PILOT TRADING HOUSE LTD ν. Χρίστου Λοΐζου, Αρ. Αγωγής: 5437/14, 24/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γρηγορίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5437/14 Μεταξύ: PILOT TRADING HOUSE LTD Ενάγουσας και Χρίστου Λοΐζου Εναγόμενου Ημερομηνία: 24 Απριλίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Μ. Χατζηδάκης για Ανδρέας Γ. Δανός & ΣΙΑ Για Εναγόμενο: κος Χ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο η Ενάγουσα στην ως άνω αγωγή αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου απόφαση για ποσό Ευρώ 2.479,60, ως υπόλοιπο λογαριασμού ή αξίας εμπορευμάτων ή δυνάμει τιμολογίων, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομότυπα εγγεγραμμένη, με έδρα των εργασιών της τη Λευκωσία. Ασχολείται με το εμπόριο διαφόρων συσκευών οικιακής χρήσης και άλλων συναφών ειδών. Η Ενάγουσα, κατόπιν συμφωνίας διαρκούσης της περιόδου από το έτος 2004 μέχρι την 30.6.2014, συμφώνησε, πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο ή υπαλλήλους ή αντιπροσώπους του επί πιστώσει και/ή δυνάμει τιμολογίων διάφορα εμπορεύματα. Ο Εναγόμενος, έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής κατέβαλλε διάφορα ποσά ή πιστωνόταν και τηρείτο σχετικός τρεχούμενος λογαριασμός ή χρεωστικός λογαριασμός ή τιμολογίων. Σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα, ο μεταξύ των διαδίκων λογαριασμός κατά ή περί την 30.6.2014 παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €2.479,60 οφειλόμενο από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα. Έναντι του πιο πάνω ποσού, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους της ενάγουσας. Στην Υπεράσπιση του, έκτασης μισής σελίδας περίπου, ο Εναγόμενος αρνήθηκε γενικά όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, χωρίς να προβάλει συγκεκριμένες θέσεις. Η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία ήταν πολύ σύντομη και μοναδικός μάρτυρας εκ μέρους της Ενάγουσας ήταν ο διευθυντής της, Πολύβιος Μαλλούπας (ΜΕ). Ο Εναγόμενος επέλεξε να μην προσκομίσει μαρτυρία. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων στα οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Ο ΜΕ κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία επανέλαβε όσα αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε αντίγραφα τιμολογίων ημερομηνίας 19.6.2008, 19.6.2008 και 24.6.2008 (Τεκμήρια 1, 2 και 3 αντίστοιχα) για το συνολικό ποσό των Ευρώ 2.479,
- Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι στην κατοχή του βρίσκονταν μόνο τα αντίγραφα, καθότι τα πρωτότυπα είχαν δοθεί στον Εναγόμενο. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού, που διατηρούσε η Ενάγουσα σε σχέση με τον Εναγόμενο, μέχρι την 24.6.
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ συμφώνησε με τον δικηγόρο του Εναγόμενου, ότι ο λογαριασμός από την 24.6.2008 μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής παρουσίαζε το ίδιο υπόλοιπο. Ερωτηθείς σχετικά, απάντησε ότι εξέδιδε τιμολόγια εις διπλούν, όμως λόγω μετακόμισης του γραφείου της Ενάγουσας, που πραγματοποιήθηκε το 2019, απώλεσε μεγάλο αριθμό τιμολογίων, ενώ σε ερώτηση γιατί χρειάστηκε χρονική περίοδος πέραν των έξι ετών για να προβεί στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ο ΜΕ απάντησε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες στον εντοπισμό του Εναγόμενου. Οι συνήγοροι των δύο μερών αγόρευσαν στο Δικαστήριο μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις του. Η θέση που προωθήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου ήταν ότι η απαίτηση της Ενάγουσας έχει παραγραφεί, καθότι η βάση της αγωγής σύμφωνα με τη μαρτυρία συμπληρώθηκε στις 24.6.2008 και συνεπώς η προθεσμία των έξι ετών που προνοεί ο Περί Παραγραφής Νόμος 66(Ι)/2012 παρήλθε πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Ο κος Χριστοδούλου παραδέχθηκε ότι πρόκειται για ισχυρισμό που δεν είναι δικογραφημένος, ωστόσο παρέπεμψε το Δικαστήριο στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στο Θεσμό 23 της Διαταγής 19, που κατά τον ισχυρισμό του επιτρέπει την εξέταση νομικού σημείου που δεν έχει δικογραφηθεί. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του Δικηγόρου της Ενάγουσας ο οποίος υποστήριξε ότι η πλευρά του απέδειξε την υπόθεση της προσκομίζοντας μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, ο κος Χατζηδάκης αναφέρθηκε στα άρθρα 20 και 21 του Νόμου 66(Ι)/2012, που κατά την θέση του, επιβάλλουν την δικογράφηση ισχυρισμού για παραγραφή. Προς υποστήριξη της θέσης του παρέπεμψε σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις στις αγωγές 463/2016 και 1175/2017 των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λεμεσού και Λευκωσίας αντίστοιχα. Άκουσα με προσοχή όσα αμφότεροι οι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίνω ότι η εξέταση του ισχυρισμού για παραγραφή του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος που εγείρεται θα πρέπει να προηγηθεί της αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί η καλά εδραιωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι κανόνες του δικονομικού μας δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία[1]. Ειδικότερα, σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, σχετικά είναι τα άρθρα 20 και 21 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, 66(Ι)/2012, τις διατάξεις του οποίου επικαλούνται και οι δύο πλευρές, που διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: Μη αυτεπάγγελτη εξέταση
- Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Δικογράφηση παραγραφής
- Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον. Ενώ λοιπόν το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει αυτεπάγγελτα ζήτημα παραγραφής, τέτοια εισήγηση θα πρέπει να δικογραφείται. Αυτό αποτελεί και νομολογιακή επιταγή και σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Φεσσά κ.α. ν. Κασάπη
(1996)1 Α.Α.Δ. 337 όπου τονίστηκε ότι αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση. Στην ενδιάμεση απόφαση της ημερ. 14.2.2011 στην αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. υπόθεσης 4482/2009, Νικόλα Γεωργίου Σφυρή ν. Μαρίας Βάσου Χαραλάμπους κ.α. η Έντιμη Σωκράτους Α.Ε.Δ (ως ήταν τότε) παρέθεσε το ακόλουθο χρήσιμο απόσπασμα από την αγγλική απόφαση στην Ketterman and others v. Hamel Properties Ltd
(1988)1 All E.R. 38 σε μετάφραση: ".H υπεράσπιση της παραγραφής επιτρέπει σε εναγόμενο να εγείρει ένα διαδικαστικό εμπόδιο το οποίο αποτρέπει τον ενάγοντα από του να προωθήσει την αγωγή εναντίον του. Δεν έχει να κάνει τίποτε με την ουσία της αγωγής η οποία δυνατόν να είναι ολοκληρωτικά υπέρ του ενάγοντα. Η Βουλή προνόησε πως ένας εναγόμενος θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να αποφεύγει να αντιμετωπίζει μπαγιάτικες αξιώσεις. Η επιλογή εναπόκειται στον εναγόμενο και αν αυτός επιθυμεί να επωφεληθεί της νομοθετικής υπεράσπισης, αυτή θα πρέπει να δικογραφείται. 'Ενας εναγόμενος δεν είναι απαραίτητο να επιθυμεί όπως επικαλεσθεί την υπεράσπιση της παραγραφής και δυνατόν να προτιμήσει να αντιμετωπίσει τα επίδικα θέματα στην ουσία τους. Εάν και οι δύο πλευρές ετοιμάσουν την υπόθεση τους για να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά και νομικά θέματα που εγείρονται στη διαφορά και εκδικάζονται, επίκληση παραγραφής πλέον δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό σαν διαδικαστικό εμπόδιο». (η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου) Αναφορικά με τον Θεσμό 23 της Διαταγής 19 στον οποίο παρέπεμψε η πλευρά του Εναγόμενου, παρατηρώ ότι αφενός αναφέρεται σε δικογράφηση πραγματικού γεγονότος (matter of fact) και αφετέρου δεν θα μπορούσε να παρακάμψει την ειδική και σαφέστατη εν προκειμένω πρόνοια του άρθρου 21 του Νόμου 66(Ι)/2012. Επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, στην Υπεράσπιση δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε νομικός ή άλλος ισχυρισμός και φυσικά δεν εγείρεται ισχυρισμός για παραγραφή του δικαιώματος έγερσης της παρούσας αγωγής. Η Υπεράσπιση αποτελεί το δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας[2]. Παρενθετικά θα πρέπει να τονιστεί ότι η Δ.19, θ.15 προνοεί ότι η γενική άρνηση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης δεν είναι αρκετή. Σε κάθε περίπτωση και υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν δύναται να προωθεί ισχυρισμό για παραγραφή χωρίς αυτός να είναι δικογραφημένος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η αξιολόγηση του μοναδικού μάρτυρα δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις του, την αμεσότητα στις απαντήσεις του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Η νομολογία βάσει της οποίας καθορίστηκαν οι παράμετροι αξιολόγησης των μαρτύρων που καταθέτουν προφορικά ενώπιον Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστή και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Σημειώνεται ότι η μη προσαγωγή μαρτυρίας από τον Εναγόμενο δεν απαλλάσσει την Ενάγουσα από την υποχρέωσή της να αποδείξει την υπόθεσή της[3]. Επομένως, η επιλογή του να μην προσκομίσει μαρτυρία, ως είχε δικαίωμα άλλωστε, δεν οδηγεί σε αναπόδραστο συμπέρασμα αποδοχής της μαρτυρίας της Ενάγουσας, η οποία θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο και ανάλογα να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί[4]. Εν προκειμένω, αποκόμισα θετική εντύπωση από τον ΜΕ, ο οποίος με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Η ευθύτητα και η πειστικότητα του τον καθιστούν, καταλήγω, αξιόπιστο μάρτυρα. Σε κάθε περίπτωση εκ μέρους της Υπεράσπισης υποβλήθηκαν στον μάρτυρα μόνο ερωτήσεις που άπτονται του ισχυρισμού για παραγραφή και κατά συνέπεια, η μαρτυρία του αναφορικά με την οφειλή του Εναγόμενου, παρέμεινε αναντίλεκτη. Αναφορικά με τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 θα πρέπει να σημειωθεί η πάγια νομολογιακή αρχή ότι δεν έχουν «αυτοδύναμη αποδεικτική αξία», αλλά πρέπει να συνεκτιμούνται με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία[5]. Δεν μου διαφεύγει ότι είναι ανυπόγραφα, όμως δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τον Εναγόμενο η παράδοση των αγαθών και η παροχή των υπηρεσιών που αναγράφονται. Περαιτέρω δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι η ποιότητα των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών δεν ικανοποίησαν τον Εναγόμενο. Έχοντας υπόψη ότι, όπως αναφέρεται και στους Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 34, σελ. 171, τα τιμολόγια θεωρούνται ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η αξίωση της Ενάγουσας επιτυγχάνει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.479,60, με νόμιμο τόκο από την 2.10.2014, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, μέχρι εξοφλήσεως. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........................... Ν. Γρηγορίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παπαγεωργίου ν. Λ Κλάππα Investments Services Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 24) [2] Γιώργος Μελάς v Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826 [3] Demchenko και Άλλου v. Nassar
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1342, 1345 [4] Πολιτική Έφεση Αρ. 376/2014, Σ.Γ. ν. ΣΕΔΙΠΕΣ, απόφαση ημερ. 16.3.2023 [5] A. L. Mantovani & sons Ltd v. Christis Travel & Toursm Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο