ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΛΣΟΣ ΛΤΔ ν. ADBOARD MEDIA LTD, Αρ. Αγωγής: 6065/16, 18/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6065/16 ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΛΣΟΣ ΛΤΔ Εναγόντων -και- ADBOARD MEDIA LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Φ. Βρυωνίδης για Α. Βρυωνίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Λοϊζίδου για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση τροποποίησης ημερ. 14.2.2023) Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, μεταξύ άλλων, οφειλόμενα ποσά, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2016 (ήτοι μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της πιο πάνω αγωγής τους), δυνάμει συμφωνίας που κατήρτισαν με τους τελευταίους, για την τοποθέτηση και εκμετάλλευση διαφημιστικής πινακίδας στο τεμάχιο των Εναγόντων (στο εξής η «επίδικη συμφωνία»). Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Ενάγοντες-Αιτητές, επιζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους, δια της προσθήκης ισχυρισμών που θεμελιώνουν την προσθήκη αξίωσης εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση, για οφειλόμενα ποσά, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, που αντιπροσωπεύουν την εκμετάλλευση από τους τελευταίους της διαφημιστικής πινακίδας στο τεμάχιο των πρώτων, από τον Ιανουάριο του 2017 μέχρι τον τερματισμό της εν λόγω εκμετάλλευσης και/ή ως ποσά που αντιπροσωπεύουν ενδιάμεσα οφέλη και/ή ως διαφυγόντα κέρδη. Περαιτέρω, επιζητούν την αύξηση της κλίμακας της πιο πάνω αγωγής από κλίμακα €2.000-€10.000 σε κλίμακα €10.000-€50.
- Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης, καθότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε έργο αχρείαστο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ. 1-5, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4, 6, 7 και 9, Δ.21 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του κ. Μ. Μιχαήλ (στο εξής «ο ομνύοντας»), ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών των Αιτητών. Ως ο ίδιος αναφέρει, κατά το χρόνο καταχώρησης της πιο πάνω αγωγής, η διαφημιστική πινακίδα των Καθ' ων η Αίτηση βρισκόταν ακόμη εντός του τεμαχίου των Αιτητών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι, με την έγερση της αγωγής, οι Καθ' ων η Αίτηση θα απομάκρυναν αυτήν από το τεμάχιο τους. Αυτός ήταν και ο λόγος, κατά τον ομνύοντα, που οι Αιτητές, με την αγωγή τους, καλόπιστα απαίτησαν, εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, μόνο τα ποσά που οφείλονταν από αυτούς, βάσει της επίδικης συμφωνίας, μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι τον Δεκέμβριο του
- Τούτο όμως, ως ισχυρίζεται ο ομνύοντας, αποδείχθηκε λανθασμένο, και θα έπρεπε οι Αιτητές να απαιτούσαν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και το ποσό των €170 μηνιαίως για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και τον χρόνο απομάκρυνσης της διαφημιστικής πινακίδας των Καθ' ων η Αίτηση και τον τερματισμό της εκμετάλλευσης αυτής στο τεμάχιο των Αιτητών. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η μη συμπερίληψη της εν λόγω αξίωσης, πρόκειται για καλόπιστο λάθος που έγινε κατά τη σύνταξη της αγωγής τους, ενώ ο ίδιος και ο συνέταιρος του στους Αιτητές, θεωρούσαν, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι η εν λόγω αξίωση για ενδιάμεσα οφέλη και/ή διαφυγόντα κέρδη, περιλαμβάνετο στις αξιώσεις τους (στην πιο πάνω αγωγή) εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, κάτι το οποίο, ως αναφέρει είναι το δίκαιο και αυτονόητο, αφού η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε από τους Αιτητές εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για τα ποσά που οι τελευταίοι δεν κατέβαλαν, ως όφειλαν δυνάμει των όρων της επίδικης συμφωνίας, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσαν και εκμεταλλεύονταν την διαφημιστική πινακίδα εντός του τεμαχίου των Αιτητών. Πέραν των πιο πάνω, ο ομνύοντας αναφέρει ότι όταν κλήθηκαν από το δικηγόρο των Αιτητών, για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι είχε γίνει το συγκεκριμένο καλόπιστο λάθος και αμέσως προέβησαν στην καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης, με σκοπό τη διόρθωση του. Τέλος, ισχυρίζεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης και η ανάγκη για πλήρη έκθεση και παρουσίαση των επίδικων θεμάτων ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και για να δοθεί η ευκαιρία σε όλους τους διαδίκους να προβάλουν τις θέσεις τους, με σκοπό τον προσδιορισμό της ουσίας της επίδικης διαφοράς και την αποφυγή πολλαπλών νομικών διαδικασιών, ενώ τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημία στους Καθ' ων η Αίτηση, ούτε διαφοροποιείται η βάση της πιο πάνω αγωγής. Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε την ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μ. Λοϊζίδου (στο εξής «η ομνύουσα»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που τους εκπροσωπεί, η οποία αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη για να προβεί σε αυτήν. Με την εν λόγω ένσταση τους, οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν 8 συνολικά λόγους ένστασης ως προς το γιατί η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει να αποτελεί ουσιαστικά επανάληψη αυτών. Είναι η θέση τους, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε και από το περιεχόμενο της αγόρευσης των συνηγόρων τους, ότι (α) δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί και/ή η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση οποιοδήποτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της αγωγής ή της δικογραφίας των Αιτητών, (β) ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η προσθήκη νέας αιτίας αγωγής, (γ) ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, χωρίς να παρατίθεται οποιαδήποτε βάσιμη αιτιολογία για τούτο, και (δ) τέλος ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα τους. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Σε αυτές, οι δύο πλευρές παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη νομική πτυχή που διέπει, κατά την άποψη τους, τέτοιου είδους αιτήματα, με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 30.12.2016, εφαρμόζεται η Δ.25 όπως αυτή τροποποιήθηκε με την έκδοση του Διαδικαστικού Κανονισμού 2/2015 (ΕΕΔ 4098) ημερ. 13.5.
- Ειδικότερα, η νέα Δ.25 καθορίζει με λεπτομέρεια σε ποιο στάδιο της διαδικασίας μπορεί να γίνει τροποποίηση ενός δικογράφου και υπό ποιες προϋποθέσεις. Η νέα Δ.25 θ.1 έχει ως ακολούθως: «1.
(1)[.....]
(2)[.....]
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι στο στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ζητείται η επίδικη τροποποίηση, δηλαδή μετά την Κλήση για Οδηγίες, δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και αφού προηγηθεί η παραχώρηση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Όπως είναι προφανές από τα πιο πάνω, η παλαιότερη νομολογία που αφορούσε την καταργηθείσα Δ.25 και η οποία παρείχε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί πλέον να έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της νέας Δ.25. Επομένως, οποιαδήποτε αναφορά εκ μέρους των Αιτητών στη νομολογία που ερμήνευσε την καταργηθείσα Δ.25, δεν έχει ιδιαίτερη χρησιμότητα για την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, πλην αυτών των ζητημάτων που εγείρονται περί προσθήκης νέας βάσης/ αιτίας αγωγής που θα προκαλέσει ριζική μεταβολή στην όλη δικαστική διαδικασία, πράγμα με το οποίο θα καταπιαστώ κατωτέρω αν τούτο κριθεί αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Στη βάση της Δ.25 θ.1
(3), επιτρέπεται η τροποποίηση ενός δικογράφου (εδώ της Έκθεσης Απαίτησης), νοουμένου ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που αναφέρονται ρητά στον εν λόγω θεσμό, ήτοι: (α) το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά την ετοιμασία/ σύνταξη της αγωγής/ δικογραφίας. Από την έρευνα στην οποία έχω προβεί, δεν φαίνεται οι πρόνοιες της νέας Δ.25 να έχουν απασχολήσει ακόμη το Ανώτατο Δικαστήριο. Έχουν ωστόσο τύχει ερμηνείας από πρωτόδικα Δικαστήρια, και παρά το μη δεσμευτικό των όποιων σχετικών κρίσεων, θεωρώ ότι η συνοπτική αναφορά σε αυτές είναι βοηθητική για την επίλυση της εδώ διαφοράς. Παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση ημερ. 30.12.2019, στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 813/2017, Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ κ.α., όπου ο Αιτητής προβάλλοντας λόγους ύπαρξης καλόπιστου λάθους και αβλεψίας, δεν το υποστήριξε με τον αναγκαίο βαθμό μαρτυρίας. Αναφέρονται τα εξής καταλυτικά στην εν λόγω απόφαση: «Η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της Αγωγής ή συνιστούν αναγκαίες λεπτομέρειες προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους[1]. Στη βάση των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί κατά το στάδιο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης στον απαιτούμενο βαθμό εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος και/ή νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν γνωστά κατά τον ουσιώδη χρόνο». Ίδια γραμμή ακολουθήθηκε και στην Αγωγή αρ. 911/2016, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.α., απόφαση ημερ. 28.7.2017. Στην εν λόγω υπόθεση, ο Αιτητής επικαλέστηκε το καλόπιστο λάθος και/ή την αβλεψία λόγω αλλαγής του δικηγόρου του, και αναφέρθηκαν τα εξής: «Τόσο το περιεχόμενο της προτεινόμενης Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να αφορούν καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού με την αίτηση επιζητείται μια ριζική τροποποίηση. Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση. Ούτε όμως και ως νέα γεγονότα μπορεί να χαρακτηριστούν τα όσα ζητείται να προστεθούν αφού οι εναγόμενοι ανέφεραν όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει, τα γεγονότα στον πρώτο δικηγόρο τους όταν τον επισκέφθηκαν και του παρέδωσαν όλα τα σχετικά έγγραφα. Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση μετά που ο νέος δικηγόρος των εναγομένων ανέλαβε την υπόθεση και εισηγήθηκε την τροποποίηση με τον τρόπο που περιλαμβάνεται στην αίτηση και όπως ο ίδιος την επιθυμεί. Είναι η κρίση μου ότι τα πιο πάνω δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ. 1
(3). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκτός από την αυστηρή ερμηνεία της Διαταγής όπως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και τον σκοπό της Δ.25 και ιδιαίτερα το θ.1
(3)που αφορά την παρούσα υπόθεση[2]. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται». Στην Αγωγή αρ. 15/2017, Αrizona Trading Ltd ν. Μοντεξύλ Λτδ, απόφαση ημερ. 31.5.2018, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την ερμηνεία που πρέπει να δίδεται στο λεκτικό της Διαταγής 25 για το «καλόπιστο λάθος»: «Λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αναμένεται να συνδέεται με λεκτικά ή τυπογραφικά ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι στην παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση αγωγής. Περαιτέρω, κρίνω ότι η παράλειψη του διαδίκου, να προμηθεύσει τον δικηγόρο του με όλα τα αναγκαία έγγραφα, τα οποία συγκροτούν τη βάση της απαίτησης του, δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας»[3]. Ομοίως και στην Αγωγή αρ. 41/2015 Ανδρέας Αβρααμίδης ν. Σπύρος Αρότης - Έλενα Αρότη και Συνεργάτες, απόφαση ημερ. 11.5.2016, ερμηνεύθηκε το καλόπιστο λάθος ως απλά εσφαλμένη σύνταξη ή εκτυπωτική πλημμέλεια, αλλά όχι προσθήκη νέων ισχυρισμών που ανατρέπουν την βάση της αγωγής. Σχετικό το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Όπως και αν εξετάσει κανείς τα πιο πάνω αδύνατο είναι να μην διαπιστώσει ότι δεν συνιστούν καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Σε αυτό το πλαίσιο το δικαστήριο δεν έχει απεριόριστη εξουσία να δεχτεί προσθήκη νέου γεγονότος. Η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη σφάλματος στη σύνταξη του δικογράφου. Φερ' ειπείν εκεί όπου μια ημερομηνία αναγράφηκε λανθασμένα ή καθόλου, ο κανονισμός επιτρέπει απάλειψη του σχετικού σφάλματος. Πλείστες τούτων των περιπτώσεων δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά εκτυπωτική πλημμέλεια. Τονίζω το γεγονός ότι ο συντάκτης του κανονισμού συναρτά το λάθος με τη σύνταξη του δικογράφου. Εν ολίγοις, καλόπιστο σφάλμα άσχετο με τη σύνταξη τούτου, λόγου χάριν επειδή ο διάδικος αντιλήφθηκε καθυστερημένα κάποιο γεγονός, παρ' ότι καλόπιστο δεν είναι ικανό να υποστυλώσει το αίτημα[4]». Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Δεν σκοπεύω, και τούτο λόγω των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό εξέταση Αίτηση, να υιοθετήσω την όποια εκ των ανωτέρω κρίσεων των αδελφών Δικαστών, ούτε και να καταγράψω εξαντλητικά όλες τις περιπτώσεις εκείνες που μπορούν να ενταχθούν στην έννοια του όρου «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας», ούτε και εκείνες που εκφεύγουν τούτου. Και αυτό για τον λόγο ότι κρίνω σκόπιμο εξ αρχής να αναφέρω ότι τα όσα ο ίδιος ο ομνύοντας ισχυρίζεται, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, ότι αποτελούν εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της αγωγής των Αιτητών, είναι παντελώς αντιφατικά μεταξύ τους, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να μην έχουν αποσείσει το βάρος που τους βαραίνει σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Και εξηγώ. Ενώ αποτελεί αφενός θέση του ομνύοντα (στην Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση) ότι οι Αιτητές με την αγωγή τους αξίωσαν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση μόνο τα οφειλόμενα ποσά που προέκυψαν δυνάμει της επίδικης συμφωνίας μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016 και δεν αξίωσαν οποιαδήποτε ενδιάμεσα οφέλη προκύψουν μέχρι και την απομάκρυνση της διαφημιστικής πινακίδας και την παύση εκμετάλλευσης αυτής στο τεμάχιο τους, επειδή καλόπιστα θεωρούσαν ότι με την καταχώρηση της αγωγής οι Καθ' ων η Αίτηση θα προχωρούσαν στην απομάκρυνση της εν λόγω διαφημιστικής πινακίδας, αποτελεί περαιτέρω θέση του ότι οι Αιτητές θεωρούσαν ότι με την αγωγή τους αξίωναν τα ποσά που τώρα επιθυμούν να προστεθούν ως απαίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, εφόσον οι τελευταίοι συνέχιζαν να διατηρούν και εκμεταλλεύονται, κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, την εν λόγω διαφημιστική πινακίδα στο τεμάχιο των Αιτητών και αυτό θα ήταν το δίκαιο και αυτονόητο. Εύλογα επομένως διερωτάται κανείς τι είναι αυτό που ισχύει; Είτε οι Αιτητές, καλόπιστα, κατά την καταχώρηση της αγωγής τους δεν προώθησαν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για οποιαδήποτε ενδιάμεσα οφέλη προκύψουν από την διατήρηση και εκμετάλλευση της διαφημιστικής πινακίδας εντός του τεμαχίου των Αιτητών, καθότι πίστευαν ότι με την καταχώρηση της αγωγής τους οι Καθ' ων η Αίτηση θα απομάκρυναν αυτήν και επομένως δεν θα προέκυπταν τέτοια ενδιάμεσα οφέλη, είτε θεωρούσαν ότι τέτοια απαίτηση περιλαμβανόταν στην αγωγή τους. Πρόκειται για δύο εντελώς εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις εκ μέρους των Αιτητών, γεγονός που οδηγεί στην δίχως άλλο απόρριψη της θέσης τους ότι, η μη συμπερίληψη των εν λόγω ισχυρισμών και κατ' επέκταση της εν λόγω αξίωσης για οποιαδήποτε ενδιάμεσα οφέλη προκύψουν από την εκμετάλλευση, εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, της διαφημιστικής πινακίδας στο τεμάχιο των Αιτητών, στην αγωγή που καταχώρησαν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, με αποτέλεσμα να μην πληρείται η προϋπόθεση που θέτει η Δ.25 για την έγκριση της υπό κρίση Αίτησης. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, όταν οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρουν ότι ο λόγος που δεν συμπεριέλαβαν οποιαδήποτε αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης τους για οποιαδήποτε ενδιάμεσα οφέλη προκύψουν, μέχρι την παύση της εκμετάλλευσης της εν λόγω διαφημιστικής πινακίδας στο τεμάχιο τους, ήταν επειδή καλόπιστα θεωρούσαν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα απομάκρυναν την εν λόγω διαφημιστική πινακίδα ενόψει της καταχώρησης της αγωγής εναντίον τους. Τουναντίον, τούτο δεικνύει ότι συνειδητά οι Αιτητές δεν περιέλαβαν τούτη την απαίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για τον συγκεκριμένο λόγο που οι ίδιοι αναφέρουν. Ούτε βεβαίως, όπως ορθά αναφέρει η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, η μη συμπερίληψη των εν λόγω ισχυρισμών και αξίωσης, πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος το οποίο οι Αιτητές διαπίστωσαν κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Και τούτο είναι εμφανές από το γεγονός ότι στην Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Αιτητές στις 13.4.2018, οι ίδιοι έκτοτε ισχυρίζονταν[5] ότι οι Καθ' ων η Αίτηση συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται και να χρησιμοποιούν την εν λόγω διαφημιστική πινακίδα στο τεμάχιο τους, πραγματοποιώντας κέρδος εις βάρος τους. Επομένως, γνώριζαν οι Αιτητές, τουλάχιστον από την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν απομακρύνει την εν λόγω διαφημιστική πινακίδα από το τεμάχιο τους και εύλογα θα μπορούσαν να λάβουν έκτοτε τα δέοντα διαβήματα για να αξιώσουν οποιαδήποτε ποσά προέκυπταν ως ενδιάμεσα οφέλη ένεκα της εκμετάλλευσης της εν λόγω διαφημιστικής πινακίδας στο τεμάχιο τους. Εντούτοις, οι Αιτητές ουδέν έπραξαν. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει η προϋπόθεση που επικαλούνται οι Αιτητές στη βάση της Δ.25 θ. 1
(3)περί εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, εφόσον από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση δεν διαπιστώνεται τούτο, για όλους τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω. Ενόψει τούτου, η παρούσα Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Παρά το γεγονός ότι τα πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας Αίτησης, κρίνω σκόπιμο, για σκοπούς πληρότητας και μόνο να αναφέρω ότι η υπό κρίση Αίτηση θα απορριπτόταν και για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της. Σε σχέση, ειδικά, με τον παράγοντα καθυστέρηση στην προώθηση μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, λέχθηκε ότι, «όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσείοντων, στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρομοίως, στην υπόθεση C&Α Pelekanos Associates Ltd ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2075, με παραπομπή και στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon ν. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, σημειώθηκε ότι, εκεί που παρατηρείται καθυστέρηση και αργοπορία στην εκδήλωση του διαβήματος για άδεια τροποποίησης διά προσθήκης ισχυρισμών για τους οποίους υπήρχε δυνατότητα προώθησης τους σε προηγούμενο στάδιο, θα πρέπει ο αιτητής να εξηγεί ικανοποιητικά την παράλειψη του αυτή. Στη βάση δε του δεδομένου που ίσχυε σε εκείνη την περίπτωση και δη του γεγονότος ότι οι εφεσείοντες δεν προσδιόρισαν τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή και γνώση τους τα έγγραφα (το περιεχόμενο των οποίων δικαιολογούσε, κατά τους ίδιους, την προώθηση της αίτησης τροποποίησης), το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του επίδικου αιτήματος, δεν δικαιολογήθηκε. Έκρινε δε την παράλειψη αυτή ως καθοριστική και επί αυτής της βάσης απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στον τρόπο που αντιμετώπισε το ζήτημα το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: «Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή». Με το ίδιο σκεπτικό, και δη της απουσίας εξήγησης αναφορικά με το γιατί η προτεινόμενη τροποποίηση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε προγενέστερο, του σταδίου που επιχειρείται, χρόνο, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κ. Πικής, απέρριψε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd ν. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162. Στην υπόθεση A. Xατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1022, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο ειδικά στην πάροδο του χρόνου από τη μέρα της καταχώρησης του Κλητήριου Εντάλματος, μέχρι και τη μέρα υποβολής της αίτησης τροποποίησης, σημείωσε τα εξής σχετικά: «κατά την άποψη μας, η καθυστέρηση των 2 1/2 χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4 1/2 χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντίδικου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την άποψη μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, αναφερόμενο, ειδικά, στον τρόπο που προσέγγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο την αίτηση, σημείωσε ότι «δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη απόφαση. Τόσο η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων για τροποποίηση του δικογράφου του, όσο και η κατάληξη ότι η εν λόγω παράλειψη του ουδόλως αιτιολογήθηκε, μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Bold Astor Manufactury (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω)). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του, προβάλλει ανάγλυφη μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν το θέμα. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για 7 και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν είναι απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 13/01/09, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του εφεσείοντα συνιστά το γεγονός ότι ενώ η υπεράσπιση των εφεσίβλητων καταχωρήθηκε τον Μάρτιο του 2003, η απάντηση στην υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 21.05.04, όπως και το γεγονός ότι για έναν και πλέον χρόνο ο εφεσείων, για λόγους που δεν έχουν αποκαλυφθεί παρέμεινε άπρακτος, δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του, ειμί μόνο, τέσσερεις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησης». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω, σχετική, με τη καθυστέρηση στην προώθηση ενός αιτήματος, ως το υπό εξέταση, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι, η υποχρέωση ενός αιτητή που προωθεί ένα τέτοιο αίτημα καθυστερημένα, να αιτιολογήσει την καθυστέρηση και να εξηγήσει τους λόγους που δεν το προώθησε προηγουμένως, δεν ατονεί. Τουναντίον, παράλειψη του να ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, δυνατόν (ανάλογα με τον τύπο, φύση και χρησιμότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης, αλλά, ενδεχομένως, και το κίνητρο πίσω από την προσπάθεια μεταβολής του δικογράφου) να οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθά επισημαίνουν οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, οι Αιτητές δεν δίδουν καμία εξήγηση γιατί άφησαν να παρέλθουν 6 και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής τους μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, ειδικά μετά που μεσολάβησαν και όλα τα διαβήματα με βάση την νέα Δ.30 και ειδικότερα οι ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ότι οι Καθ' ων η Αίτηση συνέχιζαν, μετά την καταχώρηση της αγωγής, να εκμεταλλεύονται τη διαφημιστική πινακίδα στο τεμάχιο των Αιτητών. Δεν δίδουν επίσης καμία δικαιολογία για την παρέλευση σχεδόν 5 ετών από την καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση, όπου και αναφέρονται στο γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται και να χρησιμοποιούν την επίδικη διαφημιστική πινακίδα στο τεμάχιο των Αιτητών, πραγματοποιώντας κέρδος εις βάρος τους, μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη και για αυτό τον λόγο. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [2] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [3] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [4] υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. [5] Βλ. παράγραφο 10 και 12 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο