← Κύπρος

CYFIELD ASPHALT CO LTD ν. ΕΠΑΡΧΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Αγωγή αρ.: 1046/2022, 15/12/2023

CYFIELD ASPHALT CO LTD ν. ΕΠΑΡΧΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Αγωγή αρ.: 1046/2022, 15/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ.: 1046/2022 Μεταξύ: CYFIELD ASPHALT CO LTD, εκ Λεμεσού 132, 3ος όροφος, Στρόβολος 2015 Λευκωσία, HE 129597 Ενάγουσα -και- ΕΠΑΡΧΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Λεωφόρο Αθηνών, Πλατεία Ευρώπης Εναγόμενου Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2023. Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Σαββίδου για Γενικό Εισαγγελέα Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: Δικηγορικό Γραφείο Απόστολος Ντορζης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερ. 22.11.2022) Εισαγωγή Μέσω της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η Ενάγουσα αξιώνει, εναντίον του Εναγόμενου, το ποσό των €82.787,11 (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογου αξίας από πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού. Η αγωγή επιδόθηκε, στις 3.6.2022, σε γραμματειακό λειτουργό του Εναγόμενου. Ένεκα του ότι ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εντός της καθορισμένης, από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, προθεσμίας, η Ενάγουσα προχώρησε σε απόδειξη της αγωγής της εναντίον του Εναγόμενου και, στις 12.10.2022, κατάφερε και εξασφάλισε απόφαση ερήμην του, για το πιο πάνω ποσό, πλέον τόκο και έξοδα (στο εξής «η εκδοθείσα απόφαση»). Η υπό κρίση Αίτηση Ο Εναγόμενος-Αιτητής (στο εξής «ο Αιτητής»), στις 22.11.2022, καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία επιζητεί, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Σημειώνω εξ αρχής ότι, στο βαθμό που με την υπό κρίση Αίτηση, ο Αιτητής επιζητεί την αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης[1], τούτη η θεραπεία δεν μπορεί να αποδοθεί, εφόσον ελλείπει από τη νομική της βάση, η οποιαδήποτε αναφορά στην Δ.40 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που θα ενεργοποιούσε, τουλάχιστον, τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει σχετικό διάταγμα (βλ. μεταξύ άλλων Μιχαήλ Χριστάκης ν. Μιχαήλ Σκορδή

(2003)1 ΑΑΔ 1108). Εν πάση περιπτώσει, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.17 θ. 10, Δ.26 θ. 14 και Δ.48 θθ.2 και 9(h), ως επίσης και στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Την υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Μ. Ελιώτη (στο εξής «ο ομνύοντας στην Αίτηση»), ο οποίος όπως αναφέρει είναι Ανώτερος Πολιτικός Μηχανικός, προϊστάμενος, από τον Ιούλιο του 2021, στις Τεχνικές Υπηρεσίες της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβεί σε αυτήν, προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ομνύοντα στην Αίτηση, εφόσον, στη συνέχεια, κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, και στο βαθμό που τούτο κριθεί απαραίτητο, θα γίνει αναφορά στους ισχυρισμούς και τα γεγονότα που εκεί προβάλλονται, για να εξεταστούν οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε την Ένσταση της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Καθ' ης η Αίτηση»), μέσω της οποίας εγείρονται 9 λόγοι ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, καθότι αυτοί, ως έχουν, κατά κάποιο τρόπο, αποκρυσταλλωθεί στην αγόρευση των συνηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση, έχουν ως εξής: (α) ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί καθότι τούτη εκδόθηκε νομότυπα και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, (β) ο Εναγόμενος δεν αποκάλυψε καλή και νόμιμη υπεράσπιση, ούτε και παρουσίασε οποιεσδήποτε ικανοποιητικές λεπτομέρειες και/ή στοιχεία για το ότι έχει καλή και συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, (γ) ο Εναγόμενος καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην προώθηση της υπό κρίση Αίτησης, (δ) ο Εναγόμενος επέδειξε συμπεριφορά περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση, αφού ουδέποτε έδειξε ενδιαφέρον για την πρόοδο και το στάδιο που βρισκόταν η αγωγή στο διάστημα των 5 μηνών που μεσολάβησε από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν, και (ε) η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και σκοπό έχει να καθυστερήσει στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης. Την Ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Α. Δουκανάρη (στο εξής «ο ομνύοντας στην Ένσταση»), ο οποίος, ως αναφέρει, είναι υπάλληλος της Ενάγουσας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί σε αυτήν. Μέσω της εν λόγω ένορκης δήλωσης, ο ομνύοντας στην Ένσταση, στην ουσία, επαναλαμβάνει, πλέον όμως πιο λεπτομερώς και με επιχειρήματα, τους λόγους ένστασης. Ακροαματική Διαδικασία Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Νομική Πτυχή Θεμελιακή βάση της υπό κρίση Αίτησης, αποτελεί η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Με δεδομένο ότι με την υπό κρίση Αίτηση και το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ότι η εκδοθείσα απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπόταν και τούτη παραμερίζεται ex debito justitiae, ήτοι δικαιωματικά χωρίς να παρέχεται ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247 και Ηλία Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση 413/2011, ημερ. 3.2.2017), η νομική πτυχή η οποία θα παραταθεί κατωτέρω, αφορά τις περιπτώσεις όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο Αιτητής παρουσιάζει, μέσω της ένορκης του δήλωσης, εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επίσης εξηγεί το λόγο που άφησε την υπόθεση να προχωρήσει στην απουσία του. Η εξουσία που παρέχεται από την Δ.17 θ. 10 στο Δικαστήριο για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι διακριτική. Στα πλαίσια άσκησης αυτής της διακριτικής εξουσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει ουσιαστικά να ισοζυγίσει δύο θεμελιώδεις παράγοντες για την απονομή της δικαιοσύνης, αφενός την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και, αφετέρου, την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση των διαδικαστικών διαδικασιών, η οποία είναι συνυφασμένη με, τον εξίσου σημαντικό παράγοντα για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας (βλ. Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 CLR 204). Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί, ώστε η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος του. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, οι οποίες έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία. Απαύγασμα της σχετικής νομολογίας είναι ότι, πρωταρχικής σημασίας, για να πετύχει ο Αιτητής τον παραμερισμό απόφασης, είναι κατά πόσο έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του, ώστε να του δοθεί του δικαίωμα να την προβάλει. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του Αιτητή είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Η, χωρίς ουσιαστικό λόγο, παράλειψη του Εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί, βάσιμα, να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του (βλ. μεταξύ άλλων Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204, Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 36, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736). Όσον αφορά το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, έχει νομολογιακά αποφασιστεί ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα, χωρίς να προχωρά σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Ζήνωνα Μερκή (ανωτέρω) Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094). Στην υπόθεση Φυλακτού (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων τίθενται ενώπιον του, στο στάδιο εξέτασης της αίτησης παραμερισμού, καθότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει στοιχεία που αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή την θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Θα πρέπει, δηλαδή να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω (βλ. Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 2118 και Καλλής v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 AAΔ 793). Στην αγγλική υπόθεση Alpine Bulk Transport Co Inc v. Saudi Eagle Shipping Co Inc [1986] 2 Lloyd's rep. 221 CA, αναφορικά με το τι συνιστά «συζητήσιμη υπεράσπιση», υποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπιση που προβάλλει έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας (real prospect of success) και να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (must carry some degree of conviction). Ως δε λέχθηκε στην Πατούρης, η υπεράσπιση, ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας, όταν είναι λογικοφανής, βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη, ενώ όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται. Πέραν όμως του ζητήματος της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο Αιτητής πρέπει, επίσης, να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1(Α) ΑΑΔ 364 αναφέρθηκε ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. επίσης Φυλακτού (ανωτέρω)). Επομένως, η ανεξήγητη αργοπορία, είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Φυλακτού, Miluca Motor Trading Ltd, Φραντζής (ανωτέρω)). Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Κατ' αρχάς σημειώνω ότι, ως έχω προαναφέρει, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δεν αμφισβητείται ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής έχει δεόντως επιδοθεί στον Αιτητή και επομένως δεν τίθεται ζήτημα κακής επίδοσης αυτού. Το μόνο που αναφέρει ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, είναι ότι θεωρούσε ότι η πιο πάνω αγωγή είχε επιδοθεί και στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, ως η συνήθης πρακτική, χωρίς όμως να αμφισβητεί την ορθότητα και/ή νομιμότητα της επίδοσης της αγωγής σε αυτόν. Επομένως, το Δικαστήριο, εν προκειμένω, θα περιοριστεί στην εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία για παραμερισμό απόφασης, ήτοι, αν έχει αποδειχθεί, στη βάση της ενώπιον του μαρτυρίας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και, κατά πόσο ο Αιτητής αιτιολόγησε επαρκώς τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο, ως επίσης και το κατά πόσο έλαβε εγκαίρως μέτρα για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης Αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, είναι η θέση του ομνύοντα στην Αίτηση ότι τα επίδικα τιμολόγια, δεν αφορούν τιμολόγια για τις προσφορές που κατακυρώθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση από τον Αιτητή, ούτε και τούτα είναι καταχωρημένα στα σχετικά μητρώα που τηρεί ο Αιτητής. Αντιθέτως, είναι η συναφής του θέση ότι, από το μητρώο συμβολαίων που τηρείται στον Αιτητή, έχουν εντοπιστεί όλες οι εργασίες οι οποίες έχουν διεκπεραιωθεί βάσει των προσφορών που έχουν κατακυρωθεί στην Καθ' ης η Αίτηση και δεν περιλαμβάνονται οι κατ' ισχυρισμόν εργασίες που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι, η συνεργασία μεταξύ του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση, αφορούσε γενικά την προμήθεια, διάστρωση και συμπίεση ασφαλτικού σκυροδέματος, σύμφωνα με τους γενικούς όρους και τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις που υπογράφτηκαν, μεταξύ των μερών, κατά την επίδικη περίοδο. Επομένως, ισχυρίζεται ότι ο όποιος ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση ότι πωλούσε εμπορεύματα στον Αιτητή, και δη στην Επαρχία Λευκωσίας, κατά την επίδικη περίοδο, δεν ισχύει. Είναι, επίσης, η θέση του, ότι από έρευνα που έγινε στους διοικητικούς φακέλους που τηρεί ο Αιτητής, διαπιστώθηκε ότι κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, υπογράφτηκαν συνολικά 7 συμβάσεις μεταξύ του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση, τις οποίες καταγράφει στην ένορκη του δήλωση, μεταξύ των οποίων, και οι συμβάσεις που αφορούν τις προσφορές με αρ. 32/2007 και 13/2208, τις οποίες, τα επίδικα τιμολόγια κατ' ισχυρισμόν, αφορούν. Είναι δε η συναφής του θέση ότι σε σχέση με το έτος 2007, δεν έχει εντοπιστεί, στο μητρώο πληρωμών που τηρεί ο Αιτητής (βλ. Τεκμήριο 4 στην Αίτηση), η καταχώρηση τιμολογίου, για το ποσό των €20.950,51, ενώ όλες οι πληρωμές που έγιναν προς την Καθ' ης η Αίτηση κατά το εν λόγω έτος, φαίνονται αναλυτικά στο εν λόγω Τεκμήριο 4, από όπου φαίνεται να της καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €613.976,
  1. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι σε ότι αφορά το έτος 2008, στο οποίο εμπίπτει η προσφορά με αρ. 13/2008, από το μητρώο συμβολαίων (Τεκμήριο 5 στην Αίτηση) δεν φαίνεται να εντοπίζονται τα επίδικα τιμολόγια. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι στις 13.10.2009, η Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε επιστολή στον Αιτητή, με την οποία ζήτησε την επιστροφή της κράτησης, συνολικού ποσού €136.126,77 (βλ. Τεκμήριο 6 στην Αίτηση), για τα δύο συμβόλαια που αφορούν τις προσφορές με αριθμούς 32/2007 και 13/2008 και ότι για να πραγματοποιηθεί η επιστροφή κράτησης ενός συμβολαίου, προϋποθέτει ότι, όλα τα ενδιάμεσα τιμολόγια που υπέβαλε η Καθ' ης η Αίτηση στον Αιτητή, είχαν πληρωθεί. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ομνύοντα στην Αίτηση ότι, ο τότε πολιτικός μηχανικός του Αιτητή, ζήτησε την αποδέσμευση της κράτησης (βλ. Τεκμήριο 7 της Αίτησης) και κατόπιν αριθμητικής διόρθωσης, το λογιστήριο του Αιτητή, κατέβαλε στην Καθ' ης η Αίτηση το ποσό των €136.116,67 (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), ως επιστροφή κράτησης (βλ. Τεκμήριο 8) για τα συμβόλαια που αφορούσαν τις πιο πάνω προσφορές. Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση του, ότι ο Αιτητής ουδέποτε οχλήθηκε, προηγουμένως, από την Καθ' ης η Αίτηση για τα επίδικα τιμολόγια, παρά το ότι τούτα αφορούν την χρονική περίοδο 2007-2009, ενώ το όποιο αγώγιμο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με αυτά, έχει παραγραφεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι η θέση του ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Αντίθετη, βεβαίως, είναι η θέση του ομνύοντα στην Ένσταση, ο οποίος υποστήριξε ότι ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, εφόσον τα όσα αναφέρει ο ομνύοντας στην Αίτηση περί του ότι το τιμολόγιο για το ποσό των €20.950,51 (το οποίο αντιστοιχεί σε ΛΚ 12.261,76) δεν έχει εντοπιστεί, τούτο φαίνεται να είναι καταχωρημένο στη σελ. 5 του Τεκμηρίου 4 (επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση), το οποίο είναι το μητρώο πληρωμών του Αιτητή προς την Καθ' ης η Αίτηση, για το έτος
  2. Πέραν τούτου, διαφωνεί με τη θέση της πλευράς του Αιτητή ότι για να επιστραφεί η κράτηση των συμβολαίων, δεν υπήρχαν εκκρεμή τιμολόγια και, κατά τον ίδιο, η κράτηση που επιστράφηκε, δεν αφορούσε τα επίδικα τιμολόγια, κάποια εκ των οποίων δεν είναι καταχωρημένα στο μητρώο πληρωμών του Αιτητή (Τεκμήριο 4 της Αίτησης). Επίσης, διαφωνεί με τον ισχυρισμό της πλευράς του Αιτητή, ότι η συνεργασία του με την Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε να κάνει με την πώληση και παράδοση εμπορευμάτων και αναφέρει ότι η μεταξύ τους συνεργασία αφορούσε, μεταξύ άλλων, και μόνο, προμήθεια χωρίς τοποθέτηση. Τέλος, ισχυρίζεται ότι, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς εκ μέρους του Αιτητή, υπήρχε συνεχής επικοινωνία, μαζί με λειτουργούς του Αιτητή, για τις επίδικες οφειλές, ενώ είχαν σταλεί και οι επιστολές που αποτελούν το Τεκμήριο 6 στην Ένσταση. Στη βάση της Φυλακτού (ανωτέρω), είναι εμφανές ότι το έργο του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης, δεν είναι να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του, αλλά πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στο πλαίσιο εξέτασης του κατά πόσο ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, από τα ενώπιον μου στοιχεία και έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί εκ μέρους του Αιτητή, κρίνω ότι εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση από μέρους του, η οποία θα μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποφαίνομαι ως προς την τύχη της. Και τούτο διότι, πέραν από το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση, ο Αιτητής, με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, εύλογα και γνήσια αμφισβητεί τα επίδικα τιμολόγια που αναφέρει η Καθ' ης η Αίτηση στην αγωγή της. Συναφώς, σημειώνεται ότι η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, δεν αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο (τουναντίον, ρητώς παραδέχεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση της) ότι οι προσφορές που κατακυρώθηκαν σε αυτήν και για τις οποίες υπογράφηκαν σχετικές συμβάσεις κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, μεταξύ της και του Αιτητή, είναι αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 15(β) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, μεταξύ των οποίων και οι προσφορές υπ' αρ. 32/2007 και 13/2008, τις οποίες αφορούν τα επίδικα τιμολόγια. Επιπρόσθετα, τα πλείστα επίδικα τιμολόγια, στη βάση των οποίων εκδόθηκε η υπό παραμερισμό απόφαση, δεν περιλαμβάνονται είτε στο μητρώο πληρωμών του Αιτητή (Τεκμήριο 4 στην Αίτηση), είτε στο μητρώο συμβολαίων στο οποίο αναφέρονται οι εργασίες αναφορικά με την προσφορά με αρ. 13/2008 (Τεκμήριο 5 στην Αίτηση). Όσον δε αφορά στο Τεκμήριο 4 (στην Αίτηση), και παρά τις όποιες αντίθετες θέσεις προβάλλει η Καθ' ης η Αίτηση, τούτη (η Καθ' ης η Αίτηση), αποδέχεται ότι το τιμολόγιο για το ποσό των €20.950,51 συγκαταλέγεται στο εν λόγω Τεκμήριο 4, χωρίς να αμφισβητεί ή να προβάλλει οποιαδήποτε αντίθετη θέση ότι τα εκεί αναφερόμενα τιμολόγια, ως ο Αιτητής αιτιάται, έχουν πληρωθεί/εξοφληθεί. Εξάλλου, βάσει των όσων αναφέρει ο ομνύοντας στην Αίτηση, προκύπτει, από το εν λόγω Τεκμήριο 4, ότι καταβλήθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση το συνολικό ποσό των €613.976,06, ισχυρισμό, που η Καθ' ης η Αίτηση όχι απλά δεν αμφισβητεί, αλλά, τουναντίον, εμμέσως αποδέχεται (βλ. παράγραφο 13(γ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση). Επίσης, και αυτό έχει τη σημασία του, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ως εκ της ιδιότητας του, ως Επάρχου Λάρνακας, εξουσία έχει να εκτελεί έργα μόνο στην εν λόγω επαρχία και ότι, κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατόν να υλοποιηθεί οποιοδήποτε μέρος των επίδικων συμφωνιών/ προσφορών στην Επαρχία Λευκωσίας, ως η Καθ' ης η Αίτηση προέβαλε για σκοπούς έκδοσης της υπό παραμερισμό απόφασης, στην ουσία δεν αμφισβητείται από πλευράς της τελευταίας, η οποία περιορίστηκε απλά στο να προβάλει τη θέση ότι μόνο μέρος των εκτελεσθεισών, από αυτήν, εργασιών αφορούσε σε τοποθέτηση ασφαλτικού σκυροδέματος, χωρίς καν να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό ως προς την Επαρχία που τούτες έγιναν[2]. Στη βάση όλων όσων αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω ότι ο Αιτητής έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, την οποία, ασφαλώς, θα πρέπει να του επιτραπεί να προβάλει, εφόσον εύλογα και γνήσια αμφισβητεί τα επίδικα τιμολόγια, ως επίσης και τις οφειλές που αναγράφονται σε αυτά, αλλά, επιπροσθέτως, προβάλλει, ευλόγως και ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Η συμπεριφορά του Εναγόμενου Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ακολούθως θα πρέπει να εξεταστεί και η δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι το κατά πόσον ο Αιτητής, εν προκειμένω, έχει κάποια καλή δικαιολογία για τη μη εμφάνιση του στην αγωγή, ως επίσης και κατά πόσο έχει επιδείξει καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, η οποία να ισοδυναμεί με περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 ΑΑΔ 28, όπου λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι το κατά πόσον ο Αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε ο Αιτητής μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, ήτοι την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης (βλ. επίσης David Charles Orams κ.ά. v. Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 ΑΑΔ 1402). Όσο και εάν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα από τα άλλα θέματα που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό απόφασης, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως εάν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και η απραξία του Αιτητή δεν συνιστά περιφρόνηση του συστήματος της απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, η απόφαση να παραμερίζεται. Επομένως, είναι σε ξεκάθαρες περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος από πλευράς του Αιτητή όπου η μη εμφάνιση του κρίθηκε ως αφ' εαυτής τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Εν προκειμένω, ως σημειώθηκε ανωτέρω, η αγωγή επιδόθηκε σε λειτουργό του Αιτητή στις 3.6.2022 και η απόφαση για την οποία ζητείται ο παραμερισμός, εκδόθηκε στις 12.10.
  1. Δηλαδή πέρασαν περί τους 5 μήνες από την επίδοση της αγωγής στον Αιτητή, μέχρι την έκδοση της ερήμην απόφασης εναντίον του. Εν προκειμένω, ο ομνύοντας στην Αίτηση αναφέρει ότι όταν, τον Ιούνιο του 2022, του στάληκε ο διοικητικός φάκελος της Καθ' ης η Αίτηση για να διερευνήσει το ζήτημα, εντόπισε στον εν λόγω φάκελο το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, το οποίο φαίνεται να αρχειοθετήθηκε από λειτουργό του Αιτητή. Είναι δε η θέση του ομνύοντα στην Αίτηση ότι καλόπιστα θεωρούσε ότι η αγωγή είχε παραληφθεί και από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, ως η συνήθης διαδικασία που γίνεται όταν τους επιδίδονται δικαστικά έγγραφα, πράγμα που, ως διαφάνηκε μεταγενέστερα, δεν έγινε και για αυτό δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, σημείωμα, που θεωρούσε ότι θα καταχωρείτο, εκ μέρους του Αιτητή, από τον Γενικό Εισαγγελέα. Είναι δε η περαιτέρω θέση του ότι, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και μέχρι τις 4.8.2022, υπήρχε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του ομνύοντα στην Αίτηση και των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση (βλ. Τεκμήριο 1 στην Αίτηση), από την οποία, ο πρώτος ζήτησε διάφορες διευκρινίσεις, μεταξύ των οποίων και την αρχική ονομασία της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας όταν της κατακυρώθηκαν οι προσφορές, ενώ, επίσης, ζήτησε αντίγραφα των επίδικων τιμολογίων, εφόσον τα στοιχεία που του είχαν σταλεί μέχρι τον Ιούλιο του 2022, ήταν ελλιπή. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο ομνύοντας στην Αίτηση, ότι όταν έλαβε τα εν λόγω στοιχεία, ανέφερε στους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση ότι θα προέβαινε σε έλεγχο τους και θα τους ενημέρωνε. Σημειώνω εδώ ότι, η Καθ' ης η Αίτηση δεν αρνείται, αλλά, τουναντίον, παραδέχεται ότι υπήρχε η εν λόγω επικοινωνία μεταξύ του Αιτητή και των δικηγόρων της[3]. Λόγω αυτής της επικοινωνίας που υπήρχε, είναι η συναφής θέση του ομνύοντα στην Αίτηση ότι είναι με μεγάλη του έκπληξη που, στις 25.10.2022, ενημερώθηκε, μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος των δικηγόρων της Καθ' ης η Αίτηση για την εκδοθείσα απόφαση. Χωρίς να παραγνωρίζω το αντιφατικό, ενδεχομένως, των πιο πάνω θέσεων από πλευράς του Αιτητή, ήτοι ότι, από τη μία θεωρούσε ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, και ότι τούτος είχε αναλάβει τον χειρισμό της υπόθεσης και την εκπροσώπηση του Αιτητή σε αυτήν, με την καταχώρηση σχετικού σημειώματος εμφάνισης, και, από την άλλη ότι, ο λόγος που δεν ανέμενε η πλευρά του Αιτητή ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα προχωρούσε σε περαιτέρω δικαστικά μέτρα εναντίον του ήταν ότι βρισκόταν μαζί με τους δικηγόρους της σε συνεχή επικοινωνία και συνεργασία, το γεγονός και μόνο ότι ο Αιτητής μέχρι και τις αρχές Αυγούστου του 2022 (βλ. Τεκμήριο 1 της Αίτησης) βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση, με σκοπό να λάβει διευκρινίσεις σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια, ούτως ώστε να διερευνήσει το ζήτημα και ενδεχομένως να κατέληγαν και σε κάποιο συμβιβασμό, αν στη βάση των στοιχείων αποδεικνύετο η κατ' ισχυρισμόν οφειλή[4], δεικνύει ότι δεν επέδειξε αδιαφορία για την υπόθεση που υπήρχε εναντίον του, αλλά, τουναντίον, προσπάθησε να επιλύσει τούτη. Αν και η συμπεριφορά του Αιτητή πόρρω απέχει από την ενδεδειγμένη και αναμενόμενη συμπεριφορά που πρέπει να επιδεικνύει ένας Εναγόμενος προς τον οποίο επιδίδεται μία αγωγή, εντούτοις, την ίδια στιγμή, ουδόλως, τούτη, μπορεί να χαρακτηριστεί ως περιφρονητική του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, ο χρόνος που διέρρευσε από τον έκδοση της απόφασης μέχρι και την προώθηση της υπό κρίση Αίτησης, δεν ξεπερνά τον ένα μήνα, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να ενήργησε με τη δέουσα σπουδή όταν έμαθε για την ύπαρξη της εκδοθείσας απόφασης εναντίον του, σπεύδοντας να ενημερώσει σχετικά το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και να προχωρήσει στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Επομένως, κρίνω ότι η συμπεριφορά του Αιτητή, δεν καταδεικνύει από μέρους του αδικαιολόγητη αδιαφορία για την εναντίον του διαδικασία, ούτε, υπό τις περιστάσεις, προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του. Κατάληξη Στη βάση όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να παραμερίσω την εκδοθείσα απόφαση ημερ. 12.10.
  2. Ως εκ τούτου, η εκδοθείσα απόφαση ημερ. 12.10.2022 παραμερίζεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα που χάνονται λόγω της παράλειψης του Εναγόμενου-Αιτητή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εγκαίρως, τούτα θα είναι στην πορεία της αγωγής, αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση. Σε ότι αφορά τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης, με δεδομένο ότι έναυσμα για την καταχώρηση της, αποτέλεσε η παράλειψη του Εναγόμενου-Αιτητή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εγκαίρως, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου-Αιτητή, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος να προχωρήσει στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εντός 15 ημερών από σήμερα και κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. (Υπογρ.)............ Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. το αιτητικό της παραγράφου (Β) της υπό κρίση Αίτησης. [2] Βλ. παράγραφο 13(α) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση. [3] βλ. παράγραφο 10 την ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση. [4] Βλ. παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.