ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΑΡΗ, Γενική Αίτηση αρ.: 218/2021, 31/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Γενική Αίτηση αρ.: 218/2021 ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτήτρια -και- ΜΑΡΙΟΥ ΚΟΥΔΟΥΝΑΡΗ Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερ. 1/7/2021 για εγγραφή διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα. Ττόφα για κ.κ. Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Κατσούρη για κ.κ. Ζήνων Χρ. Κατσούρης & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Την 1.7.2021, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (στο εξής «η Αίτηση»), με την οποία επιζητεί άδεια του Δικαστηρίου όπως η εκδοθείσα Διαιτητική Απόφαση ημερ. 20.10.2004 (στο εξής «η Διαιτητική Απόφαση»), η οποία εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, καταχωρηθεί και εγγραφεί, για σκοπούς εκτέλεσης, στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, N. 22/85, άρθρο 52
(1)(β) και
(2)(β),
(3),
(4)και
(5), στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θ. 79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.41, Δ.47 θ.θ. 1-3, Δ.48, θ. 1-3, 8
(1), στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, άρθρο 37
(1)και
(2), ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Α. Ανδρέου. Σε αυτήν, ο ομνύοντας αναφέρει ότι είναι υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής «η Altamira»), η οποία, δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της και της Αιτήτριας, ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και το δάνειο/ πιστωτική διευκόλυνση που αφορά την Αίτηση. Αναφέρει επίσης ότι τα καθήκοντά του στην Altamira είναι ο χειρισμός δικαστικών υποθέσεων της Αιτήτριας, ενώ σε ότι αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν την Αίτηση, έχει προσωπική γνώση, την οποία αντλεί και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Όπου δε αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία του έχουν μεταφέρει τρίτα πρόσωπα, αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του, ενώ είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια και την Altamira να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Στη συνέχεια, ο ομνύοντας προχωρεί σε αναφορές που αφορούν τις διάφορες μετονομασίες, μεταβολές και μεταφορές που έλαβαν χώρα, μεταξύ άλλων και αυτής που αφορά την μετατροπή και μετονομασία του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αγίου Δομετίου Λτδ σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ, και ακολούθως στις μεταφορές, μεταβολές και μετονομασίες που κατέληξαν στην Αιτήτρια[1]. Ως προς την επίδικη Διαιτητική Απόφαση, η εγγραφή της οποίας επιζητείται με την Αίτηση, ο ομνύοντας σημειώνει ότι, στις 20.10.2004, εκδόθηκε διαιτητική απόφαση από διαιτητή δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, για το υπ' αριθμό 15002-4 γραμμάτιο, για το ποσό των ΛΚ 3.762,69 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.2004 μέχρι εξόφλησης, πλέον ΛΚ 40 ως έξοδα, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση την ίδια μέρα (ήτοι στις 20.10.2004) και επισυνάπτει προς απόδειξη τούτου, το Τεκμήριο 2[2]. Ισχυρίζεται επίσης ότι, η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της σε αυτόν, και συνεπώς τούτη κατέστη τελεσίδικη. Τέλος, αναφέρει ότι από την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, πληρώθηκε το ποσό των €3.519,71, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το υπόλοιπο ποσό. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση, με την οποία προβάλλονται 19 συνολικά λόγοι ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Και τούτο διότι, μέσω της αγόρευσης που καταχωρήθηκε από τους συνήγορους του Καθ' ου η Αίτηση, τούτοι κατηγοριοποιούνται και εν μέρει αλληλοκαλύπτονται. Ουσιαστικά, και για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης, οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται (και αναλύονται στην αγόρευση των συνηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση), κατηγοριοποιούνται ως εξής:
- Η Αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη καθότι ελλείπει το ορθό δικονομικό και/ή νομοθετικό υπόβαθρο στη νομική της βάση / Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Αίτηση είναι ανεπαρκή και δεν δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία.
- Η ρήτρα παραπομπής σε διαιτησία και η ρήτρα μονομερούς τροποποίησης του Βασικού Επιτοκίου στην επίδικη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης είναι καταχρηστικές.
- Η ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία και/ή η Διαιτητική Απόφαση δεν επιδόθηκε και/ή δεν επιδόθηκε νομότυπα στον Καθ' ου η Αίτηση/ Στην Διαιτητική Απόφαση κακόπιστα και/ή κακόβουλα δεν αναγράφεται το δικαίωμα υποβολής Έφεσης, αλλά και η οποιαδήποτε προθεσμία για υποβολή έφεσης.
- Η Διαιτητική Απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία και/ή πληροφορίες από αυτήν/ Η Διαιτητική Απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση στερήθηκε του δικαιώματος του σε πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Διαιτητή/ ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά/ υπάρχει παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης/ μονομερής ο διορισμός του διαιτητή/ μη υπογραφή συνυποσχετικού από τον Καθ' ου η Αίτηση.
- Η Αιτήτρια κωλύεται να διεκδικεί την εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης λόγω του ότι έχει παρέλθει υπέρμετρη καθυστέρηση εξ υπαιτιότητας και/ή αδικαιολόγητης αδράνειας της. Την Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση, στην οποία επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης, με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Κανένας εκ των ομνύοντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν είτε την Αίτηση, είτε την Ένσταση, αντεξετάστηκε. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία από τους διαδίκους. Διεξήλθα τόσο την Αίτηση, όσο και την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση, καθώς επίσης και το μαρτυρικό υλικό που τις υποστηρίζει, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Νομική Πτυχή Στην περίπτωση που εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ συνεργατικής εγγεγραμμένης εταιρείας και, μεταξύ άλλων, μέλους, πρώην μέλους, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών της, αναφορικά με τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας, εφαρμόζεται ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85), ως αυτός έχει τροποποιηθεί, σε συνάρτηση με τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του Ν. 22/85, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την συνεργατική εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιονδήποτε εκ των πιο πάνω προσώπων, στον Έφορο, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα οποιουδήποτε προσώπου, περιλαμβανομένης της συνεργατικής εταιρείας, να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο. Βάσει του άρθρου 52
(2)του ίδιου Νόμου, ο Έφορος δύναται με τη λήψη της παραπομπής σε διαιτησία, να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών[3]. Ο κανονισμός 78 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 (ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί), έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αύτη παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειας αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν, ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις ένα ή τρεις διαιτητάς». Στη βάση του άρθρου 52
(4)του Ν. 22/85 «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης». Τέλος, το άρθρο 52
(5)του Ν. 22/85 προνοεί ότι: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Κρίνω σκόπιμο και αναγκαίο στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω τις αρχές βάσει των οποίων εξετάζεται μία αίτηση εγγραφής διαιτητικής απόφασης στη βάση του Άρθρου 52 του Ν. 22/85. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι διαδικαστικής μορφής διαδικασία. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52
(2)του Ν. 22/85 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου 22/85. Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τη δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4: «Το λεκτικό του άρθρου 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού Arbitration Act του 1950. Σύμφωνα με το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παράγραφος 713: «Το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση»». Στην απόφαση Μανώλης Χριστοφή v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών
(2014)1 ΑΑΔ 1183, κρίθηκε πως αίτηση που καταχωρήθηκε για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, ενώ είχε καταχωρηθεί και ένσταση κατά της εγγραφής διαιτητικής απόφασης, ουσιαστικά αποτελούσε παλινδρόμηση της διαδικασίας. Υπογράμμισε δε το εξής, υιοθετώντας σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου Ανδρέας Χατζηγεωργίου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση αρ. 357/2008, ημερ. 11.4.2012: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές». Επιβεβαιώνεται με τις ανωτέρω αποφάσεις και συγγράμματα, ότι το Δικαστήριο ουσιαστικά δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, ούτε εκδικάζει τη διαφορά που προέκυψε, απλά ελέγχει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για να διατάξει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716 και Ανδρέας Χατζηγεωργίου (ανωτέρω)), για να εκδοθεί διάταγμα εγγραφής και καταχώρησης στο Δικαστήριο μιας διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, θα πρέπει ο αιτητής να αποδείξει ότι η απόφαση εκδόθηκε αρμοδίως από διορισθέντα, συμφώνως του νόμου, διαιτητή, ότι τούτη φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης, δηλαδή ότι το περιεχόμενο της είναι ξεκάθαρο και σαφές ως προς το ποιος διατάσσεται και τι να πράξει (βλ. επίσης άρθρο στο The Journal of the Institute of Arbitration, Arbitration
(2000), issue 66
(2), σελ. 79-82 των OReily, M και Sfakianaki, E, υπό τον τίτλο Arbitral awards: contents, requirements and layout) και ότι η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος δεν καταχώρησε έφεση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που προβλέπει το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/
- Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Ένεκα του τρόπου που είναι συνταγμένοι οι λόγοι ένστασης και ειδικότερα του γεγονότος ότι αρκετοί εξ αυτών προωθούνται επί κοινής βάσης και αλληλοκαλύπτονται, κρίνω ορθότερο να εξετάσω, τα εγειρόμενα από τον Καθ' ου η Αίτηση, ζητήματα, με βάση τον διαχωρισμό τους, ως τούτος προβάλλει μέσα από την γραπτή του αγόρευση, ούτως ώστε να εξεταστούν όλα τα εγειρόμενα από αυτόν ζητήματα.
- Η Αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη καθότι ελλείπει το ορθό δικονομικό και/ή νομοθετικό υπόβαθρο στη νομική της βάση / Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Αίτηση είναι ανεπαρκή και δεν δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία. Είναι ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και ελλιπής, εφόσον δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, και επομένως δεν προσδίδεται στο Δικαστήριο η εξουσία να της επιληφθεί. Πέραν τούτου, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση δεν είναι δικονομικά ορθή και/ή δεν έχει τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και άκυρη. Η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης (η οποία τεκμαίρεται νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85), δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος δυνάμει της Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. ΧΧΧ Παπαγεωργίου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς, Πολιτική Έφεση αρ. 192/13, απόφαση ημερ. 19.7.2019), ECLI:CY:AD:2019:A327. Επομένως, αφ' ης στιγμής η Αιτήτρια, στη νομική βάση της Αίτησης, περιλαμβάνει το άρθρο 52
(5)του Ν. 22/85, ως επίσης και την Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, δίδεται το δικαιοδοτικό έναυσμα στο Δικαστήριο για να επιληφθεί της Αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, ως αναφέρθηκε στην απόφαση Παπαγεωργίου (ανωτέρω), που αφορούσε επίσης διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι η παραπομπή σε διαιτησία δεν έγινε στα πλαίσια του Κεφ. 4 αλλά συμφώνως του άρθρου 52
(2)του Ν. 22/85 και των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών (όπως και εν προκειμένω), δεν ισχύει ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4. Συνεπώς, η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, κρίνω ότι είναι καθ' όλα επαρκής για να αντλήσει δικαιοδοσία το Δικαστήριο και να επιληφθεί τούτης. Σε ότι δε αφορά τους ισχυρισμούς περί λανθασμένου τύπου της Αίτησης, κρίνω αναγκαίο απλά να παραθέσω, αυτουσίως, την κατωτέρω περικοπή από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Limited
(998)1 ΑΑΔ 1978, η οποία, κατά τη γνώμη μου, επιλύει πλήρως το ζήτημα αυτό: «Καθίσταται αναγκαίο να προσδιορίσουμε τα μέσα, που προκρίνουν οι Θεσμοί, για την υποβολή αιτήματος για την απομάκρυνση διαιτητή, που ορίζεται σε συμφωνηθείσα διαιτησία. Εξουσία για τη μετακίνησή του παρέχεται από τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, ΚΕΦ. 4, (ο "Νόμος") προβλέπεται, ειδικά, από τις πρόνοιες του Άρθρου 14
(2). Το ίδιο εδάφιο παρέχει εξουσία για την αποκήρυξη συμφωνίας για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, που αποτελεί το δεύτερο σκέλος του αιτήματος των εφεσειόντων. Και οι δύο θεραπείες μπορεί, όπως το Άρθρο 14
(2)ορίζει, να ζητηθούν με "αίτηση" ("application"), που υποβάλλεται από πρόσωπο που αποτελεί μέρος στη συμφωνία διαιτησίας. Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
- Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. [.] Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση υποβλήθηκε στον προβλεπόμενο από τους Θεσμούς Τύπο, με τις προσαρμογές εκείνες, που της προσδίδουν το χαρακτήρα εναρκτήριου δικονομικού μέτρου. Δε γίνεται αναφορά στο εισαγωγικό μέρος σε υφιστάμενη διαδικασία, αλλά στο θέμα, το οποίο εγείρεται προς εξέταση στη συγκεκριμένη διαιτησία, και στον ίδιο το Νόμο, οι πρόνοιες του οποίου διέπουν την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Οι διάδικοι καθορίζονται στο τέλος. Είναι τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση: (α) η Dynacon Limited και (β) ο Παύλος Παυλίδης, ο Διαιτητής.»[4] Ισχύουν τα ίδια, κατ' αναλογία, εν προκειμένω, και επομένως, ο λόγος ένστασης αυτός, κρίνεται ανεδαφικός και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Πέραν των πιο πάνω, εντελώς ανεδαφικός κρίνεται και ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση ότι αφ' ης στιγμής δεν επισυνάπτεται το οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση της Αίτησης σε ότι αφορά την ορθή ονομασία της Αιτήτριας, αυτή δεν τεκμηριώνεται και η Αιτήτρια δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Σημειώνω εν προκειμένω ότι ο ομνύοντας, για λογαριασμό της Αιτήτριας, αναφέρει ξεκάθαρα στις παραγράφους 3-5 της ένορκης του δήλωσης, τα όσα αφορούν στις διάφορες μετονομασίες και μεταφορές που έγιναν και οδήγησαν στην μεταφορά του επίδικου δανείου στην Αιτήτρια. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του παρέμειναν αναντίλεκτοι καθότι, αφενός δεν αντεξετάστηκε επ' αυτών και αφετέρου δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση που να θέτει εν αμφιβόλω αυτούς τους ισχυρισμούς και κατ' επέκταση ότι το όνομα της Αιτήτριας είναι ορθό και ότι αυτή δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση ουδόλως ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
- Η ρήτρα παραπομπής σε διαιτησίας και η ρήτρα μονομερούς τροποποίησης του Βασικού Επιτοκίου στην επίδικη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, είναι καταχρηστικές. Αποτελεί ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση ότι ο όρος της επίδικης σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, ο οποίος προνοεί για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των μερών σε διαιτησία, είναι, μεταξύ άλλων, ετεροβαρής, καταχρηστικός και παράνομος, ενώ εξίσου καταχρηστικός και παράνομος είναι και ο όρος που επιτρέπει στην Αιτήτρια να τροποποιεί και/ή να αυξάνει, μονομερώς το Βασικό Επιτόκιο και το Επιτόκιο Περιθωρίου, με αποτέλεσμα η Διαιτητική Απόφαση και/ή η δοθείσα θεραπεία να αντίκειται στο Νόμο και την δημόσια τάξη. Αρχικά αναφέρω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση του, ουδέν έγγραφο οποιασδήποτε συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης επισυνάπτει (ούτε κάτι τέτοιο επισυνάπτεται στην Αίτηση), για να διαφανούν, τουλάχιστον, οι όροι στους οποίους αναφέρεται και ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστικοί και να μπορούν τούτοι να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο. Τούτο όμως, το αναφέρω εντελώς παρεμφερώς καθότι, με κάθε σεβασμό στις θέσεις του Καθ' ου η Αίτηση, ακόμη κι αν τίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου η επίδικη συμφωνία πιστωτικής διευκόλυνσης, τα όποια ζητήματα και ισχυρισμοί περί καταχρηστικότητας, παρανομίας και/ή παραβίασης του Συντάγματος των όρων της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, αποτελούν ζητήματα το οποία θα έπρεπε να εγερθούν είτε πριν τη διεξαγωγή της διαιτησίας με την καταχώρηση αγωγής, είτε κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, είτε στα πλαίσια έφεσης εναντίον της Διαιτητικής Απόφασης, πράγμα που ο Καθ' ου η Αίτηση, ως είναι κοινώς αποδεκτό, δεν έπραξε, και όχι σε αυτό το στάδιο που επιζητείται η εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης. Εν προκειμένω, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν υπάρχει δυνατότητα στο Δικαστήριο να προβεί σε αναθεώρηση της Διαιτητικής Απόφασης και του επιτοκίου που επιδικάστηκε από τον Διαιτητή (βλ. Μανώλης Χριστοφή (ανωτέρω) και Αναφορικά με την Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντίνου
(1995)1 Α.Α.Δ 827). Επομένως, ούτε και αυτοί οι λόγοι ένστασης ευσταθούν και επομένως απορρίπτονται. 3. Η ειδοποίηση παραπομπής σε Διαιτησία και/ή η Διαιτητική Απόφαση δεν επιδόθηκε και/ή δεν επιδόθηκε νομότυπα στον Καθ' ου η Αίτηση/ Στην Διαιτητική Απόφαση κακόπιστα και/ή κακόβουλα δεν αναγράφεται το δικαίωμα υποβολής Έφεσης, αλλά και η οποιαδήποτε προθεσμία για υποβολή έφεσης. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση ότι η ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία δεν του επιδόθηκε ή εν πάση περιπτώσει δεν του επιδόθηκε νομότυπα, πράγμα που οδηγεί σε απόρριψη της Αίτησης, εφόσον ελλείπει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση οποιαδήποτε απόδειξη ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έλαβε την ειδοποίηση του Διαιτητή και ήταν εις γνώση του η ημερομηνία διεξαγωγής της Διαιτησίας, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα του να προετοιμαστεί και να λάβει μέρος στην εν λόγω διαδικασία. Με κάθε σεβασμό στις θέσεις που προβάλλονται εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση, αυτές είναι παντελώς ανυπόστατες και έκθετες σε απόρριψη. Είναι πρόδηλο από το περιεχόμενο της Διαιτητικής Απόφασης (βλ. Τεκμήριο 1) ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, στις 20.10.2004, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση, παρουσιάστηκε ενώπιον του Διαιτητή. Όχι μόνο εμφανίστηκε επομένως στη διαιτητική διαδικασία, αλλά ως είναι εμφανές από το Τεκμήριο 1, αναγνώρισε και το χρέος του ενώπιον του Διαιτητή κατά την εν λόγω εμφάνιση του. Επομένως, οι όποιοι ισχυρισμοί του περί μη επίδοσης και/ή δέουσας επίδοσης της ειδοποίησης παραπομπής σε διαιτησία και/ή στέρησης σε αυτόν του δικαιώματος του να προετοιμαστεί και να λάβει μέρος στην εν λόγω διαδικασία είναι έκδηλα ανυπόστατοι και απορριπτέοι στην ολότητα τους. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον Καθ' ου η Αίτηση περί της μη επίδοσης και/ή νομότυπης επίδοσης σε αυτόν της Διαιτητικής Απόφασης, αλλά και του ισχυρισμού του περί κακοπιστίας εκ μέρους της Αιτήτριας να μην αναγράψει στην Διαιτητική Απόφαση το δικαίωμα και/ή την προθεσμία για υποβολή έφεσης, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω προθεσμία ουδέποτε άρχισε να τρέχει και επομένως η Διαιτητική Απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη. Είναι η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί απλά και μόνο ένα τυποποιημένο έγγραφο, το οποίο μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε απόφαση, ενώ το πρωτότυπο της Διαιτητικής Απόφασης που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 2 δεν φέρει την υπογραφή του Καθ' ου η Αίτηση και επομένως ελλείπει οποιοδήποτε στοιχείο που να βεβαιώνει τη γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης σε αυτόν. Σημειώνω στο παρόν στάδιο ότι ο Ν. 22/85 δεν προβλέπει την επίδοση της διαιτητικής απόφασης, αλλά ούτε και την έγγραφη γνωστοποίηση της. Τέτοια γνωστοποίηση, μπορεί να είναι και προφορική. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1699, κρίθηκε ότι η απαγγελία της διαιτητικής απόφασης στην παρουσία του αιτητή, αποτελούσε επαρκή γνωστοποίηση αυτής (βλ. επίσης Μανώλης Χριστοφή (ανωτέρω)). Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, αναφέρεται ότι η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση στις 20.10.2004 και προς τούτο επισυνάπτεται το Τεκμήριο
- Στο δε Τεκμήριο 2 περιλαμβάνεται δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση ότι του «έχει γνωστοποιηθεί γραπτώς η απόφαση του Διαιτητή ημερ. 20.10.2004 σχετικά με τη διαφορά μεταξύ μου και της πιο πάνω Ενάγουσας», την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση προσυπογράφει, ενώ σε αυτήν επισυνάπτεται και η επίδικη Διαιτητική Απόφαση (βλ. Τεκμήριο 2). Σε σχέση με αυτό, ο Καθ' ου η Αίτηση περιορίζεται στην ένορκη του δήλωση να αμφισβητήσει, γενικά και αόριστα, τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί γνωστοποίησης σε αυτόν της Διαιτητικής Απόφασης, χωρίς όμως να αναφερθεί στην προαναφερόμενη υπογραφή του επί της εν λόγω δήλωσης του ή έστω να αναφέρει κάτι που να δείχνει ότι δεν τέθηκε από τον ίδιο. Εν πάση δε περιπτώσει, ο Καθ' ου η Αίτηση, στις 20.10.2004, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η Διαιτητική Απόφαση, ήταν παρών ενώπιον του Διαιτητή (όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 1 και 2). Επομένως, η απαγγελία αυτής, στην παρουσία του, αποτελεί επαρκή γνωστοποίηση της σε αυτόν, στη βάση της νομολογίας (βλ. υπόθεση Σωτήρη Δημοσθένους και Μανώλης Χριστοφή (ανωτέρω)). Σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό του ότι η προθεσμία των 21 ημερών ουδέποτε άρχισε να τρέχει επειδή αυτή δεν αναγράφηκε στην Διαιτητική Απόφαση, δεν με παρέπεμψε σε οποιαδήποτε αυθεντία η συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, αφ' ης στιγμής, η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση, η προθεσμία των 21 ημερών ξεκίνησε να τρέχει. Η υποχρέωση της Αιτήτριας ήταν μόνο να του γνωστοποιήσει την Διαιτητική Απόφαση, πράγμα το οποίο και έκανε. Ως εκ των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, οι πιο πάνω λόγοι ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση κρίνονται παντελώς ανυπόστατοι και ατεκμηρίωτοι και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
- Η Διαιτητική Απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία και/ή πληροφορίες από αυτήν/ Η Διαιτητική Απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας. Επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση ότι η Διαιτητική Απόφαση στερείται αιτιολογίας και δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ελλείπει η οποιαδήποτε αναφορά στα αποδεικτικά στοιχεία που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής, κατά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης, ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε αιτιολογία για την έκδοση αυτής. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 42, παρα. 96, δεν υπάρχει προδιαγεγραμμένος/ συγκεκριμένος τύπος για να είναι μία διαιτητική απόφαση έγκυρη, αρκεί αυτή να είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, επισυνάπτεται, στο Τεκμήριο 2, το πρωτότυπο της Διαιτητικής Απόφασης, η οποία φέρει την υπογραφή του Διαιτητή. Στην εν λόγω Διαιτητική Απόφαση, αναφέρεται ότι ο κ. Μιχαήλ Σεραφίδης διορίστηκε ως διαιτητής για τη διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και, μεταξύ άλλων, του Καθ' ου η Αίτηση (ως ένας εκ των 4 εγγυητών που εκεί καταγράφονται). Αναφέρεται ότι η διαφορά είναι σε σχέση με το γραμμάτιο υπ' αριθμόν 15002-4, για το ποσό των ΛΚ 3.762,69 και τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.2004 μέχρι εξόφλησης. Αναφέρεται επίσης ότι οι «η ειδοποίηση επιδόθηκε σ' όλους τους εναγόμενους» και ότι η μία εκ των εγγυητών, την οποία κατονομάζει, είναι υπό πτώχευση, αλλά και ότι ενώπιον του Διαιτητή παρουσιάσθηκε ο εγγυητής Μάριος Κουδουνάρης (ο Καθ' ου η Αίτηση), ο οποίος αναγνώρισε το χρέος του. Μετά τα πιο πάνω, αναφέρεται ότι «Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Γραμματίου και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στη διαιτησία[.], αποφασίζω ως εξής: (α) Όπως το πιο πάνω γραμμάτιο και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από όλους τους εναγόμενους εκτός της εγγυήτριας [.] η οποία είναι πτωχεύσασα και για την οποία η ενάγουσα εταιρεία αποσύρει την εναντίον της απαίτηση της με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της και (β) Έξοδα εκ Λ.Κ.40 πληρωθούν αλληλεγγύως από τους ιδίους (ως η παράγραφος (α))». Τέλος αναφέρεται ο χρόνος και η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και συγκεκριμένα «Άγιος Δομέτιος 20.10.2004». Από το περιεχόμενο λοιπόν της Διαιτητικής Απόφασης, προκύπτει ότι αυτή αναφέρει το όνομα του διορισθέντος διαιτητή, τους διάδικους της διαιτητικής διαδικασίας, το επίδικο θέμα που είναι το χρέος που δημιουργήθηκε βάσει του επίδικου γραμματίου και το συγκεκριμένο ποσό που αυτό αφορούσε, καθώς και την απόφαση του διαιτητή, η οποία επιλύει την διαφορά. Είναι δε σαφές ότι η εν λόγω Διαιτητική Απόφαση αφορά το συγκεκριμένο ποσό του εν λόγω γραμματίου, ενώ είναι επίσης σαφές και εναντίον ποιων προσώπων αυτή εκδόθηκε. Περαιτέρω, η Διαιτητική Απόφαση αναγράφει τον τόπο και χρόνο έκδοσης της και φέρει την υπογραφή του διαιτητή. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση είναι σαφής και φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση στερήθηκε του δικαιώματος του σε πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Διαιτητή/ ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά/ υπάρχει παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης/ μονομερής ο διορισμός του διαιτητή/ μη υπογραφή συνυποσχετικού από τον Καθ' ου η Αίτηση. Με τους πιο πάνω λόγους ένστασης, οι οποίοι είναι συναφείς μεταξύ τους, ο Καθ' ου η Αίτηση, υποστηρίζει ότι ο Διαιτητής προέβη σε κακό χειρισμό και/ή μεροληπτική και/ή ανάρμοστη συμπεριφορά κατά τη διαιτητική διαδικασία και/ή την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, οι οποίοι αφορούν την ίδια τη διαδικασία διεξαγωγής της διαιτησίας (μη τήρηση πρακτικών από ανεξάρτητο άτομο για να μπορεί να επαληθευτεί και ελεγχθεί τι ειπώθηκε κατά την εν λόγω διαδικασία αλλά και η ορθότητα της διαιτητικής απόφασης), ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε οποιοδήποτε συνυποσχετικό διαιτησίας και ότι ο μονομερής διορισμός του διαιτητή πλήττει το κύρος και την νομιμότητα της διαδικασίας. Πέραν τούτου, αναφέρει ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που να αποδεικνύει το ακριβές ποσό του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού ή το εύλογο και νόμιμο του τερματισμού της συμφωνίας και την πραγματική ζημιά της που να δικαιολογεί την επιβολή αυξημένου επιτοκίου. Από το λεκτικό του 52
(4)του Ν. 22/85, προκύπτει ότι παρέχεται, σε οποιοδήποτε πρόσωπο που θεωρεί ότι αδικείται από την απόφαση διαιτητή που εκδίδεται δυνάμει του Νόμου 22/85, το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση αυτή στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το δικαίωμα όμως αυτό, δεν είναι απεριόριστο όσον αφορά τον χρόνο άσκησης του. Προβλέπεται συγκεκριμένη προθεσμία 21 ημερών, μετά την παρέλευση της οποίας η διαιτητική απόφαση καθίσταται πλέον τελεσίδικη. Ως προς το αντικείμενο που μπορεί να έχει τέτοια έφεση, αυτό μπορεί να είναι οτιδήποτε έχει να κάνει με την διαδικασία της διαιτησίας, από την παραπομπή της μέχρι και την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Σε αυτό περιλαμβάνεται σίγουρα και η κακή συμπεριφορά, η μεροληψία ή ο κακός χειρισμός της υπόθεσης από τον διαιτητή ή η διαιτησία να διεξήχθη ή η διαιτητική απόφαση να εκδόθηκε παράτυπα ή λανθασμένα. Τέτοια συμπεριφορά αποτελεί επίσης και η παραβίαση εκ μέρους του διαιτητή των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Εντούτοις, τέτοια ζητήματα, ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, δεν μπορούν να εγερθούν στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, όπου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ελέγξει την ορθότητα της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά ούτε και να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, η οποία οδήγησε στην διαδικασία αυτή και στην απόφαση του διαιτητή. Εφόσον ο Καθ' ου η Αίτηση ένιωθε τόσο έντονα για αυτά τα ζητήματα, όφειλε να τα εγείρει με σχετική έφεση εναντίον της Διαιτητικής Απόφασης, εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας που θέτει ο Νόμος (βλ. μεταξύ άλλων, Μανώλης Χριστοφή (ανωτέρω) και Αναφορικά με την Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντίνου (ανωτέρω)). Επομένως, με τη γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, στις 20.10.2004, στον Καθ' ου η Αίτηση, άρχισε να τρέχει και η προθεσμία των 21 ημερών για άσκηση έφεσης εναντίον αυτής, προθεσμία που παρήλθε άπρακτη και συνεπώς η Διαιτητική Απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Κατ' επέκταση, δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητείται η εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης, να τίθενται, με την ένσταση, οποιαδήποτε ζητήματα, τα οποία έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης, όπως η εγκυρότητα ή η ορθότητα της παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία ή η νομιμότητα του διορισμού του διαιτητή[5] ή η κακή συμπεριφορά του διαιτητή, περιλαμβανόμενης της παράβασης των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και της ακολουθητέας διαδικασίας ή το κατά πόσο ορθά ο διαιτητής κατέληξε στα συγκεκριμένα ποσά και τόκους. Σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση περί μη υπογραφής εκ μέρους του συνυποσχετικού διαιτησίας, παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ζαμπά κ.α. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 96/12, απόφαση ημερ. 6.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A277: «Είναι ξεκάθαρο από την ίδια την απόφαση και τους νόμους που παραπέμπει η ίδια η Διαιτητική απόφαση ότι η παρούσα περίπτωση αφορά Διαιτησία η οποία διεξήχθη με βάση τον Νόμο και Θεσμούς ως ανωτέρω. Όταν δε στο Άρθρο 52
(2)(β) αναφέρεται ότι η ".. διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας" εκείνο που προβλέπεται είναι η διεξαγωγή της διαιτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις της Νομοθεσίας περί διαιτησίας που ισχύει κατά το χρόνο παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία και όχι πλήρωση των προϋποθέσεων για έναρξη Διαιτησίας όπως είναι η ύπαρξη συνυποσχετικού που προβλέπεται από τον Περί Διαιτησίας Νόμο ΚΕΦ.4, μεταξύ των μερών, όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειουσών. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως είναι η ερμηνεία που προβάλλεται υπό του ευπαίδευτου συνήγορου, θα είχε παράδοξα αποτελέσματα, ήτοι από την μια παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία διά Νόμου και από την άλλη ν' απαιτείται συνυποσχετικό. Η παραπομπή σε διαιτησία υπό του Εφόρου βάσει του άρθρου 52
(2)(β) επενεργεί ως να υπήρχε συνυποσχετικό»[6]. Συνεπώς, ούτε και αυτοί οι λόγοι ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. 6. Η Αιτήτρια κωλύεται να διεκδικεί την εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης λόγω του ότι έχει παρέλθει υπέρμετρη καθυστέρηση εξ υπαιτιότητας και/ή αδικαιολόγητης αδράνειας της. Σε ότι αφορά τον πιο πάνω λόγο ένστασης, παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΧΧΧ Στυλιανού v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς - Ανάγυιας, Πολιτική Έφεση αρ. 92/14, ημερ. 22.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A168, όπου αναφέρθηκε ότι αναφορικά με τη διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης, δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Αυτό έγινε κατ' εφαρμογή της Δ.47 θ.1 που δίδει εξουσία εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης στο μητρώο του Δικαστηρίου. Αφού η απόφαση εγγραφεί, τότε, σύμφωνα με την Δ.47 θ.3, μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του Δικαστηρίου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που την καθιστούν εκτελεστή. Συνεπώς, αυτό θα ήτο το επόμενο βήμα εάν η Εφεσίβλητη επιθυμούσε να προχωρήσει σε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. Τότε θα ετίθετο θέμα χρόνου έκδοσης της απόφασης. Σχετικά με εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός. Βασική προϋπόθεση εγγραφής της είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Η αίτηση για εγγραφή επιδίδεται στο πρόσωπο αυτό ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε το οποίο ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα που είναι η εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κ.λ.π. της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η Διαιτητική απόφαση (βλ. σχετικά την XXX XXX Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707, 711 και Ζαμπά ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.λ.π. Π.Ε. 96/12 ημερ. 6.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A277)»[7]. Στη βάση των πιο πάνω, και αυτός ο λόγος ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση είναι ανυπόστατος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τις πιο πάνω παρατηρήσεις και κρίσεις μου, έχω, στην ουσία, αποφανθεί επί όλων των εγειρόμενων από τον Καθ' ου η Αίτηση, μέσω της αγόρευσης του, ζητημάτων. Η δε κρίση μου να μην αποδεχθώ καμία εκ των εισηγήσεων του, καθιστά πλέον αναγκαία την εξέταση του κατά πόσο η Αιτήτρια, με τη μαρτυρία που παρουσίασε, κατάφερε να αποδείξει ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η Αιτήτρια, στην υπό εξέταση υπόθεση, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, κρίνω ότι ικανοποίησε όλες τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Και τούτο γιατί, απέδειξε ότι: (α) εκδόθηκε νόμιμα διαιτητική απόφαση, από αρμόδιο διαιτητή, στον οποίο νομότυπα παραπέμφθηκε διαφορά των μερών, και μετά που ο Καθ' ου η Αίτηση πληροφορήθηκε για τη διεξαγωγή της διαιτησίας, στην οποία παρευρέθηκε και αναγνώρισε το χρέος του, (β) το κείμενο και/ή η εικόνα της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ώστε να είναι επιδεκτική εκτέλεσης, (γ) η επίδικη Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στον Καθ' ου η Αίτηση, (δ) ο Καθ' ου η Αίτηση, δεν καταχώρησε οποιαδήποτε έφεση εντός της, προκαθορισμένης από το Νόμο, χρονικής περιόδου (21 ημερών) από την γνωστοποίηση σε αυτόν της Διαιτητικής Απόφασης, και (ε) η παρούσα Αίτηση έγινε δια κλήσεως και δόθηκε η ευκαιρία στον Καθ' ου η Αίτηση να προβάλει την ένσταση του σε αυτήν. Κατάληξη Με τα πιο πάνω δεδομένα, καθίσταται έκδηλο ότι η υπό εξέταση Αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και κατά ακολουθία να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της Αίτησης. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης και ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]Βάσει της Ειδοποίησης ημερ. 25.10.2022, που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ) μεταβίβασε στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕΔΙΠΕΣ) όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής, δυνάμει μεταξύ τους Συμφωνίας Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων ημερ. 7.10.2022. [2] Στο οποίο επισυνάπτεται το πρωτότυπο της Διαιτητικής Απόφασης. [3] Εφόσον δεν έχουν εκδοθεί θεσμοί δυνάμει του άρθρου 52
(6)του Ν. 22/85. [4] Υπογράμμιση δική μου. [5] Στην υπόθεση Χατζηγεωργίου Νικολάου ανωτέρω, όπου τέθηκε θέμα κύρους και ορθότητας της διαιτητικής διαδικασίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και ο μονομερής διορισμός του διαιτητή από τον Έφορο, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια αίτησης εγγραφής διαιτητικής απόφασης, δεν έχει εξουσία να εξετάζει θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή. [6] Υπογράμμιση δική μου. [7] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο