BLANCHE HOLDINGS LIMITED ν. ΤΙΜΟΛΕΩΝΤΑΣ ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2580/2022, 22/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2580/2022 (i-justice) Μεταξύ: BLANCHE HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας -και-
- ΤΙΜΟΛΕΩΝΤΑΣ ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗ
- ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΗ
- ERIANO MEDICAL SUPPLIES LIMITED
- BLUESPRIT LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 5.10.2023 για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: GEORGE PAMBORIDIS LLC Για Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4-Καθών η αίτηση: ΝICOLETTA KOUVARA & PARTNERS LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), η ενάγουσα επιζητεί από τους εναγομένους 1 και 2 «Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες και/ή ειδικές αποζημιώσεις» για παράβαση του καθήκοντος (breach of duty) που υπείχαν υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή αξιωματούχοι της. Εναντίον όλων των εναγομένων «Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις» για συνωμοσία και/ή απάτη και/ή δόλο σε βάρος της. Επιζητεί επίσης την έκδοση Διατάγματος, με το οποίο να εμποδίζονται όλοι οι εναγόμενοι από του να παροτρύνουν και/ή επηρεάζουν τρίτα πρόσωπα και/ή πελάτες και/ή συνεργάτες της ενάγουσας, να τερματίσουν τις συμφωνίες που διατηρούσαν με την τελευταία, καθότι συνεπεία των εν λόγω ενεργειών των εναγομένων 1, 2, 3 και 4, η ενάγουσα υπέστη και/ή ενδέχεται να υποστεί ζημιά. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα επεδίωξε μονομερώς την έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων, με τα οποία να εμποδίζονται οι εναγόμενοι 1 (ως μέτοχος και/ή ως τελικός δικαιούχος των εναγομένων 3 και 4) και 2 (ως μέτοχος και τελικός δικαιούχος της Ελληνικής εταιρείας «ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε.») καθώς και οι εναγόμενες εταιρείες 3 και 4, να προβαίνουν σε πράξεις και/ή ενέργειες, οι οποίες είναι ανταγωνιστικές των εργασιών της ενάγουσας και ειδικότερα να αγοράζουν και/ή εισάγουν και/ή εμπορεύονται και/ή διανέμουν στην Κύπρο, φαρμακευτικά και/ή ιατρικά και/ή άλλα προϊόντα, τα οποία είναι ανταγωνιστικά των φαρμακευτικών και/ή ιατρικών και/ή άλλων προϊόντων που αγοράζει και/ή εισάγει και/ή εμπορεύεται και/ή διανέμει η ενάγουσα στην Κύπρο. Η Αίτηση για έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ανάργυρου Καρελλά, εκ των διευθυντών και μετόχων της ενάγουσας. Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Η ενάγουσα ιδρύθηκε στις 12.11.2003 στην Κύπρο, με σκοπό την στήριξη των δραστηριοτήτων μιας Ελληνικής εταιρείας (ιδρύθηκε το 1993 από τον ίδιο και από κάποιο άλλο πρόσωπο), η οποία προωθεί και πωλεί πρωτοποριακά ιατρικά προϊόντα υψηλής ποιότητας. Το 1995, κατέστη μέτοχος της Ελληνικής εταιρείας και ο εναγόμενος
- Σκοπός της ίδρυσης της ενάγουσας ήταν η «διείσδυση» ιατρικών και νοσοκομειακών προϊόντων, στην αγορά της Κύπρου. Μέτοχος στην ενάγουσα εκτός από τον ίδιο είναι και ο εναγόμενος 2, ο οποίος είναι επίσης μέτοχος και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας «ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε.». Ο εναγόμενος 1 είναι υιός του εναγόμενου 2, κάτοικος Κύπρου και μέχρι τις 20.7.2022 ήταν ένας εκ των Διευθυντών της ενάγουσας. Οι εναγόμενες 3 και 4 είναι επίσης Κυπριακές εταιρείες με έδρα την Λευκωσία. Διευθυντής, Γραμματέας και Μέτοχος των δύο εταιρειών είναι ο εναγόμενος
- Στις 2.1.2017, διορίστηκαν ως διευθυντής της ενάγουσας, ο υιός του Κωνσταντίνος Καρελλάς και ο εναγόμενος
- Από την αρχή υπήρχε μεταξύ των δύο «σύγκρουση», υπαιτιότητι του εναγομένου
- Ενώ ο Κωνσταντίνος ασχολείτο και εξακολουθεί να ασχολείται ενεργά με τις εργασίες της ενάγουσας, ο εναγόμενος 1 δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον. Προ δύο-τριών ετών, πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος 1 είχε ιδρύσει την εναγομένη 4, η οποία, κατά τον τελευταίο, ασχολείτο μόνο με συμπληρώματα διατροφής. Το καλοκαίρι του 2021 πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της εναγομένης 3, την οποία επίσης ίδρυσε ο εναγόμενος 1 και της οποίας οι δραστηριότητες ήταν και είναι ευθέως ανταγωνιστικές με τις δραστηριότητες της ενάγουσας. Παρόλο που ο εναγόμενος 1 ασχολείτο με τις δραστηριότητες των εναγομένων 3 και 4, εξακολουθούσε να απολαμβάνει ωφελήματα από την ενάγουσα (μισθό, εταιρικό αυτοκίνητο, τηλέφωνο κλπ.). Περί τον Ιούλιο του 2021 άρχισε να προδιαγράφεται η οριστική ρήξη των σχέσεων των μετόχων της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 2 προσπάθησε να προκαλέσει την συγχώνευση της εναγομένης 4 με την ενάγουσα, έτσι ώστε να αποκτήσει μετοχική πλειοψηφία στην ενάγουσα, πλην όμως δεν τα κατάφερε. Μετά από αυτό «ξεκίνησε ένας πόλεμος μεταξύ τους». Ο εναγόμενος 2 άρχισε να τον διαβάλλει σε τρίτους, εκτόξευε απειλές εναντίον του και προσπάθησε να τον απομακρύνει από την θέση του Διευθύνοντα Συμβούλου της ενάγουσας. Πέραν αυτού, ο εναγόμενος 1 δημιουργούσε πανικό και διχασμό στο προσωπικό της εταιρείας. Οι ενέργειες της οικογένειας Σαρηγιάννη (εναγόμενοι 1 και 2) δημιούργησαν ζημιά στην ενάγουσα. Από τον Απρίλιο του 2022 ξεκίνησε από τον εναγόμενο 1, με την σύμπραξη του εναγομένου 2, μία προσπάθεια «υφαρπαγής εργασιών και συμβολαίων αποκλειστικής διανομής προϊόντων για την Ελλάδα και την Κύπρο», που διατηρούσε η ενάγουσα με διάφορες ξένες εταιρείες. Στις 20.7.2022, ο εναγόμενος 1 υπέβαλε την παραίτηση του από την θέση του διευθυντή της ενάγουσας και στις 2.8.2022 παραιτήθηκε ο μοναδικός πωλητής της ενάγουσας (Δημήτριος Ζούλιας), ο οποίος σήμερα εργάζεται για τους εναγομένους 1, 3 και
- Ο ομνύων αναφέρεται σε συγκεκριμένες ενέργειες των εναγομένων 1 και 2, οι οποίες καταδεικνύουν τις προσπάθειες τους να υφαρπάσουν την πελατεία της ενάγουσας και με αυτόν τον τρόπο να πλήξουν τα συμφέροντα της και να της προκαλέσουν ζημιά. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις ώστε τα αιτούμενα Διατάγματα να εκδοθούν μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Οι εναγόμενοι 1-4 έφεραν Ένσταση στην αίτηση αρνούμενοι τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του Ανάργυρου Καρελλά. Προβάλλουν πως η βάση της αγωγής δεν είναι καλή και/ή δεν αποκαλύπτεται, από την προσκομισθείσα από πλευράς ενάγουσας μαρτυρία, εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Πως η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Πως οι ισχυρισμοί της ενάγουσας είναι αναληθείς, αόριστοι, ασαφείς και δεν τεκμηριώνονται. Πως τα αιτούμενα Διατάγματα είναι αόριστα και/ή γενικά και/ή ασαφή. Με την υπό κρίση Αίτηση, η ενάγουσα αιτείται όπως της δοθεί άδεια να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση (προσχέδιο της προσκομίζεται) ώστε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα και/ή τεκμήρια που περιήλθαν σε γνώση του Ανάργυρου Καρελλά μετά την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων και/ή τα οποία αφορούν θέματα που τέθηκαν από τους εναγόμενους στην Ένσταση τους και επί των οποίων είναι «καίριας σημασίας» να τοποθετηθεί η ενάγουσα. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ2, Δ.39 θθ1-21, Δ.48 θθ1, 2, 3, 4
(1), 4
(2)και 7, Δ.59 και Δ.64, στα άρθρα 2, 3, 21, 29, 30, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι ενίστανται στο αίτημα της ενάγουσας. Προβάλλουν πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο σχετικός Κανονισμός και η νομολογία ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της προτεινόμενης να καταχωρηθεί Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Πως η ενάγουσα δεν απέσεισε από τους ώμους της το βάρος που είχε να καταδείξει με την προσκόμιση κατάλληλης μαρτυρίας, ότι υφίσταται καλός λόγος ώστε να εγκριθεί το αίτημα της. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (ανωτέρω), γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης «καλού λόγου» για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η αναφορά στον θεσμό σε Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις δεν υπαγορεύει την μορφή και δεν περιορίζει την θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η Ένορκη Δήλωση που για «καλό λόγο» μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη Ένορκη Δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών, τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη «καλού λόγου», διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την Ένορκη Δήλωση που θα καταχωρίσει εάν του επιτραπεί, αναμφίβολα όμως εάν τούτο γίνει, το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643). Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως υπάρχει «καλός λόγος». Επιβάλλεται λοιπόν ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο, ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση, με το οποίο η διαπίστωση του «καλού λόγου» συναρτάται. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω πως για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια, δεν θα πρέπει να δοθεί άδεια στην ενάγουσα να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Θεωρώ πως δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου». Με την προτεινόμενη να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, η ενάγουσα επιχειρεί να απαντήσει στους προβαλλόμενους από πλευράς Υπεράσπισης, ισχυρισμούς και θέσεις. Είναι καλά και γνωστό και νομολογημένο ότι σε αιτήσεις για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων (βλ. Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788), αλλά ασκεί την διακριτική του ευχέρεια με βάση την μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και χωρίς να καταλήγει σε ευρήματα ώστε συγκεκριμένος ισχυρισμός να κριθεί ότι έχει αποδειχθεί ή όχι. Είναι επίσης γνωστό πως σε διαδικασίες Προσωρινών Διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Είναι γι΄ αυτό που δεν τεκμηριώνεται από μόνος του «καλός λόγος» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία σε διαδικασίες αυτής της φύσης. Σχετική με το υπό κρίση ζήτημα είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρίας Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3.11.2016 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Έχοντας κατά νου τα προαναφερθέντα, κρίνω πως δεν είναι επιτρεπτή η καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, αφού το Δικαστήριο δεν θα κρίνει τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων, τα οποία έχουν καταστεί αμφισβητούμενα με τις θέσεις που προβάλλει η Υπεράσπιση. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Τούτο ισχύει όχι μόνο στην περίπτωση που ένα Προσωρινό Διάταγμα εκδίδεται μονομερώς αλλά και στην περίπτωση που διατάσσεται η επίδοση της μονομερούς αίτησης στην άλλη πλευρά. Όπως είναι νομολογημένο, τα μόνα σχετικά γεγονότα που δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την διαδικασία οριστικοποίησης Διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, αλλά και στην διαδικασία έκδοσης Προσωρινού Διατάγματος μετά από ακρόαση τέτοιου αιτήματος, είναι τα γεγονότα που τέθηκαν με την αρχική ένορκη δήλωση που υπεστήριξε την σχετική αίτηση και όχι μεταγενέστερα. Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος με αναφορά στα γεγονότα που προσκομίστηκαν ενώπιον του κατά τον χρόνο καταχώρισης της μονομερούς Αίτησης (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.Α.Δ. 597 και Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου (ανωτέρω). Πέραν τούτου, τα όσα η ενάγουσα επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου άπτονται της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των μερών και βρίσκονται εκτός του πλαισίου των επίδικων θεμάτων, τα οποία το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση των αιτουμένων Προσωρινών Διαταγμάτων. Συνακόλουθα θεωρώ πως ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα-αιτήτρια ζητεί την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, όπως η ίδια τον έχει εξειδικεύσει, με κανένα τρόπο τεκμηριώνει «καλό λόγο» αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Αντίθετη προσέγγιση και παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να απαντούν στους ισχυρισμούς του αντιδίκου, τους οποίους θεωρούν αβάσιμους, παραπλανητικούς και αναληθείς στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων ή να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα, θα καθιστούσε ατέρμονη την διαδικασία και θα αντιστρατευόταν την ανάγκη για εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Η κατάληξη αυτή κρίνει και την τύχη της Αίτησης που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση και σε βάρος της ενάγουσας-αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο