← Κύπρος

Παναγιώτη Λίγγη ν. Χαράλαμπου Λιοτατή, Αρ. Αγωγής: 456/2021, 9/11/2023

Παναγιώτη Λίγγη ν. Χαράλαμπου Λιοτατή, Αρ. Αγωγής: 456/2021, 9/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 456/2021 Μεταξύ: Παναγιώτη Λίγγη Ενάγοντα -και- Χαράλαμπου Λιοτατή Εναγομένου Αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 25.10.2023 για αντεξέταση Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Αντωνίου Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κα Φελλά ΑΠΟΦΑΣΗ (εκδόθηκε αυθημερόν) Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 23.12.2021 διά ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το οποίο ακολούθως τροποποιήθηκε στις 12.7.2022, ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το συνολικό ποσό των €500.000,00 δυνάμει δυο γραμματίων συνήθους τύπου και/ή σύμβασης και/ή γραπτών βεβαιώσεων και/ή εγγράφων και/ή γραπτών δηλώσεων και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 10.10.

  1. Στις 27.10.2022 ο Ενάγων καταχώρησε αίτηση ζητώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή του. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα όπου γίνεται αναφορά στην υπογραφή των δυο εγγράφων επί των οποίων στηρίζεται η αξίωση του, επισυνάπτοντας, τούτα, ως Τεκμήρια 1 και
  2. Αποτελεί, τέλος, θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αγωγή και για το λόγο αυτό ζητά την έκδοση απόφασης για τα ποσά που αξιώνει. Στις 12.1.2023 ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 27.10.2022 προβάλλοντας διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωσή του όπου εγείρεται καταρχήν θέμα παραγραφής της αξίωσης του Ενάγοντα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει την αξίωση του Ενάγοντα και προβάλλει τους εξής ισχυρισμούς ως προς τούτη (παρατίθενται αυτούσιες οι παράγραφοι 5-7 της ένορκης δήλωσης): «
  3. Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα των ανωτέρω, αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Είναι η θέση μου ότι ο Ενάγοντας με εξαπάτησε ή και με παραπλάνησε με ψευδείς παραστάσεις και ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: (α) Ο Ενάγοντας συναλλασσόταν με κάποιους Γιώργο Τσουρή και Ρένο Ευθυμίου, οι οποίοι επένδυαν στο χρηματιστήριο ή και άλλες άγνωστες αγορές. (β) Ο Ενάγοντας μού έδινε διάφορα μεγάλα ποσά χρημάτων τοις μετρητοίς για να τα δίνω εγώ μετά στα ανωτέρω πρόσωπα. Επειδή ήταν μεγάλα ποσά, o Ενάγοντας μού έδινε κάποια έγγραφα να υπογράφω ότι τα παραλαμβάνω και θα τους τα παραδίδω ούτως ώστε να είναι βέβαιος ότι θα τα παρέδιδα όντως στα ανωτέρω πρόσωπα. (γ) Όποτε μου έδινε χρήματα ο Ενάγοντας για τον ανωτέρω σκοπό και υπέγραφα τα εν λόγω έγγραφα, ήμασταν πάντοτε μόνο οι δύο μας, δηλαδή εγώ και ο Ενάγοντας. (δ) Μετά από λίγο καιρό, ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε ότι τα ανωτέρω πρόσωπα τον ξεγέλασαν και ουδεμία απόδοση ή επιστροφή χρημάτων είχε από τις «επενδύσεις» που του έτασσαν. (ε) Μάλιστα, ο Ενάγοντας με παρότρυνε συχνά να δώσω κι εγώ χρήματα στα ανωτέρω πρόσωπα, καθότι οι «επενδύσεις» τους είχαν μεγάλες αποδόσεις. Αν και αρχικά ήμουν διστακτικός, δυστυχώς άκουσα την συμβουλή του και τους έδωσα κι εγώ χρήματα και φυσικά δεν τα ξαναείδα ποτέ και τα απώλεσα.
  4. Δεν γνωρίζω το περιεχόμενο των εγγράφων που μου έδινε ο Ενάγοντας και υπέγραφα ενόψει των διαβεβαιώσεων του Ενάγοντα ο οποίος δεν με άφησε ποτέ να τα διαβάσω. Εγώ απλά αναλάμβανα να πάρω τα χρήματα από τον Ενάγοντα στους Γιώργο Τσουρή και Ρένο Ευθυμίου για να τα επενδύσουν προς όφελος του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας μου υποσχόταν ότι εφόσον πάρω τα χρήματα στα ανωτέρω πρόσωπα, δεν θα είχε καμία απαίτηση από εμένα αφού θα τηρούσα την δέσμευση μου να τους τα παραδώσω. 7.Ενόψει των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι κανένα ποσό δεν έλαβα από τον Ενάγοντα για εμένα προσωπικά και ούτε οικειοποιήθηκα οποιοδήποτε ποσό από αυτά που μου έδινε ως έχω εξηγήσει ανωτέρω. Περαιτέρω, είναι η θέση μου ότι ουδέποτε υπέγραψα οποιοδήποτε γραμμάτιο συνήθους τύπου και αν ήθελε φανεί ότι όντως υπέγραψα τέτοιο έγγραφο, τούτο δεν υπεγράφη ενώπιον μαρτύρων και επιπρόσθετα είναι αντικανονικό και ούτως ή άλλως υπεγράφη κατόπιν των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων και απάτης του Ενάγοντα». Με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 25.10.2023 ο Ενάγων ζητά την άδεια του Δικαστηρίου ώστε ο Εναγόμενος να αντεξεταστεί αναφορικά με το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων 5-7 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 30.12.2022 που συνοδεύει την ένστασή του. Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στη Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα όπου επισημαίνεται πως ο Εναγόμενος προσπαθεί να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις, προβάλλοντας αναληθείς ισχυρισμούς, οι οποίοι χρήζουν διερεύνησης μέσω αντεξέτασης. Ειδικότερα, ο Ενάγων προβάλλει πως δεδομένων των ισχυρισμών του Εναγόμενου, ο ίδιος έχει την υποχρέωση πλέον να αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους του, στο βαθμό που είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση της συνοπτικής απόφασης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εκδοθεί το σχετικό διάταγμα αντεξέτασης ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση για να είναι σε θέση να αποφασίσει για το καλύτερο δυνατό συμφέρον της δικαιοσύνης. Καταλήγει υποδεικνύοντας πως με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του Εναγόμενου και θα αποδοθεί ευχερέστερα η δικαιοσύνη. Ο Εναγόμενος ενίσταται στο αίτημα προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  5. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική.
  6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Υπάρχει σαφής και επαρκής μαρτυρία στο φάκελο του Δικαστηρίου για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της αίτησης ημερομηνίας 27.10.2022 για έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες της εν λόγω αίτησης.
  8. Τυχόν έγκριση της υπό εξέταση αίτησης θα προκαλέσει εκτροπή από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της Δ.18 και/ή παρέκκλιση από τα αυστηρά και περιοριστικά πλαίσια της Δ.18 και/ή μετατροπή της αίτησης σε δίκη επί της ουσίας.
  9. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αβάσιμη και καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας.
  10. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν στοιχειοθετείται εξαιρετική και/ή ειδική περίσταση ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  11. Η αιτούμενη αντεξέταση δεν είναι αναγκαία και δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης.
  12. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι 9 μήνες μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης σε σχέση με την οποία ζητείται η αντεξέταση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου όπου στην ουσία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ περαιτέρω. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των δυο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Έχω μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης έχω κατά νου όλα όσα βρίσκονται εντός του φακέλου, ήτοι την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και την ένσταση, καθώς και τα επιχειρήματα που έκαστος εξ αυτών προώθησε. Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination.» Στην Δ.39 παραπέμπει η Δ.48 Θ.4

(2), ως αυτή έχει αναδιαμορφωθεί στις 23.12.1999, και η οποία προβλέπει τα εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αναδιαμόρφωση της Δ.48 Θ.4 σκοπό είχε να διευκολύνει τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων, ώστε τα γεγονότα που στηρίζουν αυτές να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Βεβαίως, το δικαίωμα αντεξέτασης δεν παρέχεται κάθε φορά που το ζητά ένας διάδικος. Τόσο από το λεκτικό των ως άνω δικονομικών διατάξεων, όσο και από τη σχετική επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι το ζήτημα της παραχώρησης άδειας για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μάλιστα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από τυχόν συναίνεση των διαδίκων (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ 280 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660). Το ίδιο προκύπτει από τα σχόλια που γίνονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, σελίδες 418 - 419, παρ. 878, για το τότε ισχύον O.38 r.1[1], όπου αναφέρεται ότι: «Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, τη φύση της υπό κρίση αίτησης, τις ανάγκες της και τα επίδικα σε αυτήν ζητήματα. Πρέπει να υπάρχουν ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα, στο οποίο θα πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς τα προς αντεξέταση σημεία, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του υπό το πρίσμα της νομολογίας. Ό,τι προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα, πολύ δε περισσότερο όταν η αντεξέταση αφορά σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της αγωγής και της διαφοράς των διαδίκων. Όπως το θέμα ετέθη από τον Π.Ε.Δ. Κ. Κληρίδη, όπως ήταν τότε, στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 9.4.2009 στην αγωγή αρ. 7123/08 του Ε.Δ. Λευκωσίας: «Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Στη σελίδα 261 του Annual Practice 1958, όπου αναλύονται οι πρόνοιες του αγγλικού O. 14 r. 3 (ήτοι της αντίστοιχης Δ.18 Θ. 3(γ)), σημειώνεται ότι το δικαίωμα εξέτασης του εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αφού κάτι τέτοιο θα προκαλούσε έξοδα και θα μετέτρεπε την αίτηση σε δίκη επί της ουσίας. Προχωρώντας στην εξέταση της αίτησης σύμφωνα με τις νομικές αρχές που συνοψίζονται πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη φύση της διαδικασίας της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί για τους ακόλουθους λόγους: Ως είναι καλά γνωστό, στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο ενάγων ικανοποιεί τα κριτήρια της Δ.18 Θ. 1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σε περίπτωση που τα κριτήρια αυτά ικανοποιούνται, το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσον ο εναγόμενος καταδεικνύει, με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια, ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι υπάρχει συζητήσιμο θέμα. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλέπε Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 και CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897), συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Εξετάζοντας την αίτηση και τη μαρτυρία που την υποστηρίζει προκύπτει ότι εκείνο που επιδιώκει ο Αιτητής είναι να αντεξετάσει τον Καθ' ου η αίτηση επί ζητημάτων και ισχυρισμών όπου υπάρχει διαφωνία των μερών, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να καταλήξει σε ευρήματα αξιοπιστίας των διαδίκων. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο Αιτητής αναφέρει ότι δια της αντεξέτασης θα καταστεί εφικτό το Δικαστήριο να έχει «ενώπιον του όλα τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση για να είναι σε θέση να αποφασίσει για το καλύτερο δυνατό συμφέρον της δικαιοσύνης». Σε αυτή τη βάση κρίνεται ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος και παραχώρησης άδειας για αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση, η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα μετατρεπόταν σε κυρίως δίκη, πράγμα ανεπίτρεπτο. Για αυτό, λοιπόν, το λόγο η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Σε κάθε περίπτωση παρατηρείται ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αλλά και τα όσα προωθήθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων δεν έχουν διαπιστωθεί εξαιρετικές και/ή οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος. Συνεπώς, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.