← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία NGY HOLDINGS LIMITED ν. -, Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 559/2022, 5/10/2023

Αναφορικά με την εταιρεία NGY HOLDINGS LIMITED ν. -, Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 559/2022, 5/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Καραμαλλή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 559/2022 Ι-Justice Μεταξύ: Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την εταιρεία NGY HOLDINGS LIMITED Ημερομηνία: 05 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κος Χ. Καγκελλάρης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ημερομηνίας 06.10.2022) Η Αιτήτρια, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, επιδιώκει όπως η εταιρεία NGY Holdings Limited τεθεί υπό εκκαθάριση (η Καθ' ης η Αίτηση 1). Εναλλακτικά, αιτείται την έκδοση διατάγματος απομάκρυνσης της MPH Law Management Ltd (η Καθ' ης η Αίτηση 3) από τη θέση του αποκλειστικού διευθυντή και γραμματέα και αντικατάστασης της με τα πρόσωπα που προτείνονται ή/και τον διορισμό οποιουδήποτε ανεξάρτητου επαγγελματία, στις θέσεις αυτές, που το Δικαστήριο θα κρίνει κατάλληλους υπό τις περιστάσεις. Αξιώνεται περαιτέρω, διαζευκτικά, η έκδοση διατάγματος εξαγοράς των μετοχών της Αιτήτριας από την MPH Law Secretarial Limited (η Καθ' ης η Αίτηση 2) ή από τον τελικό δικαιούχο της, σε τιμή που θα καθοριστεί δυνάμει εκτίμησης που θα ετοιμαστεί από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, ο οποίος επίσης θα διοριστεί κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου (η Κυρίως Αίτηση). Στο πλαίσιο της Κυρίως Αίτησης, αυθημερόν η Αιτήτρια καταχώρησε μονομερώς την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 227 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) και να διορίσει τον προτεινόμενο αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας ως προσωρινό εκκαθαριστή, μέχρι την τελική εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης, παρέχοντας του τις εξουσίες και αρμοδιότητες που καταγράφονται επί αυτής. Αξιώνεται περαιτέρω η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων που η Αιτήτρια παρουσιάζει ως σχετικά με τον διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή:

(1)Διάταγμα με το οποίο να διατάζονται οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 να παραδώσουν στον προσωρινό εκκαθαριστή, αντίγραφα όλων των βιβλίων, πρακτικών, μητρώων, συμφωνιών, πληρεξούσιων, λογιστικών αρχείων και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα σχετικά με τα εταιρικά θέματα της Καθ' ης η Αίτηση 1.
(2)Διάταγμα δια του οποίου να διατάζεται η Καθ' ης η Αίτηση 1, δια του μοναδικού διευθυντή της, ήτοι την Καθ' ης η Αίτηση 3, να εγκρίνει, υπογράψει και παραδώσει υπέρ του προσωρινού εκκαθαριστή πληρεξούσιο έγγραφο στη βάση του προσχεδίου, που επισυνάπτεται ως παράρτημα στην αίτηση.
(3)Διάταγμα δια του οποίου να διατάζονται οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 όπως (
  1. i)ανακαλέσουν όλα τα πληρεξούσια έγγραφα που παραχώρησαν σε οποιαδήποτε πρόσωπα για να ενεργούν ή αντιπροσωπεύουν την Καθ΄ης η Αίτηση, (
  2. ii)λάβουν όλα τα αναγκαία διαβήματα για να τερματίσουν τη συμφωνία ασφάλειας που συνάφθηκε μεταξύ της Καθ΄ης η Αίτηση 1 και της Ρωσικής εταιρείας ασφάλειας, η οποία από 19.07.2021 παρέχει υπηρεσίες ασφαλείας στην κατοικία Barvikha, και (iii) λάβουν όλα τα αναγκαία διαβήματα προκειμένου να εξασφαλίσουν ή/και διευθετήσουν την ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση, είσοδο και χρήση της κατοικίας Barvikha από την Ν.Τ και τα παιδία της. Επί τη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 επιδιώκεται παράλληλα και η έκδοση διατάγματος δια του οποίου να απαγορεύεται στην Καθ'ης η Αίτηση ή/και τους αντιπροσώπους της ή/και τους υπηρέτες της από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν ή/και διαθέσουν την κατοικία Barvikha, μέχρι την ολοκλήρωση της Κυρίως Αίτησης ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ν.Τ, στη μητρική της γλώσσα και η μετάφραση της στα ελληνικά επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2, στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας. Η ομνύουσα, προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση υπό την ιδιότητά της ως η τελική δικαιούχος του 100% της Αιτήτριας. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της κρινόμενης αίτησης μονομερώς, εξέδωσε, στις 12.10.2022, διάταγμα δια του οποίου απαγορευόταν στην Καθ' ης η Αίτηση 1 ή/και στους αντιπροσώπους ή/και στους υπηρέτες της να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν ή/και διαθέσουν την κατοικία Barvikha, μέχρι την τελική ολοκλήρωση της Κυρίως Αίτησης ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, ορίζοντας το επιστρεπτέο και δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες για επίδοση προς την άλλη πλευρά, των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων. Οι Καθ' ων η Αίτηση, εμφανίστηκαν στη διαδικασία, καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 23.01.2023, με την οποία προβάλλουν συνολικά 6 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη, ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι καταχρηστική και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν έχει καταδειχθεί ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ενόψει της εκκρεμοδικίας που υφίσταται ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετοχών που η Αιτήτρια κατέχει στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και σε κάθε περίπτωση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία ορίζουν για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του V. G. στην αγγλική γλώσσα, ενός εκ των ιδιοκτητών της Καθ' ης η Αίτηση 1, μέσω της Καθ΄ης η Αίτηση 2, κατέχοντας το 50% του εκδομένου κεφαλαίου της. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει τεθεί και η μετάφραση της εν λόγω ένορκης δήλωσης στα ελληνικά, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Γ. Μ., που είναι το πρόσωπο που προέβη στη μετάφραση αυτής. Για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε σύνοψη του περιεχομένου των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση και ειδική αναφορά επί του περιεχομένου τους, θα γίνει στη συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, χωρίς οι ενόρκως δηλούντες να τύχουν αντεξέτασης. Έχω λάβει υπόψη μου το πλήρες περιεχόμενο των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων και συγκεκριμένες αναφορές επί αυτών, επίσης, θα γίνουν μόνον εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Προτού προχωρήσω στη διερεύνηση του εάν, υπό τις περιστάσεις, πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, κρίνω ορθότερο να εξετάσω κατά προτεραιότητα την εισήγηση της Αιτήτριας, ως αυτή προβλήθηκε για πρώτη φορά μέσω της γραπτής αγόρευσης της, ότι η ένορκη δήλωση του V.G. που υποστηρίζει την ένσταση είναι αντικανονική, καθώς ο τίτλος αλλά και η επιβεβαίωση όρκου (jurat), είναι συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα, κατά παράβαση του περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου (Ν.67/88). Ως προνοείται στο άρθρο 5 του περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (67/1988), σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο, συμπεριλαμβανομένης ένορκης δήλωσης, συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, παρέχοντας τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει τη μετάφραση αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, που με βάση το άρθρο 3 του Συντάγματος αυτές αποτελούν την ελληνική και τούρκικη γλώσσα. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του V.G. στην αγγλική γλώσσα, καθώς και από ένορκη δήλωση μεταφραστή που βεβαιώνει τη μετάφραση ενσωματώνοντας ως τεκμήρια την πρωτότυπη ένορκη δήλωση όσο και τη μετάφραση της. Η παρουσίαση μαρτυρίας, με τον πιο πάνω τρόπο που έχει ακολουθηθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνιστά τον ενδεδειγμένο τρόπο παρουσίασης της σε περιπτώσεις όπου θα πρέπει να καταχωρηθεί ένορκη δήλωση, η οποία έχει συνταχθεί σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή από το Δικαστήριο.[1] Δεν είναι όμως αυτό για το οποίο παραπονείται η Αιτήτρια, αλλά για το εάν η ένορκη δήλωση πληροί της προϋποθέσεις της Δ.39, έχοντας υπόψη ότι το jurat είναι συνταγμένο σε γλώσσα άλλη εκ των επίσημων γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ανατρέχοντας στο κείμενο της ένορκης δήλωσης του V.G που υποστηρίζει την ένσταση διαπιστώνω ότι πράγματι η επιβεβαίωση όρκου είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: «The present document has been sworn + signed in my Presence to-day by Mr. V.G., holder of British passport no. XXX.» Σύμφωνα με τη Δ.39 θ. 7 η ένορκη δήλωση γίνεται ενώπιον Δικαστή ή Πρωτοκολλητή ή ενώπιον προσώπου το οποίο εξουσιοδοτείται ειδικά προς τούτο από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το πρόσωπο δε αυτό, ως προβλέπεται στη Δ.39 θ.10 σημειώνει, στο αριστερό μέρος του εγγράφου, το χρόνο και τον τόπο όπου λήφθηκε η ένορκη δήλωση και ότι αυτή λήφθηκε στην παρουσία του και υπογράφεται από αυτόν ως προνοείται στο Έντυπο αρ. 35 των Θεσμών (jurat), που αποτελεί βεβαίωση που τίθεται σε έγγραφο που συνιστά ένορκη δήλωση. Η σημασία της ύπαρξης του jurat διαφαίνεται και από τα αποτελέσματα που αυτή συνεπάγεται σε περίπτωση απουσίας του, αφού ως έχει νομολογηθεί επίσης, η απουσία της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat) από την ένορκη δήλωση καθιστά το εν λόγω έγγραφο μη έγκυρο, χωρίς αποδεικτική αξία και η παρατυπία αυτή δεν είναι θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64.[2] Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι το λεκτικό που απαιτείται δυνάμει του εντύπου αρ. 35, συνάδει με το λεκτικό που καταγράφεται επί της υπό εξέταση ένορκης δήλωσης. Αυτό όμως που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι εάν η βεβαίωση (jurat) μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος του εγγράφου της ένορκης δήλωσης, με αποτέλεσμα αυτή να δύναται να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και σε γλώσσα μη κατανοητή από το Δικαστήριο ή εάν αποτελεί κάτι ξεχωριστό με παρεπόμενο τούτο ότι το λεκτικό θα πρέπει να είναι συνταγμένο σε μια εκ των επίσημων γλωσσών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ως επισημάνθηκε στην Hassanein Kamal ν. "Hellenic Island" and/or "Island" και Άλλων (Aρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 303 το «Άρθρο 3.4 του Συντάγματος καθιέρωσε τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, την ελληνική και την τουρκική, ως τις γλώσσες στις οποίες θα διεξάγεται η διαδικασία. (.) Με τον περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Ν.67/88 τερματίστηκε η μεταβατική περίοδος και ως αποτέλεσμα ενεργοποιήθηκαν οι συνταγματικές διατάξεις που καθιστούν τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας τις μόνες γλώσσες στις οποίες μπορεί να διεξάγεται η δικαστική διαδικασία. (Βλ. Σοφοκλέους και Άλλη ν. Στυλιανού
(1992)1 A.A.Δ. 81).» Σύμφωνα με το Annual Practice 1958, προκύπτει ότι το jurat πρέπει να ευρίσκεται πάντοτε ακριβώς στο τέλος του γραπτού κειμένου της δήλωσης καθώς στη σελ. 925, αναφέρει τα εξής: «Affidavits should never end on one page with the jurat following overleaf. The jurat should follow immediately after the end of the text». Συνεχίζοντας στη σελίδα 929 αναφέρεται ότι η υπογραφή του δηλούντος πρέπει να ευρίσκεται έναντι του jurat και συγκεκριμένα αναφέρει ότι "The signature should be written opposite to the jurat ". Έχοντας υπόψη λοιπόν τα πιο πάνω και τη σημασία που ενέχει η απουσία του jurat σε σχέση με την ένορκη δήλωση καθώς την καθιστά μη έγκυρη και χωρίς καμία αποδεικτική αξία, συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου ότι τούτο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ένορκης δήλωσης και μάλιστα απαραίτητο για την ίδια την ύπαρξη της, αφού δεν νοείται ένορκη δήλωση χωρίς jurat. Με τα πιο πάνω συνηγορεί θεωρώ και η δυνατότητα που το άρθρο 5 του περί Επίσημων Γλωσσών Νόμου παρέχει στο Δικαστήριο να αποδεχτεί έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και να διατάξει την μετάφραση του όταν τούτο επιβάλλεται από το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην έννοια του εγγράφου δε, ως ρητά προνοείται στο άρθρο 5 του αναφερόμενου νόμου, περιλαμβάνεται και η ένορκη δήλωση. Τυχόν διαφορετική κατάληξη, θα οδηγούσε στο οξύμωρο να απαιτείται η σύνταξη του jurat στην ελληνική ή στην τούρκικη γλώσσα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η όρκιση είναι επιτρεπτή ενώπιον καθοριζομένων αρμοδίων προσώπων και σε ξένη χώρα[3] και το Δικαστήριο να υποχρεούται να διατάξει τη μετάφραση του jurat σε μια εκ των επίσημων γλωσσών, ενώ κάτι τέτοιο δεν επιβάλλεται από την κείμενη νομοθεσία, αλλά αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του.[4] Κατά συνέπεια, η θέση της Αιτήτριας ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση είναι αντικανονική απορρίπτεται. Η υποστηρίζουσα την ένσταση ένορκη δήλωση θεωρώ ότι συνιστά έγκυρη ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη, προχωρώ να εξετάσω εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αφού έχω λάβει υπόψη μου το πλήρες περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και αγορεύσεων. Ως προς το αιτούμενο διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή και των επικουρικών αυτού, αιτούμενων διαταγμάτων, εγείρεται από τους Καθ' ων η Αίτηση ζήτημα νομιμοποίησης της Αιτήτριας να προωθεί την υπό εξέταση αίτηση, ένεκα της ιδιότητας της ως μετόχου της Καθ' ης η Αίτηση 1. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Η Εκκαθάριση Εταιρειών», του Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή, σελ. 91, η αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα της εταιρείας ή από την εταιρεία. Τούτο προκύπτει και από τον Κανονισμό 32 των The Companies (Winding Up) Rules 1949, που προνοεί ότι το διάταγμα εκδίδεται, όπως αναφέρει, «.upon the application of a creditor, or of a contributory, or of the Company,.». Σχετική με τα ανωτέρω είναι και η υπόθεση Printek Dataforms Express Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1193, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υπό μονομελή σύνθεση (Δ. Χατζηχαμπής) επιλαμβανόμενο αίτησης για έκδοση διατάγματος certiorari και prohibition προς ακύρωση του διατάγματος με το οποίο εγκρίθηκε αίτημα μετόχου για διορισμό συγκεκριμένου προσώπου ως προσωρινού εκκαθαριστή, ακύρωσε το εν λόγω διάταγμα, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στην έλλειψη εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το σχετικό διάταγμα επί αίτησης προερχόμενης από μέτοχο της εταιρείας και όχι από συνεισφορέα ή πιστωτή της. Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση υποβάλλεται από την Priority Links Limited, που ως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καθώς και από τα αποτελέσματα σχετικής έρευνας στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, που επισυνάπτεται ως τεκμήριο επί αυτής, είναι η κάτοχος του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η Αίτηση
  1. Πουθενά δεν προβάλλεται η θέση ότι η Αιτήτρια πέραν από μέτοχος της εταιρείας κατέχει και οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα και συγκεκριμένα αυτή του πιστωτή ή του συνεισφορέα της Καθ' ης η Αίτηση
  2. Κατά συνέπεια, έχοντας υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προωθεί την υπό εξέταση αίτηση, επιδιώκοντας τον διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή. Συνακόλουθα, η αίτηση ως προς το αιτητικό 1 (α) - (ζ), με το οποίο αξιώνεται ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή και η παραχώρηση συγκεκριμένων εξουσιών προς αυτόν, καθώς και των επικουρικών αυτού αιτημάτων υπό 2, 3 και 4 αφού η έκδοση τους προϋποθέτει τον διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή, είναι υποκείμενα σε απόρριψη και ως τέτοια απορρίπτονται. Ενόψει τούτου δε, παρέλκει η εξέταση των λοιπών εγειρόμενων ζητημάτων που σχετίζονται με τα πιο πάνω αιτητικά. Διαφορετική είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου, όμως, σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα παγοποίησης (αιτητικό 5), το οποίο στηρίζεται επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, που περιλαμβάνεται και στη νομική βάση της αίτησης. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των ζητημάτων που έχουν εγερθεί, θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να συνοψίσω τις αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων ως προς το ζήτημα της παροχής προσωρινής θεραπείας καθορίζονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960), το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία να εκδίδει, εκκρεμούσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας, οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που ήθελε κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να εκδώσει τέτοιο διάταγμα συνοψίζονται στις ακόλουθες τρεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, για την ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται υπό το πρίσμα του εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο θα αποτελούσε επαρκή θεραπεία με βάση τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του αιτητή. Επιπρόσθετα και νοουμένου ότι πληρούνται οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να διατηρήσει, εν προκειμένω, το διάταγμα σε ισχύ. Όπως επανειλημμένα λέχθηκε οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ένορκες δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση των επίδικων θεμάτων. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα έχει σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία, αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν προβαίνει στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, με την Κυρίως Αίτηση ζητείται η εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση 1, επικαλούμενοι ότι τούτο είναι ορθό και δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και εναλλακτικά η εξαγορά των μετοχών της Αιτήτριας, σε τιμή που θα καθοριστεί από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα εκτιμητή που θα διορίσει το Δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 202 και 204 του Κεφ.
  1. Το αίτημα αυτό στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Κατά πρώτον ότι η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία προσομοιάζει με συνεταιρισμό λόγω της προσωπικής σχέσης των τελικών δικαιούχων των εταιρειών που κατέχουν εξ ημισίας το μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα περαιτέρω με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Αιτητριας, η Καθ' ης η Αίτηση 2 που κατέχει το άλλο 50% των μετοχών της Καθ' ης η Αίτηση 1 ελέγχεται από τον πρώην σύζυγο της τελικής δικαιούχου της Αιτήτριας, της Ν.Τ., με αποτέλεσμα να έχει επιτύχει την κατοχή του ελέγχου της διαχείρισης των υποθέσεων της Καθ' ης η Αίτηση 1, αποκλείοντας την από τη συμμετοχή στη λήψη οποιωνδήποτε αποφάσεων αφορούν την εταιρεία, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη τόσο μεταξύ των μετόχων όσο και προς το πρόσωπο του σημερινού διευθυντή της. Κατά δεύτερο, ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί ο διευθυντής της Καθ΄ης η Αίτηση 1 στη βάση οδηγιών του πρώην συζύγου της Ν.Τ. συνιστά κατά τη θέση της Αιτήτριας καταπίεση μειοψηφίας από τον άλλο μέτοχο και τον διευθυντή καθώς οι ενέργειες τους απώτερο στόχο έχουν να την αναγκάσουν να τερματίσει τις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ των πρώην συζύγων στην Καλιφόρνια και το Λιχτενστάιν και να της αποστερήσουν το 50% του μεριδίου της οικογενειακής περιουσίας, εντός της οποίας εμπίπτει και η οικογενειακή κατοικία που βρίσκεται στην Bervikha, που αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Καθ' ης η Αίτηση
  2. Έχοντας λοιπόν υπόψη, το περιεχόμενο της Κυρίως Αίτησης, την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τη φύση των αιτούμενων θεραπειών, ικανοποιούμαι ότι η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 αυτό που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει η Αιτήτρια είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας και θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση δε αυτής της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας[5]. Η Αιτήτρια προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος της για εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία παραθέτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σειρά γεγονότων από τα οποία, κατά την ίδια, καταδεικνύεται η ισχυριζόμενη ύπαρξη καταπίεσης μειοψηφίας. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι από τον Μάϊο του 2021, λόγω των διαδικασιών διαζυγίου και διαμοιρασμού των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των τελικών δικαιούχων των μετόχων της Καθ' ης η Αίτηση 1, ο πρώην σύζυγος της Ν.Τ., με τη βοήθεια, μεταξύ άλλων, του μοναδικού διευθυντή της εταιρείας, επιχειρούν να εξαναγκάσουν την Ν.Τ. να τερματίσει τις ανωτέρω διαδικασίες. Προς εξυπηρέτηση του πιο πάνω σκοπού, επενεργεί και η καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 1411/2021 του Ε.Δ. Λευκωσίας (η Αγωγή), εναντίον της Ν.Τ. και της Αιτήτριας με την οποία αξιώνουν την καταβολή ποσού €20.000.000 ως αντίτιμο για την ισχυριζόμενη πώληση και μεταβίβαση του 50% των μετοχών της Καθ΄ης η Αίτηση στην Ν.Τ. Στο πλαίσιο της αγωγής αυτής, εξασφαλίστηκαν μονομερώς διατάγματα, στη βάση των οποίων, ο πρώην σύζυγος της Ν.Τ. έλαβε με τη βία την κατοχή της οικογενειακής τους κατοικίας στην Barvikha, που αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Καθ' ης η Αίτηση, εκδιώκοντας την Ν.Τ. και τα παιδιά τους από αυτή. Το σχετικό διάταγμα ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.07.2022, αφού έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Αγωγή. Προσθέτει ακόμη ότι μετά την ακύρωση του εν λόγω διατάγματος, η Αιτήτρια κάλεσε τον μοναδικό διευθυντή της Καθ΄ης η Αίτηση να λάβει μέτρα για να επαναφερθεί το status quo προ της έκδοσης του μονομερούς διατάγματος, επιτρέποντας στην Ν.Τ. και στα παιδιά τους να επιστρέψουν στην οικογενειακή κατοικία στην Barvikha, ο οποίος όμως αρνήθηκε να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα, με αποτέλεσμα τούτο να αποτελεί έναν εκ των λόγω όπου έχει χαθεί η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο τους, σε σχέση με την διαχείριση των υποθέσεων της Καθ' ης η Αίτηση από τον σημερινό και μοναδικό διευθυντή της. Παραπονείται περαιτέρω η Αιτήτρια ότι η διαχείριση των υποθέσεων της Καθ' ης η Αίτηση 1 γίνεται με δόλιο, ανέντιμο και καταπιεστικό τρόπο, κατά παράβαση των αμοιβαίων διευθετήσεων και της εμπιστοσύνης, με τρόπο που να καθίσταται επιζήμιος στα συμφέροντα της Αιτήτριας και της τελικής δικαιούχου της, ήτοι της Ν.Τ., ως επίσης και της εμπιστοσύνης και πίστης μεταξύ των μετόχων της Καθ΄ης η Αίτηση
  3. Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι ο μοναδικός διευθυντής έχει καταχραστεί και υπερβεί τις διευθυντικές του εξουσίες. Τούτο διότι, οι δικηγόροι που εκπροσωπούν την Καθ' ης η Αίτηση 1, είχαν καταχωρήσει εκ μέρους του S.Ε., «αχυρανθρώπου» ως αποκαλείται του έτερου τελικού δικαιούχου της Καθ' ης η Αίτηση 1 την Αγωγή εναντίον της Αιτήτριας και της Ν.Τ. Ταυτόχρονα, ο μοναδικός διευθυντής της Καθ' ης η Αίτηση 1, αποτελεί εταιρεία παροχής υπηρεσιών των εν λόγω δικηγόρων, έχοντας τον πλήρη έλεγχο επί αυτής, με αποτέλεσμα να υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων. Τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, έχουν οδηγήσει, κατά την εισήγηση της Αιτήτριας, σε συνολική και πλήρη κατάρρευση της πίστης και της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των εταίρων της κοινοπραξίας που πραγματοποιείται μέσω της Καθ΄ης η Αίτηση 1 και δημιουργείται αδιέξοδο, οδηγώντας επίσης στην απώλεια του υποστρώματος του συνεταιρισμού. Εκ διαμέτρου αντίθετες ήταν οι θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση, καθώς στη σχετική ένορκη δήλωση αρνούνται και απορρίπτουν το σύνολο των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας είτε δηλώνουν άγνοια σε μέρος αυτών. Αποτελεί θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια επιδιώκει με την υπό εξέταση αίτηση να ανακτήσει την παράνομη κατοχή του ακινήτου χωρίς να ακολουθηθούν οι νενομισμένες διαδικασίες και να το εκμεταλλεύεται χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου, αδιαφορώντας και καταπατώντας τα δικαιώματα του άλλου μετόχου, με απώτερο στόχο να λάβει πλεονέκτημα στο ακίνητο έναντι αυτού. Περαιτέρω, εισηγούνται ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της εκκρεμοδικίας της Αγωγής, επίδικο ζήτημα στο πλαίσιο της οποίας είναι, μεταξύ άλλων, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 50% των μετοχών που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Αιτήτριας. Ως έχει ήδη λεχθεί, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει σε βάθος τα επίδικα θέματα τα οποία παραμένουν ζωντανά για να εξεταστούν στο στάδιο εκδίκασης της Κυρίως Αίτησης και ούτε προβαίνει σε ευρήματα ουσίας και αξιοπιστίας. Η Αιτήτρια είναι αυτή που έχει το βάρος απόδειξης της αίτησης της, η οποία θα πρέπει να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32.[6] Συνεπώς, θεωρώ ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αφορούν μεταξύ άλλων σοβαρά νομικά ζητήματα, αλλά και θέσεις επί πολύπλοκων και αμφισβητούμενων γεγονότων, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης και όχι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, στα πλαίσια της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, να προβεί σε τελικά συμπεράσματα επί των πιο πάνω ζητημάτων τα οποία δυνατόν να προκαταλάβουν αλλά και να βλάψουν τα δικαιώματα των διαδίκων κατά την εκδίκαση της ουσίας της Κυρίως Αίτησης ή ακόμη και της Αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ τους.[7] Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει η Αιτήτρια ότι έχει καταφέρει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η Αιτήτρια εν προκειμένω έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία για το ενδιάμεσο αυτό στάδιο όσον αφορά τις ενέργειες του έτερου μετόχου, του τελικού δικαιούχου αυτού καθώς και του μοναδικού διευθυντή στη βάση των οποίων θα μπορούσε να αιτιολογηθεί ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ τους και να συναχθεί το συμπέρασμα περί προσπάθειας απομάκρυνσης της Ν.Τ. από την οικογενειακή κατοικία και τη γενικότερη άσκηση πίεσης στο πλαίσιο των διαδικασιών διαζυγίου που εκκρεμούν μεταξύ τους και των διαδικασιών διαμοιρασμού των περιουσιακών τους στοιχείων, από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η ύπαρξη καταπίεσης μειοψηφίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και έχοντας υπόψη τη φύση της διαδικασίας εκκαθάρισης, είναι σαφές ότι σε περίπτωση αποξένωσης ή επιβάρυνσης από την Καθ' ης η Αίτηση 1, του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της από το μοναδικό διευθυντή της, για τον οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι ενεργεί στη βάση οδηγιών του τελικού δικαιούχου της MPH Law Secretarial Limited και βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο του, τότε, κατά την εκκαθάριση της η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν θα κατέχει οποιαδήποτε περιουσία και έτσι αυτή δεν θα μπορεί να διατεθεί προς ικανοποίηση των χρεών της αλλά και της Αιτήτριας. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω ότι κλίνει σαφώς υπέρ της Αιτήτριας. Η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος είναι αναγκαία για τη διασφάλιση και προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας μέχρι την αποπεράτωση της Κυρίως Αίτησης, ιδιαίτερα ενόψει του ότι τέτοια πράξη πιθανόν να θεωρηθεί άκυρη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση η εταιρεία παραμένει ελεύθερη να αποξενώσει την περιουσία της εις βάρος των συμφερόντων των πιστωτών της και της Αιτήτριας, οι οποίοι θα πρέπει να εμπλακούν σε άλλες διαδικασίες για τη διεκδίκηση της περιουσίας της εταιρείας. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και κατά συνέπεια ότι δικαιολογείται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει και το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 12.10.2022 καθίσταται απόλυτο. Τα αιτητικά υπό τις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 της αίτησης απορρίπτονται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).................................................... Γ. Καραμαλλή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την αίτηση του Saab Abbas Nazar,
(2003)1 Α.Α.Δ. 772 [2] Ανδρέας Θεμιστοκλέους και Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1 AAΔ 1354 και Arachchige v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και μετανάστευσης, ECLI:CY:AD:2021:A399 [3] General Engineering Co. Ltd v. Seddon Atkinson Vehicles Ltd
(1975)1 C.L.R. 278 [4] Σχετική με τα ανωτέρω είναι η απόφαση Morgachov Vladyslav v. Public Joint Stock Company Commercial Bank Privatbank, Αγωγή αρ. 1943/2017, ημερομηνίας 30.04.2018 [5]Ανδρέας Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 [6] Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980 [7] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, Recnex Trading Ltd κ.ά. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 71/11, ημ. 16.4.14 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.