Β.Μ. ΣΥΣΤΗΜΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1279/2023, 12/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1279/2023
- Β.Μ. ΣΥΣΤΗΜΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ 243371, από Ποσειδώνος 4, 2101, Λευκωσία
- ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΥ, Α.Δ.Τ. [ ], από Λευκωσία
- ΝΙΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΡΙΣΤΙΑΝΗΣ, Α.Δ.Τ. [ ], από Λευκωσία Εναγόντων -και- ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ, Α.Δ.Τ. [ ], από Ελλάδα, εκ Λευκωσίας Εναγόμενης Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Ανδρέου για Ανδρέας Ε. Ανδρέου και Βίκτωρ Φ. Ακάμας ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Βαρνάβα για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (στην αίτηση ημερ. 7.6.2023 για έκδοση προσωρινού διατάγματος) Εισαγωγή Στις 7.6.2023, οι Ενάγοντες-Αιτητές (εφεξής «Ενάγοντες»), καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο, με την οποία αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση (εφεξής «Εναγόμενη»), μεταξύ άλλων, δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι το ολοκληρωμένο τριετές πρόγραμμα στη Συστημική Ψυχοθεραπεία που ανακοίνωσε ότι θα προσφέρει η Εναγόμενη από τον Οκτώβριο του 2023 είναι ουσιαστικά το ίδιο και/ή προσφέρει τα ίδια μαθήματα και πρακτικές με το ολοκληρωμένο τετραετές πρόγραμμα που προσφέρει η Ενάγουσα 1 στη Συστημική Ψυχοθεραπεία (στο εξής «το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα»), με την Ενάγουσα 1 να αξιώνει επίσης γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημία και/ή απώλεια κερδών και/ή απώλεια εμπορικής εύνοιας και/ή διαφυγόντα κέρδη. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες 2 και 3 αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης, μεταξύ άλλων, δηλωτική απόφαση ότι η Εναγόμενη παραβίασε τον όρο 6 της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών ημερ. 9.5.2023, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της και των Εναγόντων 2 και 3 (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία»), ως επίσης και γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της επίδικης Συμφωνίας και/ή αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αθέμιτο πλουτισμό. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οι Ενάγοντες καταχώρησαν, στις 7.6.2023, μονομερή αίτηση με την οποία επιζητούσαν την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος, το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη είτε προσωπικά, είτε σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα, να εγκαθιδρύσει και να προωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος μέχρι τις 8.5.2024, τετραετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα και/ή ολοκληρωμένο πρόγραμμα μικρότερης διάρκειας στην Συστημική Ψυχοθεραπεία. Το παρόν Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, αφού διεξήλθε την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αποφάσισε, στις 12.6.2023, ότι δεν αποδείχθηκε κατεπείγον ζήτημα και για αυτό έδωσε οδηγίες όπως η υπό κρίση Αίτηση επιδοθεί στην Εναγόμενη, για να λάβει γνώση της παρούσας διαδικασίας. Κατόπιν της επίδοσης της υπό κρίση Αίτησης στην Εναγόμενη, αυτή προχώρησε στην καταχώρηση Ειδοποίησης περί πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»), η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας (στο εξής «η ομνύουσα»). Δεν κρίνω σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να παραθέσω λεπτομερώς είτε το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, είτε αυτό που υποστηρίζει την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν. Και τούτο διότι λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της υπό κρίση Αίτησης, αλλά και τους λόγους ένστασης που προβάλλονται σε αυτήν, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση της (Αίτησης) με τη σειρά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και όχι κατ' ανάγκη με τη σειρά που προβάλλεται μέσω των λόγων Ένστασης. Σε αυτό το πλαίσιο, θα διαφανούν και οι αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο. Πραγματικό Υπόβαθρο της υπό κρίση Αίτησης Θεωρώ, όμως, αρχικά απαραίτητο όπως τεθεί το υπόβαθρο των γεγονότων, το οποίο αποτελεί τη βάση τόσο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ως επίσης και της υπό κρίση Αίτησης, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα πιο κάτω αναφερόμενα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, ως αυτό εμφαίνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση και την Ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν, αντίστοιχα:
(1)Η Ενάγουσα 1 συστάθηκε στις 11.12.2008 από την Εναγόμενη και από το έτος 2009 ασχολείται με την παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων ψυχοθεραπείας, με κύριο παρεχόμενο πρόγραμμα, το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, ενώ το ινστιτούτο της Ενάγουσας 1 αλλά και το επίδικο 4ετές πρόγραμμα αποτελούν τριπλά αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό κέντρο και πρόγραμμα, αντίστοιχα, στη Κύπρο, από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Οικογενειακής Θεραπείας (EFTA), τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο Ψυχοθεραπείας (ΕΑΡ) και τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Ψυχοθεραπευτών (μαζί αναφερόμενοι ως «οι αρμόδιοι φορείς»), με αποτέλεσμα οι απόφοιτοι της Ενάγουσας 1 από το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα να εγγράφονται ως μέλη της EFTA και του Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών και να αποκτούν άμεσα το Ευρωπαϊκό Πιστοποιητικό Ψυχοθεραπείας (ECP).
(2)Στις 9.5.2023[1], καταρτίστηκε μεταξύ της Εναγόμενης και των Εναγόντων 2 και 3 η επίδικη Συμφωνία, δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη πώλησε, έναντι συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, στους Ενάγοντες 2 και 3, τις μετοχές που η πρώτη κατείχε στην Ενάγουσα 1, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες 2 και 3 να καταστούν οι μοναδικοί μέτοχοι της Ενάγουσας 1, με τον κάθε ένα από αυτούς να κατέχει το 50% του μετοχικού της κεφαλαίου. Την ίδια μέρα (ήτοι στις 9.5.2023), η Εναγόμενη παραιτήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας 1 και οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι έκτοτε οι μοναδικοί διοικητικοί σύμβουλοι αυτής[2].
(3)Στην επίδικη Συμφωνία περιλαμβανόταν ο όρος 6, ο οποίος προνοούσε ότι η Εναγόμενη (ως πωλητής), με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, θα παραιτηθεί άμεσα από τη θέση του διευθυντή στην Ενάγουσα 1 και ότι για τη διάρκεια ενός έτους, αρχής γενομένης της ημερομηνίας υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας (ήτοι τις 9.5.2023), δεν θα ιδρύσει 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα στη συστημική ψυχοθεραπεία.
(4)Περί τα τέλη Μαΐου 2023, το Systemic Family Institute of Cyprus (βλ. Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), ανακοίνωσε την παροχή ολοκληρωμένου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, με έναρξη του τον Οκτώβριο του 2023 (στο εξής «το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα»), του οποίου η Εναγόμενη θα είναι επιστημονική υπεύθυνη. Το εν λόγω 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν είναι αναγνωρισμένο από τους αρμόδιους φορείς. Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, είναι η θέση του Ενάγοντα 2 (ο οποίος είναι ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση (στο εξής «ο ομνύοντας»)) ότι η ουσία του περιορισμού που περιλαμβάνεται στον όρο 6 της επίδικης Συμφωνίας, ήταν αποκλειστικά η προώθηση και επέκταση των εργασιών της Ενάγουσας 1 σε ότι αφορά το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, το οποίο είναι και το κύριο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που αυτή προσφέρει (εφόσον κατά το τέλος του 2022, στο εν λόγω πρόγραμμα ήταν εγγεγραμμένοι περί τους 70 φοιτητές, ενώ στο 2ετές πρόγραμμα εξειδίκευσης παιδιών και εφήβων που προσέφερε η Ενάγουσα 1, εγγεγραμμένοι ήταν περί τους 15 φοιτητές[3]). Επίσης, είναι η συναφής του θέση ότι κατά το χρονικό διάστημα περιορισμού της Εναγόμενης (στη βάση πάντα του όρου 6 της επίδικης Συμφωνίας), θα παρέχετο ο χρόνος στην Ενάγουσα 1 να εγκαθιδρύσει νέα προγράμματα, ούτως ώστε αμέσως μετά την ελεύθερη δραστηριοποίηση της Εναγόμενης με το ίδιο αντικείμενο, να παραμείνουν ανταγωνιστικοί, εφόσον το ινστιτούτο της Ενάγουσας 1 αποτελεί περιορισμένου εύρους εκπαιδευτικό ίδρυμα που αποτείνεται σε συγκεκριμένο αντικείμενο, με σαφώς περιορισμένο ενδιαφερόμενο πελατολόγιο. Σε σχέση με το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση), ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι από αντιπαραβολή, που ο ίδιος έχει κάνει (βλ. Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση), του εν λόγω προγράμματος, με το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα που παρέχει η Ενάγουσα 1, είναι εμφανές ότι το περιεχόμενο του επίδικου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος είναι πανομοιότυπο, αναφορικά με τις θεματικές ενότητες, με αυτό του επίδικου 4ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος, ενώ οι ώρες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του πρώτου είναι 20 ώρες περισσότερες από αυτές του τελευταίου, με αποτέλεσμα, στην ουσία, τα δύο επίδικα εκπαιδευτικά προγράμματα να είναι τα ίδια, να αποτείνονται στους ίδιους επαγγελματίες (εγγεγραμμένους στα μητρώα ψυχολόγους και ψυχιάτρους), με τη διαφορά ότι το πρόγραμμα της Εναγόμενης δεν έχει τύχει αναγνώρισης μέχρι σήμερα. Είναι δε η συναφής του θέση ότι η Εναγόμενη προσφέρει, ουσιαστικά, το ίδιο ακριβώς εκπαιδευτικό πρόγραμμα που προσφέρει το ινστιτούτο της Ενάγουσας 1, συμπτύσσοντας το χρόνο ολοκλήρωσης του από 4 σε 3 έτη, ενώ περαιτέρω η Εναγόμενη αποκαλεί το επίδικο 3ετές πρόγραμμα που θα παρέχει «ολοκληρωμένο», όπως είναι και το επίδικο 4ετές πρόγραμμα που παρέχεται από την Ενάγουσα 1. Τούτα δε, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, συνηγορούν στο ότι η Εναγόμενη έχει προβεί, κατά τρόπο συγκεκαλυμμένο στην εγκαθίδρυση εκπαιδευτικού προγράμματος ίδιο με το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Ενάγουσας 1, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ως αυτές απορρέουν από τον όρο 6 της επίδικης Συμφωνίας, ενώ οι πράξεις της δεικνύουν ότι ενήργησε με δόλο κατά την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας, με σκοπό τον περιορισμό της εμπορικής εύνοιας της Ενάγουσας 1 και τον αθέμιτο πλουτισμό της Εναγόμενης εις βάρος των Εναγόντων. Τέλος, ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι η εγκαθίδρυση του επίδικου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος από την Εναγόμενη, έχει ήδη επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία του ινστιτούτου της Ενάγουσας 1, ενώ αναμένεται ανυπολόγιστη αρνητική και/ή μη αναστρέψιμη επίπτωση στην ομαλή λειτουργία του, εφόσον:
(1)ήδη αποχώρησε από το ινστιτούτο της συγκεκριμένος καθηγητής (ο οποίος ήταν ο αποκλειστικός εκπαιδευτής σε συγκεκριμένες θεματικές ενότητες), ο οποίος εντάχθηκε στην εκπαιδευτική ομάδα της Εναγόμενης, η αναπλήρωση του οποίου είναι εξαιρετικά δύσκολη εντός της θερινής περιόδου εφόσον οι πλείστοι καθηγητές έχουν ήδη καταρτίσει τις συμφωνίες τους για την καινούρια ακαδημαϊκή χρονιά,
(2)υπάρχει προβληματισμός από υφιστάμενους και ενδιαφερόμενους φοιτητές ως προς το κατά πόσο τα δύο εκπαιδευτικά προγράμματα διαφέρουν και κατά πόσο θα επιλέξουν το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα που παρέχεται από την Ενάγουσα 1, δεδομένου ότι το επίδικο 3ετές πρόγραμμα παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο, έχει την ίδια θεματολογία με το επίδικο 4ετές πρόγραμμα, και ολοκληρώνεται σε μικρότερο χρόνο και κόστος,
(3)το γεγονός ότι υφιστάμενοι φοιτητές του ινστιτούτου της Ενάγουσας 1, οι οποίοι γνωρίζουν την Εναγόμενη, κάνουν «like» στη σελίδα που η τελευταία δημιούργησε στην ηλεκτρονική πλατφόρμα «Facebook»[4], δεικνύει ότι υπάρχει ενδιαφέρον από τους υφιστάμενους φοιτητές της Ενάγουσας 1 για το επίδικο 3ετές πρόγραμμα, αφού στην πράξη ένας υφιστάμενος φοιτητής της Ενάγουσας 1 μπορεί να διακόψει τις σπουδές του από το ινστιτούτο της και να εγγραφεί στο επίδικο 3ετές πρόγραμμα, μεταφέροντας τις μονάδες του και φοιτώντας για το εναπομείναν πρόγραμμα στο επίδικο 3ετές πρόγραμμα. Τούτο έχει ως ορατό ενδεχόμενο ότι οι υφιστάμενοι φοιτητές που φοιτούν στο 1ο και 2ο έτος στην Ενάγουσα 1, να μεταγραφούν στο ινστιτούτο της Εναγόμενης. Καταλήγει δε ο ομνύοντας ότι στη βάση των πιο πάνω, αλλά και του μικρού μεγέθους του ινστιτούτου της Ενάγουσας 1, είναι ορατός ο κίνδυνος να μην συμπληρωθεί ικανοποιητικός αριθμός φοιτητών για τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά 2023-2024, με αποτέλεσμα να μην προσφερθεί εν τέλει το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα για νέους φοιτητές, ενώ ενδεχόμενη εκροή των υφιστάμενων φοιτητών του 1ου και 2ου έτους από το ινστιτούτο της Ενάγουσας 1, θα έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή και/ή παύση της λειτουργίας της, δεδομένου ότι το εν λόγω 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποτελεί την βασική πηγή εισοδημάτων της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ομνύοντας θεωρεί ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, κάτι που δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημία στην Εναγόμενη, αφού ουσιαστικά εκείνο που επιζητείται είναι η από μέρους της τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η Ένσταση Όπως προανέφερα, η Εναγόμενη καταχώρησε Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, προβάλλοντας συνολικά 13 λόγους ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιους. Οι λόγοι ένστασης της Εναγόμενης, συγκλίνουν ουσιαστικά στις εξής θέσεις, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται και μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της στην υπό κρίση Αίτηση:
(1)Δεν υπάρχει πιθανότητα οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία (λόγος ένστασης 1).
(2)Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή οποιαδήποτε ζημία των Εναγόντων είναι ανύπαρκτη και/ή μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα (βλ. λόγους ένστασης 2, 3 και 4).
(3)Η μαρτυρία των Εναγόντων ως προς την κατ' ισχυρισμόν ζημία τους είναι ανεπαρκής για τους σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης και εξαντλείται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (βλ. λόγο ένστασης 5).
(4)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης (βλ. λόγο ένστασης 6).
(5)Τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης θα καταστήσει την εκδίκαση της αγωγής άνευ αντικειμένου και/ή διεκπεραιώνει την ουσία της αγωγής (βλ. λόγο ένστασης 8).
(6)Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια (βλ. λόγο ένστασης 9).
(7)Το αιτούμενο διάταγμα είναι διατυπωμένο γενικά και αόριστα, κατά τρόπο που δεν μπορεί πρακτικά να εφαρμοστεί (βλ. λόγο ένστασης 10). Όπως προανέφερα, η Ένσταση της Εναγόμενης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας, ενώ δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε αυτό το σημείο τα όσα η ομνύουσα εκεί αναφέρει, καθότι αναφορά σε αυτά θα γίνει κατά το στάδιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Ακροαματική διαδικασία Η ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός την υπό κρίση Αίτηση και αφετέρου την Ένσταση της Εναγόμενης, ενώ ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε. Αμφότερες δε οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης, ενώ είχαν την ευκαιρία να παραθέσουν και προφορικά τα κυριότερα τους σημεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε αυτές, οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Όπως διαφαίνεται από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, αυτή στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, η οποία (έκδοση) επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το εν λόγω άρθρο 32 του Ν. 14/60 έχει τύχει ερμηνείας και αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι οι εξής: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos v Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο, στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος (σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 663 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 424/11, ημερομηνίας 27.3.2014, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επομένως, το αντικείμενο εξέτασης σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντα στην αγωγή (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. επίσης Γρηγορίου (ανωτέρω)). Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, διαφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD-NEMESIS κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. E52/21, ημερ. 10.2.2022: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας...». Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου από αμφότερους τους διαδίκους, χωρίς όμως στο παρόν στάδιο να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την όποια αξιοπιστία αυτής και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς των μερών, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
(1)Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Στη βάση του περιεχομένου της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος των Εναγόντων, διαφαίνεται ότι αποτελεί θεμελιακή βάση της αγωγής των Εναγόντων 2 και 3 η παράβαση της επίδικης Συμφωνίας και δη του όρου 6 αυτής από την Εναγόμενη. Πέραν τούτου, βασική αξίωση της Ενάγουσας 1 είναι η αναγνώριση από το Δικαστήριο ότι το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι κατ' ουσίαν το ίδιο με το 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα που παρέχει η Ενάγουσα 1, ως επίσης και η αξίωση γενικών και/ή ειδικών αποζημιώσεων για ζημία και/ή απώλεια εμπορικής εύνοιας της Ενάγουσας 1, ένεκα της ανακοίνωσης και προσφοράς εκ μέρους της Εναγόμενης του επίδικου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος. Με δεδομένο ότι η παράβαση σύμβασης, αλλά και η διεκδίκηση αποζημιώσεων στη βάση απώλειας εμπορικής εύνοιας, αποτελούν αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής, και έχοντας κατά νου ότι εκείνο που αναζητείται στο πλαίσιο εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης είναι το κατά πόσο αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την παροχή θεραπείας στους Ενάγοντες, κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος έχει αποδειχθεί.
(2)Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Στα πλαίσια εξέτασης αυτής της προϋπόθεσης, εντάσσεται ένας από τους βασικότερους λόγους ένστασης της Εναγόμενης. Είναι η θέση των Εναγόντων (όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της) ότι πληρείται η εν λόγω προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και τούτο διότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη παραβίασε τον όρο 6 της επίδικης Συμφωνίας και ειδικότερα κατά πόσο το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα παραβιάζει τον εν λόγω όρο, θα πρέπει να προχωρήσει σε ερμηνεία του επίδικου όρου 6, η οποία δύναται να συναχθεί από την πρόθεση των μερών. Εν προκειμένω είναι η θέση τους, ο εν λόγω όρος δεν δύναται να ερμηνευθεί αποκλειστικά δια της γραμματικής του ερμηνείας, καθώς ο σκοπός της επίδικης Συμφωνίας ήταν να περιοριστεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των διαδίκων, ενώ από πρακτικής άποψης το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι ουσιωδώς το ίδιο με το επίδικο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας 1, πράγμα που αποτελεί δόλιο τέχνασμα της Εναγόμενης να προσφέρει εκπαιδευτικό πρόγραμμα ίδιο με το επίδικο 4ετές πρόγραμμα, με σκοπό να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Από την άλλη, αποτελεί βασική θέση της Εναγόμενης[5] ότι, εν προκειμένω, στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι Ενάγοντες, δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/
- Και τούτο διότι, κατά πάγια νομολογιακή αρχή, οι όροι μίας συμφωνίας ερμηνεύονται στη βάση της λεκτικής τους έννοιας και επομένως λεκτική ερμηνεία του όρου 6 της επίδικης Συμφωνίας, οδηγεί στο δίχως άλλο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη ουδόλως παραβίασε τον όρο αυτόν, εφόσον δεν έχει ιδρύσει 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα στη συστημική ψυχοθεραπεία, αλλά 3ετές[6] εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Κατά την ίδια, ο όρος 6 της επίδικης Συμφωνίας, δεν θέτει ως κριτήριο απαγόρευσης μόνο το περιεχόμενο του εκπαιδευτικού προγράμματος, αλλά και τη συγκεκριμένη χρονική διάρκεια αυτού και επομένως η ίδρυση του επίδικου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος ουδόλως παραβιάζει την επίδικη Συμφωνία. Ισχυρίζεται δε ότι διαφορετική ερμηνεία, θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να μην μπορεί η Εναγόμενη να ιδρύσει είτε 5ετές είτε 2ετές πρόγραμμα στη συστημική ψυχοθεραπεία. Είναι δε η συναφής θέση της ότι αν η πρόθεση των μερών, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν να της απαγορευθεί να ιδρύσει εκπαιδευτικό πρόγραμμα μεγαλύτερης ή μικρότερης διάρκειας, αυτό θα συγκεκριμενοποιείτο στον εν λόγω όρο 6, κάτι που δεν έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, είναι επίσης η θέση της ότι, εν προκειμένω, η Εναγόμενη δεν επικαλείται οποιεσδήποτε εξαιρέσεις (όπως αυτές έχουν πάγια νομολογηθεί), για να μπορεί να ληφθεί υπόψη εξωγενής μαρτυρία στην ερμηνεία του επίδικου όρου 6 και επομένως τέτοια εξωγενής μαρτυρία, ως προς τις υποκειμενικές απόψεις των μερών αναφορικά με την ερμηνεία του όρου 6, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Χωρίς να λησμονείται από το Δικαστήριο η πάγια νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία συμβάσεων, στην προκειμένη περίπτωση, είναι εμφανές ότι οι Ενάγοντες στηρίζουν το όποιο αγώγιμο δικαίωμα τους για παράβαση της επίδικης Συμφωνίας εκ μέρους της Εναγόμενης, σε κρίση ως προς το κατά πόσο το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι ουσιαστικά το ίδιο με το επίδικο 4ετές πρόγραμμα που προσφέρει το ινστιτούτο της Ενάγουσας
- Η θέση των Εναγόντων είναι ότι το περιεχόμενο του επίδικου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος είναι ουσιωδώς το ίδιο με το περιεχόμενο του επίδικου 4ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος που προσφέρει το ινστιτούτο της Ενάγουσας 1, πλην του χρόνου φοίτησης τον οποίο η Εναγόμενη έχει σμικρύνει από 4 σε 3 έτη, ενώ η θεματολογία αλλά και οι ώρες που απαιτούνται για το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι αυτές της EFTA (βλ. Τεκμήριο 3 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), με αποτέλεσμα το επίδικο 3ετές πρόγραμμα να αποτελεί ξεκάθαρη αντιγραφή του επίδικου 4ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος. Σε ότι αφορά τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Εναγόντων περί του ότι το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι κατ' ουσίαν το ίδιο με το επίδικο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας 1, η θέση της Εναγόμενης είναι ότι τούτο δεν ευσταθεί, αναφέροντας πληθώρα διαφορών μεταξύ των δύο εκπαιδευτικών προγραμμάτων, μεταξύ άλλων, ότι:
(1)το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα όχι μόνο δεν είναι αναγνωρισμένο, αλλά δεν μπορεί να αναγνωριστεί εφόσον δεν ικανοποιεί τα κριτήρια των αρμόδιων φορέων και επομένως μόνο το 4ετές πρόγραμμα δύναται να πιστοποιηθεί, ενώ για να μπορεί να πιστοποιηθεί ένα πρόγραμμα από τους αρμόδιους φορείς, ο παροχέας του πρέπει να το προσφέρει για τουλάχιστον 4 έτη και να έχει ήδη του πρώτους απόφοιτους, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση της Εναγόμενης και επομένως είναι αδύνατον το πρόγραμμα της να τύχει αναγνώρισης,
(2)το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα απευθύνεται σε διαφορετική και πιο προχωρημένη ομάδα ατόμων, ήτοι μόνο σε επαγγελματίες ψυχολόγους που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο ψυχολόγων και σε ψυχίατρους, ενώ το επίδικο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας 1 απευθύνεται και σε άτομα με σχετική εμπειρία που δεν είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο ψυχολόγων και χρειάζονται τη σχετική αναγνώριση των αρμόδιων φορέων για να ιδιωτεύσουν,
(3)οι εκπαιδευόμενοι του επίδικου 3ετούς προγράμματος δεν χρειάζονται την αναγνώριση των αρμόδιων φορέων, εφόσον είναι ήδη αρκετά καταρτισμένοι και έχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος για να ιδιωτεύσουν,
(4)αποτελεί κριτήριο εισδοχής στο επίδικο 3ετές πρόγραμμα η κατοχή μεταπτυχιακού διπλώματος σε εφαρμοσμένη ειδικότητα ψυχολογίας καθώς και το αποδεικτικό εγγραφής στο μητρώο ψυχολόγων ή ιατρών, ενώ το κριτήριο εισδοχής στο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας 1 είναι απλά η κατοχή πανεπιστημιακού πτυχίου στον τομέα ανθρωπιστικών σπουδών ή εμπειρία σε ψυχοκοινωνικό πεδίο,
(5)το επίδικο 3ετές πρόγραμμα δεν είναι πιο οικονομικό, εφόσον αναλογικά κατά έτος είναι πιο ακριβό από το επίδικο 4ετές πρόγραμμα,
(6)υπάρχουν διαφορές και στον τρόπο που διδάσκεται το επίδικο 3ετές πρόγραμμα, με το 70% αυτού να προσφέρεται δια ζώσης, ενώ το επίδικο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας 1 προσφέρεται διαδικτυακά, εκτός από ένα σαββατοκύριακο το χρόνο, και τέλος
(7)το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης του επίδικου 3ετούς προγράμματος διαφέρει από αυτό του επίδικου 4ετούς προγράμματος. Ότι, κατά την κρίση μου προκύπτει από τα πιο πάνω, είναι ότι το ζήτημα του κατά πόσο τα δύο επίδικα εκπαιδευτικά προγράμματα είναι ή όχι ουσιωδώς τα ίδια ή κατά πόσο αυτά διαφέρουν, δεν είναι ζήτημα απλό ή σαφές και τούτο προκύπτει από την διάσταση που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων ως προς τις όποιες ομοιότητες ή διαφορές των δύο εκπαιδευτικών προγραμμάτων, πράγμα που δεικνύει ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το κατά πόσο το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι ή όχι το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο με το επίδικο 4ετές πρόγραμμα και κατά πόσο όντως τα δύο επίδικα προγράμματα έχουν τις ίδιες θεματικές ενότητες και/ή απευθύνονται προς το ίδιο κοινό, λαμβάνουν ή όχι τους ίδιους τίτλους, θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της ουσίας των εκατέρωθεν ισχυρισμών και της μαρτυρίας των διαδίκων αναφορικά με τις εν λόγω ομοιότητες και διαφορές, κάτι που σίγουρα δεν μπορεί να αποφασιστεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας, όπου, ως ήδη λέχθηκε, το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Γρηγορίου και Jonitexo ανωτέρω). Μόνο τότε θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε κρίση ως προς το κατά πόσο το επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι ουσιωδώς το ίδιο με το επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Ενάγουσας 1 και επομένως κατά πόσο η Εναγόμενη έχει παραβιάσει τον όρο 6 της επίδικης Συμφωνίας. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος που τους αναλογεί να αποδείξουν ότι υπάρχει κάποιο ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους, στη περίπτωση που οι ισχυρισμοί τους γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο κατά το στάδιο εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(3)Η μη έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν των όσων αναφέρονται στο κεφάλαιο της νομικής πτυχής ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Επομένως, αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και για αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν, αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος. Εν προκειμένω, είναι η θέση των Εναγόντων (όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων τους) ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρείται, καθότι η λειτουργία του επίδικου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος ενδεχομένως να επηρεάσει τη λειτουργία του ινστιτούτου της Ενάγουσας 1 και να την οδηγήσει σε αναστολή των εργασιών της. Κατ' επέκταση, είναι η θέση τους, ότι τούτο θα επιφέρει την απώλεια του συνταγματικού δικαιώματος της Ενάγουσας 1, ως αυτό κατοχυρώνεται στο Άρθρο 20 του Συντάγματος, αλλά και του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των Εναγόντων 2 και 3, ως αυτό προστατεύεται στο Άρθρο 25 του Συντάγματος. Σημειώνω εδώ ότι η όποια θέση προωθείται μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων των Αιτητών (βλ. σελ. 21 αυτής) ότι το ινστιτούτο της Αιτήτριας «έχει μόνο 70 φοιτητές (περιλαμβανομένων 17 που μόλις έχουν αποφοιτήσει), με μόλις 4 νεοεγγραφέντες για το 1ο έτος του επίδικου 4ετούς προγράμματος», αποτελεί ισχυρισμό ο οποίος δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, εφόσον ουδεμία μαρτυρία περί τούτου υπάρχει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, και είναι πάγια νομολογημένο ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων δεν αποτελούν το κατάλληλο μέσο για προσκόμιση μαρτυρίας (βλ. Κοινότης Λυσού κ.ά. ν. Δημοκρατίας,
(1998)3 Α.Α.Δ. 537). Από πλευράς της Εναγόμενης, αποτελεί βασικό ισχυρισμό της, ο οποίος σημειώνω ότι παρέμεινε αναντίλεκτος, ότι o αριθμός συμμετεχόντων στο επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανέρχεται σε «17 άτομα το πολύ»[7] και ότι θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας (βλ. Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση), ως επίσης και ότι μέχρι τη στιγμή καταχώρησης της Ένστασης της, είχαν εγγραφεί 8 εκπαιδευόμενοι στο επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, με κανέναν εξ αυτών να αποτελεί πρώην εκπαιδευόμενο της Ενάγουσας
- Επομένως, είναι η συναφής της θέση ότι ακόμη και αν υλοποιηθεί το χειρότερο δυνατό σενάριο για την Ενάγουσα 1, και μεταγραφούν 9 μαθητές (ούτως ώστε να πληρωθούν οι 17 (πιο πάνω) συνολικά θέσεις) από το ινστιτούτο της Ενάγουσας 1 στο επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, η Ενάγουσα 1 απλά θα απωλέσει 9 φοιτητές από τους συνολικά 85 φοιτητές που έχει[8]. Ως εκ τούτου, η όποια πιθανότητα αναστολής ή παύσης του ινστιτούτου της Ενάγουσας 1 είναι ανύπαρκτη, ενώ η όποια ζημία της είναι εύκολα υπολογίσιμη σε χρήμα και τούτη δεν ξεπερνά τους 9 φοιτητές και τα δίδακτρα που τους αναλογούν για την εγγραφή τους στο επίδικο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας
- Αποτελεί περαιτέρω θέση της Εναγόμενης, η οποία επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη ότι, εν προκειμένω, δεν είναι καν δυνατή η απώλεια 9 μαθητών της Ενάγουσας 1 (από το επίδικο 4ετές πρόγραμμα της) με μετεγγραφή αυτών στο επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εφόσον το τελευταίο απευθύνεται μόνο σε εγγεγραμμένους στα σχετικά μητρώα ψυχολόγους που κατέχουν άδεια άσκησης επαγγέλματος και είναι σε θέση να ιδιωτεύσουν, ενώ η κατοχή μεταπτυχιακού διπλώματος σε εφαρμοσμένη ειδικότητα ψυχολογίας αποτελεί κριτήριο εισδοχής σε αυτό. Αντίθετα, ως αναφέρει η Εναγόμενη, στο επίδικο 4ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Ενάγουσας 1 συμμετέχουν εκπαιδευόμενοι που είτε έχουν μόνο πανεπιστημιακό πτυχίο, είτε δεν έχουν καν πτυχίο αλλά έχουν σχετική εμπειρία σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο, και επομένως οι φοιτητές της Ενάγουσας 1 δεν πληρούν τα κριτήρια εισδοχής στο επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα, ισχυρισμός που και πάλι παρέμεινε αναντίλεκτος από πλευράς των Εναγόντων. Στη βάση επομένως των πιο πάνω αναντίλεκτων ισχυρισμών της Εναγόμενης, είναι εμφανές ότι η όποια τυχόν ζημία υποστούν οι Ενάγοντες, αυτή είναι χρηματική και εύκολα αποτιμήσιμη, εφόσον τούτη αντιστοιχεί, στο χειρότερο δυνατόν σενάριο, στα δίδακτρα 9 φοιτητών που θα εγγράφονταν ή που τυχόν μετεγγραφούν (αν όντως τέτοια μετεγγραφή είναι δυνατή) από το επίδικο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας 1 στο επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Επομένως, οι όποιοι ισχυρισμοί τους για ενδεχόμενη αναστολή και/ή παύση της λειτουργίας του ινστιτούτου της Ενάγουσας 1 από την ενδεχόμενη εκροή 9 φοιτητών εκ συνόλου 85 φοιτητών από την Ενάγουσα 1, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν και επομένως είναι απορριπτέοι. Σημειώνω ότι τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, αναφέρονται μόνο για τον περιορισμένο σκοπό εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης και της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60, στη βάση πάντα της μέχρι τώρα μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το σκοπό αυτό, εφόσον στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης, υπάρχει πάντα ανοικτό το ενδεχόμενο να προσκομιστεί περαιτέρω μαρτυρία. Σε ότι δε αφορά τον ισχυρισμό που προβάλλεται από τους Ενάγοντες ότι η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει τον περιορισμό της εμπορικής εύνοιας της Ενάγουσας 1[9], είναι νομολογημένο ότι η εμπορική εύνοια, δεν πρέπει να συγχέεται με την απλή φήμη του Ενάγοντος και θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι υφίσταται εντός της δικαιοδοσίας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό απομίμηση/ αντιποίηση (βλ. Demades Overseas v Studio MA.ST Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799), ενώ ένα από τα συστατικά στοιχεία του αθέμιτου ανταγωνισμού είναι ότι «ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι έχει υποστεί ή στην πραγματικότητα ενδέχεται να υποστεί σημαντική ζημιά στην ιδιοκτησία του στην εμπορική εύνοια λόγω του ότι οι εναγόμενοι πωλούν αγαθά τα οποία ψευδώς περιγράφονται με την εμπορική επωνυμία στην οποία είναι προσκολλημένη η εμπορική εύνοια» (βλ. Demades Overseas (ανωτέρω), CTO Public Company Ltd και άλλοι ν. Bat (Cyprus) Ltd και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 178 και Erven Warnick BV v. J Townend & Sons [1979] 2 All E.R. 927). Στην προκειμένη περίπτωση, με βρίσκει σύμφωνη η θέση της πλευράς της Εναγόμενης ότι οι Ενάγοντες ουδεμία μαρτυρία προσκόμισαν που να αποδεικνύει την εμπορική εύνοια της Ενάγουσας
- Τουναντίον, οι ίδιοι οι Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση τους παρουσιάζουν την Εναγόμενη ως «γνωστή στον τομέα της εκπαίδευσης στην συστημική ψυχοθεραπεία»[10], ενώ στην παράγραφο 12 της εν λόγω ένορκης δήλωσης αναφέρουν ότι ο επίδικος όρος 6 συμφωνήθηκε με σκοπό να δοθεί χρόνος σε αυτούς να εγκαθιδρύσουν νέα προγράμματα για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί, μετά την ελεύθερη δραστηριοποίηση της Εναγόμενης, ισχυριζόμενοι (οι ίδιοι) ότι η Ενάγουσα 1 αποτελεί περιορισμένου εύρους εκπαιδευτικό ίδρυμα, με συγκεκριμένο αντικείμενο και ενδιαφερόμενο πελατολόγιο. Πέραν όμως τούτου, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης στην παράγραφο 38 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την Ένσταση ότι εκτός από την Ενάγουσα 1, αναγνωρισμένο 4ετές πρόγραμμα στην συστημική ψυχοθεραπεία προσφέρει και το Κέντρο Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας (Κ.Ε.Π.Α.ΨΥ), το οποίο επίσης τυγχάνει αναγνώρισης από την EFTA και έχει γνωρίσει επιτυχία τα τελευταία έτη, παρέμεινε αναντίλεκτος από πλευράς των Εναγόντων. Τούτο δε δεικνύει ότι η Ενάγουσα 1 δεν είναι το μόνο ινστιτούτο ή παροχέας στην αγορά που προσφέρει αναγνωρισμένο 4ετές πρόγραμμα στην συστημική ψυχοθεραπεία και επομένως θα έπρεπε οι Ενάγοντες να προσκομίσουν επαρκή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει την εμπορική εύνοια που επικαλούνται. Επιπλέον των πιο πάνω, σύμφωνη με βρίσκει επίσης η θέση της Εναγόμενης ότι, ακόμη κι αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν εμπορική εύνοια, αυτοί ουδεμία μαρτυρία παρουσίασαν ως προς τα ποια είναι η ζημία τους από την παροχή του επίδικου 3ετούς εκπαιδευτικού προγράμματος. Επαναλαμβάνω στο παρόν στάδιο τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, ότι, από την μαρτυρία που προσκόμισε η Εναγόμενη, διαφαίνεται ότι η όποια τυχόν απώλεια και/ή ζημία της Ενάγουσας 1 είναι η ενδεχόμενη απώλεια 9 φοιτητών από το σύνολο των 85 φοιτητών της, και κατ' επέκταση τα δίδακτρα που τους αναλογούν, αν τούτοι μετεγγραφούν στο επίδικο 3ετές πρόγραμμα. Επομένως, η όποια ζημία της Ενάγουσας 1 είναι χρηματικά υπολογίσιμη και ισούται με τα δίδακτρα που αναλογούν σε αυτούς τους 9 φοιτητές που ενδεχομένως να μην εγγραφούν στο επίδικο 4ετές πρόγραμμα της Ενάγουσας 1 και/ή μετεγγραφούν στο επίδικο 3ετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Επαναλαμβάνω όμως τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω, αναφέρονται μόνο για τον περιορισμένο σκοπό εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης και της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60, στη βάση πάντα της μέχρι τώρα μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το σκοπό αυτό. Συνακόλουθα των πιο πάνω, κρίνω ότι, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μία πολύ συγκεκριμένη και καθορισμένη χρηματική απαίτηση, με επαρκή στοιχεία καθορισμού αποζημίωσης αν οι Ενάγοντες στο τέλος της δίκης δικαιωθούν. Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει προαναφερθεί ένας άλλος παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για την αδυναμία ή δυσκολία να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον είναι η οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου. Παρατηρείται όμως ότι δεν τέθηκαν τέτοια στοιχεία από πλευράς των Εναγόντων που αν αυτοί πετύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν την απόφαση τους ή ότι η Εναγόμενη είναι αφερέγγυα. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, και με δεδομένο ότι εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η υπό κρίση Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Δεδομένου των πιο πάνω, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/2023, απόφαση ημερ. 4.7.2023, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να προβεί στην εξέταση της αρχής που αφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας. Περαιτέρω, και με δεδομένο ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης των λοιπών λόγων ένστασης περί γενικότητας του αιτούμενου διατάγματος και/ή ότι τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης θα καταστήσει την εκδίκαση της αγωγής άνευ αντικειμένου και/ή ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω στο σύνολό της την υπό κρίση Αίτηση των Εναγόντων για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επομένως, τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνω εδώ ότι ως αυτό προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις αμφότερων των διαδίκων, είχε καταρτιστεί και προηγουμένως (κατά το έτος 2019) μία συμφωνία πώλησης μετοχών μεταξύ της Εναγόμενης και των Εναγόντων 2 και 3, στη βάση της οποίας οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει το 33,3% έκαστος του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας 1 και συμμετείχαν, μαζί με την Εναγόμενη στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας
- Εντούτοις, η εν λόγω συμφωνία δεν απασχολεί σε ότι αφορά την υπό κρίση Αίτηση. [2] Αναφέρει ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση ότι οι εν λόγω αλλαγές προωθήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών, πλην όμως μέχρι την όμνυση της εν λόγω ένορκης δήλωσης δεν παραλήφθηκαν νέα πιστοποιητικά μετόχων και αξιωματούχων της Ενάγουσας
- [3] Βλ. παράγραφο 8 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. [4] Βλ. Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης της υπό κρίση Αίτησης. [5] Ως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την Ένσταση, αλλά και ως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της. [6] Υπογράμμιση δική μου. [7] Βλ. παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση της Εναγόμενης. [8] Το σύνολο των 85 φοιτητών προκύπτει από την παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. [9] Βλ. παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση. [10] Βλ. παράγραφο 20.5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο