Γιάννα Ιωάννου ν. Μιχάλης Κυριακίδης, Αγωγή αρ.: 2689/2015, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ.: 2689/2015 Μεταξύ: Γιάννα Ιωάννου, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα -και- Μιχάλης Κυριακίδης, εκ Λευκωσίας Εναγόμενος Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Βασιλακκάς μαζί με κα Κάζη για Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κα Λοϊζίδου για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα διεκδικεί, εναντίον του Εναγόμενου, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημίες τις οποίες υπέστη η ίδια και/ή ο σκύλος της, συνεπεία κατ' ισχυρισμόν αμέλειας του Εναγόμενου και/ή συνεπεία της επίθεσης σε αυτήν και/ή στο σκύλο της, στις 5.7.2013, από σκύλο, ο οποίος, κατ' ισχυρισμόν της Ενάγουσας, ήταν ιδιοκτησίας και/ή κατοχής του Εναγόμενου και/ή ότι ο τελευταίος ήταν το πρόσωπο που είχε την ευθύνη αυτού. Κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση της ενώπιον μου μαρτυρίας, στο βαθμό που τούτη δεν αμφισβητήθηκε, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις αμφότερων των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Η Ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ηλικίας 31 ετών, καθ' όλα υγιής και εργαζόταν ως φυσιοθεραπεύτρια σε ιδιόκτητο φυσιοθεραπευτικό κέντρο. Κατά τις 5.7.2013, περί η ώρα 7.45-8.00 το πρωί, η Ενάγουσα έπαιρνε το σκύλο της βόλτα, όπως κάθε πρωί, στην οδό Ηρώων, στη Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ περνούσε έξω από το σπίτι του Εναγόμενου, ξαφνικά άκουσε έντονο γαύγισμα από σκύλο που βρισκόταν στο σπίτι του τελευταίου. Η Ενάγουσα, εκείνη την ώρα, είδε την οικιακή βοηθό του Εναγόμενου να προσπαθεί να ελέγξει ένα μεγαλόσωμο σκύλο, φυλής Labrador, χρώματος άσπρου-μπεζ (στο εξής «ο Σκύλος»), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επειδή το κάγκελο του σπιτιού του Εναγόμενου ήταν ανοικτό και ο Σκύλος δεν ήταν περιορισμένος ή δεμένος με λουρί, η Ενάγουσα αντιλήφθηκε τον κίνδυνο απόδρασης του Σκύλου και αμέσως έπιασε πάνω, στο αριστερό της χέρι, τον δικό της σκύλο (ο οποίος ήταν πιο μικρός) και τον κρατούσε, ενώ την ίδια ώρα ο Σκύλος κατευθύνθηκε προς το μέρος τους, όπου και επιτέθηκε στο σκύλο της, δαγκώνοντας τον στο πίσω αριστερό πόδι. Η ίδια προσπάθησε να διώξει τον Σκύλο, σπρώχνοντας τον με το δεξί της χέρι, εντούτοις αυτός εξακολουθούσε να δαγκώνει το σκύλο της και να τους τραβά με δύναμη. Ακολούθως, μετά από επίμονες προσπάθειες και μετά την παρέμβαση της οικιακής βοηθού του Εναγόμενου, η οποία κατάφερε να ελέγξει τον Σκύλο, τον απώθησαν και η οικιακή βοηθός τον πήρε πίσω στο σπίτι του Εναγόμενου. Την ίδια μέρα, μετά το επίδικο συμβάν, η Ενάγουσα, ανησυχώντας για την υγεία του δικού της σκύλου, τον πήρε σε κτηνιατρική κλινική, την οποία κατονόμασε, για να τον ελέγξουν σε σχέση με τους τραυματισμούς που του προκάλεσε ο Σκύλος. Ο κτηνίατρος που εξέτασε το σκύλο της Ενάγουσας, συνταγογράφησε για αυτόν παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη. Λόγω του τραυματισμού του, ο σκύλος της Ενάγουσας, για τις επόμενες 3-4 μέρες δεν μπορούσε να πατήσει το αριστερό του πόδι, ενώ δεν είχε οποιαδήποτε εμφανή εξωτερικά τραύματα. Η Ενάγουσα επισκέφτηκε τον Δρ. Δημητριάδη, ο οποίος διέγνωσε ότι, ένεκα του επίδικου συμβάντος, αυτή υπέστη κάκωση (εξάρθρωμα) αριστερής ακρωμυοκλειδικής άρθρωσης Rockwood 1 και ότι είχε υποστεί ρήξη (θλάση) δελτοειδούς αριστερά πρώτου βαθμού[1], το οποίο της επέφερε πόνο. Ο Δρ. Δημητριάδης της συνέστησε ξεκούραση και λήψη της φαρμακευτικής αγωγής που της συνταγογράφησε για κάποιο χρονικό διάστημα, ενώ, επίσης, της ακινητοποίησε τον αριστερό ώμο και της συνέστησε πρόγραμμα φυσιοθεραπειών. Η ιατρική γνωμάτευση και το τιμολόγιο του Δρ. Δημητριάδη αποτελούν το Τεκμήριο 2[2]. Επίσης, αποτελεί κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι οι δικηγόροι της Ενάγουσας, μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, επικοινώνησαν με το Δήμο Λευκωσίας, για να λάβουν ενημέρωση κατά πόσο ο Εναγόμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, κατείχε άδεια σκύλου. Η απάντηση που έλαβαν από το Δήμο Λευκωσίας ήταν ότι ο Εναγόμενος, στην οδό Ηρώων, κατά τον Ιούλιο του 2013, κατείχε άδεια σκύλου με αρ. 9348, η οποία ίσχυε μέχρι τις 13.2.2014 και ότι τούτη ανανεώθηκε από τις 2.7.2015 μέχρι τις 30.6.2016 (με αρ. άδειας 12454) και ακολούθως ανανεώθηκε από τις 20.7.2016 μέχρι τις 20.7.2017 (με αρ. 13832), για τον αρσενικό σκύλο, φυλής Labrador, χρώματος χρυσού (βλ. Τεκμήριο 12). Τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αποτελούν, πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου. Αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση των πιο πάνω, κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, τα μόνα που παραμένουν ως επίδικα, υπό αμφισβήτηση, ζητήματα προς εξέταση, επί πραγματικών γεγονότων, είναι (α) κατά πόσο ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης και/ή ο κάτοχος και/ή το πρόσωπο που είχε την ευθύνη του Σκύλου που επιτέθηκε στην Ενάγουσα και το σκύλο της και (β) το εύρος των ζημιών που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου συμβάντος. Οι εκδοχές των μερών Η εκδοχή της Ενάγουσας Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας, πάντα σε σχέση με τα ανωτέρω υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, είναι η θέση της ότι ο Εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης και/ή ο κάτοχος και/ή το πρόσωπο που είχε την ευθύνη του Σκύλου. Ισχυρίζεται δε ότι το επίδικο περιστατικό συνέβη συνεπεία της αποκλειστικής αμέλειας του Εναγόμενου και/ή της αμέλειας του ως ιδιοκτήτη και/ή κατόχου του Σκύλου, καθότι αυτός παρέλειψε (α) να τον έχει δεμένο, (β) να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα περιορισμού του, (γ) άφησε το κάγκελο και/ή την πόρτα του γκαράζ ανοικτή, με αποτέλεσμα ο Σκύλος να δραπετεύσει και (δ) επέτρεψε στο Σκύλο να επιτεθεί στην Ενάγουσα και τον σκύλο της. Είναι επίσης, η συναφής θέση της Ενάγουσας ότι, συνεπεία του επίδικου περιστατικού, υπέστη τις ανωτέρω αναφερόμενες σωματικές βλάβες (ως αυτές καταγράφονται και στο Τεκμήριο 2[3]), ως επίσης και ειδικές ζημίες για το συνολικό ποσό των €977, το οποίο αφορά (α) το ποσό που κατέβαλε για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του σκύλου της (€27), (β) ποσό €300 για 12 φυσιοθεραπείες, (γ) ποσό €300 για την επίσκεψη στον Δρ. Δημητριάδη και έξοδα ιατρικής γνωμάτευσης, ως επίσης και (δ) €350 για απώλεια εισοδήματος (10 ραντεβού x €35). Η εκδοχή του Εναγόμενου Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του Εναγόμενου, αυτός αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που παρουσιάζει η Ενάγουσα είναι ψευδή, παραποιημένα και διογκωμένα. Είναι δε η θέση του ότι, η Ενάγουσα επιχειρεί να εκμεταλλευθεί ένα ασήμαντο περιστατικό για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη, ενώ, η καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εκ μέρους της, αποτελεί κακόπιστη και εκδικητική ενέργεια εναντίον του. Δικογραφικά, αρνείται, επίσης, όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης ευθύνης κατόχου ζώου, ως επίσης και τις ισχυριζόμενες ζημίες και/ή τραυματισμούς της Ενάγουσας, αλλά και ότι είναι ο ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή το πρόσωπο υπό την ευθύνη του οποίου βρισκόταν ο Σκύλος. Ακροαματική διαδικασία Προς απόδειξη της υπόθεσης της, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ίδια η Ενάγουσα (Μ.Ε. 1), ως επίσης και ο Δρ. Κυριάκος Δημητριάδης (Μ.Ε. 2), ο οποίος είναι ορθοπεδικός χειρουργός, ενώ εκ μέρους του Εναγόμενου δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Κατατέθηκαν επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, συνολικά 12 Τεκμήρια. Μαρτυρία Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση τούτης, καταγράφεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη και των ανωτέρω επίδικων, υπό αμφισβήτηση, ζητημάτων. Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση πάντα, των επίδικων, υπό αμφισβήτηση, θεμάτων. Ενάγουσα Η Ενάγουσα, στην ουσία, προώθησε ισχυρισμούς ως οι δικογραφημένες θέσεις της, ως επίσης και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην ενότητα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία δεν καθίσταται αναγκαίο να αναφερθούν εκ νέου. Ως προς τις ζημίες που υπέστη συνεπεία του επίδικου συμβάντος (πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρονται[4]), ανέφερε ότι μετά τον τραυματισμό της και ένεκα της ακινητοποίησης του ώμου της, αλλά και της ενόχλησης και του πόνου που ένιωθε λόγω του τραυματισμού της, αναγκάστηκε να ακυρώσει όλα τα ραντεβού των πελατών της για τις επόμενες μέρες. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι, για τις δύο εβδομάδες, που ακολούθησαν του επίδικου συμβάντος, η ίδια ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπειών σε επαγγελματία φυσιοθεραπευτή και συνολικά πραγματοποίησε σε αυτόν 6 φυσιοθεραπείες (όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3) και κατέβαλε για τούτες το ποσό των €150 (βλ. Τεκμήριο 3). Το αποτέλεσμα των εν λόγω φυσιοθεραπειών ήταν «πάρα πολύ θετικό»[5]. Επίσης, σε ότι αφορά την απόδειξη της κτηνιατρικής κλινικής (Τεκμήριο 1), ανέφερε ότι το ποσό των €11 που περιλαμβάνεται σε αυτήν, δεν αφορά ποσό το οποίο κατέβαλε συνεπεία του επίδικου συμβάντος, εξού και από το συνολικό ποσό της εν λόγω απόδειξης (€38), αυτή διεκδικεί μόνο €27 που αφορά την επίσκεψη στην κτηνιατρική κλινική (€25) και τα φάρμακα που συνταγογραφήθηκαν για τον σκύλο της (€2). Μ.Ε. 2 Ο μάρτυρας αυτός είναι ορθοπεδικός χειρουργός. Στην ουσία, υιοθέτησε την ιατρική γνωμάτευση που ετοίμασε για την Ενάγουσα, ως επίσης και το τιμολόγιο που εκδόθηκε από το ιατρείο του για το ποσό των €300 (βλ. Τεκμήριο 2[6]), το οποίο αφορά τις ιατρικές εξετάσεις της Ενάγουσας, ημερομηνίας 5.7.2013, 8.7.2013 και 20.7.2013, ως επίσης και την έκδοση του ιατρικού του πιστοποιητικού. Ανέφερε επίσης ότι για τους τραυματισμούς της Ενάγουσας, χρειάζονταν φυσιοθεραπείες για περίοδο 6-12 εβδομάδων, για καλύτερη αποκατάσταση και ότι στην Ενάγουσα διενήργησε ακτινογραφία και υπερηχογράφημα αριστερού ώμου, για να καταλήξει στη διάγνωση του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο (βλ. μεταξύ άλλων C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2η έκδοση, των Ηλιάδη και Σάντη (σελ.135): «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δυο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.616, Φώτσιου v Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172), με αναφορά και στη δικογραφία (S Pavlou & Sons Constructions Ltd και Άλλου v. Θεοδώρου, ΠΕ 199/10, ημ. 6.7.15). [.] Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία [.].». Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 329), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της, είτε μέρος αυτής (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Όσον τώρα αφορά στη προσέγγιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361». Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο ανέφερε, τα ακόλουθα, αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, με την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα να μην παραγνωρίζεται, αλλά και αυτή να λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovce v. Yeomans
(1981)2 All Ε.R. 21. Σημειώνω εδώ ότι ο Μ.Ε. 2 είναι ιατρός, ο οποίος προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο ως μάρτυρας γεγονότων (αναφορικά με το πότε τον επισκέφθηκε η Ενάγουσα και τι εξετάσεις της έκανε), όσο και ως μάρτυρας γνώμης (αναφορικά με τη διάγνωση της ιατρικής κατάστασης της Ενάγουσας στην οποία αυτός προέβη, βάσει της εξειδίκευσής του). Αναφέρω, επίσης, ότι, η πλευρά του Εναγόμενου, δεν αμφισβήτησε τα προσόντα του πιο πάνω γιατρού, ούτε την εμπειρία του στον τομέα της εξειδίκευσής του, με βάση τα νομολογημένα κριτήρια (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 934). Συνεπώς, δεν παρέχεται έρεισμα στο Δικαστήριο να θέσει υπό αξιολόγηση το αν ο μάρτυρας αυτός εμπίπτει στη νομολογιακή έννοια του «εμπειρογνώμονα», στον κλάδο της ιατρικής στον οποίο ειδικεύεται. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ενάγουσα Η Ενάγουσα μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της διακατείχετο από συνοχή και πειστικότητα, ενώ κατά την αντεξέταση της, δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Εν πάση περιπτώσει, το επίδικο συμβάν και τα γεγονότα που περιβάλλουν τούτο, ουδόλως αμφισβητήθηκαν από πλευράς του Εναγόμενου κατά την αντεξέταση της. Ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος του Σκύλου, κατά τον επίδικο χρόνο, χωρίς να μου διαφεύγει ότι εκείνο που προκύπτει από το Τεκμήριο 12 είναι ότι ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ιδιοκτήτης σκύλου φυλής Labrador, χρώματος χρυσού, ενώ η Ενάγουσα ανέφερε, κατά την μαρτυρία της, ότι ο Σκύλος ήταν φυλής Labrador, χρώματος άσπρο-μπεζ, εντούτοις, υπενθυμίζω ότι, κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας, ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι (α) ο Σκύλος διέφυγε από το σπίτι του Εναγόμενου, (β) στο σημείο από όπου διέφυγε, βρισκόταν η οικιακή βοηθός του Εναγόμενου, (γ) ότι το πρόσωπο το οποίο επενέβη και εν τέλει κατάφερε να ελέγξει τον Σκύλο, ήταν η οικιακή βοηθός του, και (δ) ότι η οικιακή βοηθός του, μετά το επίδικο συμβάν, επέστρεψε τον Σκύλο στο σπίτι του Εναγόμενου. Επομένως, η θέση της Ενάγουσας περί του ότι ο Εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης ή κάτοχος του Σκύλου, ανεξάρτητα αν αυτός ήταν ο σκύλος για τον οποίο κατείχετο η συγκεκριμένη άδεια, ουδόλως κλονίστηκε. Και τούτο διότι, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και εν απουσία έστω θέσης, από πλευράς του Εναγόμενου, περί του ότι ο Σκύλος ήταν ιδιοκτησίας ή κατοχής της οικιακής του βοηθού, αβίαστα καταλήγω ότι τούτος ήταν ιδιοκτησίας του Εναγόμενου. Εξάλλου και η συνήγορος του Εναγόμενου, στα πλαίσια της τελικής της αγόρευσης, χωρίς να αμφισβητεί τα πιο πάνω δεδομένα, προβάλλει απλά τη θέση ότι, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, δεν στοιχειοθετούν αμέλεια του Εναγόμενου ή του Εναγόμενου μέσω της οικιακής του βοηθού[7]. Σε ότι δε αφορά τις θέσεις των συνηγόρων του Εναγόμενου[8] περί του ότι η αλληλογραφία μεταξύ της λειτουργού του Δήμου Λευκωσίας και των συνηγόρων της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 12), σε σχέση με την ιδιοκτησία του Σκύλου, δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο (και συνεπώς δεν καλύπτεται από το άρθρο 35 του Κεφ. 9), αλλά εξ ακοής μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον η λειτουργός του Δήμου δεν κλήθηκε, από την πλευρά της Ενάγουσας, για να αντεξεταστεί σε σχέση με τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 12, με κάθε σεβασμό ουδόλως με βρίσκουν σύμφωνη. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς, το Τεκμήριο 12 και γενικά η αλληλογραφία που αποτελεί τα Τεκμήρια 4-12 κατατέθηκαν, χωρίς οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους της πλευράς του Εναγόμενου, ως κανονικά τεκμήρια και όχι ως τεκμήρια προς αναγνώριση ή υπό την επιφύλαξη ότι αυτά κατατίθενται μόνο ως έγγραφα τα οποία ήταν στην κατοχή της Ενάγουσας και, επομένως, το Δικαστήριο δύναται να τα λάβει υπόψη για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων, αντιπαραβάλλοντας τα με το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό ότι σε αυτά περιέχεται εξ ακοής μαρτυρία, υπενθυμίζω ότι, βάσει του άρθρου 24 του Κεφ. 9, εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία απλώς και μόνο επειδή είναι εξ ακοής, ενώ, η όποια βαρύτητα θα προσδοθεί σε αυτή, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι καταγράφονται, όχι εξαντλητικά, στο άρθρο 27 του Κεφ.
- Εν προκειμένω, όλη η εν λόγω αλληλογραφία κατατέθηκε, όπως προανέφερα, χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς του Εναγομένου, ενώ σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της Ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε ότι τούτη η αλληλογραφία ανταλλάχθηκε μεταξύ του Δήμου Λευκωσίας και των συνηγόρων της ή το περιεχόμενο αυτής, αλλά ούτε υποβλήθηκε στην Ενάγουσα οποιαδήποτε τέτοια σχετική θέση. Είναι και για αυτό το λόγο που τα όσα εκεί καταγράφονται αποτελούν μέρος των κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων (πιο πάνω στην παρούσα απόφαση). Αν ήθελε η πλευρά του Εναγόμενου να αμφισβητήσει τα όσα εκεί καταγράφονται, θα έπρεπε να το πράξει και ακολούθως να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ. 9 και να ζητήσει να κλητευθεί, αν δεν το έπραττε η πλευρά της Ενάγουσας (σε περίπτωση που η εν λόγω μαρτυρία αμφισβητείτο), το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση για να το αντεξετάσει. Εν προκειμένω, τίποτε δεν έπραξε η πλευρά του Εναγόμενου, εφόσον ουδόλως αμφισβήτησε, κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας, τη μαρτυρία που κατατέθηκε μέσω των Τεκμηρίων 4-
- Εν πάση περιπτώσει, ως ανωτέρω καταγράφηκε, η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή τουλάχιστον ο κάτοχος του Σκύλου, δεν εδράστηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, αλλά στη βάση της αρχικής θέσης του Σκύλου, υπό ποιου την επίβλεψη ήταν και τις μετέπειτα, της επίθεσης, ενέργειες που έγιναν από την οικιακή βοηθό του Εναγόμενου. Στρεφόμενη τώρα στις ζημίες της Ενάγουσας και τους ισχυρισμούς της ότι, συνεπεία του επίδικου συμβάντος και των τραυματισμών της, δεν μπορούσε να εργαστεί και αναγκάστηκε να ακυρώσει τα ραντεβού των πελατών της για τις επόμενες μέρες, για τα οποία αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις ύψους €350, σημειώνω ότι η ίδια, ερωτηθείσα να κατονομάσει ή να θυμηθεί ποια ήταν τα ραντεβού που ακύρωσε, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ραντεβού είχε, ούτε και ανέφερε ότι απώλεσε εισόδημα από 10 ραντεβού που είχε προγραμματισμένα, ως η δικογραφημένη θέση της. Ούτε παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να αποδεικνύει ότι η ίδια για συγκεκριμένη χρονική περίοδο είχε αναρρωτική άδεια ή ότι δεν εργαζόταν ή οποιοδήποτε αποδεικτικό αναφορικά με τα ποσά που χρέωνε για τις φυσιοθεραπείες που παρείχε στους πελάτες της. Στη βάση τούτων, δεν μπορώ να προβώ σε ευρήματα ότι αυτή απώλεσε οποιοδήποτε εισόδημα συνεπεία του τραυματισμού της, πόσω μάλλον εισόδημα από 10 ραντεβού, συνολικού ύψους €
- Ούτε ότι δικαιούται στο συνολικό ποσό των €300 για φυσιοθεραπείες μπορώ να αποδεκτώ. Στη βάση του Τεκμηρίου 3, η ίδια προέβη μόνο σε 6 φυσιοθεραπείες σε ειδικό φυσιοθεραπευτή και κατέβαλε το ποσό των €
- Για το υπόλοιπο όμως ποσό των €150 που διεκδικεί, ανέφερε ότι το αξιώνει καθότι συνέχισε «και μόνη της να κάνει ορισμένα πράγματα»[9], τα οποία όμως δεν κατονόμασε, ενώ ουδόλως εξήγησε γιατί για τούτα κατέβαλε το επιπλέον ποσό των €
- Επομένως, μπορώ μόνο να προβώ σε εύρημα αναφορικά με το ποσό των €150, το οποίο κατέβαλε σε ειδικό φυσιοθεραπευτή (βλ. Τεκμήριο 3). Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι τα όσα αναφέρουν οι συνήγοροι του Εναγόμενου (στην αγόρευση τους) ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το Τεκμήριο 3, ουδόλως με βρίσκουν σύμφωνη, ενώ ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω (σε σχέση με τα Τεκμήρια 4-12) περί του ότι και το Τεκμήριο 3 κατατέθηκε χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς του Εναγομένου, ενώ, κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας, ουδόλως αμφισβητήθηκε η έκδοση του εν λόγω Τεκμηρίου
- Η όποια δε θέση της τέθηκε περί του ότι δεν προέβη, αλλά ούτε ήταν ανάγκη να προβεί στις εν λόγω φυσιοθεραπείες, παρέμεινε μετέωρη, μιας και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση των όσων, κατά τα άλλα, η Ενάγουσα, πειστικά, ανέφερε περί του ότι ακολούθησε τις οδηγίες του γιατρού της και προέβη στις εν λόγω φυσιοθεραπείες, οι οποίες την βοήθησαν στην αντιμετώπιση του πόνου που είχε. Τέλος, σε σχέση με το τιμολόγιο που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2, όταν της ζητήθηκε να παρουσιάσει απόδειξη για την πληρωμή του, η ίδια ανέφερε ότι δεν έχει να υποδείξει οποιαδήποτε απόδειξη, αναφέροντας ότι πλήρωσε τούτο «τοις μετρητοίς». Εξήγησε δε το λόγο που το εν λόγω τιμολόγιο φέρει ημερομηνία έκδοσης 25.5.2017 (ήτοι σχεδόν 4 έτη μετά το επίδικο συμβάν), λέγοντας ότι «όταν είχαμε προχωρήσει στο Δικαστήριο, τους είχα ζητήσει αναλυτικό τιμολόγιο». Εν πάση περιπτώσει, το τιμολόγιο εκδόθηκε από το ιατρείο του ΜΕ 2, ο οποίος, κατά τη μαρτυρία του, ρωτήθηκε σχετικά, και δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό περί εκκρεμούσας οφειλής της Ενάγουσας σε αυτόν στη βάση του εν λόγω τιμολογίου. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι η Ενάγουσα, κατέβαλε το ποσό των €300 προς τον ΜΕ
- Στη βάση των πιο πάνω, πλην των όσων δεν αποδέκτηκα, αποδέχομαι τη μαρτυρία της Ενάγουσας και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μ.Ε. 2 Επί της ουσίας, η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Οι όποιες ερωτήσεις του τέθηκαν από τη συνήγορο του Εναγόμενου, αφορούσαν το κατά πόσο η Ενάγουσα μπορούσε να εργαστεί ως φυσιοθεραπεύτρια, βάσει της διάγνωσης του, ως αυτή φαίνεται στο Τεκμήριο 2, με τον ίδιο να εξηγεί ότι μετά από τέτοιου είδους κακώσεις, συνήθως δίδεται αναρρωτική άδεια για περίπου 6 εβδομάδες για άτομα που έχουν να κάνουν με χειρωνακτικές εργασίες, όπως, ήταν εν προκειμένω, η Ενάγουσα. Αναφορικά δε με το τιμολόγιο του, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2, και κατά πόσο γνωρίζει πως αυτό πληρώθηκε, ο ίδιος ήταν ειλικρινής και ανέφερε ότι «δεν ασχολούμαι ποτέ με το οικονομικό μέρος, δεν γνωρίζω. Τα διαχειρίζεται το προσωπικό, γραμματειακό και λογιστικό προσωπικό», χωρίς, ωστόσο, να προβάλει θέση ότι η Ενάγουσα του οφείλει χρήματα. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη, αναντίλεκτη, θέση του ΜΕ 2 ότι παρείχε τις συγκεκριμένες υπηρεσίες στην Ενάγουσα και ότι αυτές αφορούσαν τον τραυματισμό της από το επίδικο συμβάν, το κατά πόσο εξοφλήθηκε ή όχι το τιμολόγιο, δεν κρίνεται σημαντικό για την απόδειξη, από πλευράς της Ενάγουσας, ότι υπέστη την εν προκειμένω ζημία, αφού η απόδειξη τούτης (της ζημιάς), δεν εξαρτάται από την εξόφληση του τιμολογίου, αλλά από αυτό τούτο το κόστος των παρασχεθεισών υπηρεσιών του ΜΕ 2, το οποίο προσδιορίζεται από το εν λόγω τιμολόγιο, την έκδοση και περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβήτησε ο Εναγόμενος, κατά την αντεξέταση του ΜΕ 2 που ήταν και ο εκδότης του. Ως εκ των πιο πάνω, τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα την αποδέχομαι στο σύνολο της και, στη βάση της, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Τελικά Ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια και στα, επιπρόσθετα, των αρχικών, εξής ευρήματα: Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Εναγόμενος, ήταν ιδιοκτήτης ή τουλάχιστον ο κάτοχος του Σκύλου που επιτέθηκε στην Ενάγουσα και το σκύλο της. Η Ενάγουσα, κατέβαλε για το σκύλο της, στην κτηνιατρική κλινική που τον πήρε μετά το επίδικο συμβάν, το ποσό των €27 (βλ. Τεκμήριο 1), το οποίο αφορά το ποσό της επίσκεψης και το ποσό που κατέβαλε για της φαρμακευτική αγωγή του σκύλου της. Επίσης, η Ενάγουσα, για δύο εβδομάδες μετά το επίδικο συμβάν, ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπειών σε ειδικό φυσιοθεραπευτή, όπου και προέβη συνολικά σε 6 φυσιοθεραπείες, και κατέβαλε για τούτες το συνολικό ποσό των €150 (βλ .Τεκμήριο 3), το αποτέλεσμα των οποίων ήταν «πάρα πολύ θετικό». Τέλος, κατέβαλε και το ποσό των €300 στον ΜΕ 2 για τις υπηρεσίες που της παρείχε. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αγωγή αφορά κατ' ισχυρισμόν αμέλεια εκ μέρους του Εναγόμενου, ως ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος ζώου και βασίζεται στο άρθρο 54 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (ως περιορίστηκε στην αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας[10]), το οποίο προνοεί τα εξής: «Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται- (α) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από άγριo ζώo, ή από άλλo ζώo πoυ δεv είvαι άγριo τo oπoίo είχε, όπως γvώριζε o εvαγόμεvoς, ή πρέπει vα θεωρηθεί ότι γvώριζε κατά τεκμήριo, τηv τάση για τηv τέλεση της πράξης από τηv oπoία πρoκλήθηκε η ζημιά͘ και (β) ότι o εvαγόμεvoς ήταv o ιδιoκτήτης ή είχε τηv ευθύvη τoυ ζώoυ αυτoύ, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo ζώo αυτό». Από τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 54 του Κεφ. 148, συνάγεται ότι η Ενάγουσα για να επιτύχει στην αξίωση της, στην παρούσα αγωγή, σε σχέση με την ευθύνη του Εναγόμενου, θα πρέπει να αποδείξει ότι (α) η ζημία προκλήθηκε από άγριο ζώο ή από άλλο ζώο που δεν είναι άγριο το οποίο είχε, όπως γνώριζε ο Εναγόμενος ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνώριζε κατά τεκμήριο, την τάση για την τέλεση της πράξης από την οποία προκλήθηκε η ζημία, και (β) ότι ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή είχε την ευθύνη του ζώου αυτού. Αν η Ενάγουσα επιτύχει τούτο, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να αποδείξει ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το ζώο αυτό. Στην υπόθεση Πολυμετάλ Λτδ, Μεταλλικές Κατασκευές κ.α. v. A. Κωνσταντίνου
(1998)1 ΑΑΔ 393, συνοψίστηκαν, με αναφορά σε αγγλική νομολογία, οι αρχές που διέπουν την ευθύνη κατόχου ζώου, όπου υπάρχει διάκριση μεταξύ κατόχου άγριου ζώου και ήμερου ζώου. Στην πρώτη περίπτωση, η ευθύνη του κατόχου είναι απόλυτη (αυστηρή), ανεξάρτητη από την ύπαρξη αμέλειας στη φύλαξη του ζώου (scienter). Αναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση τα εξής: «Και η κατοχή ήμερου ζώου μπορεί, ανάλογα με τη φύση του, να παρεμβάλλει προβλεπτούς κινδύνους για την ασφάλεια του γείτονα, όπως εξηγείται παραστατικά από το Λόρδο Atkin σε υπόθεση που αφορούσε σκύλο, στην Fardon v. Harcourt - Rivington [1932] All E.R. Rep.
- Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφασή του κατοπτρίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσδιορίζεται η εκπλήρωση του καθήκοντος επιμέλειας για την ασφάλεια του γείτονα από κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την κατοχή σκύλου: "But it is also true that, quite apart from the liability imposed upon the owner of animals or the person having control of them by reason of knowledge of their propensities, there is the ordinary duty of a person to take care either that his animal or his chattel is not put to such a use as is likely to injure his neighbour - the ordinary duty to take care in the cases put upon negligence." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Αλλά, είναι επίσης αληθές, ότι ανεξάρτητα από την ευθύνη η οποία επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη ζώων ή το πρόσωπο το οποίο τα έχει υπό τον έλεγχό του, λόγω γνώσης των τάσεων τους, υπάρχει, και το σύνηθες καθήκον προσώπου να μεριμνά έτσι ώστε το ζώο του ή το κινητό αντικείμενο υπό τον έλεγχο του δεν τίθεται σε τέτοια χρήση που να είναι πιθανόν να βλάψει το γείτονα. Το σύνηθες καθήκον επιμέλειας όπως ορίζουν οι αρχές του δικαίου της αμέλειας." Όπως επισημαίνει ο Λόρδος Dunedin στη δική του απόφαση, στην ίδια υπόθεση, το καθήκον επιμέλειας προκύπτει από τη γνώση για τις κινήσεις του σκύλου, μεταξύ άλλων, και από τα πηδήγματά του. Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων στις οποίες γίνεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση. Ιδιαίτερα διαφωτιστικές είναι οι παρατηρήσεις του Pearson L.J. στην Ellis v. Johnstone [1963] 1 All E.R.
- Εξηγεί τις διαφορές μεταξύ της αυστηρής ευθύνης για τη φύλαξη σκύλου, ο οποίος εξομοιούται με άγριο ζώο λόγω των γνωστών επιθετικών του τάσεων, και της ευθύνης του κατόχου ήμερου, κατά τεκμήριο, σκύλου που ανάγεται σε αμέλεια από ενέργειες του ζώου οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στον άνθρωπο. Επισημαίνει ότι και στην περίπτωση της αμέλειας, "...perhaps some special propensity is required.", (... ίσως απαιτείται κάποια ειδική τάση). Τέτοιες τάσεις μπορεί να λεχθεί, ανάλογα με τους κινδύνους στους οποίους είναι δυνατό να εκθέσουν την ασφάλεια του γείτονα, λαμβάνονται υπόψη στον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας. Σχετικό, στην προκείμενη περίπτωση, είναι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο σκύλος, όπως ήταν ή έπρεπε να ήταν γνωστό στους εφεσείοντες, ήταν "παιχνιδιάρης και ζωηρός". Τρεις άλλες Αγγλικές αποφάσεις, σχετικές προς το επίδικο θέμα, οι οποίες επίσης αναλύονται στην πρωτόδικη απόφαση είναι οι Sycamore v. Ley [1932] 1 All E.R. 97, Searle v. Wallbank [1947] A.C. 360 και η Cummings v. Granger [1977] 1 All E.R. 104»[11]. Σε ότι αφορά το σύνηθες καθήκον επιμέλειας, στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου της αμέλειας, αναφέρω ότι η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Αυτή οριοθετείται από το Άρθρο 51 του Κεφ. 148[12], όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία, στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου (βλ. Κωνσταντίνου v. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864 και Καλαθά v. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς, συνεπεία της διάρρηξης του εν λόγω καθήκοντος επιμέλειας, αποτελούν τα τρία συστατικά που ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει κατ' ισχυρισμόν αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η πρόκληση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας, είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας (duty of care), έναντι του ζημιωθέντος προσώπου (βλ. Donoghue v. Stevenson [1932] AC 562), με τη χρήση της έννοιας ή του κριτηρίου του γείτονα (neighbour principle). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο, ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται, ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων (reasonable foreseeability), ότι πράξη ή παράλειψη του, πιθανόν, να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας. Το θέμα εξετάζεται σε δύο στάδια: (α) κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση, ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας και επιμέλειας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά, ως θέμα λογικής και εύλογης πρόβλεψης, και (β) αν η απάντηση στο πιο πάνω είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας (βλ. Anns v. Merton London Borough Council [1978] AC 728). Σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το Caparo test, από την υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman [1990] 1 All E.R. 568 και τη Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd [1996] 1 AC 211, ώστε θα πρέπει:
(1)ο ενάγοντας να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε,
(2)ότι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης (proximity) και
(3)ότι είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο (fair, just and reasonable) να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις (βλ. Ξενοφώντος Κύπρος v. KN Ζοο Bar Restaurant Ltd και Άλλων
(2016)1 ΑΑΔ 2786). Υπαγωγή των γεγονότων στις πιο πάνω νομικές αρχές Ευθύνη Στη βάση των πιο πάνω τελικών μου ευρημάτων, η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή τουλάχιστον ο κάτοχος του Σκύλου που επιτέθηκε σε αυτήν και στο σκύλο της και ως εκ τούτου, η όποια ευθύνη του Εναγόμενου, θα εξεταστεί, κατ' αρχάς, στη βάση της δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 54 του Κεφ. 148, ήτοι ότι ο Εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης ή πρόσωπο που είχε την ευθύνη ήμερου ζώου. Σημειώνω στο στάδιο αυτό ότι, εν προκειμένω, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου περί του ότι ο Εναγόμενος είχε γνώση ή έπρεπε να είχε γνώση της τάσης του Σκύλου να επιτίθεται σε πρόσωπα ή άλλα ζώα. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε για να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο του άρθρου 54 του Κεφ. 148 και να μετατεθεί το βάρος απόδειξης στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής. Εντούτοις, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Fardon v. Harcourt - Rivington [1932] All E.R. Rep. 81 (βλ. πιο πάνω), ανεξάρτητα από την ευθύνη η οποία επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη ζώων ή το πρόσωπο το οποίο τα έχει υπό τον έλεγχό του, λόγω γνώσης των τάσεων τους, υπάρχει, και το σύνηθες καθήκον προσώπου να μεριμνά έτσι ώστε το ζώο του, υπό τον έλεγχο του, δεν τίθεται σε τέτοια χρήση που να είναι πιθανόν να βλάψει το γείτονα, ήτοι το σύνηθες καθήκον επιμέλειας όπως ορίζουν οι αρχές του δικαίου της αμέλειας. Επομένως, το ερώτημα που εδώ τίθεται είναι κατά πόσο θα μπορούσε, υπό από τις δοσμένες περιστάσεις, παρά το ότι, δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος γνώριζε οτιδήποτε για ροπή ή τάση του Σκύλου να επιτίθεται σε τρίτα πρόσωπα και/ή ζώα, να καταλογισθεί ευθύνη στον Εναγόμενο για τη ζημιά της Ενάγουσας και του σκύλου της, εξαιτίας της επίθεσης που δέχθηκαν από το Σκύλο. Δηλαδή, κατά πόσο ο Εναγόμενος ενήργησε αμελώς στη βάση των προνοιών του άρθρου 51 του Κεφ.148. Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Σκύλος βρέθηκε ελεύθερος εντός του δημόσιου δρόμου (της οδού Ηρώων) δεν έχουν αμφισβητηθεί, ήτοι ότι το κάγκελο της οικίας του Εναγόμενου, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ανοικτό και ο Σκύλος δεν ήταν προσδεμένος με λουρί. Επομένως, η απόδραση του Σκύλου, από το σπίτι του Εναγόμενου στο δρόμο, ήταν προβλεπτό συμβάν. Ήταν, επίσης, προβλεπτό ότι τρίτο πρόσωπο ή/και ζώο, εν προκειμένω, η Ενάγουσα και ο σκύλος της, θα βρίσκονταν στο δημόσιο δρόμο. Προβλεπτό, επίσης, ήταν και ότι ο Σκύλος, ως εκ της φύσης του (ζώο και κατά συνέπεια περί ενστίκτου ο λόγος), δυνατόν να αντιδράσει επιθετικά στην παρουσία άλλου προσώπου ή σκύλου ή στην περίπτωση που βρεθεί αντιμέτωπος με παρόμοια συμπεριφορά άλλου σκύλου και τούτο άσχετα με την όποια συμπεριφορά του σκύλου της Ενάγουσας. Κατά συνέπεια, ήταν υπαρκτός ο κίνδυνος να επιτεθεί σε τρίτα πρόσωπα ή ζώα που περπατούσαν/ βρίσκονταν στον εν λόγω δρόμο, όπως, εν προκειμένω, η Ενάγουσα και ο σκύλος της, ανεξαρτήτως γνώσης ύπαρξης ροπής για κάτι τέτοιο, εφόσον ένας ιδιοκτήτης ζώου δεν μπορεί να γνωρίζει εάν το ζώο έχει επικίνδυνες ή απρόβλεπτες τάσεις μέχρις ότου αυτές εκδηλωθούν. Υπήρχε δηλαδή, στη βάση των εν λόγω περιστατικών, η αναγκαία γειτνίαση (proximity) μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, εφόσον η Ενάγουσα περπατούσε εντός του δρόμου που βρισκόταν το σπίτι του Εναγόμενου, η οποία στοιχειοθετεί την ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους του Εναγόμενου προς αυτήν. Η αποτροπή του ενδεχομένου αυτού (της απόδρασης του Σκύλου από το σπίτι του Εναγόμενου) και, παρεπόμενα, της έκθεσης τρίτων (εν προκειμένω της Ενάγουσας και του σκύλου της) σε αυτό τον κίνδυνο, ήταν ευχερής, με το κλείσιμο του κάγκελου της οικίας του Εναγόμενου, ήτοι της διόδου του Σκύλου προς το δημόσιο δρόμο ή της πρόσδεσης του με λουρί. Για σκοπούς πληρότητας και περαιτέρω αιτιολογίας, υπενθυμίζω ότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι το βάρος απόδειξης που φέρει ένας Ενάγοντας σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, και όχι σε μεγαλύτερο βαθμό, δηλαδή να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Ενόψει όλων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη ότι το κάγκελο της οικίας του Εναγόμενου ήταν ανοικτό, με το Σκύλο να μην είναι προσδεμένος με λουρί, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος, ως ιδιοκτήτης ή τουλάχιστον κάτοχος του Σκύλου, δεν έλαβε τέτοια αποτρεπτικά μέτρα προς αποφυγή απόδρασης και επίθεσης του Σκύλου προς τρίτα πρόσωπα, ούτε διασφάλισε ότι η οικιακή του βοηθός είχε προσδεμένο τον Σκύλο ή το κάγκελο της οικίας του κλειστό. Αποτέλεσμα των παραλείψεων του αυτών, ήταν ο τραυματισμός της Ενάγουσας και του σκύλου της. Συνεπώς, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος φέρει ευθύνη για τον τραυματισμό της Ενάγουσας και του σκύλου της, στη βάση της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας που είχε προς αυτή, βάσει του άρθρου 51 του Κεφ. 148. Αποζημιώσεις Ειδικές Αποζημιώσεις Nομολογιακά έχει καθιερωθεί ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται αυστηρά από τον Ενάγοντα με την προσκόμιση της κατάλληλης αποδεκτής μαρτυρίας και τις οποίες πρέπει να αποδεικνύει με σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία (βλ. υποθέσεις Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 298, Ηρακλέους ν. Πίτρος
(1994)1 ΑΑΔ 299 και Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ. 1157, Νεοκλής Αντωνιάδης ν. Μιχάλης Σταύρου
(1998)1 ΑΑΔ 1171). Στη βάση των ανωτέρω τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό το ποσό των €150 ως καταβληθέν για φυσιοθεραπείες σε ειδικό φυσιοθεραπευτή, συνεπεία του τραυματισμού της από το επίδικο συμβάν, το ποσό των €27 ως έξοδα τα οποία κατέβαλε για σκύλο της αναφορικά με την επίσκεψη στην κτηνιατρική κλινική και τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, συνεπεία του επίδικου συμβάντος και του τραυματισμού του από το Σκύλο του Εναγόμενου, και €300 ως έξοδα της για τις υπηρεσίες που της παρείχε ο ΜΕ 2. Γενικές Αποζημιώσεις Σε ότι αφορά τις γενικές αποζημιώσεις, οι αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά σε αυτές. Αρκεί να λεχθεί ότι ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων που επιδικάζονται προς όφελος θύματος αστικού αδικήματος είναι η, κατά το δυνατόν, αποκατάσταση του στη θέση που θα βρισκόταν πριν διαπραχθεί το εν λόγω αστικό αδίκημα και να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του, χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 CLR 789). H νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση του ανθρώπου (βλ. Μαυροπετρή ν. Γεωργίου
(1995)1 ΑΑΔ 66, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 Α.Α.Δ. 498, Παναγή κ.ά. ν. Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Είναι δεκτό, επίσης, πως πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (βλ. Ιακώβου v. Ι. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 2079, Τζιβανίδης v. Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218 και Karkallis v. Galatariotis & Sons
(1980)1 CLR 265). Αποτελεί επίσης σταθερή αρχή πως οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν αν δεν τραυματιζόταν (βλ. Μιχαήλ v. Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1049 και Μαυροπετρή (ανωτέρω)). Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Ενάγουσα εισηγήθηκε, με αναφορά σε αποφάσεις, ότι το ποσό των €7.000 είναι λογικό ως γενικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό της Ενάγουσας. Κατά την δική μου έρευνα, δεν έχω εντοπίσει κάποια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να αφορά σε παρόμοιους τραυματισμούς, όπως αυτούς της Ενάγουσας. Έχω όμως εντοπίσει την πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή 91/2011, Χριστοδούλου v. Χριστοφόρου, ημερ. 27.7.2015 (στην οποία με παρέπεμψαν και οι συνήγοροι της Ενάγουσας), στην οποία ο Ενάγοντας είχε υποστεί «διάσταση κλειδός - ακρωμίου που συνηγορεί υπέρ εξαρθρήματος ακρωμυοκλειδικής αρθρώσεως» και του συνεστήθη χειρουργική αντιμετώπιση του προβλήματος του, με προβλεπόμενο χρόνο αποκατάστασης μετεγχειρητικά, τους τρεις μήνες και κόστος επέμβασης, περίπου €5.500. Αναφέρθηκαν, στην εν λόγω υπόθεση, τα εξής από τον Έντιμο κ. Κωνσταντίνου (Ε.Δ. (ως ήταν τότε)): «Ωστόσο, στην Ξενοφώντος ν. Ψάλτη, Αγωγή 1869/1986, ημερομηνίας 30.3.1988, η οποία μνημονεύεται στο σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαϊδη «Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες»
(1996), στη σελ. 228, παρ. 5-13, ο ενάγοντας, ο οποίος είχε τραυματιστεί σε τροχαίο ατύχημα έφερε εκδορές στη δεξιά ωμοπλάτη και εξάρθρημα της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης. Το δεξί του χέρι ακινητοποιήθηκε με τριγωνικό επίδεσμο και παρακολουθήθηκε ως εξωτερικός ασθενής. Του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια 11 βδομάδων. Δεκαοκτώ μήνες μετά τον τραυματισμό του παραπονείτο για πόνο στη δεξιά ωμοπλάτη ύστερα από βαριά χειρονακτική εργασία και ανικανότητα χρήσης του δεξιού του ώμου για άρση βάρους. Η ακρωμιοκλειδική άρθρωση ήταν ευαίσθητη και παρέμεινε εξαρθρωμένη και το έξω άκρο της κλείδας προεξείχε περίπου 2 εκατοστά. Σε εξέταση τρία χρόνια μετά τον τραυματισμό του, ο ενάγοντας παραπονείτο για παραμόρφωση, μυϊκή αδυναμία και πόνο στο δεξιό ώμο ύστερα από άρση βαριών φορτίων και στο τέλος μια κοπιαστικής μέρας. Παρατηρείτο προπέτεια του έξω άκρου της κλείδας λόγω ακρωμιοκλειδικού εξαρθρήματος. Η ακρωμιοκλειδική άρθρωση ήταν ευαίσθητη στην πίεση, ενώ οι μύες του ώμου ήταν σε καλή κατάσταση. Η δεξιά ακρωμιοκλειδική άρθρωση παρουσίαζε διάσταση, ενώ παρατηρείτο απουσία ασβεστοποίησης στους περιαρθρικούς ιστούς. Ο ενάγοντας μπορούσε να εκτελεί την εργασία του, αλλά δυνατό να ένιωθε περιοδικά ενοχλήματα πόνου στο δεξιό ώμο ύστερα από την άρση βαριών αντικειμένων ή την επίμονη χρήση του χεριού πάνω από το επίπεδο του ώμου. Η κατάστασή του θεωρήθηκε στατική και δεν αναμενόταν επιδείνωσή της. Στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί, του επιδικάστηκε ποσό £1.200,00 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Είκοσι επτά και πλέον χρόνια μετά την απόφαση στην Ξενοφώντος (ανωτέρω), στον ενάγοντα, ο οποίος καθώς ήδη έχει αναφερθεί δικαιούται επαυξημένες αποζημιώσεις, σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες που διέπουν το θέμα, θεωρώ πως, ένα ποσό της τάξης των €7.000,00 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για σκοπούς πλήρους αποκατάστασής του». Όπως γίνεται αντιληπτό, οι τραυματισμοί που αναφέρθηκαν στην Ξενοφώντος, αλλά και στην Χριστοδούλου (ανωτέρω), αφορούν τραυματισμούς που είναι πολύ σοβαρότεροι και πιο εκτεταμένοι της παρούσας περίπτωσης, χωρίς να μου διαφεύγει, επίσης, ότι προκλήθηκαν και σωματικές βλάβες, οι οποίες δεν παρατηρούνται στην υπό κρίση περίπτωση. Οι παράγοντες, κατ' εμένα, που υπέχουν σημασίας για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, είναι ο πόνος και ταλαιπωρία την οποία υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου συμβάντος, τα όποια τυχόν κατάλοιπα τα οποία έχουν μείνει ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων τραυματισμών, το κατά πόσο πρόκειται για μόνιμες βλάβες, ενώ, στα πλαίσια της ταλαιπωρίας, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η οποιαδήποτε επίδραση των επίδικων τραυμάτων στην καθημερινότητα της Ενάγουσας. Στα πιο πάνω, συνυπολογίζεται και η οποιαδήποτε, από πλευράς της Ενάγουσας, τυχόν αδράνεια ή παράλειψη να μειώσει την οποιαδήποτε ζημία της. Έχει νομολογηθεί ότι ο ενάγων οφείλει να μετριάσει τις ζημιές του, ακολουθώντας τις κατάλληλες θεραπευτικές μεθόδους που του εισηγούνται οι γιατροί που τον παρακολουθούν (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastic Industry Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 556, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 384. Έχω υπόψη τα όσα καταγράφηκαν στα ευρήματα μου ανωτέρω, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, και ότι η Ενάγουσα έχει υποστεί τις σωματικές ζημιές που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Έχω επίσης υπόψη ότι, η Ενάγουσα, από τις 12 φυσιοθεραπείες που τις συνεστήθησαν, ακολούθησε μόνο τις έξι
(6)σε επαγγελματία φυσιοθεραπευτή, για να αντιμετωπίσει τον όποιο πόνο αντιμετώπιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη ότι ο ΜΕ 2 ανέφερε σε ερώτηση κατά πόσο η Ενάγουσα θα μπορούσε να εργαστεί χειρωνακτικά, ως ήταν η εργασία της, ότι δεν θα μπορούσε και ότι για τέτοιου είδους τραυματισμούς, και δη σε άτομα που κάνουν χειρωνακτική εργασία, όπως, εν προκειμένω, η Ενάγουσα, δίδεται αναρρωτική άδεια για περίπου 6 εβδομάδες. Επίσης, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι η ίδια η Ενάγουσα παραδέκτηκε ότι το αποτέλεσμα των φυσιοθεραπειών που ακολούθησε ήταν πάρα πολύ θετικό, χωρίς να αναφέρει ότι της έχουν μείνει οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα, συνεπεία του τραυματισμού της, αλλά και ότι η συνολική διάρκεια των εν λόγω φυσιοθεραπειών δεν υπερέβη τις δύο
(2)εβδομάδες. Λαμβάνω ακόμα υπόψη ότι, παρά το ότι δεν έκανε τις λοιπές 6 φυσιοθεραπείες, εντούτοις, προφανώς, στη βάση ενοχλήσεων που είχε, αντιμετώπισε τούτες μόνη της στο σπίτι. Έχοντας δε υπόψη ότι για τις 6 φυσιοθεραπείες που όντως έκανε σε επαγγελματία φυσιοθεραπευτή, χρειάστηκε το διάστημα των 2 εβδομάδων και ότι αναγκαίες για την αντιμετώπιση και καλύτερη αποκατάσταση του προβλήματος της κρίθηκαν 12 φυσιοθεραπείες, καταλήγω ότι ο όποιος πόνος και ταλαιπωρία που η ίδια υπέστη ήταν, τουλάχιστον, 4 εβδομάδων. Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας, το ποσό των €1.800 ως γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη, συνεπεία του επίδικου συμβάντος ένεκα της αμέλειας του Εναγόμενου. Τόκος Παραμένει τέλος, το θέμα του τόκου. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το θέμα του τόκου. Σχετικό είναι το άρθρο 58 (Α) του Κεφ. 148 και το άρθρο 33 του Ν. 14/60. Υπάρχει δε επί του θέματος πλούσια νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475) και Θεοφάνους v. Κουρουκλά
(2006)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στις 5.7.2013 και η Ενάγουσα καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 9.6.2015, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί αφέθηκαν να παρέλθουν σχεδόν 2 χρόνια για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ή γιατί αφέθηκαν να παρέλθουν άλλοι σχεδόν 6 μήνες από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας (η οποία καταχωρήθηκε την 1.12.2015). Συνεπώς, κρίνω ότι στο ποσό των γενικών αποζημιώσεων, η Ενάγουσα δικαιούται τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης της και δη από την 1.12.
- Σε ότι δε αφορά τα ποσά των ειδικών αποζημιώσεων, κρίνω, επίσης, ότι η Ενάγουσα δικαιούται τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης της, μιας και ήταν προ πολλού αποκρυσταλλωμένες τούτες οι ζημιές, αφού η Ενάγουσα είχε ήδη καταβάλει τα σχετικά ποσά (βλ. Fysco -ν- Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Ενάγουσα απέσεισε το βάρος που είχε για να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο Εναγόμενος επέδειξε, στις 5.7.2013, αμέλεια έναντι της, και ως εκ τούτου η απαίτηση της, εναντίον του Εναγόμενου, επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.800 ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την 1.12.2015 μέχρι εξόφλησης. Επιπρόσθετα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €477 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από την 1.12.2015 μέχρι εξόφλησης. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανέναν λόγο για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Ιατρική γνωμάτευση που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
- [2] Σημειώνω εδώ ότι ως προς το κατά πόσο το εν λόγω τιμολόγιο πληρώθηκε παραμένει ζήτημα διαφιλονικούμενο. [3] Ως επίσης και στην ενότητα «Κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα» της παρούσας απόφασης. [4] Στην ενότητα «κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα». [5] Ως η ίδια η Ενάγουσα δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση της, βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 30.1.2023, σελ. 12, γραμμές 20-
- [6] Το τιμολόγιο αποτελεί την 2η σελίδα του Τεκμηρίου
- [7] Βλ. σελίδα 11 της τελικής αγόρευσης του Εναγόμενου. [8] Στην τελική τους αγόρευση. [9] Βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 9.2.2023, σελ. 6, γραμμές 20-
- [10] Βλ. σελ. 7 της αγόρευσης των συνηγόρων της Ενάγουσας. [11] Υπογραμμίσεις δικές μου. [12] Το άρθρο 51 του Κεφ. 148, προνοεί τα εξής «
- Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο