← Κύπρος

Ανδρέα Ξενοφώντος ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4465/14, 16/7/2023

Ανδρέα Ξενοφώντος ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4465/14, 16/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γρηγορίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4465/14 Μεταξύ: Ανδρέα Ξενοφώντος Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Ε. Αντωνιάδου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση ο Σ. Σάββα) Για Εναγόμενο: Ζ. Χαραλάμπους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο ο Ενάγων στην ως άνω αγωγή αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου απόφαση για ποσό Ευρώ 49.500, σε σχέση με ενοίκια και/ή ενδιάμεση οφέλη για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου 2012 και Αυγούστου 2013, καθώς και αποζημιώσεις σε σχέση με την στέρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης της περιουσίας του. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγων είναι φυσικό πρόσωπο, επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης των υποστατικών υπ' αρ. 17Ζ και 18Ζ στην οδό Ασφαλείας 9 στην Βιομηχανική Περιοχή Λακατάμιας, τα οποία ενοικίαζε δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 1.9.1998 η εταιρεία J.V.M. Furniture Designers Manufactures & Interior Decoration Co Limited (στο εξής J.V.M.) με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει ως εργοστάσιο επίπλων. Κατά ή περί την 6.6.2011, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας εξέδωσε υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της J.V.M. διάταγμα παράδοσης των επίδικων υποστατικών και καταβολής ενοικίων. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε στις 26.10.2011 διάταγμα εκκαθάρισης της J.V.M., δυνάμει του οποίου διορίστηκε ως προσωρινός εκκαθαριστής ο Επίσημος Παραλήπτης. Ο Επίσημος Παραλήπτης τέλεσε εκκαθαριστής της J.V.M. για τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο 2012 μέχρι τον Αύγουστο

  1. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, κατά ή περί τον Μάρτιο 2012 ο ίδιος πληροφορήθηκε από τον διευθυντή της J.V.M. ότι τα επίδικα υποστατικά είχαν σφραγιστεί από τον Ιανουάριο του 2012 και την κατοχή τους ανέλαβε ο Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος όμως δεν ειδοποίησε τον Ενάγοντα ότι μπορούσε να λάβει την κατοχή των υποστατικών του. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι ο Επίσημος Παραλήπτης, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως εκκαθαριστής της J.V.M., όφειλε είτε να επιστρέψει άμεσα τα υποστατικά στον ενάγοντα, είτε να πληρώσει τα ενοίκια και/ή εύλογη αποζημίωση για τη χρονική περίοδο που ο ίδιος είχε την κατοχή των υποστατικών. Κατά ή περί τα τέλη Αυγούστου του 2013, ο Επίσημος Παραλήπτης παρέδωσε τα υποστατικά στον νέο εκκαθαριστή της J.V.M., τον Λεωνίδα Κίμωνος, ο οποίος κατέβαλε προς τον Ενάγοντα οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2013 και στη συνέχεια του παρέδωσε την κατοχή των υποστατικών. Στη βάση των πιο πάνω, ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €49.500 σε σχέση με ενοίκια για την περίοδο που ο Επίσημος Παραλήπτης τελούσε ως προσωρινός εκκαθαριστής της J.V.M., καθώς και αποζημιώσεις, λόγω παρακράτησης της ακίνητης περιουσίας του και στέρησης του δικαιώματος εκμετάλλευσης της. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος, ο οποίος ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας και των οργάνων της, ανάμεσα στα οποία είναι ο Επίσημος Παραλήπτης, εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή ασκήθηκε στην ίδια βάση με την αγωγή 7881/12, η οποία και απορρίφθηκε στις 30.10.
  2. Παρεμβάλλεται ότι όπως διαφάνηκε στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν προωθήθηκε τελικά. Περαιτέρω, προβαίνει σε γενική άρνηση των δικογραφημένων ισχυρισμών του Ενάγοντα και παραδέχεται μόνο ότι ο Επίσημος Παραλήπτης παρέδωσε προς τον εκκαθαριστή της J.V.M. οποιανδήποτε περιουσία κατείχε. Με τροποποιημένη Υπεράσπιση, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.3.2022, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ο Εναγόμενος προβάλλει υπό μορφή δεύτερης προδικαστικής ένστασης ότι ο Ενάγων κωλύεται από του να εγείρει την παρούσα αγωγή, εφόσον στις 16.2.2016 εκδόθηκε διάταγμα διάλυσης της εταιρείας J.V.M. και απαλλαγής του εκκαθαριστή, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπάρχει εναντίον του εκκαθαριστή οποιαδήποτε απαίτηση ως η παρούσα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 239 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  3. Υπό μορφή τρίτης προδικαστικής ένστασης, ο Εναγόμενος προβάλλει επίσης ότι ο Ενάγων κωλύεται να προωθεί την παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου, εφόσον για τα ίδια επίδικα ζητήματα, με τους ίδιους διάδικους, εκδόθηκε απόφαση στις 30.07.2021 από άλλο, ομόβαθμο Δικαστήριο, η απόφαση του οποίου είναι τελεσίδικη. Στην τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Ενάγων αναφέρει ότι η αγωγή 7881/12 ουδέποτε απορρίφθηκε αλλά αντίθετα, στις 15.02.2013 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη και υπέρ του ενάγοντα, σε σχέση με ενδιάμεσα μηνιαία οφέλη μέχρι παράδοσης των επίδικων υποστατικών. Αναφορικά δε με την απόφαση ημερομηνίας 30.07.2021, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, αφού έχει εφεσιβληθεί. Η προσαχθείσα μαρτυρία Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία ήταν πολύ σύντομη, κατατέθηκαν από κοινού ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους συνολικά 10 τεκμήρια. Ειδικότερα, κατατέθηκε ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 13.11.1997 (Τεκμήριο 1), διάταγμα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων εκκένωσης και παράδοσης της κατοχής των επίδικων υποστατικών ημερομηνίας 6.6.2011 (Τεκμήριο 2), διάταγμα ημερομηνίας 26.10.2011 διά του οποίου διορίστηκε προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας J.V.M. ο Επίσημος Παραλήπτης, (Τεκμήριο 3), εκτύπωση καταχώρισης στο ηλεκτρονικό σύστημα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με το εγγεγραμμένο γραφείο και τους αξιωματούχους της J.V.M. (Τεκμήριο 4), αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε ανάμεσα στους δικηγόρους του Ενάγοντα και τον Επίσημο Παραλήπτη (Τεκμήρια 5, 6 και 7), βεβαίωση υπογεγραμμένη από τον Ενάγοντα και τον Λεωνίδα Κίμωνος ημερομηνίας 17.2.2014, η οποία συνοδεύεται από αντίγραφο επιταγής για το ποσό των €4000 (Τεκμήριο 8), διάταγμα ημερομηνίας 31.5.2013 διά του οποίου διορίστηκε ο Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της J.V.M. (Τεκμήριο 9) και διάταγμα ημερομηνίας 16.2.2016 διά του οποίου ο Επίσημος Παραλήπτης απαλλάχθηκε από εκκαθαριστής και διαλύθηκε η J.V.M. Μοναδικός μάρτυρας ήταν ο Ενάγων, ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία και επανέλαβε σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Πρόσθεσε ότι ο Λεωνίδας Κίμωνος του παρέδωσε το ποσό των €4000 με επιταγή και τον κάλεσε να υπογράψει ότι δεν είχε οποιανδήποτε άλλη απαίτηση από τον ίδιο. Πρόθεση του, ισχυρίστηκε, ήταν να απαλλαγεί μόνο ο Λεωνίδας Κίμωνος, αφού έλαβε ποσό που αναλογούσε στους δύο μήνες κατά τους οποίους εκκαθαριστής ήταν ο Λεωνίδας Κίμωνος. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν πρόθεση του να αποσύρει την απαίτηση του εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας για την παράνομη κατακράτηση του υποστατικού του, για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2012 μέχρι τον Αύγουστο του
  4. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος είχε σφραγίσει τα επίδικα υποστατικά, στερώντας του το δικαίωμα να λάβει την κατοχή τους, χρησιμοποιώντας τα για να έχει υπό τη φύλαξη του κάποια αντικείμενα που αφορούσαν την εκκαθάριση και με την οποία ο ενάγων ουδεμία σχέση είχε. Κατά την αντεξέταση ο Ενάγων ανέφερε ότι ενημερώθηκε για τη διαδικασία εκκαθάρισης της J.V.M. από τον διευθυντή της τον Μάρτιο του 2012, ενώ ερωτηθείς γιατί δεν προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες μετά την έκδοση του διατάγματος έξωσης (Τεκμήριο 2) στις 6.6.2011, απάντησε ότι δεν τον είχε ενημερώσει οποιοσδήποτε αναφορικά με την έκδοση του διατάγματος. Ερωτηθείς αν ανέφερε στον κύριο Κίμωνος ότι απαιτεί πληρωμή για τους μήνες Ιανουάριο του 2012 με Αύγουστο του 2013, απάντησε αρνητικά. Στον Ενάγοντα υποβλήθηκε ότι η απόδειξη είσπραξης της τραπεζικής επιταγής (Τεκμήριο 8) αφορούσε ολόκληρη την περίοδο κατά την οποία η εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση, θέση με την οποία διαφώνησε ο Ενάγων, επαναλαμβάνοντας ότι αφορούσε μόνο την περίοδο κατά την οποία η J.V.M. τελούσε υπό εκκαθάριση από τον Λεωνίδα Κίμωνος. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης ο Ενάγων εξέφρασε το παράπονο του ότι ο Επίσημος Παραλήπτης για 20 μήνες τον "αγνοούσε και δεν απαντούσε και δεν έδινε σημεία ζωής" και σε νέα υποβολή της Υπεράσπισης, ότι με την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 16.2.2016 (Τεκμήριο 10) ο εναγόμενος απαλλάχθηκε από κάθε ευθύνη σχετικά με οποιανδήποτε πράξη ή παράλειψη, ο Ενάγων απάντησε ότι δεν είχε υπόψη του κατά τον συγκεκριμένο χρόνο το εν λόγω διάταγμα και δήλωσε άγνοια γιατί δεν κλήθηκε ο ίδιος να δώσει στοιχεία. Οι συνήγοροι των δύο μερών μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες διεξήλθα με προσοχή. Θα γίνει αναφορά στο περιεχόμενο τους στο βαθμό και την έκταση που κρίνεται αναγκαίο, στο πλαίσιο εξέτασης των εκατέρωθεν θέσεων. Σημειώνεται ότι η μη προσαγωγή μαρτυρίας από τον Εναγόμενο δεν απαλλάσσει τον Ενάγοντα από την υποχρέωσή του να αποδείξει την υπόθεσή του[1]. Επομένως, η επιλογή του να μην προσκομίσει μαρτυρία, ως είχε δικαίωμα άλλωστε, δεν οδηγεί σε αναπόδραστο συμπέρασμα αποδοχής της μαρτυρίας του Ενάγοντα, η οποία θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο και ανάλογα να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί[2]. Αξιολόγηση και ευρήματα Πριν προχωρήσω σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θα πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα οι θέσεις της Υπεράσπισης που προβλήθηκαν υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων, ως δυνητικά καταλυτικής σημασίας για την πορεία της παρούσας αγωγής. Επιλαμβάνομαι αρχικά του δικαιοδοτικού ζητήματος που εγείρει η πλευρά του Εναγόμενου, το οποίο εδράζεται στον ισχυρισμό ότι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως (στο εξής ΄ΔΕΕ΄) δυνάμει του άρθρου 4

(1)του Νόμου 23/83, καθότι το ποσό που αξιώνει ο Ενάγων αφορά ανάκτηση ενοικίων και κατά συνέπεια απορρέει από το διάταγμα έξωσης ημερ. 6.6.2011 που εξέδωσε το ΔΕΕ. Αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι πρόκειται για μη δικογραφημένο ισχυρισμό, ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης εκ μέρους του Εναγόμενου, ενώ η πλευρά του Ενάγοντα δεν τοποθετείται επί του ζητήματος. Πέραν τούτου, δεδομένου ότι η αξίωση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην διεκδίκηση ενοικίων αλλά εκτείνεται και σε αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό παράνομη κατακράτηση των επίδικων υποστατικών, ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας αγωγής απορρίπτεται. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί κωλύματος λόγω δεδικασμένου (Res Judicata) σε βαθμό που να μην επιτρέπει τη συνέχιση της παρούσας διαδικασίας, τονίζεται ότι η εκκρεμότητα της έφεσης, δεν επηρεάζει το δεδικασμένο[3]. Ωστόσο οι αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Καλφοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 55 και υιοθετήθηκαν σε σωρεία μεταγενέστερων αποφάσεων, προϋποθέτουν πέραν της ταύτισης διαδίκων (που υφίσταται εν προκειμένω), την ταύτιση των επίδικων θεμάτων. Η αγωγή αρ. 4464/2014 ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, υπό την ίδια ιδιότητα, φαίνεται ότι αφορούσε άλλα υποστατικά[4] και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός που προβλήθηκε εκ μέρους του Εναγομένου απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω τον βασικό ισχυρισμό επί του οποίου εδράζεται η Υπεράσπιση του Εναγόμενου, δηλαδή ότι ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι με την έκδοση του διατάγματος διάλυσης της J.V.M. ημερ. 16.2.2016, δυνάμει του άρθρου 239
(3)του Κεφ. 113, ο Εκκαθαριστής έχει απαλλαγεί από κάθε ευθύνη σχετικά με τις ενέργειες του στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης. Το άρθρο 239 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Απαλλαγή εκκαθαριστών 239.-
(1)Όταν ο εκκαθαριστής εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση από το Δικαστήριο έχει ρευστοποιήσει ολόκληρη την ιδιοκτησία της εταιρείας, ή τέτοιο μέρος της που δύναται, κατά τη γνώμη του, να ρευστοποιηθεί χωρίς την άσκοπη παράταση της εκκαθάρισης, και έχει διανέμει τελικό μέρισμα, αν υπάρχει, στους πιστωτές και έχει ρυθμίσει τα δικαιώματα των συνεισφορέων μεταξύ τους, και έχει καταρτίσει τελική έκθεση στους συνεισφορείς, ή έχει παραιτηθεί, ή έχει παυθεί από το αξίωμα του, το Δικαστήριο δύναται, με αίτηση του να μεριμνήσει για να ετοιμαστεί έκθεση για τους λογαριασμούς τους, και με τη συμμόρφωση του στις απαιτήσεις του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την έκθεση και οποιαδήποτε ένσταση που δυνατό να υποβληθεί από οποιοδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα ή πρόσωπο που έχει συμφέρον εναντίον της απαλλαγής του εκκαθαριστή, και είτε χορηγεί ή αρνείται να χορηγήσει την απαλλαγή αναλόγως.
(2)Όταν δεν χορηγήται απαλλαγή εκκαθαριστή, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση από οποιοδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί δίκαιο, και επιβαρύνει τον εκκαθαριστή με τις συνέπειες οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης που δυνατό να έχει διαπράξει κατά παράβαση του καθήκοντος του.
(3)Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαλλάττει τον εκκαθαριστή, τον απαλλάσσει από κάθε ευθύνη σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έγινε από αυτόν κατά τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας ή διαφορετικά σε σχέση με τη συμπεριφορά του ως εκκαθαριστή, αλλά το διάταγμα αυτό δύναται να ανακληθεί αν αποδειχτεί ότι λήφθηκε με δόλο ή αποσιώπηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος.
(4)Όταν ο εκκαθαριστής δεν έχει προηγουμένως παραιτηθεί ή παυθεί, η απαλλαγή του λογίζεται ως απομάκρυνση από το αξίωμα του. (η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου) Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία, ο Ενάγων δεν προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες από την 16.2.2016, ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος διάλυσης και απαλλαγής του Επίσημου Παραλήπτη, με σκοπό την ανάκληση του και η προθεσμία των δύο ετών παρήλθε προ πολλού. Επομένως αυτό που απομένει προς εξέταση, είναι οι συνέπειες της έκδοσης του διατάγματος απαλλαγής του Επίσημου Παραλήπτη. Πρόκειται για ζήτημα που εξετάστηκε διεξοδικά από τον αδελφό μου Δικαστή, Λ. Πασχαλίδη Ε.Δ. στο πλαίσιο της αγωγής 4464/2014, στην οποία όπως προαναφέθηκε, ηγέρθησαν πανομοιότυποι ισχυρισμοί ανάμεσα στους ίδιους διάδικους. Ως εκ τούτου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο υιοθετώ πλήρως: Υπενθυμίζω εδώ επίσης ότι, όταν οι υποθέσεις (affairs) μιας εταιρείας έχουν πλήρως εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο, εάν ο εκκαθαριστής υποβάλει αίτηση για τον σκοπό αυτό, εκδίδει διάταγμα για τη διάλυση της εταιρείας η οποία διάλυση ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, κάτι που ουσιαστικά συνεπάγεται και τον «τελικό θάνατο» της εταιρείας (absolute death) (βλ. αρ. 260 Κεφ.113). Ο μόνος δε τρόπος για να μπορέσει στη συνέχεια η εταιρεία να «επαναφερθεί στη ζωή» για οποιοδήποτε λόγο, περιλαμβανομένης και της πρόθεσης για έγερση αγωγής εναντίον της, είναι, οποτεδήποτε μέσα σε 2 έτη από την ημερομηνία της διάλυσης της, να υποβληθεί αίτηση στο Δικαστήριο για ακύρωση της διάλυσης από οποιοδήποτε πρόσωπο που καταδεικνύει ότι η ακύρωση της διάλυσης τον ενδιαφέρει. (αρ. 326 ΚΕφ.113.) Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Palmers', έκδοση 1982, παρ. 85 - 101, σελ. 1204, όπου εκεί οι έγκριτοι συγγραφείς πραγματεύονται το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της τότε εν ισχύ αγγλικής S 352, η οποία αντιστοιχεί στο αρ. 326 Κεφ.113, «Μια αιτία αγωγής εναντίον εταιρείας που δεν ολοκληρώθηκε πριν τη διάλυση, πεθαίνει απόλυτα (dies absolutely) από την ημερομηνία της εκκαθάρισης και δεν μπορεί να αναβιώσει, κατ' επίκληση της ακύρωσης της διάλυσης δυνάμει του S352.» Κοντολογίς αυτό που συνάγεται από τα πιο πάνω, είναι ότι άπαξ και εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής του εκκαθαριστή μιας εταιρείας δυνάμει του αρ.239 και διάταγμα διάλυσης της εταιρείας δυνάμει του αρ.260, δεν επιτρέπεται η προώθηση οποιασδήποτε μορφής απαίτησης εναντίον, είτε της εταιρείας είτε του εκκαθαριστή της, ο οποίος εκκαθαριστής άλλωστε, δυνάμει Νόμου πλέον, ήτοι του αρ. 239 Κεφ.113, απαλλάσσεται πλήρως από κάθε ευθύνη αναφορικά με το τι έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εκκαθαριστής. Βεβαίως, όπως δύναται να ακυρωθεί το διάταγμα διάλυσης μιας εταιρείας ώστε να μπορεί να προωθηθεί κανονικά κάποια απαίτηση εναντίον της, έτσι και το διάταγμα απαλλαγής ενός εκκαθαριστή μπορεί, όταν υπάρχει κάποια απαίτηση εναντίον του ως τα αρ. 239
(2)και 239
(3)προνοούν, είτε να μην εκδοθεί και ο εκκαθαριστής να επιβαρυνθεί δικαστικώς «.με τις συνέπειες οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης που δυνατό να έχει διαπράξει κατά παράβαση του καθήκοντος του.», είτε «.να ανακληθεί αν αποδειχτεί ότι λήφθηκε με δόλο ή αποσιώπηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος.». Κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω καθίσταται ξεκάθαρο ότι ο Επίσημος Παραλήπτης μετά την έκδοση του διατάγματος ημερ. 16.2.2016, η ισχύς του οποίου ουδέποτε αμφισβητήθηκε, απαλλάχθηκε πλήρως από κάθε ευθύνη αναφορικά με όλες τις ενέργειες του στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του ως εκκαθαριστής. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή, οδηγεί στο αναπόδραστο αποτέλεσμα της απόρριψης της. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι και στην απουσία της προαναφερθείσας νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος, η κατάληξη μου θα ήταν η ίδια στην βάση της υπογραφής του Τεκμηρίου 8. Στο εν λόγω έγγραφο, ο Ενάγων δηλώνει ρητά και απερίφραστα ότι έλαβε το ποσό των €4.000 «προς πλήρη και τέλεια εξόφληση της απαίτησης του» και ότι «καμία άλλη απαίτηση δεν είχε από την υπό εκκαθάριση εταιρεία ή τον εκκαθαριστή αυτής κ. Λεωνίδα Κίμωνος». Κατά την προφορική του μαρτυρία ήταν προφανής η προσπάθεια του Ενάγοντα να αποφύγει τις συνέπειες της υπογραφής της επίμαχης δήλωσης και γι' αυτό περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ενδεικτικά, ενώ στην γραπτή του δήλωση (έγγραφο Α) που κατέθεσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι «σε καμιά περίπτωση δεν είχα πρόθεση - και αυτό το εξήγησα και στον κ. Κίμωνος και συμφώνησε μαζί μου - να αποσύρω την απαίτηση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας», στο πλαίσιο της αντεξέτασης όταν ερωτήθηκε αν ανέφερε στον κύριο Κίμωνος ότι απαιτεί πληρωμή για τους μήνες Ιανουάριο του 2012 με Αύγουστο του 2013, απάντησε αρνητικά. Η διαμορφωθείσα άποψη του Δικαστηρίου είναι ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις που πλήττουν την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Ο ισχυρισμός ότι πρόθεση των δύο πλευρών ήταν το ποσό που καταβλήθηκε να αφορά μόνο τους δύο μήνες που εκκαθαριστής της JVM ήταν ο κος Κίμωνος, στην απουσία μάλιστα οποιασδήποτε επιφύλαξης, στερείται πειστικότητας. Περαιτέρω, είναι καθιερωμένη νομολογιακή αρχή ότι πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του[5]. Στην απουσία μάλιστα περί του αντιθέτου μαρτυρίας από τον κο Κίμωνος, η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται, καθότι η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος παρέλκει. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........................... Ν. Γρηγορίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Demchenko και Άλλου v. Nassar
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1342, 1345 [2] Πολιτική Έφεση Αρ. 376/2014, Σ.Γ. ν. ΣΕΔΙΠΕΣ, απόφαση ημερ. 16.3.2023 [3] Tabalo v. Nautley Shipping
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1488 [4] Αν και δεν γίνεται αναφορά στη διεύθυνση των υποστατικών στην εν λόγω απόφαση, αυτό συνάγεται από το διαφορετικό ποσό που αξιώνει ο ενάγων ως οφειλόμενα ενοίκια για την ίδια χρονική περίοδο [5] Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, Χατζηστυλλή ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 A.A.Δ. 989 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.