SVEN RISCHKO κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ, Αγωγή αρ. 686/2021, 20/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Αγωγή αρ. 686/2021 Μεταξύ:
- SVEN RISCHKO
- CLAUDIA NUTZ Ενάγοντες -και- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Χ. Θεοφίλου για A. CHR. THEOPHILOU LLC Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Πόλεος Ενδιάμεση Απόφαση Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι αφενός το προφορικό αίτημα που εγέρθηκε από πλευράς του Εναγόμενου όπως η Κλήση για Οδηγίες ημερ. 8.11.2022 που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων (στο εξής «η επίδικη Κλήση για Οδηγίες») θεωρηθεί εκπρόθεσμη, εφόσον αυτή καταχωρήθηκε κατά παράβαση των προθεσμιών που θέτει η Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και κατ' επέκταση όπως η αγωγή των Εναγόντων απορριφθεί, και, αφετέρου, το ταυτόχρονο αίτημα που εγέρθηκε, από πλευράς των Εναγόντων, όπως η επίδικη Κλήση για Οδηγίες θεωρηθεί εμπρόθεσμη. Σημειώνω από αυτό το στάδιο ότι είναι κοινώς αποδεκτό από τους συνήγορους των διαδίκων ότι η Κλήση για Οδηγίες σε σχέση με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά σε ότι αφορά το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, εφόσον τούτο προκύπτει ξεκάθαρα από τον δικαστηριακό φάκελο. Αρκεί μόνο να πω τα εξής, για σκοπούς εύκολης κατανόησης: (α) το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της πιο πάνω αγωγής, καταχωρήθηκε στις 18.3.2021, (β) στις 5.1.2022, καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Εναγόμενου και ακολούθως, (γ) στις 18.4.2022, καταχωρήθηκε η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εκ μέρους των Εναγόντων. Έχοντας κατά νου τις πρόνοιες της Δ.21 θ. 14[1], η οποία προνοεί ότι όπου ο ενάγοντας επιθυμεί να καταχωρήσει απάντηση, πρέπει να πράξει τούτο εντός 7 ημερών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, προκύπτει, εν προκειμένω, ότι τα δικόγραφα, σε ότι αφορά την απαίτηση/αγωγή των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου, είχαν κλείσει στις 12.1.
- Επομένως, η Κλήση για Οδηγίες των Εναγόντων έπρεπε, στη βάση της προνοούμενης, από τη Δ.30, προθεσμίας των 90 ημερών από το κλείσιμο της δικογραφίας, να καταχωρηθεί μέχρι τις 12.4.
- Και τούτο διότι, δεν προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στις 18.4.2022, καταχωρήθηκε, σε χρόνο μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 7 ημερών, είτε κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, είτε κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Εναγόμενου ότι δεν φέρει ένσταση στο εκπρόθεσμο της καταχώρησης τούτης. Παρά τα πιο πάνω, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, η πλευρά του Εναγόμενου σε κανένα δικονομικό διάβημα προέβη για την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης του. Τουναντίον, θεώρησε τούτο δεόντως καταχωρηθέν και στη βάση αυτού, προχώρησε και καταχώρησε, στις 9.6.2022, την Κλήση για Οδηγίες σε σχέση με την Ανταπαίτηση του. Περαιτέρω, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς του Εναγομένου, ο ισχυρισμός των Εναγόντων περί του ότι η επίδικη Κλήση για Οδηγίες, θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι τις 16.7.2022[2], προφανώς μετρώντας τις 90 μέρες από το κλείσιμο της δικογραφίας, από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Εν πάση όμως περιπτώσει, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η επίδικη Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Σημειώνω, εκ προοιμίου, ότι, τα όσα αναφέρονται από τη συνήγορο των Εναγόντων στην γραπτή της αγόρευση, σε σχέση με τα όσα διαμείφθηκαν κατά τις εμφανίσεις των μερών ενώπιον του Δικαστηρίου, πριν από την ημερομηνία που η επίδικη Κλήση για Οδηγίες ήταν για πρώτη φορά ορισμένη ενώπιον του, ουδόλως συνάδουν με τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ουδόλως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι, είτε στις 9.11.2022[3], είτε στις 7.12.2022, το Δικαστήριο επιλήφθηκε τόσο της Κλήσης για Οδηγίες του Εναγόμενου, όσο και της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες. Τουναντίον, εκείνο που προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 7.12.2022, είναι ότι κατ' εκείνη την ημέρα, οι συνήγοροι των Εναγόντων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι, από πλευράς του Εναγόμενου[4], ζητήθηκε όπως η Κλήση για Οδηγίες σε σχέση με την Ανταπαίτηση του παραμείνει για Οδηγίες στις 27.1.2023, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση η επίδικη Κλήση για Οδηγίες. Συνεπώς, τα όσα αναφέρονται από τους συνήγορους των Εναγόντων στη γραπτή τους αγόρευση, στο βαθμό στον οποίο δεν συνάδουν με το περιεχόμενο των πρακτικών του Δικαστηρίου, δεν θα ληφθούν υπόψη. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα πρακτικά αποτελούν «τον αυθεντικό οδηγό» για τα όσα έχουν λάβει χώρα και/ή έχουν λεχθεί κατά την πρωτόδικη διαδικασία (βλ. Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους
(1998)1 Α.Α.Δ. 1372 και Σωτηριάδης ν. Βασιλείου και άλλων (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 801). Προκύπτει επομένως, από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ότι ζήτημα αναφορικά με το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες, εγέρθηκε για πρώτη φορά, από πλευράς του Εναγόμενου (ο οποίος δεν καταχώρησε Παράρτημα σε αυτήν), στις 27.1.2023, ημερομηνία κατά την οποία τούτη ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου. Προχωρώντας τώρα στην ουσία του πράγματος, προχωρώ να εξετάσω, κατ' αρχάς, το ενώπιον μου αίτημα εκ μέρους των Εναγόντων, με το οποίο επιζητούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ούτως ώστε η επίδικη Κλήση για Οδηγίες να θεωρηθεί εμπρόθεσμη. Και τούτο διότι, η όποια απόφαση σε σχέση με το εν λόγω αίτημα, συμπαρασύρει, αναπόφευκτα, σε κρίση και επί του αιτήματος του Εναγόμενου για απόρριψη της αγωγής λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες. Εν προκειμένω, η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται μέσω της αγόρευσης της ότι η εκπρόθεσμη καταχώρηση της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες, οφείλεται σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος. Από την άλλη, η πλευρά του Εναγόμενου ισχυρίζεται ότι αφ' ης στιγμής το αίτημα των Εναγόντων, για να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η επίδικη Κλήση για Οδηγίες, προωθήθηκε προφορικά και ως εκ τούτου δεν υποστηρίζεται από ένορκη μαρτυρία η οποία να παραθέτει το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στο οποίο στηρίζεται το εν λόγω αίτημα τους, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου να μπορεί να κρίνει αν υφίσταται οποιοσδήποτε καλός λόγος για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να παρατείνει την προθεσμία για καταχώρηση της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες. Ισχυρίζεται, επίσης, η πλευρά του Εναγόμενου ότι, στη βάση της Δ.30 θ. 1(γ), σε περίπτωση που παρέλθουν οι προθεσμίες της Δ.30[5] άπρακτες, τότε η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και επομένως, αφ' ης στιγμής η παρούσα αγωγή εγκαταλείφθηκε από τους Ενάγοντες, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να την απορρίψει και η Δ.30 δεν παρέχει περιθώρια διάσωσης της. Με δεδομένο ότι αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι η επίδικη Κλήση για Οδηγίες έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, δεν προκύπτει, εν προκειμένω, θεωρώ, ζήτημα εξέτασης των προϋποθέσεων είτε της Δ.30, είτε της Δ.57 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον εκείνο που ουσιαστικά ζητείται από πλευράς των Εναγόντων, δεν είναι η παράταση του χρόνου καταχώρησης της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες, εφόσον τούτη έχει ήδη καταχωρηθεί, αλλά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θεραπεύσει την παρατυπία σε σχέση με το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της. Δηλαδή, το όποιο αίτημα εκ μέρους των Εναγόντων ουσιαστικά στηρίζεται στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι στην Δ.30. Η Δ.30 θ. 2(β) και η όποια δυνατότητα εκεί παρέχεται στο Δικαστήριο, δεν είναι άλλη από την παράταση του χρόνου καταχώρησης της Κλήσης για Οδηγίες, η οποία στην ουσία αποτελεί τη θεραπεία παράτασης του χρόνου συμμόρφωσης, με τις προθεσμίες που θέτουν η Θεσμοί, που προνοεί η Δ.57 θ. 2, με τη διαφορά ότι η Δ.30 θ. 2(β) καθορίζει υπό ποιες προϋποθέσεις το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παρατείνει το χρόνο καταχώρησης της Κλήσης για Οδηγίες. Στη βάση, επομένως, των πιο πάνω, και με δεδομένο ότι είναι η Δ.64 που τυγχάνει, στην παρούσα περίπτωση, εφαρμογής, για την οποία δεν προβλέπεται, στις πρόνοιες της Δ.48, συγκεκριμένος τρόπος υποβολής αίτησης στη βάση αυτής, δεν τίθεται ζήτημα καταχώρησης γραπτής αίτησης για την προώθηση του αιτήματος των Εναγόντων για θεραπεία της παρατυπίας, εφόσον τούτο μπορεί να υποβληθεί και προφορικά. Η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προνοεί ότι η μη συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα από τους Θεσμούς, αναφορικά, μεταξύ άλλων, με το χρόνο, τόπο και τρόπο, κατά την έναρξη ή φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία, η οποία δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία και/ή οποιοδήποτε διάβημα στη διαδικασία[6]. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 356, περιέχει χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 A.A.Δ.323 (απόφαση 11 από 13 Δικαστές), Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 149, Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Μιχαήλ v. Ττουνιά
(2004)1 Α.Α.Δ. 113). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής: «Με την κατάργηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.2.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255).» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα». Όπως αναφέρθηκε στην Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Επομένως, εκεί που εγείρεται ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου για μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 και είτε να το παραμερίσει, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία, για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64, είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (βλ. μεταξύ άλλων Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534). Ωστόσο, η Δ.64 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Οι πιο πάνω αρχές που διέπουν το ζήτημα επαναλαμβάνονται στην πρόσφατη υπόθεση στην Πολιτική Έφεση αρ. 177/2011, απόφαση ημερ. 15.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A176, Ανδρέας Γεωργιάδης και Υιός Λτδ v. Alpha Bank Cyprus Ltd. Στρεφόμενη τώρα στα όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση, παρατηρώ τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες έχουν ήδη εκδώσει την επίδικη Κλήση για Οδηγίες, πλην όμως εκπρόθεσμα και χωρίς να έχουν λάβει προηγουμένως σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Από την άλλη, η πλευρά του Εναγόμενου, (α) δεν έλαβε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες, παρά μόνο ήγειρε ζήτημα για το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της κατά την ημερομηνία που αυτή ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου, προφανώς με σκοπό την απόρριψη της αγωγής και την παραμονή προς εκδίκαση μόνο της ανταπαίτησης του, και (β) ουδέν διάβημα έλαβε εντός 15 ημερών, αφότου παρήλθαν οι 90 μέρες για την καταχώρηση της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής[7]. Ούτε βεβαίως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας ότι το Πρωτοκολλητείο έθεσε το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόρριψη της αγωγής[8]. Είναι εμφανές ότι, από τις πιο πάνω σχετικές παραβάσεις των εν λόγω προθεσμιών, ουδείς εκ των διαδίκων απέκτησε οποιοδήποτε πλεονέκτημα επί της ουσίας της υπόθεσης του εις βάρος του άλλου, αλλά ούτε οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων ισχυρίζεται ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά λόγω αυτών των παραβάσεων. Τουναντίον, με βρίσκει σύμφωνη η θέση της συνηγόρου των Εναγόντων ότι τυχόν απόρριψη του αιτήματος τους, θα οδηγήσει σε σπατάλη δικαστικού χρόνου και δημιουργίας αχρείαστων εξόδων, εφόσον οι Ενάγοντες θα αναγκαστούν να καταχωρήσουν νέα αγωγή εναντίον του Εναγομένου[9] και ακολούθως αίτηση συνένωσης της εν λόγω αγωγής με την ανταπαίτηση του Εναγόμενου στην παρούσα, πράγμα που θα αργοπορήσει περαιτέρω την επίλυση των εκατέρωθεν αξιώσεων των μερών. Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η παράβαση εκ μέρους των Εναγόντων να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα την επίδικη Κλήση για Οδηγίες, αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία, εν προκειμένω, είναι θεραπεύσιμη. Ως εκ τούτου, το συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια, στη βάση της Δ.64 και να θεραπεύσω την εν λόγω παρατυπία και εκδίδω σχετικό διάταγμα για άρση αυτής της παρατυπίας. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το αίτημα των Εναγόντων για να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η επίδικη Κλήση για Οδηγίες, εγκρίνεται, και κατ' ακουλουθία, απορρίπτεται το αίτημα του Εναγόμενου για απόρριψη της απαίτησης των Εναγόντων, λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες. Η Κλήση για Οδηγίες των Εναγόντων, ορίζεται για Οδηγίες στις 22.1.2024 και ώρα 8:45π.μ. Δίδονται οδηγίες όπως ο Εναγόμενος καταχωρήσει το Παράρτημα του σε αυτή, σύμφωνα με τον Τύπο 25, εντός 30 ημερών από σήμερα. Έχοντας υπόψη ότι η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της παρούσας απόφασης, δημιουργήθηκε για λόγους που οφείλονται στην πλευρά των Εναγόντων, κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όσο και τυχόν έξοδα έχουν προκληθεί από τις 12.4.2022[10] μέχρι και τις 8.11.2022 που εν τέλει καταχωρήθηκε η επίδικη Κλήση για Οδηγίες, πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η Δ. 21 θ. 14
(1)αναφέρει «Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence». [2] Βλ. γραπτή αγόρευση που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων. [3] Κατ' εκείνη την ημερομηνία, το Δικαστήριο απουσίαζε και όρισε την υπόθεση στις 7.12.2022, χωρίς να επιληφθεί της επίδικης Κλήσης για Οδηγίες. [4] Οι συνήγοροι του οποίου εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. [5] Η Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής: «1(α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) [.] (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο, είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής: Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα. [.] 2 (β) Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Κανονισμό 1(α) και 2(α) ανωτέρω, δύνανται να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους». [6] Η Δ.64 προβλέπει τα εξής: «
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον». [7] Στη βάση της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. [8] Στη βάση της Δ.30 θ.
(1)(γ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. [9] Ως αυτό είναι, και στην έκταση στην οποία είναι επιτρεπτό από την Δ.30 θ. 1(δ). [10] Ημερομηνία κατά την οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί η Κλήση για Οδηγίες των Εναγόντων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο