← Κύπρος

Αναφορικά με τον ΚΥΡΙΑΚΟ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΠΑΤΤΙΧΗ ν. ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΕΝΤΑΦΙΑΝΟ, Αρ. Αίτησης (i-justice): 443/2022, 14/8/2023

Αναφορικά με τον ΚΥΡΙΑΚΟ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΠΑΤΤΙΧΗ ν. ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΕΝΤΑΦΙΑΝΟ, Αρ. Αίτησης (i-justice): 443/2022, 14/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αίτησης (i-justice): 443/2022 Αναφορικά με τον ΚΥΡΙΑΚΟ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΠΑΤΤΙΧΗ, τέως εκ Έξω Μετοχίου, αποβιώσαντα -και- ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΗΡΑΚΛΗ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΩΣ ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α' Αιτητές -και- ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΕΝΤΑΦΙΑΝΟ, από τη Λευκωσία Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 14 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή στην αίτηση παραμερισμού και Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση τροποποίησης: κ. Α. Ενταφιανός Για τους Καθ' ων η Αίτηση στην αίτηση παραμερισμού και Αιτητές στην αίτηση τροποποίησης: κα. Παύλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση παραμερισμού ημερ. 24.11.2022 και στην αίτηση τροποποίησης ημερ. 24.11.2022) Η Κυρίως Αίτηση Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Κυρίως Αίτηση, οι Αιτητές επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να τροποποιεί το πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων που εκδόθηκε την 1.11.2021, στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης με αρ. 364/2022 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας). Σε αυτήν, ο Καθ' ου η Αίτηση, καταχώρησε στις 11.11.2022, σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια, στις 24.11.2022, καταχώρησε την επίδικη αίτηση παραμερισμού και/ή διαγραφής της Κυρίως Αίτησης. Την ίδια μέρα (24.11.2022), οι Αιτητές (στην Κυρίως Αίτηση) καταχώρησαν την επίδικη αίτηση τροποποίησης. Οι υπό εξέταση ενδιάμεσες αιτήσεις Με την αίτηση ημερ. 24.11.2022, ο Αιτητής (σε αυτήν)[1] επιζητεί την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της επίδοσης της Κυρίως Αίτησης, ως μη δεικνύουσας νόμιμης βάσης και/ή αιτίας εναντίον του, ενώ περαιτέρω επιζητεί τη διαγραφή και/ή απόρριψη της Κυρίως Αίτησης, καθότι καμία καλή, λογική και/ή νόμιμη αιτία αποκαλύπτεται εναντίον του και/ή ότι αυτή είναι επιπόλαια, ενοχλητική και/ή καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας (στο εξής «η πρώτη αίτηση»). Ταυτόχρονα, οι Αιτητές (στην Κυρίως Αίτηση), καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης ημερ. 24.11.2022, με την οποία επιζητούν την τροποποίηση του τίτλου της Κυρίως Αίτησης κατά τρόπο που σε αυτόν να καταγράφεται η ιδιότητα του Καθ' ου η Αίτηση, ήτοι ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυριάκου Σωτηρίου Παττίχη (στο εξής «ο αποβιώσας»), ως επίσης και την τροποποίηση της Κυρίως Αίτησης, διά της προσθήκης των στοιχείων της διεύθυνσης επίδοσης των δικηγόρων των Αιτητών στην Επαρχία Λευκωσίας (στο εξής «η δεύτερη αίτηση»). Η νομική βάση της πρώτης αίτησης και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Η πρώτη αίτηση (αίτηση παραμερισμού/ διαγραφής), βασίζεται στα άρθρα 2, 3, 10, 21, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ. 1 και 2, Δ.2 θ. 3 και 4, Δ.5, Δ.9 θ.8, 9 και 10, Δ.16 θ. 2 και 9, Δ.27 θ. 3, Δ.48 θ. 1-4 και 9, στο άρθρο 34

(7)του Κεφ. 189, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η εν λόγω αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος είναι ο διορισμένος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης με αρ. 364/2022). Αποτελεί ισχυρισμό του ομνύοντα στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την πρώτη αίτηση, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση (σε αυτήν) τον αναφέρουν, στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης που καταχώρησαν, με την προσωπική του ιδιότητα, με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται ή να στοιχειοθετείται καλή, λογική και/ή νόμιμη βάση και/ή αιτία αγωγής εναντίον του, και ως εκ τούτου θεωρεί ότι η Κυρίως Αίτηση είναι καταχρηστική, επιπόλαιη και ενοχλητική και για αυτό θα πρέπει να απορριφθεί/ διαγραφεί. Είναι δε η συναφής θέση του, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, τον αναφέρουν, στην Κυρίως Αίτηση, προσωπικά και όχι με την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, κατά παράβαση της Δ.2 θ. 4, ενώ επιπλέον παραλείπουν να αναφέρουν και/ή να δηλώσουν στην Κυρίως Αίτηση τους, τη διεύθυνση επίδοσης τους εντός των δημοτικών ορίων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενώπιον του οποίου καταχωρήθηκε η Κυρίως Αίτηση τους. Η ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ' ων η Αίτηση[2] καταχώρησαν ένσταση στην πρώτη αίτηση, στην οποία προβάλλονται συνολικά 11 λόγοι ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους κατωτέρω, λόγω του ότι αυτοί δεν είναι ιδιαίτερα εκτενείς: «(α) Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή επιδιώκει αλλότριους σκοπούς και/ή δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και/ή πνεύμα της νομοθεσίας και του Νόμου. (β) Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. (γ) Η θεραπεία που επιζητείται είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη καθότι η επίδοση και η προώθηση της αίτησης είναι καθόλα νομότυπη. (δ) Ο Αιτητής δεν έδωσε κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να εξηγεί και/ή να δικαιολογεί τον παραμερισμό και/ή την διαγραφή και/ή απόρριψη της αίτησης και/ή δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (ε) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της επίδοσης και/ή της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση/ Αιτητές. (στ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός έχει ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις. (ζ) Η Αίτηση θα προκαλέσει τη δημιουργία περιττών εξόδων και κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. (η) Σκοπείται παρέλκυση και/ή παρέκκλιση της διαδικασίας και/ή η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρισθεί καταχρηστικά. (θ) Η αίτηση καταχωρίσθηκε με καθυστέρηση και η οποία σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται καθότι ο Αιτητής παρέλαβε την αίτηση χωρίς καμία επιφύλαξη των δικαιωμάτων του και συνεπώς δεν νομιμοποιείται να προωθεί την υπό κρίση αίτηση. (ι) Υπό τις περιστάσεις δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος»[3]. Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Χ. Κυριακίδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, η οποία, ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Στην πλειοψηφία της, η ομνύουσα επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης, ενώ επιπρόσθετα αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
(1)Η ομνύουσα αρνείται, στην πλειοψηφία τους, τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πρώτη αίτηση και ισχυρίζεται ότι αυτός καλείται υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Τούτο δε, είναι ξεκάθαρο, ως αναφέρει, από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση, αλλά και από το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται σε αυτήν, το οποίο αποτελεί το διάταγμα του Δικαστηρίου, βάσει του οποίου ο Αιτητής διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα.
(2)Ισχυρίζεται επίσης ότι η μη αναγραφή στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης της ιδιότητας του Καθ' ου η Αίτηση, ήτοι ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, δεν δικαιολογεί την απόρριψη του εν λόγω εναρκτήριου μέσου, εφόσον πρόκειται για θεραπεύσιμο λάθος, για το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν τα αναγκαία διαβήματα με την καταχώρηση της δεύτερης αίτησης (αίτησης τροποποίησης) και ουδεμία βλάβη προκαλείται στον Αιτητή. Η νομική βάση της δεύτερης αίτησης και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Η δεύτερη αίτηση (αίτηση τροποποίησης), βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ. 1, 2, 6, 8, 10, 11, Δ.12, Δ.25 θθ. 1-6, Δ.48 θθ. 1-4, 8, 9, Δ.63 θθ.1-3, Δ.64 θθ. 1, 2, στον περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμο, Κεφ. 189, επί του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η εν λόγω δεύτερη αίτηση, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Δ. Κονναρή, η οποία είναι ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση και η οποία αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της δεύτερης αίτησης, ενώ τα όσα αναφέρει τα γνωρίζει από έγγραφα που έχει στην κατοχή της και αφορούν την παρούσα υπόθεση, αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από τους Αιτητές και τους δικηγόρους τους. Όπου δε δεν έχει ιδίαν γνώση, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της. Αναφέρει η ομνύουσα ότι εξ' όσων έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, κατά τη διάρκεια της μελέτης των εγγράφων και της Κυρίως Αίτησης, διαπιστώθηκε ότι κατά την ετοιμασία και σύνταξη αυτής, εκ παραδρομής και λόγω τυπογραφικού λάθους, δεν καταγράφηκε στον τίτλο της, η ιδιότητα του Καθ' ου η Αίτηση, ότι δηλαδή ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ισχυρίζεται ότι τούτο οφείλεται σε καλόπιστο λάθος και αβλεψία κατά τη σύνταξη της Κυρίως Αίτησης, πράγμα που είναι εμφανές και από το γεγονός ότι στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση, περιγράφεται η ιδιότητα του Καθ' ου η Αίτηση, ενώ επισυνάπτεται και ως τεκμήριο (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση της Κυρίως Αίτησης) το διάταγμα διαχείρισης που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης με αρ. 364/22, βάσει του οποίου ο Καθ' ου η Αίτηση διορίστηκε ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι, μόλις οι δικηγόροι των Αιτητών διαπίστωσαν το εν λόγω λάθος, προχώρησαν στη σύνταξη και καταχώρηση της υπό εξέταση δεύτερης αίτησης. Είναι δε περαιτέρω ισχυρισμός της ότι, εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε στη διεύθυνση επίδοσης των Αιτητών, στην Κυρίως Αίτηση, η διεύθυνση του γραφείου επίδοσης τους στη Λευκωσία και για αυτό αιτούνται την τροποποίηση αυτής για να προστεθούν τα στοιχεία του γραφείου επίδοσης τους στη Λευκωσία. Τέλος, είναι η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση ουδόλως θα επηρεάσει τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση, ούτε και αυτός θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά εφόσον η υπόθεση βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο, ενώ αν δεν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατον να απονεμηθεί καλύτερα και ορθότερα δικαιοσύνη. Η ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση δεύτερη αίτηση, στην οποία προβάλλονται συνολικά 7 λόγοι ένστασης, τους οποίους όμως δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέτω αυτούσιους, εφόσον κατά την ακρόαση της εν λόγω δεύτερης αίτησης, ο Καθ' ου η Αίτηση, με την αγόρευση του (η οποία είναι κοινή και για τις δύο αιτήσεις), ουσιαστικά προώθησε μόνο τους λόγους ένστασης που αφορούν
(1)τους ισχυρισμούς του περί ακυρότητας της Κυρίως Αίτησης, στη βάση του ότι η υποστηρικτική της ένορκη δήλωση φέρει ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρησης της Κυρίως Αίτησης και κατά συνέπεια και η επίδικη δεύτερη αίτηση είναι άκυρη καθότι δεν υφίσταται εξαρχής έγκυρο δικονομικό μέτρο,
(2)ότι ο τίτλος τόσο της Κυρίως Αίτησης, αλλά και της υπό εξέταση δεύτερης αίτησης είναι λανθασμένος, ελλιπής και ελαττωματικός και/ή κατά παράβαση των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου δεν καθορίζεται το πλαίσιο της αντιδικίας με τον ορθό και ακριβή προσδιορισμό των διαδίκων, πράγμα που οδηγεί στην ακυρότητα της υπό εξέτασης δεύτερης αίτησης, καθότι καλείται το Δικαστήριο να ασκήσει τις εξουσίες του «στις υφιστάμενες αντιδικίες και για ακαθόριστο διάδικο, ο δε Καθ' ου η Αίτηση τυγχάνει ανύπαρκτος διάδικος». Επίσης με την αγόρευση του, ο Καθ' ου η Αίτηση εγείρει ζητήματα δέουσας και/ή νομότυπης εξουσιοδότησης των δικηγόρων των Αιτητών να τους εκπροσωπούν, καθότι ως ισχυρίζεται δεν υπάρχει νομότυπο και έγκυρο διοριστήριο, με αποτέλεσμα όλα τα δικονομικά διαβήματα που έχουν λάβει να είναι άκυρα, ενώ περαιτέρω εγείρει ζήτημα παραγραφής. Η εν λόγω ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος, εν πολλοίς, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ομνύουσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη δεύτερη αίτηση, ενώ επίσης επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης του. Επιπρόσθετα, αναφέρει, συνοπτικά, τα εξής: (α) Ότι η παράλειψη των Αιτητών να καταγράψουν στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης την ιδιότητα του, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, πρόκειται για ουσιώδες λάθος, κατά παράβαση των επιτακτικών προνοιών των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ενώ τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές περί εκ παραδρομής λάθους δεν ευσταθούν, εφόσον γνώριζαν την ιδιότητα του Καθ' ου η Αίτηση και επισύναψαν προς τούτο το Τεκμήριο 4 (διάταγμα διαχείρισης) στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση τους. (β) Είναι η περαιτέρω συναφής θέση του ομνύοντα ότι οι Αιτητές εντόπισαν το λάθος τους όταν τους επιδόθηκε η πρώτη αίτηση (παραμερισμού/ διαγραφής) και ότι η αναγραφή μόνο του ονόματος του στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης, χωρίς να αναγράφεται η ιδιότητα του, αποτελεί λάθος μείζονος σημασίας, εφόσον επηρεάζονται τα προσωπικά του δικαιώματα με την έκδοση προσωπικά εναντίον του του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος ημερ. 3.11.2022 και όχι υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο[4] κατά την ακρόαση των υπό εξέταση αιτήσεων. Σε αυτές, οι δύο πλευρές παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη τους, τέτοιου είδους αιτήματα, με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Σημειώνω στο παρόν στάδιο, για σκοπούς πληρότητας και καλύτερης κατανόησης της διαδικασίας ότι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες[5] όπως οι δύο υπό εξέταση αιτήσεις εκδικαστούν ταυτόχρονα, εφόσον η δεύτερη αίτηση σκοπό έχει να διορθώσει τα όσα εγείρονται από τον Αιτητή στην πρώτη αίτηση, και επομένως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κυρίως Αίτηση θα μπορούσε να διασωθεί κατόπιν τροποποίησης την οποία το Δικαστήριο νόμιμα θα μπορούσε να επιτρέψει, οπόταν και η διαγραφή ή απόρριψη της δεν θα δικαιολογείτο, θα ήταν ωσάν το Δικαστήριο να αποφάσιζε την αίτηση τροποποίησης χωρίς προηγουμένως να ακούσει τους συνηγόρους των διαδίκων για αυτήν. Νομική Πτυχή αναφορικά τόσο με την πρώτη αίτηση όσο και τη δεύτερη αίτηση Προτού παραθέσω τη νομική πτυχή που διέπει τις υπό εξέταση αιτήσεις, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω το εξής σε ότι αφορά την πρώτη αίτηση. Είναι γεγονός ότι στη νομική βάση της πρώτης αίτησης, ο εκεί Αιτητής, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την Δ.16. Θ. 9, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Εντούτοις, ανάγνωση και μόνο της πρώτης αίτησης, αλλά και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, δεικνύει ότι τα όσα αναφέρει ο Αιτητής ως λόγους διαγραφής και/ή απόρριψης της Κυρίως Αίτησης, θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να αποτελέσουν λόγο στη βάση της Δ.27 θ. 3, εφόσον εκείνο για το οποίο παραπονείται είναι, ουσιαστικά, ότι η Κυρίως Αίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αφού δεν αναγράφηκε, στον τίτλο αυτής, η ορθή ιδιότητα του, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πράγμα που κατά τον ίδιον, οδηγεί σε εξ υπαρχής ακυρότητα της όλης διαδικασίας και για παρατυπία η οποία δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί. Η Δ.27, θ. 3 προβλέπει ότι: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια». Σύμφωνα με τη Δ.27, θ.3, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί επί τη βάσει του ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, δύναται να διατάξει όπως αυτή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση ως θα είναι δίκαιο. Η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Τόσο η Αγγλική, όσο και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής, δυνάμει της Δ.27 θ.3, θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όπως επιβεβαιώνεται από την υπόθεση Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.852, τα πιο πάνω άπτονται της εγκυρότητας δικογράφου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται στη βάση της Δ.27 θ.3 και όχι της Δ.19 θ.26, η οποία στοχεύει στη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Από την ίδια απόφαση συνάγεται πως γενικά η διαγραφή ολόκληρου δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφίβολα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο[6]. Όπως διαφορετικά τέθηκε στην υπόθεση Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1316, η αγωγή δεν απορρίπτεται παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντος, χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία δεν περιέχει αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί κατόπιν τροποποιήσεων τις οποίες θα μπορούσε νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Ακόμη, όπου η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης αναφοράς σε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει δίχως άλλο την αγωγή, αλλά μπορεί να δώσει άδεια τροποποίησης του δικογράφου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)στην σελ. 575: «And where the statement of claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend»[7]. Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119, αναφέρονται τα εξής ως προς την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.27 θ.3: «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305.» Ως προς το τι συνιστά «εύλογη αιτία αγωγής», σχετική είναι η υπόθεση Drummond - Jackson -v- British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094, όπου λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των ισχυρισμών αυτών δείχνει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί. Σε ότι αφορά την νομική πτυχή της δεύτερης αίτησης, αναφέρω τα εξής. Συμφωνά με την Δ.25 θ. 5: «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία». Στην υπόθεση Ναυτοδικείου Williams and Glyn's Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1983)1 CLR 106 λέχθηκε ότι η διόρθωση λανθασμένου ονόματος ενός διαδίκου (misnomer) διέπεται από τον θεσμό 12 της Διάταξης 28 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 5 της Διάταξης 25 των δικών μας Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Λέχθηκε επίσης, ότι ο πιο πάνω θεσμός διέπει την τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης, των δικογράφων και γενικά κάθε μορφή τροποποίησης. Προσδίδει δε στο Δικαστήριο εξουσία για τροποποίηση ευρύτερη εκείνης που δίδεται στο Δικαστήριο από τον κανονισμό 1 της Αγγλικής Διάταξης 28, ο οποίος ήταν πανομοιότυπος με την δική μας παλιά Δ.25 θ. 1. Με αναφορά δε στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice
(1960)σελ. 623, υπό τον τίτλο «Parties», υποδείχθηκε ότι σε περίπτωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου, οι ορθοί διαδικαστικοί κανονισμοί είναι οι κανονισμοί 1 και 12 της Αγγλικής Διάταξης 28. Υποδείχθηκε, επίσης, ότι ανεξαρτήτως των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου, αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Αγγλική υπόθεση Nittan ν. Solent Steel
(1981)L
  1. L.R. Vol. 1, p. 633, λέχθηκε ότι τα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να επιτρέπουν σε κάποιον να επωφελείται από λανθασμένη περιγραφή διαδίκου τη στιγμή που όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Αναφέρθηκαν περαιτέρω στην πιο πάνω απόφαση Williams and Glyn's Bank Ltd, τα ακόλουθα: «Στην υπό εξέταση περίπτωση η αγωγή ηγέρθη με το λανθασμένο όνομα της Αιτήτριας. Το επώνυμό της εκ παραδρομής αναγράφηκε στο τίτλο της αγωγής ως «Χαραλάμπους», αντί «Χριστοδούλου» που είναι το ορθό. Εφαρμόζοντας το κριτήριο που καθορίσθηκε στην Αγγλική υπόθεση Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 ένα λογικό πρόσωπο στην θέση της Καθ' ης η αίτηση παραλαμβάνοντας το κλητήριο ένταλμα δεν θα μπορούσε παρά να εκλάβει ότι το πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι η Ιουλία Χριστοδούλου και, επομένως, να θεωρήσει ότι το όνομα της Ενάγουσας αναγράφηκε λανθασμένα επί του κλητηρίου εντάλματος. Υπό τις περιστάσεις δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία περί τούτου με δεδομένο ότι και στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται όλα εκείνα τα στοιχεία, όπως ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος, αριθμοί εγγραφής των εμπλεκομένων οχημάτων και ονόματα των εμπλεκομένων οδηγών, που δικαιολογούν ένα λογικό πρόσωπο στην θέση της Καθ' ης η αίτηση να αντιληφθεί τα γεγονότα της υπόθεσης και σε ποιο δυστύχημα αναφέρεται η Έκθεση Απαίτησης και, έτσι, να θεωρήσει ότι το πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι η Ιουλία Χριστοδούλου. Προδήλως, γι' αυτό και η Καθ' ης η αίτηση εμφανίσθηκε στην διαδικασία καταχωρώντας σχετικό σημείωμα εμφάνισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί κλασσική περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) και δεν αφορά σε αλλαγή ή προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου. Πρόκειται, επομένως, περί ενός τυπικού λάθους το οποίο δεν άπτεται της ουσίας της διαφοράς που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Επομένως, η Αιτήτρια ορθά βάσισε και την υπό κρίση αίτηση στην Διάταξη 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας»[8]. Εξέταση των υπό κρίση αιτήσεων Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω μαζί τις επίδικες δύο αιτήσεις - ήτοι την πρώτη αίτηση (παραμερισμού/ διαγραφής) και την δεύτερη αίτηση (τροποποίησης), καθότι, το κατά πόσο, εν προκειμένω, η μη αναγραφή της ιδιότητας του Καθ' ου η Αίτηση[9] στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης, αποτελεί παρατυπία η οποία οδηγεί σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας ή είναι ζήτημα το οποίο δύναται να διορθωθεί και η Κυρίως Αίτηση να διασωθεί κατόπιν τροποποίησης που το Δικαστήριο θα μπορούσε νόμιμα να επιτρέψει, ουσιαστικά αποφασίζει αμφότερες τις υπό εξέταση αιτήσεις. Στην παρούσα περίπτωση, είναι εμφανές από τον τίτλο της Κυρίως Αίτησης ότι ο Καθ' ου η Αίτηση σε αυτήν αναγράφεται με την προσωπική του ιδιότητα, χωρίς να αναγράφεται δίπλα από το όνομα του η αντιπροσωπευτική του ιδιότητα, ήτοι ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, κατά παράβαση της Δ.2 θ.
  2. Η Δ.2 θ. 4(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, προνοεί τα εξής: «If the plaintiff sues, or any defendant is sued, in a representative capacity, the indorsement shall show in what capacity the plaintiff or defendant sues or is sued». Εν προκειμένω, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτή η παρατυπία στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης και η μη συμμόρφωση των Αιτητών με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οδηγεί σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να πρέπει να παραμερίσει και να διαγράψει ολόκληρη την εναρκτήρια διαδικασία ή κατά πόσο τούτο, αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια (δυνάμει της Δ.64) και να την θεραπεύσει. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 356, η οποία αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.10, περιέχει χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 A.A.Δ.323 (απόφαση 11 από 13 Δικαστές), Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 149, Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Μιχαήλ v. Ττουνιά
(2004)1 Α.Α.Δ. 113). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής: «Με την κατάργηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.2.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255).» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα». Όπως αναφέρθηκε στην Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Επομένως, εκεί που εγείρεται ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου για μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία, για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64, είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (βλ. μεταξύ άλλων Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534). Ωστόσο, η Δ.64 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Έχω ανατρέξει στο Annual Practice
(1956)και στην εκεί σημείωση που υπάρχει κάτω από τον αντίστοιχο παλαιό αγγλικό θεσμό της δικής μας Δ.2 θ. 4 (ήτοι την Ο. 3 r. 4), υπό τον τίτλο «Representative Capacity», όπου στη σελ. 16, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where a plaintiff was described in the title of a writ as administratrix and the indorsement did not show the representative capacity, it was held that the construction of the indorsement on the writ was the crucial matter and that the statement in the title was merely a misdescription»[10]. Στην Αγγλική υπόθεση Bowler v. John Mowlem & Co [1954] 1 WLR 1445, C.A., όπου στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος η Ενάγουσα αναγράφετο με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της, ενώ στην οπισθογράφηση (indorsement) αναγράφετο ότι προωθούσε την αγωγή υπό την ιδιότητα της ως χήρα του αποβιώσαντα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, με σχετική αναφορά στον παλαιό αγγλικό θεσμό O. 3 r. 4, ο οποίος είναι ο ίδιος με την δική μας Δ.2 θ. 4: «The whole question in this case is: Was this action brought by the plaintiff in a representative capacity as administratrix of her husband? In the title of the writ she is described as administratrix, but, in my opinion, that does not denote a representative capacity. That is simply a description of her status as it was believed to be. The indorsement on the writ is the crucial matter. Under RSC, Ord 3, r 4
(1), the indorsement must show the plaintiff's representative capacity. That rule provides: "If the plaintiff sues . in a representative capacity, the indorsement shall show . in what capacity the plaintiff . sues . " In this indorsement it is nowhere said that the plaintiff claims as administratrix. In the previous cases in this court which I have mentioned, the indorsements clearly said that the plaintiffs claimed "as administratrix", but there is no mention here of any representative capacity in the indorsement. The statement of claim does not in law affect the matter one way or the other, but even there it is not said that the plaintiff brings the action as administratrix. It simply says that she is the "administratrix and lawful relict of the said Thomas Henry Bowler." That is a description of her status and not a statement of any representative capacity. In those circumstances I am of opinion that this writ was not a nullity from the date of its issue, because the indorsement is completely clear of any suggestion of representative capacity. It is true that the plaintiff described herself as administratrix in the title of the action and in the statement of claim, but a misdescription in the title is not fatal; it does not make a writ a nullity any more than does a misdescription of a woman as a spinster when she is in fact a married woman. A misdescription in the title is never fatal; it can be always cured by amendment in the same way as a misnomer. The thing which cannot be cured is the bringing of an action in a representative capacity when that capacity does not exist. In my opinion, the point which has been raised on behalf of the defendants does not succeed. The appeal should be allowed, and judgment entered for the amount ordered by the learned judge»[11]. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, το ερώτημα που εδώ τίθεται (όπως προανέφερα), είναι κατά πόσο η εν προκειμένω παρατυπία εκ μέρους των Αιτητών, να μην καταγράψουν, στον τίτλο της εναρκτήριας διαδικασίας που καταχώρησαν, την ιδιότητα του Καθ' ου η Αίτηση-ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, αποτελεί παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Κρίνω ότι η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική. Και εξηγώ. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το ότι στον τίτλο της Κυρίως Αίτησης δεν αναγράφεται η ιδιότητα του Καθ' ου η Αίτηση, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, εντούτοις, απλή ανάγνωση, αρχικά, των αιτητικών της Κυρίως Αίτησης, με τα οποία επιζητούνται, όπως προανέφερα, μεταξύ άλλων, η τροποποίηση του πιστοποιητικού θανάτου και κληρονόμων που εκδόθηκε στα πλαίσια της Διαχείρισης με αρ. 364/22, στα πλαίσια της οποίας ο Καθ' ου η Αίτηση διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ότι η εν λόγω εναρκτήρια διαδικασία καταχωρήθηκε εναντίον του, υπό αυτή του την αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Εν πάση δε περιπτώσει, από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση, είναι εμφανές, και δη από την παράγραφο 6 αυτής, ότι οι Αιτητές αναφέρονται στην πιο πάνω ιδιότητα του Καθ' ου η Αίτηση, παραθέτοντας μάλιστα και ως Τεκμήριο 4, το διάταγμα διαχείρισης βάσει του οποίου αυτός διορίστηκε. Από όλα τα πιο πάνω, δεν αφήνεται καμία αμφιβολία σε ένα λογικό άνθρωπο, ο οποίος παραλαμβάνοντας και έχοντας ενώπιον του την ολότητα της Κυρίως Αίτησης, ότι αυτή αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση, όχι προσωπικά, αλλά υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα, ήτοι αυτή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Επομένως, το κριτήριο που καθιερώθηκε στην υπόθεση Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 (βλ. πιο πάνω), ότι ένα λογικό πρόσωπο στη θέση του Καθ' ου η Αίτηση, παραλαμβάνοντας την Κυρίως Αίτηση δεν θα μπορούσε παρά να εκλάβει ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου αυτή στρέφεται είναι ο Καθ' ου η Αίτηση, υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα, ικανοποιείται πλήρως εν προκειμένω. Υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να έχει ο Καθ' ου η Αίτηση οποιαδήποτε αμφιβολία περί τούτου, με δεδομένο ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως διαδικασία παρατίθενται όλα εκείνα τα στοιχεία που δεικνύουν την ιδιότητα με την οποία αυτός ενάγεται. Εν πάση δε περιπτώσει, το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο Καθ' ου η Αίτηση εξέλαβε ότι η διαδικασία της Κυρίως Αίτησης εγείρεται εναντίον του υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, είναι παραδεκτό και από τον ίδιο στη σελ. 6 της αγόρευσης του, όπου αποδέχεται ότι διαπιστώνεται από την ένορκη δήλωση της Κυρίως Αίτησης ότι η ιδιότητα του είναι αυτή του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Επομένως, αφ' ης στιγμής ο διάδικος εναντίον του οποίου κινήθηκε η εν λόγω διαδικασία, αντιλαμβάνεται υπό ποια ιδιότητα ενάγεται, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να του επιτρέψει να επωφεληθεί από τη λανθασμένη περιγραφή διαδίκου στον τίτλο της διαδικασίας, από τη στιγμή που όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Και σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να επιτρέψει την τροποποίηση του τίτλου της Κυρίως Αίτησης, ούτως ώστε να διορθωθεί/ αρθεί αυτή η παρατυπία και η λανθασμένη περιγραφή ονόματος και ο τίτλος της διαδικασίας να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Καταλήγω δε, στη βάση των πιο πάνω, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία πως η παρούσα περίπτωση δεν αφορά υποκατάσταση διαδίκου (στη βάση της Δ.9) ή σε περίπτωση όπου η τροποποίηση θα οδηγούσε στη μετατροπή της διαδικασίας από διαδικασία εναντίον ανύπαρκτου προσώπου σε διαδικασία εναντίον ενός υπαρκτού προσώπου. Τουναντίον, ο Καθ' ου η Αίτηση είναι καθ' όλα υπαρκτό πρόσωπο, εντούτοις εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε η ιδιότητα, βάσει της οποίας αυτός ενάγεται, στον τίτλο της εναρκτήριας διαδικασίας που καταχωρήθηκε εναντίον του. Βρισκόμαστε, επομένως, θεωρώ, μπροστά σε καθαρή περίπτωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου (misnomer). Η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής για να περιληφθεί αυτή του η ιδιότητα, του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τουναντίον, οι Αιτητές στην προκειμένη περίπτωση ενήργησαν άμεσα, και εντός λιγότερο του ενός μηνός από την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης τους, και καταχώρησαν την δεύτερη αίτηση (τροποποίησης) με σκοπό την άρση της εν λόγω παρατυπίας, ούτως ώστε οποιαδήποτε δυσμένεια τυχόν προκαλείται στον Καθ' ου η Αίτηση προσωπικά, να αρθεί. Ούτε και οποιαδήποτε τέτοια τροποποίηση, μεταβάλλει την ουσία του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 3.11.2022, εφόσον από το περιεχόμενο του εν λόγω διατάγματος, προκύπτει ότι αυτό δεν στρέφεται εναντίον της προσωπικής περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση, αλλά ότι εκείνο που απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση είναι να προβεί, μεταξύ άλλων, σε οποιαδήποτε αποξένωση η οποία αφορά οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του αποβιώσαντα, μέχρι την τελική εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης. Εν πάση δε περιπτώσει, τα όσα αναφέρονται περί τούτου, είναι μόνο για σκοπούς των θέσεων του Καθ' ου η Αίτηση περί δυσμένειας προς αυτόν αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, και οποιοιδήποτε ισχυρισμοί αφορούν το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που ήδη εκδόθηκε, θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση για να συμπεριληφθεί στη διεύθυνση επίδοσης των δικηγόρων των Αιτητών, η διεύθυνση επίδοσης του δικηγορικού γραφείου με το οποίο συνεργάζονται στην Επαρχία Λευκωσίας. Θα αρκεστώ να αναφέρω τα εξής. Στο σύγγραμμα Annual Practice
(1956), στη σελ. 29, με αναφορά στον παλαιό αγγλικό θεσμό Ο. 4 r.1, ο οποίος αφορά την καταγραφή στο εναρκτήριο μέσο της διεύθυνσης επίδοσης του δικηγόρου που αντιπροσωπεύει τον ενάγοντα, η οποία είναι παρόμοια με τη δική μας Δ.2 θ. 3, γίνεται η εξής αναφορά υπό τη σημείωση «non-compliance with Rule»: «If the address is not truly or correctly stated, the plaintiff may be ordered to amend, by stating the correct address». Επομένως, η μη αναγραφή της διεύθυνσης επίδοσης των δικηγόρων των Αιτητών στην Επαρχία Λευκωσίας, κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν οδηγεί στο δρακόντειο μέτρο της ακύρωσης της όλης διαδικασίας, αλλά είναι απλή παρατυπία, η οποία δύναται να διορθωθεί με κατάλληλη διαταγή για τροποποίηση. Εν προκειμένω, και εφόσον οι Αιτητές έχουν λάβει αυτό το διορθωτικό μέτρο με την καταχώρηση της δεύτερης αίτησης (τροποποίησης), δεν κρίνω πως η εν λόγω τροποποίηση θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι και αυτή η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, αφ' ης στιγμής, τα όσα παραπονείται ο Καθ' ου η Αίτηση[12], με την πρώτη αίτηση (παραμερισμού/ διαγραφής) που καταχώρησε, αποτελούν παρατυπίες οι οποίες δύνανται, με την κατάλληλη διαταγή για τροποποίηση, την οποία νόμιμα το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει στα πλαίσια της αίτησης τροποποίησης (δεύτερη αίτηση) που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές, να διορθωθούν και να αρθεί η όποια παρατυπία, κρίνω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία για διαγραφή και/ή απόρριψη της Κυρίως Αίτησης. Προτού όμως καταλήξω στην τελική μου κρίση, προχωρώ να εξετάσω επίσης, τα ακόλουθα ζητήματα, για τα οποία ο Καθ' ου η Αίτηση[13] ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την διαγραφή και/ή ακύρωση και/ή απόρριψη της Κυρίως Αίτησης. Άλλα ζητήματα Με την κοινή αγόρευση του και στις δύο πιο πάνω υπό εξέταση αιτήσεις, ο Αιτητής (στην πρώτη αίτηση) και Καθ' ου η Αίτηση (στη δεύτερη αίτηση), εγείρει τους ακόλουθους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν προβάλλονται είτε στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την πρώτη αίτηση, είτε στους λόγους ένστασης του (στη δεύτερη αίτηση) και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι οι εξής:
(1)Ότι η ένορκη δήλωση της Κυρίως Αίτηση προηγείται χρονικά της καταχώρησης της Κυρίως Αίτησης και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση της θεραπείας που επιζητείται, αφού το περιεχόμενο της συναρτάται με ανύπαρκτη αίτηση. Το ίδιο ισχύει και για την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η οποία ένορκη δήλωση και πάλι προηγείται, κατά τον Καθ' ου η Αίτηση, της καταχώρησης της Κυρίως Αίτησης. Επομένως, είναι η θέση του ότι λανθασμένα το Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία χειρισμού της υπόθεσης, ενώ και οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (όπως η αίτηση τροποποίησης των Αιτητών), στα πλαίσια της εν λόγω Κυρίως Αίτησης, πάσχει από ακυρότητα για τους πιο πάνω λόγους. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση, βασίζονται ουσιαστικά, στους κανονισμούς 15, 16 και 18 του περί της Ηλετρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021 (1/2021), οι οποίοι προβλέπουν τα εξής: «
  1. Ο διάδικος φέρει την ευθύνη για την ορθή καταχώριση εγγράφου, καθώς και την τήρηση της προθεσμίας που προβλέπεται για την καταχώρισή του.
  2. Έγγραφο δεν θα θεωρείται ως καταχωρηθέν, μέχρις ότου η ηλεκτρονική καταχώριση ολοκληρωθεί και σημειωθεί επιτυχής από το σύστημα, καταβάλλοντας παράλληλα τα νενομισμένα τέλη. Για σκοπούς προθεσμιών ισχύει ο Κανονισμός
  3. Ηλεκτρονική καταχώριση η οποία γίνεται μετά τις 13:01, λογίζεται ότι έγινε την επόμενη ημέρα έναρξης της λειτουργίας του Πρωτοκολλητείου»[14]. Στη βάση των πιο πάνω κανονισμών του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι εφόσον οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την Κυρίως Αίτηση, όσο και την ενδιάμεση αίτηση για προσωρινό διάταγμα, φέρουν χειρόγραφα ημερομηνία 31.10.2022, ενώ η καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης στο σύστημα ηλεκτρονικής καταχώρησης, έγινε μεν στις 31.10.2022, αλλά μετά την ώρα 13:01, αυτό έχει ως αποτέλεσμα η καταχώρηση της να λογίζεται ότι έγινε την επόμενη μέρα, ήτοι την 1.11.2022 (βάσει του πιο πάνω Κανονισμού 18). Επομένως, οι ένορκες δηλώσεις (τόσο της Κυρίως, όσο και της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινό διάταγμα), έγιναν πριν την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης και επομένως το περιεχόμενο τους συναρτάται με ανύπαρκτη εναρκτήρια διαδικασία. Με κάθε σεβασμό στη θέση αυτή του Αιτητή, είναι η άποψη μου ότι συνδυασμένη ανάγνωση των κανονισμών 15, 16 και 18 του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, δεικνύει ότι τα όσα εκεί αναφέρονται, αφορούν τις προθεσμίες καταχώρησης δικογράφων, προφανώς για σκοπούς προγραμματισμού (αφ' ης στιγμής το ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρησης λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως, ενώ η όποια φυσική παρέμβαση στο σύστημα περιορίζεται εντός των ωρών λειτουργίας και αποδοχής καταχωρήσεων από τους λειτουργούς του Πρωτοκολλητείου) και σκοπό δεν έχουν να μεταβάλουν το αδιαμφισβήτητο ενός γεγονότος, και δη π.χ το πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποια ώρα καταχωρήθηκε κάτι. Εν προκειμένω, η Κυρίως Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καταχωρήθηκαν και οι δύο στο σύστημα ηλεκτρονικής καταχώρησης στις 31.10.2022 και ώρα 14.48, ενώ η ενδιάμεση αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει την 1.11.2022 και ώρα 8.
  4. Είναι εμφανές από το ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρησης (στο οποίο βρίσκεται ο ηλεκτρονικός φάκελος του Δικαστηρίου) ότι η Κυρίως Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καταχωρήθηκαν την ίδια μέρα και ώρα, με αποτέλεσμα την μέρα και ώρα που γινόταν η ένορκη δήλωση, να υπάρχει ταυτόχρονα στο ηλεκτρονικό σύστημα (και επομένως στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης) και η Κυρίως Αίτηση, στην οποία ξεκάθαρα αποδίδετο η ιδιότητα των Αιτητών. Επομένως, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση συναρτάτο, κατά τον χρόνο που αυτή γινόταν, με απόλυτα υπαρκτή εναρκτήρια διαδικασία και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι η Κυρίως Αίτηση ήταν ανύπαρκτη επειδή, στη βάση των κανονισμών του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021, λογίζεται ότι καταχωρήθηκε την επόμενη μέρα. Επομένως, κρίνω τον εν λόγω ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση ανυπόστατο και ως εκ τούτου αυτός απορρίπτεται.
(2)Εγείρεται περαιτέρω ισχυρισμός εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση, μέσω της αγόρευσης του, ότι οι δικηγόροι των Αιτητών δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι για να τους εκπροσωπούν, εφόσον τα διοριστήρια, δυνάμει των οποίων οι Αιτητές διόρισαν αυτούς, δεν ανταποκρίνονται στην απαίτηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα δε, είναι ο ισχυρισμός του ότι στα διοριστήρια που βρίσκονται κατατεθειμένα στο φάκελο του Δικαστηρίου, δεν καθορίζεται εναντίον ποιου προσώπου θα ληφθούν δικαστικά μέτρα, ενώ δεν καθορίζεται ότι τα δικαστικά μέτρα που θα ληφθούν αφορούν την παρούσα διαδικασία, αλλά γίνεται αναφορά στα εν λόγω διοριστήρια, δίπλα από την φράση «δια την είσπραξιν/ επανάκτησιν» σε ενδιάμεση αίτηση στην Διαχείριση με αρ. 364/22 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας («ως η Ενδιάμεση αίτηση στην Διαχ. Αρ. 364/2022 Ε.Δ. Λευκωσίας»). Σημειώνω στο παρόν στάδιο ότι η πιο πάνω Αίτηση Διαχείρισης με αρ. 364/22, ως αυτό διαφαίνεται από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση (αλλά και από την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση[15] που υποστηρίζει την αίτηση παραμερισμού που καταχώρησε (πρώτη αίτηση)), είναι η διαδικασία Διαχείρισης στα πλαίσια της οποίας ο Καθ' ου η Αίτηση διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα (ως εμφαίνεται και από το Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση[16]). Εν προκειμένω, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο, εφόσον δεν έχει παρατεθεί οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό ενώπιον του, ως προς το τι αφορά η Ενδιάμεση Αίτηση στην Διαχείριση με αρ. 364/22 ή η όποια κρίση (αν υπάρχει) σε αυτήν, στην οποία γίνεται αναφορά επί των διοριστήριων που υπέγραψαν οι Αιτητές. Ελλείψει μαρτυρίας από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση ότι η εν λόγω ενδιάμεση αίτηση (ή το αποτέλεσμα αυτής αν υπάρχει) καμία σχέση έχει με την παρούσα διαδικασία, δεν μπορώ παρά να απορρίψω τον εν λόγω ισχυρισμό του περί μη δέουσας εξουσιοδότησης των δικηγόρων των Αιτητών να εγείρουν την παρούσα διαδικασία. Παρά ταύτα, και εντελώς παρεμφερώς για σκοπούς πληρότητας, θεωρώ επαρκή, για σκοπούς νομιμοποίησης του διορισμού των δικηγόρων των Αιτητών το λοιπές περιεχόμενο της εκεί αναγραφής, το οποίο είναι αρκετό για να εξαχθεί το συμπέρασμα (σε συνδυασμό με την αναγραφή «ως η Ενδιάμεση αίτηση στην Διαχ. Αρ. 364/2022 Ε.Δ. Λευκωσίας»), ότι οι δικηγόροι των Αιτητών, διορίστηκαν για την «είσπραξην/ επανάκτησιν», προφανώς μέρους της διαχειριστικής περιουσίας, κάτι που επιζητείται μέσω της αιτούμενης, στην Κυρίως Αίτηση, θεραπείας, αφού αν τούτη αποδοθεί, οι Αιτητές θα καταστούν κληρονόμοι της διαχειριστικής περιουσίας. Εν πάση περιπτώσει, οι όποιες παραπομπές του Καθ' ου η Αίτηση σε νομολογία στην αγόρευση του, αφορούν περιπτώσεις όπου δεν υπήρχε καν στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρημένο διοριστήριο και επομένως για αυτό κρίθηκε ότι οι δικηγόροι των εκεί διαδίκων δεν ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένοι, κάτι που δεν αφορά την παρούσα περίπτωση, εφόσον υπάρχουν καταχωρημένα διοριστήρια, στο φάκελο του Δικαστηρίου, υπογεγραμμένα από όλους τους Αιτητές. Επομένως, κρίνω ότι και αυτός ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση είναι ανυπόστατος και ως εκ τούτου απορριπτέος στην ολότητα του.
(3)Τέλος, ο Καθ' ου η Αίτηση, εγείρει ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Αιτητών, δυνάμει του άρθρου 9
(1)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν. 66(Ι)/2012, καθότι ο αποβιώσας απεβίωσε στις 12.5.2011 και επομένως το όποιο κληρονομικό δικαίωμα των Αιτητών παραγράφηκε προ πολλού. Σημειώνω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός και λόγος για απόρριψη ή διαγραφή της Κυρίως Αίτησης, ουδόλως εγέρθηκε είτε στην αίτηση παραμερισμού/ διαγραφής (πρώτη αίτηση) που καταχώρησε ο Καθ' ου η Αίτηση, είτε στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Είναι δε καλά γνωστό ότι το θέμα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο του διαδίκου υπέρ του οποίου ενεργεί ο χρόνος της παραγραφής, αλλιώς η διαδικασία προχωρεί κανονικά για εκδίκαση (βλ. Φεσσά Δημήτρης και Άλλη ν. Eυανθίας A Kασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337). Αφ' ης στιγμής, το ζήτημα της παραγραφής δεν εγείρεται με το δικόγραφο της αίτησης για παραμερισμό και/ή διαγραφή της Κυρίως Αίτησης, δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο και επομένως απορρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός. Κατάληξη Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η πρώτη αίτηση (αίτηση παραμερισμού και/ή διαγραφής) απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τη δεύτερη αίτηση (αίτηση τροποποίησης), έχοντας συνεκτιμήσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της έγκρισης της και ως εκ τούτου εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) αυτής. Δίδονται οδηγίες όπως η τροποποιημένη Κυρίως Αίτηση καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, το οποίο δίδονται οδηγίες όπως ζητηθεί, από τους Αιτητές (στην Κυρίως Αίτηση), εντός 7 εργάσιμων ημερών από σήμερα. Έξοδα Σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων, σε ότι αφορά την πρώτη αίτηση (αίτηση παραμερισμού και/ή διαγραφής) δεν βρίσκω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση (Αιτητών στην Κυρίως Αίτηση) και εναντίον του Αιτητή (Καθ' ου η Αίτηση στην Κυρίως Αίτηση), ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε ότι δε αφορά τη δεύτερη αίτηση (τροποποίησης), κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι όπως τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης, όσο και αυτά που προκαλούνται συνεπεία αυτής, επιβαρυνθούν οι Αιτητές (στην Κυρίως Αίτηση), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, εφόσον είναι ένεκα του δικού τους λάθους και/ή παρατυπίας που καθίσταται η ανάγκη για τροποποίηση. (Υπ.)............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Καθ' ου η Αίτηση στην Κυρίως Αίτηση. [2] Αιτητές στην Κυρίως Αίτηση. [3] Οποιαδήποτε συντακτικά ή ορθογραφικά λάθη παρατίθενται αυτούσια όπως αυτά καταγράφονται στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση. [4] Οι Αιτητές (στην Κυρίως Αίτηση) καταχώρησαν δύο ξεχωριστές αγορεύσεις - μία για την κάθε αίτηση, ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση (στην Κυρίως Αίτηση) καταχώρησε μία κοινή αγόρευση και για τις δύο υπό εξέταση αιτήσεις. [5] Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 2.5.2023. [6] Υπογράμμιση δική μου. [7] Υπογράμμιση δική μου. [8] Υπογράμμιση δική μου. [9] Στην Κυρίως Αίτηση. [10] Υπογράμμιση δική μου. [11] Υπογράμμιση δική μου. [12] Στην Κυρίως Αίτηση. [13] Στην Κυρίως Αίτηση και Αιτητής στην αίτηση παραμερισμού. [14] Υπογράμμιση δική μου. [15] Καθ' ου η Αίτηση στην Κυρίως Αίτηση και Αιτητή στην αίτηση παραμερισμού (πρώτη αίτηση). [16] Και Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πρώτη αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.