RODI ANNA MINOSHIS ν. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 33/2021, 17/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Καραμαλλή, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 33/2021 Μεταξύ: RODI ANNA MINOSHIS Ενάγουσα και ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Κ. Χ' Χριστοδούλου για Γ. Στυλιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Χ. Παρασκευά για Πέτρος Σταύρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 13.01.2023, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα όπως τα νομικά σημεία ή/και οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στην παράγραφο Α της Έκθεσης Υπερασπίσεως αποφασιστούν πριν από την ακρόαση της αγωγής. Ενόψει τούτου, τα προδικαστικά σημεία ορίστηκαν για ακρόαση, στο πλαίσιο της οποίας αμφότερες οι πλευρές τοποθετήθηκαν επί αυτών μέσω γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και συγκεκριμένη αναφορά επί αυτών θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Σύμφωνα με την υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) A.A.Δ. 1160, όπου εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε λανθασμένο τον χειρισμό του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμη καταχωριστεί, για τον λόγο ότι η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industries and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Κατά συνέπεια, για σκοπούς εξέτασης των προδικαστικών ενστάσεων που αφορούν σε ζητήματα δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, ανατρέχω στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, που είναι οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα, σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από το 2006 ήταν μέλος του Εναγόμενου, ιδιωτικού σώματος λογιστών και ελεγκτών, αναγνωρισμένο από το κράτος. Αφότου παρακάθισε με επιτυχία στις απαιτούμενες εξετάσεις, υπέβαλε σχετικό αίτημα προς τον Εναγόμενο και εξασφάλισε στις 17.11.2017 πιστοποιητικό άδειας νόμιμου ελεγκτή και έκτοτε ασκεί το επάγγελμα αυτό, έχοντας δικό της ελεγκτικό γραφείο και πελατολόγιο. Περί τις 10.08.2020 κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο η απόφαση ότι η πρώτη θα πρέπει να παρακαθίσει εκ νέου σε δύο εξετάσεις και εάν επιτύχει να υποβάλει νέο αίτημα για να της χορηγηθεί άδεια νόμιμου ελεγκτή. Ακολούθως, περί τις 09.09.2020, η Ενάγουσα ενημερώθηκε δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι η άδεια νόμιμου ελεγκτή που κατέχει ανακαλείται, καθώς δεν πληροί τις απαιτήσεις των θεωρητικών γνώσεων του άρθρου 42 του περί Ελεγκτών Νόμου του 2017. Η Ενάγουσα παραπονείται περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την αξίωση, ότι η ανάκληση της άδειας της έγινε χωρίς να έχουν διαφοροποιηθεί μέχρι σήμερα οι περιστάσεις που συνέτρεχαν κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας και ότι ουδέποτε ενήργησε με δόλο ή απέκρυψε οτιδήποτε και κατά συνέπεια η οποιαδήποτε παράλειψη λήψης προγενέστερων οφειλόμενων ενεργειών και διαδικασιών από την αρμόδια αρχή αποτελεί δικό της λάθος και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιβληθεί κατά της Ενάγουσας. Αναφέρει περαιτέρω ότι η ανάκληση της άδειας της ισοδυναμεί με καταστρατήγηση των αρχών της χρηστής διοίκησης καθότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία χορήγησης της άδειας προς την Ενάγουσα, έχοντας δημιουργήσει δικαιώματα και υποχρεώσεις ευνοϊκές. Συνεπεία δε των ανωτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί μεγάλο ψυχολογικό και εργασιακό πλήγμα το οποίο, πέραν από την ίδια, επεκτείνεται και στην καλή φήμη και πελατεία που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια από την ενάσκηση του επαγγέλματος της, τα οποία θα πληγούν. Περαιτέρω, ως ισχυρίζεται, θα αναγκαστεί να κλείσει το ελεγκτικό της γραφείο, από το οποίο συντηρείται η οικογένεια της, εφόσον για να υφίσταται τέτοιο θα πρέπει το 51% των μετοχών να κατέχεται από νόμιμο ελεγκτή, προϋπόθεση η οποία θα πάψει να πληρείται, αφού ο συνέταιρος της δεν κατέχει σχετική άδεια. Ενόψει δε των πιο πάνω, με την παρούσα αγωγή αξιώνει την έκδοση απόφασης με την οποία να ακυρώνεται η απόφαση του Εναγόμενου ημερομηνίας 09.09.2020 για ανάκληση της άδειας νόμιμου ελεγκτή που κατείχε η Ενάγουσα, ως επίσης και την επιδίκαση αποζημιώσεων, γενικών και ειδικών, πλέον τόκους και έξοδα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης με την οποία εγείρει ενστάσεις, που χαρακτηρίζονται ως προδικαστικές και συνοψίζονται ως ακολούθως:
(1)Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, αφού αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος υπέχει το Διοικητικό Δικαστήριο.
(2)H παρούσα αγωγή είναι απαράδεκτη καθώς μέσω αυτής σκοπείται η προσβολή της απόφασης ανάκλησης της άδειας νόμιμου ελεγκτή της Ενάγουσας, εναντίον της οποίας η τελευταία παρέλειψε να προσφύγει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ως το αρμόδιο Δικαστήριο, εντός της καθορισμένης προθεσμίας των 75 ημερών, καταστρατηγώντας τις πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του περί Ελεγκτών Νόμου Ν. 53(Ι)/2017.
(3)Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου ή/και δεν νομιμοποιείται να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, αλλά αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Τούτο διότι η αγωγή στρέφεται κατά της απόφασης ανάκλησης της άδειας νόμιμου ελεγκτή που κατείχε η Ενάγουσα, η οποία αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη ως απόφαση της αρμόδιας αρχής (ΑΔΕΕλΕπ) που είναι επιφορτισμένη με την αρμοδιότητα αυτή, δυνάμει των προνοιών του περί Ελεγκτών Νόμου Ν. 53(Ι)/2017 και που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Κατά συνέπεια, ως ισχυρίζονται, η ανάκληση της άδειας νόμιμου ελεγκτή αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία περιβάλλεται πλέον από το τεκμήριο της νομιμότητας και παράγει έννομα αποτελέσματα ενόψει της μη προσβολής της εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 75 ημερών, με προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, που αποτελεί το ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλονται και οι αποφάσεις της ΑΔΕΕλΕπ. Τα πιο πάνω συνιστούν κατά τον Εναγόμενο καταστρατήγηση των προνοιών του Συντάγματος και του περί Ελεγκτών Νόμου, εφόσον επιδιώκεται μέσω της αγωγής να θεραπευθεί η παράλειψη της Ενάγουσας να προσφύγει κατά της απόφασης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Ενόψει, επίσης, των πιο πάνω, αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον του. Από την άλλη, η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι παρά το γεγονός ότι δυνάμει των προνοιών του περί Ελεγκτών Νόμου αρμόδια αρχή για την ανάκληση άδειας νόμιμου ελεγκτή είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΔΕΕλΕπ, στην προκειμένη περίπτωση η ανάκληση έγινε από τον Εναγόμενο. Αποτελεί περαιτέρω θέση του Εναγόμενου ότι ακόμη και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η ανάκληση αυτή έγινε στη βάση οδηγιών της ΑΔΕΕλΕπ, αυτό δεν είναι αρκετό για να θεωρηθεί ότι η απόφαση είναι της τελευταίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη καθώς δεν έχει εκδοθεί από διοικητική αρχή και δεν είναι σύμφωνη με τον τύπο μιας διοικητικής πράξης, ως αυτός καθορίζεται στη βάση των προνοιών του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(Ι)/1999), καθώς δεν είναι υπογεγραμμένη και δεν περιέχει ενημέρωση προς την Ενάγουσα περί του δικαιώματος της να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο εντός 75 ημερών από την κοινοποίηση της. Στη βάση των πιο πάνω, αποτελεί, επίσης, θέση της Ενάγουσας ότι δικαιοδοσία έχει μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και το κατάλληλο μέσο προσβολής της εν λόγω απόφασης είναι η αγωγή. Ακόμη όμως και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι αρμόδιο είναι το Διοικητικό Δικαστήριο, τότε αποτελεί εισήγηση της Ενάγουσας ότι παρέχεται δυνάμει του άρθρου 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 εξουσία παραπομπής της υπόθεσης σε αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Ελεγκτών Νόμου του 2017 (53(I)/2017) καθορίζεται ως αρμόδια αρχή για σκοπούς του εν λόγω Νόμου, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία «Αρχή Δημόσιας Εποπτείας Ελεγκτικού Επαγγέλματος», το οποίο ασκεί τις εξουσίες, καθήκοντα και αρμοδιότητες που απορρέουν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου μέσω των οργάνων του, που είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και η Πειθαρχική Επιτροπή, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τις διατάξεις του νόμου. Μεταξύ των εξουσιών που κατέχει η ΑΔΕΕλΕπ, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 48
(4)του περί Ελεγκτών Νόμου του 2017 (53(I)/2017), είναι η ανάκληση επαγγελματικής άδειας νόμιμου ελεγκτή, εάν αυτός παύσει να πληροί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο 1 του άρθρου 40, ήτοι να πληροί τουλάχιστον τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 34, 41 και 42, καθώς και τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) έχει φθάσει στο επίπεδο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο ή σε ισοδύναμο επίπεδο και έχει ακολουθήσει πρόγραμμα θεωρητικής διδασκαλίας˙ (β) έχει επιτύχει σε εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας επιπέδου τέλους πανεπιστημιακών σπουδών ή ισοδύναμου επιπέδου, τις οποίες αναγνωρίζει η ΑΔΕΕλΕπ˙ (γ) έχει πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση που αναφέρεται στο άρθρο 44. Σύμφωνα με το άρθρο 41
(1)του περί Ελεγκτών Νόμου, οι εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας εγγυώνται το επίπεδο των απαραίτητων θεωρητικών γνώσεων σε θέματα υποχρεωτικού ελέγχου και την ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των εν λόγω θεωρητικών γνώσεων. Ως έχει νομολογηθεί, η προδικαστική επίλυση θέματος αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και η προσφυγή σε αυτό δικαιολογείται μόνον εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Στην προκειμένη περίπτωση και με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, το πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων επί τη βάση του οποίου το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις, συνίσταται στο ότι βάση αγωγής αποτελεί η ανάκληση της άδειας νόμιμου ελεγκτή της Ενάγουσας για λόγους που αφορούν το επίπεδο των απαραίτητων θεωρητικών γνώσεων της τελευταίας και η νομιμότητα αυτής, καθώς και ότι η Ενάγουσα επικαλείται ως λόγο ακυρότητας της απόφασης αυτής την παραβίαση των αρχών περί χρηστής διοίκησης. Από τα όσα έχουν τεθεί όμως ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί παραδεκτό ή αδιαμφισβήτητο γεγονός το πρόσωπο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, εφόσον από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι η Ενάγουσα αποδίδει την πράξη αυτή στον Εναγόμενο, ενώ από την άλλη πλευρά ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η πράξη αυτή αποτελεί απόφαση της ΑΔΕΕλΕπ και, μεταξύ άλλων, κοινοποιήθηκε προς την Ενάγουσα κατόπιν οδηγιών της αρμόδιας αρχής από τον Εναγόμενο. Έχω κατά νου, στη βάση των όσων έχουν νομολογηθεί επί του θέματος, ότι η προδικαστική επίλυση θέματος αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και η προσφυγή σε αυτό δικαιολογείται μόνον εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά και περαιτέρω η επίκληση της Δ.27 δικαιολογείται όταν το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως έχει ήδη λεχθεί, εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως, χωρίς να δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο τα όσα αναφέρονται επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, ως εισηγείται ο Εναγόμενος και να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα, όπως εν προκειμένω αποτελεί το ζήτημα του προσώπου που εξέδωσε την απόφαση ανάκλησης της άδειας νόμιμου ελεγκτή ή ακόμη και εάν ο Εναγόμενος ενήργησε στη βάση οδηγιών της ΑΔΕΕλΕπ, καθώς τούτα δεν προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης και ούτε έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων. Κατά συνέπεια, παρά το γεγονός ότι στη βάση του περί Ελεγκτών Νόμου, η αρμοδιότητα για ανάκληση άδειας νόμιμου ελεγκτή κατέχεται από την ΑΔΕΕλΕπ, που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εντούτοις εν προκειμένω από την Έκθεση Απαίτησης η πράξη ανάκλησης της εν λόγω άδειας αποδίδεται στον Εναγόμενο, ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι νομικά πρόσωπα που κατ' αρχήν διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο, πιθανόν να τους έχει ανατεθεί δημόσια εξουσία αναφορικά με κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα τους και σε σχέση με αυτή να ενεργούν ως διοικητικά όργανα[1]. Όμως από τα όσα το Δικαστήριο εν προκειμένω έχει υπόψη του, ως παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα, δεν προκύπτει η εξουσία ανάκλησης άδειας νόμιμου ελεγκτή να έχει ανατεθεί ή/και εκχωρηθεί από την ΑΔΕΕλΕπ στον Εναγόμενο και ο τελευταίος να ενήργησε υπό αυτή του την ιδιότητα, ανακαλώντας την άδεια που κατείχε η Ενάγουσα ή να ενήργησε με τον τρόπο αυτό κατόπιν οδηγιών της αρχής. Περαιτέρω, αναφέρω ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 02.02.2021 αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, η οποία κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση), καθώς κρίθηκε ότι δεν είχε καταδειχθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Τούτο διότι, ως στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση αναφέρεται, οι αρχές της χρηστής διοίκησης που επικαλείται η Ενάγουσα αναπτύσσουν αποτελέσματα στο πεδίο του διοικητικού δικαίου και σχετίζονται με τον έλεγχο δράσης της δημόσιας διοίκησης και τυχόν παραβίαση τους δεν θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα, αλλά λόγο ακύρωσης τους, ο οποίος πρέπει να αποφασιστεί από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο. Το Δικαστήριο όμως, στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης είχε ενώπιον του τόσο το μαρτυρικό υλικό που υποστήριζε την αίτηση όσο και την ένσταση, το οποίο έλαβε υπόψη του για σκοπούς εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το μαρτυρικό αυτό υλικό όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για σκοπούς εξέτασης των προδικαστικών ενστάσεων, καθώς δεν έχουν καταστεί ως παραδεκτά γεγονότα και ούτε δικογραφούνται επί της Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς, ενόψει της εξαιρετικότητας και δραστικότητας του μέτρου της Δ.27, όπως προειπώθηκε, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποφασίζεται στη βάση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης, από την οποία προκύπτει ότι η επίδικη διαφορά ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, καθώς εάν διαφανεί ότι ο Εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του νόμου, τότε ενδεχομένως να δικαιούται σε επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου. Εάν εντέλει διαφανεί ότι τα ουσιώδη γεγονότα δεν είναι όπως η Ενάγουσα τα ισχυρίστηκε στην αξίωση της και δεν τεκμηριώνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, το πραγματικό υπόβαθρο της αγωγής θα έχει καταρρεύσει και αυτή θα απορριφθεί γιατί θα έχει φανεί πως το Δικαστήριο δεν είχε ποτέ δικαιοδοσία για να εκδικάσει την αξίωση. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Υπ. ........... Γ. Καραμαλλή, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σύγγραμμα Διοικητικό Δίκαιο, Κεφάλαιο τρίτο «Η μονομερής δράση της δημόσιας διοίκησης», σελ. 189 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο