Χ. ΞΕΝΗ & ΥΙΟΙ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1929/2022, 28/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1929/2022 (i-justice) Μεταξύ: Χ. ΞΕΝΗ & ΥΙΟΙ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΞΕΝΑΚΗΣ ΞΕΝΗ Εναγόντων -και-
- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ
- ΜΑΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΛΑΤΟΥΡΟΣ
- ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΖΑΠΙΤΗΣ
- ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΛΑΤΟΥΡΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- M.S.C. LATOUROS INVESTMENTS LTD
- RECYCLING POINT - LATOUROS & XENIS BROS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 31.1.2023 για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Χατζηλοϊζου, Χατζηνικολάου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-7-Καθ΄ ων η αίτηση: Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας 2 είναι εκ των διευθυντών της ενάγουσας 1 εταιρείας, η οποία είναι μέτοχος μειοψηφίας (κατέχει το 49% των μετοχών) της εναγομένης
- Είναι παράλληλα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας, το οποίο ελέγχεται κατά πλειοψηφία από τους εναγομένους 1, 2, 4 και
- Γραμματέας της εναγομένης 7 είναι η εναγομένη
- Η εναγομένη 7 συνεστήθη με σκοπό την δραστηριοποίηση της στον τομέα της διαχείρισης αποβλήτων. Διαφορές μεταξύ των μετόχων και Συμβούλων της εναγομένης 7, οδήγησαν στην καταχώρηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Όπως καταγράφεται στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, η αγωγή εγείρεται ως παράγωγη και/ή αντιπροσωπευτική αγωγή (derivative action) υπέρ των συμφερόντων της εναγομένης 7 και/ή ως προσωπική αγωγή υπέρ της προστασίας των συμφερόντων των εναγόντων, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους και/ή ως πιστωτών της εναγομένης
- Με την αγωγή αξιώνονται, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις υπέρ της εναγομένης 7, για κατ΄ ισχυρισμόν παράβαση από τους εναγομένους 1-5, των προνοιών του Ιδρυτικού και Καταστατικού της Εγγράφου, και/ή λόγω παράβασης από τους εναγομένους 1-6, του καθήκοντος καλής πίστης έναντι της εναγομένης 7 και/ή λόγω ανεντιμότητας και/ή κατάχρησης θέσης και/ή οικειοποίησης και/ή υπεξαίρεσης περιουσιακών της στοιχείων και/ή λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή κατάχρησης εμπιστοσύνης και/ή αδικαιολόγητου και/ή αθέμιτου πλουτισμού των εναγομένων 1-6, σε βάρος της εναγομένης
- Αξιώνονται επίσης Γενικές και/ή Ειδικές Αποζημιώσεις υπέρ του ενάγοντα 2, λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων του ως διευθυντής της εναγομένης
- Με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 7.9.2022, μονομερή αίτηση με την οποία αιτούνται την έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 2, ο οποίος αναφέρεται στην συνεργασία των εναγόντων με τους εναγομένους 1-6, στην σύσταση της εναγομένης 7, στην, κατά τους ενάγοντες, κακοδιαχείριση της από τους εναγόμενους 1-6, οι οποίοι έχουν και τον έλεγχο της. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς Διάταγμα Έρευνας (Search Order), τύπου Anton Piller (Διάταγμα Α), καθώς επίσης και Διάταγμα Αποκάλυψης και Παράδοσης Εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal (Διάταγμα Β). Ως προς τις υπόλοιπες αιτούμενες (αιτητικά Γ μέχρι Ι της αίτησης) θεραπείες (αναστολή της ισχύος απόφασης συγκεκριμένης συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 7, αποκάλυψη καταστάσεων των τραπεζικών της λογαριασμών, απαγόρευση στους εναγόμενους 1-6, να αποκλείουν τον ενάγοντα 2 από την διαχείριση και/ή διοίκηση της εναγομένης 7) διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγομένους 1-6-καθ΄ ων η αίτηση. Οι εναγόμενοι έφεραν Ένσταση στα αιτήματα των εναγόντων (αιτητικά Γ μέχρι Ι της αίτησης, ημερομηνίας 7.9.2022) προβάλλοντας πως αυτά στηρίζονται σε «νομικά και πραγματικά ανεπαρκείς και/ή πραγματικά αβάσιμους και/ή αστήρικτους λόγους και/ή στοιχεία». Πως τα αιτήματα δεν συνοδεύονται από επαρκή μαρτυρία και/ή επαρκείς λεπτομέρειες που να αιτιολογούν και/ή στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση τέτοιας φύσης Διαταγμάτων. Είναι η θέση τους (η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 1 Αντώνη Αντωνίου Λατούρου, ημερομηνίας 8.11.2022) πως οι ενάγοντες παραποίησαν τα γεγονότα, απέκρυψαν στοιχεία και παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Ειδικότερα πως ο ενάγοντας 2 εφορμείται από αλλότρια κίνητρα, αφού εμπλέκεται προσωπικά στην δημιουργία ανταγωνιστικής επιχείρησης προς την εναγομένη
- Οι εναγόμενοι με ξεχωριστές αιτήσεις επιζητούν την ακύρωση του Διατάγματος Anton Piller, καθώς και του Διατάγματος Norwich Pharmacal, το οποίο από παραδρομή του Δικαστηρίου δεν ορίστηκε επιστρεπτέο. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες αιτούνται από το Δικαστήριο όπως τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση (προσχέδιο επισυνάπτεται) ώστε να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των εναγομένων, που προεβλήθησαν στην Ένορκη Δήωση του Αντώνη Αντωνίου Λατούρου ημερομηνίας 8.11.
- Είναι θέση των εναγόντων πως ο τελευταίος παρουσίασε μία «άλλη διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων» και προέβαλε ισχυρισμούς και θέσεις, τις οποίες δεν ήταν δυνατόν να προβλέψουν κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης για έκδοση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Με την καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, προσθέτουν, δεν επιδιώκεται η τροποποίηση ή η αλλοίωση των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 2, η οποία υπεστήριζε την αίτηση για έκδοση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.Δ.36-39, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 4, 4
(2), 8, 9, 11 και στην Δ.
- Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας πως δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη «καλού λόγου» ώστε να δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης θεραπείας. Πως ό,τι επιδιώκεται με την προτεινόμενη να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση είναι η διόρθωση λαθών ή/και η συμπλήρωση ηθελημένων κενών της αρχικής Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 7.9.
- Πως τα γεγονότα που οι ενάγοντες «επιθυμούν» να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν γνωστά σ΄ αυτούς προ της καταχώρησης της προαναφερόμενης αίτησης. Πως η υπό κρίση Αίτηση δεν υποβλήθηκε καλόπιστα και «προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου». Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (ανωτέρω), γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης «καλού λόγου» για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η αναφορά στον θεσμό σε Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις δεν υπαγορεύει την μορφή και δεν περιορίζει την θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η Ένορκη Δήλωση που για «καλό λόγο» μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη Ένορκη Δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών, τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη «καλού λόγου», διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την Ένορκη Δήλωση που θα καταχωρίσει εάν του επιτραπεί, αναμφίβολα όμως εάν τούτο γίνει, το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643). Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως υπάρχει «καλός λόγος». Επιβάλλεται λοιπόν ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο, ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση, με το οποίο η διαπίστωση του «καλού λόγου» συναρτάται. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω πως για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν θα πρέπει να δοθεί άδεια στους ενάγοντες να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Θεωρώ πως δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου». Με την προτεινόμενη να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, οι ενάγοντες επιχειρούν να απαντήσουν στους προβαλλόμενους από πλευράς Υπεράσπισης, ισχυρισμούς και θέσεις. Είναι καλά και γνωστό και νομολογημένο ότι σε αιτήσεις για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων (βλ. Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788), αλλά ασκεί την διακριτική του ευχέρεια με βάση την μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και χωρίς να καταλήγει σε ευρήματα ώστε συγκεκριμένος ισχυρισμός να κριθεί ότι έχει αποδειχθεί ή όχι. Είναι επίσης γνωστό πως σε διαδικασίες Προσωρινών Διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Είναι γι΄ αυτό που δεν τεκμηριώνεται από μόνος του «καλός λόγος» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία σε διαδικασίες αυτής της φύσης. Σχετική με το υπό κρίση ζήτημα είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρίας Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3.11.2016 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Έχοντας κατά νου τα προαναφερθέντα, κρίνω πως δεν είναι επιτρεπτή η καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, αφού το Δικαστήριο δεν θα κρίνει τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων, τα οποία έχουν καταστεί αμφισβητούμενα με τις θέσεις που προβάλλει η Υπεράσπιση. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Τούτο ισχύει όχι μόνο στην περίπτωση που ένα Προσωρινό Διάταγμα εκδίδεται μονομερώς αλλά και στην περίπτωση που διατάσσεται η επίδοση της μονομερούς αίτησης στην άλλη πλευρά. Όπως είναι νομολογημένο, τα μόνα σχετικά γεγονότα που δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την διαδικασία οριστικοποίησης Διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, αλλά και στην διαδικασία έκδοσης Προσωρινού Διατάγματος μετά από ακρόαση τέτοιου αιτήματος, είναι τα γεγονότα που τέθηκαν με την αρχική ένορκη δήλωση που υπεστήριξε την σχετική αίτηση και όχι μεταγενέστερα. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με αναφορά στα γεγονότα που προσκομίστηκαν ενώπιον του κατά τον χρόνο καταχώρισης της μονομερούς Αίτησης (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.Α.Δ. 597 και Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου (ανωτέρω). Πέραν τούτου, τα όσα οι ενάγοντες επιδιώκουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου άπτονται της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των μερών και βρίσκονται εκτός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων, τα οποία το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση των αιτουμένων Προσωρινών Διαταγμάτων. Συνακόλουθα θεωρώ πως ο λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, όπως οι ίδιοι τον έχουν εξειδικεύσει, με κανένα τρόπο τεκμηριώνει «καλό λόγο» αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Αντίθετη προσέγγιση και παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να απαντούν στους ισχυρισμούς του αντιδίκου, τους οποίους θεωρούν αβάσιμους, παραπλανητικούς και αναληθείς στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων ή να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα, θα καθιστούσε ατέρμονη την διαδικασία και θα αντιστρατευόταν την ανάγκη για εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Η κατάληξη αυτή κρίνει και την τύχη της Αίτησης που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων-αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο