκτελούσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Σκοπός δηλαδή υπογραφής του εν λόγω εγγράφου δεν ήταν η πώληση της ακίνητης περιουσίας. Ως διαφάνηκε από την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας ως έγιναν εν πάση περίπτωση τα γεγονότα ήτοι ότι δηλαδή ο Ενάγοντας είχε συναντήσει την Εναγόμενη για πρώτη φορά στο Κτηματολόγιο για να της δώσει τα χρήματα (δάνειο) και την ίδια μέρα υπογράφηκε το πωλητήριο έγγραφο, το οποίο έγγραφο συντάχθηκε την ίδια μέρα από ένα πιστοποιών υπάλληλο χωρίς να προηγηθούν διαπραγματεύσεις για την πώληση ακινήτου αλλά και χωρίς να δει προηγουμένως το ακίνητο ο Ενάγοντας, η υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου δεν έγινε με σκοπό και πρόθεση την πώληση του ακινήτου της Ενάγουσας. Κρίνω ότι η Εναγόμενη απέσεισε το βάρος απόδειξη του ισχυρισμού της και δη ότι το πωλητήριο έγγραφο είναι εικονικό. Κατά συνέπεια δεν έχει αυτό το πωλητήριο έγγραφο κάποια ισχύ. Ειδική Εκτέλεση πωλητηρίου εγγράφου προϋποθέτει μεταξύ άλλων την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης πώλησης ακινήτου. Εφόσον αποτέλεσε διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) είναι εικονικό εξ' υπακούει ότι δεν υπάρχει γνήσια σύμβαση πώλησης ακινήτου και δη ότι δεν υφίσταται. (βλέπε άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου και άρθρα 6 και 7 ο περί Πώλησης Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος
- Ανταπαίτηση Εναγόμενης Είναι ξεκάθαρο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) είναι εικονικό και/ή δεν έχει κάποια ισχύ. Αποτέλεσε επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης συνάφθηκε προφορική συμφωνία δανείου για το οποίο καταβλήθηκε έναντι το ποσό των €2.200 και ότι το δάνειο δεν εξοφλήθηκε. Τα (Α-Δ) διατάγματα τα οποία ανταπαιτεί η Εναγόμενη ουσιαστικά αποτελούν αναγνωριστικά διατάγματα. Η έκδοση αναγνωριστικού διατάγματος όμως δεν φάνηκε πως θα εξυπηρετήσει τη διαδικασία ούτε έχει καταδειχθεί ποιο θα είναι το όφελος για την Εναγόμενη από την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Καθίσταται λοιπόν περιττό να εκδοθεί στη βάση αυτών οποιοδήποτε αναγνωριστικό διάταγμα. Ως έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο εκδίδει αναγνωριστική απόφαση με μεγάλη προσοχή όταν ζητείται μόνο αναγνωριστική απόφαση χωρίς να ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία.[7] Ως επίσης αναφέρθηκε στην απόφαση Ιωσήφ Σολωμού Πεκρής v Αντωνάκη Τζιαννάρου κ.α.[8] «για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον Ενάγοντα (Maerkle v British and Continental Fur Co Ltd
(1954)All ER 50 CA). Τα δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα (Howard v Pickford Tool Co Ltd
(1951)1 KB 417 CA) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας». Θεωρώ ότι εν προκειμένω δεν έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης αναγνωριστικών διαταγμάτων ούτε ποιο θα είναι το όφελος για τη διαδικασία. Κρίνω ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρα και δε χρειάζεται να εκδοθεί κάποιο αναγνωριστικό διάταγμα. Υπό το φως των πιο πάνω η Απαίτηση απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση επίσης απορρίπτεται. Ενόψει του γεγονότος ότι η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν αλλά και με βάση την πιο πάνω κατάληξη κρίνω ότι είναι ορθότερο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ............. Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.α. v Σταδιώτη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.35. [2] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- [3] Καραβίας v Σταύρου Π.Ε. 243/08 ημερ. 20/03/
- [4] Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858, 1868. [5] Limassol Drugs Co Ltd v Λάμπρου κ. α.
(2010)1 Α.Α.Δ.
- [6] [1967] 2 Q.B.
- [7] Mellstrom v Garner
(1970)2 All E.R.9 CA [8] Π.Ε.93/2011, 18/01/2016. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο