← Κύπρος

ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αγωγή αρ.: 4796/2015, 21/8/2023

ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Αγωγή αρ.: 4796/2015, 21/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ.: 4796/2015 Μεταξύ: ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Ενάγουσα -και- ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΥΛΑΚΤΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 21 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Κ. Γεωργιάδου για Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Μ. Πανταζή για Κούσιος, Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, καθώς επίσης και με την ανταπαίτηση που η Εναγόμενη προωθεί στα πλαίσια της, αμφότερες οι διάδικοι, επωμίζοντας έκαστη ευθύνη στην άλλη, για επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 21.6.2015 στο Ίδρυμα Στέγη Ηλικιωμένων «Αγ. Μαρίνα» (στο εξής «το Ίδρυμα»), επιζητούν αποζημιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστηκαν ένεκα του επίδικου συμβάντος, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για απώλεια μισθών και/ή μελλοντικών απολαβών συνεπεία της απόλυσης τους από τον κοινό εργοδότη τους. Οι εκδοχές των διαδίκων στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών τους Προτού προχωρήσω να παραθέσω την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να καταγράψω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των δύο πλευρών.

(1)Η εκδοχή της Ενάγουσας Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας, αυτή εργαζόταν στο Ίδρυμα ως νοσηλεύτρια με μερική απασχόληση. Στις 21.6.2015 και ενώ η ίδια και η Εναγόμενη εργάζονταν στο Ίδρυμα, η τελευταία της επιτέθηκε στην παρουσία τρίτων προσώπων, προκαλώντας της κάκωση στην αριστερή κροταγογναθική. Ένεκα του εν λόγω περιστατικού, η Ενάγουσα μετέβη στο Απολλώνιο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, όπου προέβη σε ακτινογραφία, της χορηγήθηκε αγωγή και της συστήθηκε ανάπαυση τριών ημερών. Ακολούθως, προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία για το εν λόγω περιστατικό, ένεκα του οποίου τόσο η ίδια, όσο και η Εναγόμενη, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από τον κοινό εργοδότη τους, ο οποίος εν τέλει τις απέλυσε. Συνεπεία τούτου, η Ενάγουσα απώλεσε τον μισθό της από το Ίδρυμα, ενώ υπέστη, επίσης, σωματική και ψυχική ταλαιπωρία ένεκα του τραυματισμού της. Στη βάση επίσης των δικογραφημένων ισχυρισμών της, η ίδια είχε ακούσει από τρίτα άτομα ότι η Εναγόμενη την κατηγορούσε σε συναδέλφους της, για θέματα που αφορούσαν την εργασία της, και ήθελε να εξηγηθεί μαζί της[1], πράγμα που οδήγησε σε συζήτηση με έντονο ύφος κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου συμβάντος, η οποία ξεκίνησε στην τουαλέτα του Ιδρύματος και συνεχίστηκε σε ένα μικρό σαλονάκι, ενώ μετέπειτα η Εναγόμενη την κτύπησε, με τη γροθιά της, δύο φορές στο αριστερό μάγουλο, με αποτέλεσμα να υποστεί τον πιο πάνω ισχυριζόμενο τραυματισμό. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι για να αμυνθεί από τις γροθιές της Εναγόμενης, έβαλε το χέρι της στο πρόσωπο της, ενώ τρίτα άτομα που ήταν παρόντα, την τράβηξαν πίσω για να την προστατεύσουν από την Εναγόμενη. Αρνείται δε η Ενάγουσα ότι επιτέθηκε στην Εναγόμενη ή ότι της προκάλεσε οποιαδήποτε σωματική βλάβη και/ή ζημιά.
(2)Η εκδοχή της Εναγόμενης Κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, αυτή εργαζόταν στο Ίδρυμα ως φροντίστρια για 24 χρόνια. Κατά τον επίδικο χρόνο, ζήτησε από την υπεύθυνη βάρδιας ακόμα ένα άτομο και/ή νοσηλευτή για να συμπληρώσει την ομάδα της, με την υπεύθυνη βάρδιας να δίδει οδηγίες στην Ενάγουσα για τούτο. Όταν η Ενάγουσα την εντόπισε, την εξύβρισε και/ή την απείλησε ότι θα της κάνει κακό, φώναζε και/ή κουνούσε απειλητικά τα χέρια της και επιτέθηκε σε αυτήν, προκαλώντας της φόβο ότι θα την κτυπούσε, ενώ της προκάλεσε εκδορά κάτω από το δεξί μάτι, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να προσπαθήσει, αμυνόμενη, να απωθήσει την Ενάγουσα. Στην προσπάθεια της αυτή, ήρθε σε επαφή με την Ενάγουσα. Ακροαματική διαδικασία Σημειώνεται ότι για σκοπούς απόδειξης της αγωγής της, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο η Ενάγουσα, ενώ για σκοπούς αναχαίτησης της αγωγής και προώθησης της ανταπαίτησης, κατέθεσε μόνο η Εναγόμενη. Κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 6 τεκμήρια. Κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα Προτού προχωρήσω να παραθέσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, σημειώνω ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι συνεπεία του επίδικου συμβάντος, η Ενάγουσα υπέστη κάκωση στην αριστερή κροταγογναθική, ως εύρημα γιατρού που την εξέτασε μετά το επεισόδιο[2]. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι οι διάδικοι ήταν εργοδοτούμενες στο Ίδρυμα, η μεν Ενάγουσα ως νοσηλεύτρια με μερική απασχόληση, ενώ η Εναγόμενη ήταν φροντίστρια, και εργοδοτείτο ως μόνιμο προσωπικό. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι και οι δύο, την ημέρα του επίδικου συμβάντος, εργάζονταν στην πρωινή βάρδια, η οποία, κατά την αλλαγή της, ενωνόταν με την απογευματινή βάρδια για σκοπούς βοήθειας σίτισης, αλλαγής πάνας και μεταφοράς των ηλικιωμένων στους θαλάμους τους και/ή από ένα σημείο σε άλλο εντός του Ιδρύματος, για σκοπούς ξεκούρασης τους. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι μέρος των καθηκόντων αμφοτέρων των διαδίκων ήταν να επιλαμβάνονται των αναγκών των ηλικιωμένων προσώπων που διέμεναν στο Ίδρυμα. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, και σε χρόνο που θα γινόταν η αλλαγή της πρωινής βάρδιας, η υπεύθυνη βάρδιας, ζήτησε από την Ενάγουσα, μολονότι είχε τελειώσει η βάρδια της, να μεταβεί στο μέρος του Ιδρύματος που βρισκόταν η Εναγόμενη και να τη βοηθήσει. Τέλος, αποτελεί κοινό τόπο ότι επήλθε κάποιο συμβάν μεταξύ των διαδίκων. Μέρος αυτού, ήταν το χέρι της Εναγόμενης να έρθει σε επαφή[3] με το πρόσωπο της Ενάγουσας και να προκαλέσει τον ανωτέρω αναφερόμενο τραυματισμό της τελευταίας. Όλα τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο. Μαρτυρία Μαρτυρία Ενάγουσας Στη βάση της μαρτυρίας της Ενάγουσας και γενικότερα της εκδοχής της, την συγκεκριμένη μέρα και ενώ της ζητήθηκε να βοηθήσει την Εναγόμενη, σε χρόνο μετά που τελείωσε η βάρδια της, η ίδια, μολονότι θεωρούσε ότι αυτό δεν θα έπρεπε να της ζητηθεί, εντούτοις υπάκουσε στην εντολή που της δόθηκε από την υπεύθυνη βάρδιας και πήγε στο θάλαμο και/ή στο μέρος του Ιδρύματος που βρισκόταν η Εναγόμενη, για να βοηθήσει τους εκεί ηλικιωμένους για την αλλαγή της πάνας τους και για να ξαπλώσουν. Εντελώς απρόκλητα, ως χαρακτηριστικά η ίδια ανέφερε, «ήρθε μου που το πουθενά»[4], «εγώ προσωπικά δεν ήξερα από που θα δεχόμουν το κτύπημα»[5], η Εναγόμενη την κτύπησε, με μπουνιά, δύο φορές, στο αριστερό μέρος του προσώπου της, στη κάτω γνάθο. Η ίδια δεν αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο, αλλά στάθηκε μπροστά της τρίτο πρόσωπο-φροντίστρια, που ήταν παρούσα κατά το συμβάν, για να την προστατέψει και την τράβηξε προς τα πίσω για να μην την ξανακτυπήσει η Εναγόμενη. Ακολούθως, επισκέφτηκε το Απολλώνιο Ιδιωτικό Νοσοκομείο όπου και διαπιστώθηκε ο τραυματισμός που αναφέρθηκε ανωτέρω[6]. Αντεξεταζόμενη αναφορικά με το επίδικο συμβάν και των συνθηκών που οδήγησαν σε αυτό, παρά τις σχετικές ερωτήσεις που της τέθηκαν, η ίδια επέμεινε στο ότι η Εναγόμενη εντελώς απρόκλητα την κτύπησε και ότι δεν είχε προηγηθεί οτιδήποτε μεταξύ τους. Μαρτυρία Εναγόμενης Κατά την Εναγόμενη, ενώ αυτή βρισκόταν στο θάλαμο ανδρών του Ιδρύματος, κατά την αλλαγή της πρωινής βάρδιας, και επειδή δεν πήγε κανείς από την απογευματινή βάρδια να τους βοηθήσει, ζήτησαν από την υπεύθυνη βάρδιας ακόμα ένα άτομο για να συμπληρώσει και να βοηθήσει την ομάδα τους. Η υπεύθυνη βάρδιας ζήτησε από την Ενάγουσα να πράξει τούτο, με την τελευταία, μόλις αντίκρισε την Εναγόμενη να αρχίσει να της φωνάζει. Η Εναγόμενη την αγνόησε, προχώρησε να φύγει, επειδή ήθελε να σταματήσει η Ενάγουσα να της φωνάζει και ήθελε να αποφύγει τον καβγά, και προχώρησε στο μικρό σαλονάκι του Ιδρύματος όπου η Ενάγουσα την τράβηξε από τον ώμο, με σκοπό να την γυρίσει προς το μέρος της, και όταν γύρισε, η Ενάγουσα την γρατσούνισε στο πρόσωπο και την έφτυσε. Η Εναγόμενη, στην προσπάθεια της να αποκρούσει την επίθεση που δέκτηκε, γύρισε το χέρι της, το οποίο ήρθε σε επαφή με το πρόσωπο της Ενάγουσας, προκαλώντας της έτσι τον τραυματισμό που αναφέρθηκε ανωτέρω. Νομική Πτυχή Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της επίθεσης όπως προκύπτουν από το άρθρο 26[7] του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 είναι τα ακόλουθα:
(1)Η χρήση βίας. Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1), σελ. 92-94, αναφέρεται ότι το αδίκημα της επίθεσης περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινοδικαίου, ήτοι της απειλής χρήσης βίας (assault) και της εφαρμογής βίας (battery). Όσον αφορά τη χρήση βίας, αναφέρεται ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά), είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι το άρθρο 26
(2)αναφέρει και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας.
(2)Η ύπαρξη πρόθεσης. Απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης άσκησης βίας κατά του προσώπου άλλου. Όπου όμως η χρήση βίας είναι αποτέλεσμα αμελούς πράξης, τότε η βάση αγωγής θα πρέπει να είναι αμέλεια και όχι επίθεση (βλ. Wilson v. Pringle
(1982)2 All ER 440 και Rasid v. Braybrook
(1972)8 JSC 1082). Η πρόθεση εμπεριέχει την συνειδητοποίηση (advertence) στο μυαλό του εναγόμενου για την συμπεριφορά του και τις συνέπειές της, μαζί με επιθυμία για την έλευση των συνεπειών αυτών. Στην υπόθεση DPP v. Smith
(1961)AC 290 αποφασίστηκε ότι, ένας διάδικος θα πρέπει να θεωρείται ότι είχε την πρόθεση, αν αυτό που απορρέει από την πράξη του είναι η αναγκαία ή φυσική συνέπεια αυτού που πράττει.
(3)Η απουσία της συναίνεσης του άλλου προσώπου. Το αστικό αδίκημα της επίθεσης διαπράττεται μόνο όπου δεν υπάρχει η συναίνεση του προσώπου το οποίο είναι ο δέκτης της βίας ή εάν τέτοια συναίνεση λήφθηκε κατόπιν απάτης ή απειλής. Επίσης, στο πιο πάνω σύγγραμμα αναφέρεται ότι για την επίθεση γενικά, δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 26
(2)του Κεφ. 148, για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο (βλ. μεταξύ άλλων C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2η έκδοση, των Ηλιάδη και Σάντη (σελ.135): «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δυο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.616, Φώτσιου v Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172), με αναφορά και στη δικογραφία (S Pavlou & Sons Constructions Ltd και Άλλου v. Θεοδώρου, ΠΕ 199/10, ημ. 6.7.15). [.] Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία [.].». Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 329), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της, είτε μέρος αυτής (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ενάγουσα Η Ενάγουσα δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, προσπάθησε με κάθε τρόπο να επωμίσει όλη την ευθύνη για το επίδικο περιστατικό στην Εναγόμενη. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια της να αποφύγει να παραδεκτεί συγκεκριμένα γεγονότα, καθώς επίσης και να εκφεύγει σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, με σκοπό ακριβώς να μην επωμιστεί η ίδια καμία ευθύνη για το εν λόγω περιστατικό. Τέλος, η μαρτυρία της παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, ενώ σε σημεία της συγκρούεται με την κοινή λογική αλλά και την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Προς επίρρωση της ήδη πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της Ενάγουσας, σημειώνω τα ακόλουθα. Η βασική θέση της Ενάγουσας η οποία καταγράφηκε ανωτέρω, που θέλει την Εναγόμενη, εντελώς απρόκλητα, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από αυτήν, να της επιτίθεται, ενώ η ίδια (η Ενάγουσα) να υπακούει στην εντολή που της δόθηκε από την υπεύθυνη βάρδιας (χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο να αντιδρά και να στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης), εν απουσία οποιουδήποτε ισχυρισμού, από οποιαδήποτε πλευρά, ότι οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε εχθρότητα ή διαφορά από οποιοδήποτε προηγούμενο περιστατικό, συγκρούεται με την κοινή λογική. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η Ενάγουσα όχι μόνο δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ποια ήταν η αιτία των πράξεων της Εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά ούτε καν υπό τη μορφή υποβολών έθεσε στην Εναγόμενη οποιαδήποτε αιτία για τις πράξεις της αυτές. Πέραν όμως τούτου, είναι έκδηλο ότι, αυτή η βασική εκδοχή της, δεν στέκει στην κοινή λογική, εφόσον σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, σε πλήρη σύγκρουση με αυτή τη βασική εκδοχή της, η ίδια η Ενάγουσα, παρουσιάζει τον εαυτό της να λαμβάνει μέρος σε μία έντονη συζήτηση με την Εναγόμενη[8], η οποία έλαβε χώρα στο σημείο που τοποθετεί τελικά την επίθεση της Εναγόμενης προς αυτήν, δηλαδή να είχε προηγηθεί τούτη (η έντονη συζήτηση) της οποιασδήποτε επιθετικής συμπεριφοράς αποδίδεται στην Εναγόμενη. Τονίζω στο σημείο αυτό ότι ουδεμία εξήγηση έδωσε η Ενάγουσα, είτε κατά την κυρίως εξέταση της, είτε αντεξεταζόμενη, ως προς το τι αφορούσε η εν λόγω συζήτηση, ποιος ο λόγος να δημιουργηθεί τριβή μεταξύ των διαδίκων, τι διαμείφθηκε μεταξύ της και της Εναγόμενης στα πλαίσια αυτού του επεισοδίου και στο τι ακριβώς αυτό αφορούσε. Και τούτο, παρά τη δικογραφημένη θέση της ότι υπήρχε έντονη συζήτηση μεταξύ της και της Εναγόμενης, η οποία ήταν το αποτέλεσμα της πρόθεσης της να εξηγηθεί με την Εναγόμενη ως προς τους λόγους που η τελευταία την κατηγορούσε σε συναδέλφους της για θέματα που αφορούσαν την εργασία της[9], θέση η οποία εν τέλει δεν προωθήθηκε κατά την μαρτυρία της Ενάγουσας. Επιμένοντας μάλιστα η Ενάγουσα, αντεξεταζόμενη, σε πλήρη σύγκρουση με τους εν λόγω δικογραφημένους της ισχυρισμούς, στην βασική της εκδοχή ότι εντελώς απρόκλητα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία δέχτηκε επίθεση από την Εναγόμενη. Όπως δε χαρακτηριστικά ανέφερε η Ενάγουσα, σε ερώτηση της συνηγόρου της Εναγόμενης εάν είπε οτιδήποτε στην Εναγόμενη όταν έφτασε στις τουαλέτες των ανδρών, «Πήγα για να κάνω τη δουλειά μου μόνο, τίποτε άλλο και δέχτηκα μια επίθεση [.]»[10]. Στη βάση των πιο πάνω παρατηρήσεων μου, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία της Ενάγουσας για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το όλο επίδικο περιστατικό, αλλά πολύ περισσότερο ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο τραυματισμός της, για τον οποίο προωθεί την παρούσα αγωγή. Εναγόμενη Σε γενικές γραμμές, η Εναγόμενη μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της διακατέχεται από αμεσότητα, συνοχή και ήταν χωρίς υπεκφυγές, ενώ δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Παρά την αντίθετη θέση που προβάλλεται από τη συνήγορο της Ενάγουσας, η μαρτυρία της δεν παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Οι όποιες, ομολογουμένως υπαρκτές, αντιφάσεις της μαρτυρίας της, σε σύγκριση κυρίως με το περιεχόμενο της κατάθεσης που λήφθηκε από αυτήν, στα πλαίσια διερεύνησης ποινικής υπόθεσης εναντίον της για το ίδιο συμβάν (βλ. Τεκμήριο 6), με κάθε σεβασμό προς τη συνήγορο της Ενάγουσας, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ουσιώδεις. Εν πάση όμως περιπτώσει, η Εναγόμενη, βρέθηκε αντιμέτωπη, κατά την αντεξέταση της, με αυτές, και με πειστικό τρόπο εξήγησε γιατί αυτές παρουσιάζονται. Ως ειδικότερα ανέφερε αντεξεταζόμενη, σε ότι αφορά την όποια διαφορά υπάρχει στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β) που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, για τα όσα ισχυρίστηκε ότι της ανέφερε η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε σχέση με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 6), στη γραπτή της δήλωση αναφέρει με ποιο λίγα λόγια τα εν λόγω γεγονότα. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Είναι αλήθεια απλώς με πιο λίγα λόγια ας πούμε το συμβάν, δεν τα θυμούμαι όλα ακριβώς, αλλά τώρα που το διαβάζω είναι όμως αλήθεια αυτό της Αστυνομίας, δεν αλλάζει κάτι»[11]. Όσον δε αφορά την αναφορά της στο Τεκμήριο 6 ότι η Ενάγουσα την τράβηξε από τη ρόμπα, ενώ στην γραπτή της δήλωση αναφέρει ότι την τράβηξε από τον ώμο, με κάθε σεβασμό στους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Ενάγουσας, η λογική και μόνο λέει ότι στο σημείο του ώμου βρίσκεται και η ρόμπα που κάποιος φορά. Εν πάση όμως περιπτώσει και επί τούτου έδωσε εξήγηση η Εναγόμενη, ότι δεν ανέφερε επακριβώς, τα όσα ανέφερε στην Αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο, στη γραπτή της δήλωση που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία[12]. Ως δε ανέφερε κατά την επανεξέταση της, στο στάδιο ετοιμασίας της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Β) δεν είχε ενώπιον της την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατά τον δεδομένο χρόνο, κάτι που, εν πάση περιπτώσει, δεικνύει ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός στην μαρτυρία της και καταδεικνύει την γνησιότητα και την ειλικρίνεια της. Για να έκρινα την Εναγόμενη αναξιόπιστη, θα έπρεπε οι οποιεσδήποτε αντιφάσεις οι οποίες περιέχονται στην μαρτυρία της να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία της σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία της δεν είναι τέτοια. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι, μέρος της δικαιολογίας που, με πειστικό τρόπο, προώθησε, ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη, είναι ότι και η πάροδος του χρόνου είχε και αυτή τη σημασία της στο να μην θυμάται επακριβώς τα ακριβή λόγια που της είπε η Ενάγουσα, όπως τα θυμόταν και τα ανέφερε στην Αστυνομία κατά το χρόνο της κατάθεσης της (Τεκμήριο 6). Σε ότι δε αφορά τη μαρτυρία της ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες επήλθε το όλο περιστατικό, την επιθετική συμπεριφορά που αμφότερες οι διάδικοι ενδεχομένως επέδειξαν και τις συνθήκες υπό τις οποίες το έπραξαν, η Εναγόμενη ήταν σταθερή στις απαντήσεις της, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις, ενώ η μαρτυρία της συμβαδίζει πλήρως τόσο με τις δικογραφημένες θέσεις της, όσο και με την περιγραφή που έδωσε κατά την κατάθεση της στην Αστυνομία, που ήταν σε χρόνο λίγο μετά το περιστατικό όπου τα πράγματα ήταν πιο φρέσκα, αλλά και με την κοινή λογική. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία της Εναγόμενης στο σύνολο της. Σε ότι αφορά το επιχείρημα της συνηγόρου της Ενάγουσας στην αγόρευση της, ότι από την μαρτυρία που προσέφερε η Ενάγουσα διαφαίνεται ότι για το επίδικο περιστατικό καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις vice versa εναντίον των δύο διαδίκων, με την Ενάγουσα να αθωώνεται (βλ. Τεκμήριο 2) και την Εναγόμενη να καταδικάζεται, παρά το ότι το ζήτημα αυτό δεν απασχολεί το Δικαστήριο και δεν θα πρέπει να το απασχολήσει, παρά ταύτα, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι οποιεσδήποτε αναφορές έχουν γίνει σε σχέση με τις εν λόγω ποινικές υποθέσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τις λάβει υπόψιν. Και τούτο διότι, πρώτον, ενώ μαρτυρία για καταδίκη μετά από παραδοχή είναι αποδεκτή, τούτο δεν ισχύει σε περίπτωση που η καταδίκη είναι αποτέλεσμα απόφασης του Δικαστηρίου μετά από ακρόαση (βλ. Hollington v. Hewthorn [1943] 2 All E.R. 35), όπως φαίνεται να ήταν, εν προκειμένω, σε ότι αφορά την καταδίκη της Εναγόμενης[13]. Και δεύτερον γιατί, δεν έχει τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιον του το Ποινικό Δικαστήριο, για να καταλήξει στην όποια σχετική κρίση του είτε για την αθώωση της Ενάγουσας, είτε για την καταδίκη της Εναγόμενης, έτσι ώστε να μπορεί να συνεκτιμηθεί με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, προβαίνω σε ανάλογα, με την μαρτυρία της Εναγόμενης, ευρήματα, ως προς τις περιστάσεις που επεσυνέβη το επίδικο περιστατικό. Έχοντας τα πιο πάνω ως δεδομένα, η παρούσα αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη, αφού τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου δεν στοιχειοθετούν τα συστατικά στοιχεία των νομικών βάσεων επί των οποίων αυτή εδράζεται, και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται. Όσον δε αφορά την ανταπαίτηση της Εναγόμενης, λαμβάνοντας υπόψιν τα ανωτέρω και με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, κρίνω ότι η Εναγόμενη έχει αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η Ενάγουσα διέπραξε εναντίον της το αστικό αδίκημα της επίθεσης. Συνεπώς, θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα των αποζημιώσεων που το Δικαστήριο νομιμοποιείται να επιδικάσει υπέρ της Εναγόμενης. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφ. 148, οποιοδήποτε πρόσωπο υφίσταται βλάβη λόγω αστικού αδικήματος, δικαιούται να αναζητήσει από τo πρόσωπο το οποίο διέπραξε ή ευθύνεται για το αστικό αδίκημα, τις θεραπείες τις οποίες το Δικαστήριο έχει εξουσία να χορηγήσει. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η συνήγορος της Εναγόμενης, ανέφερε στο Δικαστήριο[14] ότι, το ποσό που ανταπαιτεί η Εναγόμενη περιορίζεται στο ποσό των €5.200[15], που αφορά την απώλεια μισθών (καθαρές απολαβές) για την περίοδο των τεσσάρων
(4)μηνών που έμεινε εκτός εργασίας. Επομένως, δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε αξίωση της Εναγόμενης για γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία και/ή για παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά την αξίωση της Εναγόμενης για απόδοση σε αυτήν επαυξημένων και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στη σχετική, με το ζήτημα, νομολογία (βλ. Berengaria P. Papakokkinou and others v Princess Zena De Tyra Kanther
(1982)1 CLR 65, Λούκας Κωνσταντίνου ή Λουκας Κ. Μητα ν Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λιμιτεδ
(2003)1 ΑΑΔ 1952, Stassinos Investment and Finance Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 142/2013, απόφαση ημερ. 3.3.2020), εντελώς παρεμφερώς και μόνο, αναφέρω, ότι τούτες δεν θα μπορούσαν, εν προκειμένω, να αποδοθούν, εφόσον καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας, παράγοντας που πρέπει πάντα να συνυπολογίζεται όταν εξετάζεται ζήτημα επιδίκασης τέτοιων αποζημιώσεων. Ενόψει του ότι το αστικό αδίκημα της επίθεσης που έχει αποδειχθεί ότι διέπραξε η Ενάγουσα εναντίον της Εναγόμενης, είναι αγώγιμο per se, δηλαδή δεν απαιτείται απόδειξη ζημιάς, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, και παρά την εγκατάλειψη (από την Εναγόμενη) της θεραπείας των γενικών αποζημιώσεων για το εν προκειμένω αστικό αδίκημα, δικαιολογείται η επιδίκαση, εις βάρος της Ενάγουσας, ονομαστικών αποζημιώσεων ύψους €
  1. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018, στην παράγραφο 15-139: «Any trespass to the person, however slight, gives a right of action to recover at least nominal damages». Τώρα, και στο βαθμό που με την ανταπαίτηση, επιζητείται από την Εναγόμενη, αποζημίωση για απώλεια μισθών/ κερδών για περίοδο 4 μηνών, περίοδο κατά την οποία παρέμεινε εκτός εργασίας λόγω της απόλυσης της από το Ίδρυμα ένεκα του επίδικου περιστατικού, με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι η θεραπεία αυτή, εκφεύγει της λογικά προβλεπτής ζημίας (foreseeable damage) που θα νομιμοποιείτο το Δικαστήριο να επιδικάσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, η βάση της οποίας είναι το αγώγιμο δικαίωμα της επίθεσης. Ως σημειώθηκε στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 13th edition, p. 101, "It is submitted that the general position, as it has developed over the decade since the Wagon Mound was decided, is that, where the improbable, abnormal and unforeseeable factor in the situation, be it act, event or state of affairs, has already occurred at the time of the wrongful act, the Law will not hold the defendant liable for damage which though caused by him, is of a type which he could not reasonably have foreseen, but may nevertheless hold him liable, in the absence of subsequent factors, for damage occurring to an unforeseeable extent or arising in an unforeseeable manner, provided it is of a type which it could reasonably have foreseen[16]". Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την εκδοχή της Εναγόμενης και τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, η ίδια παρουσιάζεται ως το πρόσωπο το οποίο ήταν το θύμα του επίδικου περιστατικού και, δη, ότι η ίδια δεν ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο για αυτό. Κατά συνέπεια, αν η Εναγόμενη θεωρούσε ότι αδίκως απολύθηκε από τον εργοδότη της, προφανώς θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή της για αποζημιώσεις προς το πρόσωπο που αδίκως την απέλυσε. Εν προκειμένω, η διάπραξη του αστικού αδικήματος της επίθεσης από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, δεν καθιστά εύλογα προβλεπτό ότι, συνεπεία της παράνομης πράξης της Ενάγουσας, θα επέλθει η απόλυση και η απώλεια μισθών του αναίτιου μέρους (εδώ της Εναγόμενης) του επίδικου περιστατικού. Επομένως, βάσει του βασικού κανόνα (επιδίκασης αποζημιώσεων σε αστικά αδικήματα) ότι, το πρόσωπο που ζημιώνεται από την διάπραξη του αστικού αδικήματος, έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη, συνεπεία της διάπραξης από αυτόν του εν λόγω αστικού αδικήματος, η οποία ζημία εύλογα θα μπορούσε να προβλεφθεί (reasonable foreseeability of damage) από τον υπαίτιο κατά τον χρόνο διάπραξης του αστικού αδικήματος και δεν είναι απομακρυσμένη (βλ. μεταξύ άλλων, Overseas Tankship (UK) Ltd v Morts Dock and Engineering Co Ltd (The Wagon Mound No 1) [1961] AC 388, Heron II [1969] 1 AC 350), το παρόν Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να αποδώσει, στην Εναγόμενη, οποιαδήποτε θεραπεία για απώλεια μισθών ένεκα της απόλυσης της από τον εργοδότη της. Και τούτο διότι, τέτοια ζημία και/ή απώλεια, στη βάση των όσων εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν θα μπορούσε να είναι λογικά προβλεπτή από την Ενάγουσα (υπαίτιο μέρος) και είναι απομακρυσμένη, και κατά συνέπεια τυχόν απόδοση της θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον πιο πάνω βασικό κανόνα. Επιδίκαση τόκου Το ζήτημα του τόκου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  2. Υπάρχει δε επί του θέματος πλούσια νομολογία (βλ. ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Θεοφάνους v. Κουρουκλά
(2006)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό εξέταση περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε στις 21.6.2015, με την Ενάγουσα να καταχωρεί το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της, στις 8.10.2015, και την Εναγόμενη να καταχωρεί την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της, στις 25.5.
  2. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι η Εναγόμενη ολιγώρησε στην καταχώρηση της ανταπαίτησης της, και ως εκ τούτου κρίνω όπως οι αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 21.6.
  3. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος που είχε για να αποδείξει ότι η Εναγόμενη διέπραξε εναντίον της το αστικό αδίκημα της επίθεσης, και ως εκ τούτου η απαίτηση της εναντίον της Εναγόμενης απορρίπτεται. Σε ότι δε αφορά την ανταπαίτηση της Εναγόμενης, η Εναγόμενη κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε για να αποδείξει ότι η Ενάγουσα διέπραξε εναντίον της το αστικό αδίκημα της επίθεσης και ως εκ τούτου η ανταπαίτηση της εναντίον της Ενάγουσας επιτυγχάνει. Περαιτέρω, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, επιδικάζω, υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος (ήτοι την 21.6.2015). Τέλος, όσον αφορά το θέμα των εξόδων, με δεδομένο ότι ο κύριος λόγος της προώθησης της ανταπαίτησης, δεν ήταν η οποιαδήποτε αποζημίωση για τραύματα ή ταλαιπωρία ένεκα αυτών (επρόκειτο για επιπόλαιο τραύμα, για το οποίο η Εναγόμενη εγκατέλειψε την όποια θεραπεία επιζητούσε), αλλά για απώλεια μισθών λόγω της απόλυσης της Εναγόμενης από το Ίδρυμα, δηλαδή θεραπεία που εν τέλει δεν αποδόθηκε για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, και με δεδομένη την απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση είναι η κατάλληλη όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπογρ.)............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. [2] Βλέπε Τεκμήριο
  4. [3] Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι κατά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, η ενέργεια της αυτή οφειλόταν σε αυτοάμυνα. [4] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 19.10.2022, σελ. 4, γραμμές 9-
  5. [5] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 19.10.2022, σελ. 4, γραμμές 19-
  6. [6] Βλ. κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα. [7] Το άρθρο 26
(1)του Κεφ. 148 προνοεί τα εξής: «26.-
(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ». [8] Βλ. παράγραφο 13 του Εγγράφου Α (γραπτή δήλωση Ενάγουσας). [9] Βλ. παράγραφο 4.3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. [10] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 19.10.2022, σελ. 6, γραμμές 19-
  1. [11] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 8.11.2022, σελ. 5, γαμμές 6-
  2. [12] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 8.11.2022, σελ. 5, γραμμές 20-23: «Είπα σας εν πιο λίγα λόγια στην τελευταία που κατέθεσα, αλλά αυτή είναι η συγκεκριμένη αλήθεια και είναι το ίδιο, απλώς έβαλα το με πιο λίγα λόγια ας πούμε, δεν τα θυμούμαι όλα ακριβώς μετά που έχει 7 χρόνια, πόσα». [13] Η μόνη σχετική μαρτυρία είναι αυτή της Ενάγουσας, η οποία περιορίστηκε να αναφέρει ότι η Εναγόμενη καταδικάστηκε από το Ποινικό Δικαστήριο. [14] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 8.11.2022, σελ. 10-
  3. [15] Ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 12 της γραπτής δήλωσης της Εναγόμενης (Έγγραφο Β). [16] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.