VLADIMIR ZHELEZOV κ.α. ν. LAVRODE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2346/2022, 9/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2346/2022 (i-justice) Μεταξύ: VLADIMIR ZHELEZOV AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED Εναγόντων -και-
- LAVRODE LIMITED
- IDAZKARI SECRETARIAL LTD
- ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΠΑΡΣΕΓΙΑΝΝΙΔΗΣ
- BYEOLBI LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου 2023 Αίτηση ημερομηνίας 18.5.2023 για επανάνοιγμα της αίτησης ημερομηνίας 24.10.2022 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κ. Α. Ερωτοκρίτου για A. G. EROTOCRITOU LLC Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ιωάννης Τ. Οικονόμου για ΛΟΪΖΙΔΗΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες με αίτηση τους ημερομηνίας 24.10.2022, (στην συνέχεια «η Κυρίως Αίτηση») η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και ταυτόχρονα με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, επιζητούν την έκδοση σε βάρος των εναγομένων, των ακόλουθων Διαταγμάτων: (α) Αποκάλυψης πληροφοριών (οδηγιών και/ή εντολών) τύπου Norwich Pharmacal («Διάταγμα Αποκάλυψης») που λήφθηκαν σε σχέση με την σύμβαση δανείου ημερομηνίας 4.7.2019, μεταξύ της Linkind Limited και της Lavrode Limited (εναγομένης 1) και/ή την σύμβαση δανείου της ίδιας ημερομηνίας, μεταξύ της Liga Management LLC και της Lavrode Limited, καθώς και για οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων μεταξύ των προαναφερομένων εταιρειών όπως επίσης και τα ονόματα και/ή στοιχεία των προσώπων που έδωσαν τις οδηγίες και/ή τις εντολές, (β) Διατάγματος (συμπληρωματικό και/ή επικουρικό), το οποίο να επιτρέπει την χρήση των πληροφοριών και/ή εγγράφων και/ή στοιχείων που θα αποκαλυφθούν («Διάταγμα Χρήσης Αποκαλυφθέντων Εγγράφων»), (γ) Διατάγματος Φίμωσης (Gagging Order), το οποίο να απαγορεύει στους εναγομένους να αποκαλύψουν την διαδικασία (έγερση και/ή προώθηση και/ή αποτέλεσμα) της αίτησης σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, πλην των νομικών τους συμβούλων («Διάταγμα Φίμωσης») και (δ) Διατάγματος, το οποίο να απαγορεύει στους εναγομένους να καταστρέψουν, διαγράψουν ή αλλοιώσουν τα έγγραφα και τις πληροφορίες που ζητούνται όπως αποκαλυφθούν («Διάταγμα μη Καταστροφής Εγγράφων»). Η Ένορκη Δήλωση του Μάριου Λοϊζίδη που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση καταγράφει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των εναγόντων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο ενάγοντας 1 είναι ο πραγματικός δικαιούχος του ομίλου εταιρειών Ambermanor, ο οποίος περιλαμβάνει αριθμό εταιρειών συσταθείσες στην Ρωσία, Κύπρο και BVI. Η ενάγουσα 2 είναι εταιρεία του Ομίλου. Είναι η θέση των εναγόντων πως ο κ. Shumilin, διευθύνων σύμβουλος του Ρωσικού γραφείου του Ομίλου, εκμεταλλευόμενος την θέση του αποξένωσε από τον Όμιλο το ποσό των 1,2 δισεκατομμυρίων Ρουβλίων (€16.899.300.00 περίπου). Το ποσό αυτό δόθηκε στις 5.7.2019 ως δάνειο από την Κυπριακή εταιρεία του Ομίλου Linkind Limited στην επίσης Κυπριακή εταιρεία Lavrode Limited (εναγομένη 1), η οποία εικάζεται ότι ανήκει στον Shumilin. Μετά την παραλαβή του ποσού αυτού, η εναγομένη 1 χορήγησε στις 12.7.2019, δάνειο στην Ρωσική Εταιρεία Liga Management LLC που ανήκε σε πρόσωπο που συνδεόταν με τον Shumilin. Στην συνέχεια, ο τελευταίος παρουσίασε την Liga Management LLC στον Όμιλο Ambermanor, ως «πρόθυμο» αγοραστή ενός «πολύτιμου» εμπορικού κέντρου (Metromarket Mall) που ανήκε στον Όμιλο, για το ποσό των 1.7 δισεκατομμυρίων Ευρώ. Ο Όμιλος, που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν γνώριζε την σύνδεση του Shumilin με την Liga Management LLC ούτε βέβαια και την προέλευση των κεφαλαίων της, «πείστηκε» να πωλήσει το εμπορικό κέντρο στην Liga Management LLC. Κατά τους ενάγοντες, ο Shumilin αποξένωσε από τον Όμιλο στον οποίο εργαζόταν, το ποσό των 1,2 δισεκατομμυρίων Ρουβλίων, το οποίο στην συνέχεια χρησιμοποίησε προς απόκτηση ενός «υπερπολύτιμου» περιουσιακού στοιχείου του Ομίλου. Οι ενάγοντες έλαβαν γνώση για τις ενέργειες του Shumilin, κατόπιν εσωτερικού ελέγχου, δύο περίπου χρόνια μετά την διάπραξη της αδικοπραξίας. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα Διατάγματα των παραγράφων Γ και Δ της Κυρίως Αίτησης (Διάταγμα Φίμωσης και Διάταγμα μη Καταστροφής Εγγράφων) και διέταξε την επίδοση της ως προς τις υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες. Οι εναγόμενοι ενίστανται στην έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων και στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων. Η εναγομένη 1 υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, πως πέραν του ότι οι ενάγοντες δεν κατέδειξαν ότι νομιμοποιούνται και/ή ότι έχουν έννομο συμφέρον (locus standi) να προωθούν την αίτηση και/ή την αγωγή, δεν κατέδειξαν επίσης ότι έχει επισυμβεί οποιοδήποτε «αγώγιμο» αδίκημα και/ή αδικοπραξία, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο που είναι αλλοδαπό δίκαιο και όχι το κυπριακό, καθ΄ ότι η κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξία έλαβεν χώραν εκτός Κύπρου. Επίσης πως η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή προωθείται με αλλότρια κίνητρα και/ή κακόπιστα και πως συνιστά «εκστρατεία ψαρέματος» μαρτυρίας, αντί για γνήσια διαδικασία αποκάλυψης μαρτυρίας που απαιτείται για σκοπούς έγερσης διαδικασιών εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα. Ο Bakhtiiar Sooronkulov, εκ των διευθυντών της εναγομένης 1, του οποίου η Ένορκη Δήλωση υποστηρίζει την Ένσταση, απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Μιχάλη Λοϊζίδη στην ολότητα τους. Την ίδια γραμμή πλεύσης ακολούθησαν και οι εναγόμενοι 2, 3 και
- Και αυτοί υπεστήριξαν πως η Κυρίως Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Ο Γεώργιος Γεωργιάδης, μοναδικός διευθυντής και γραμματέας της εναγομένης 2 και της εναγομένης 4 εταιρείας (εξουσιοδοτημένος και από τον εναγόμενο 3) στην Ένορκη του Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση, επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της. Είναι και η δική του θέση πως η αίτηση «συνιστά μια προσπάθεια αλίευσης πληροφοριών και εγγράφων και όχι μια γνήσια προσπάθεια από ένα θύμα αδικοπραξίας για να εξακριβώσει την αδικοπραξία». Πως οι ενάγοντες κατονομάζουν στην αίτηση τους, τα πρόσωπα («κ. Shumilin και διάφορα άλλα πρόσωπα») τα οποία θεωρούν οι ίδιοι ως τους αδικοπραγούντες. Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της Κυρίως Αίτησης και προτού το Δικαστήριο εκδώσει την Ενδιάμεση Απόφαση του, η εναγομένη 1 καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία αιτείται το «επανάνοιγμα» της Κυρίως Αίτησης, με σκοπό την καταχώρηση και/ή προσκόμιση περαιτέρω και/ή συμπληρωματικής μαρτυρίας και/ή Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της Ένστασης της. Η επίμαχη Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 9, 22, 31 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, ΘΘ.1-21, Δ.48, ΘΘ.1-13, Δ.51, Δ.64, ΘΘ.1-2, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές της Επιείκειας, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Χριστίνας Ιωάννας Τζαλαβρέτα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη 1, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Είναι η θέση της ομνύουσας πως θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα της εναγομένης 1 καθότι μετά την ακρόαση της Κυρίως Αίτησης, οι δικηγόροι της στην Κύπρο «ενημερώθηκαν» για γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν και τα οποία σχετίζονται με το αίτημα των εναγόντων για την έκδοση των επίμαχων Διαταγμάτων. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία περιήλθαν σε «γνώση και κατοχή» της εναγομένης 1, μετά την ακρόαση της Κυρίως Αίτησης, θα πρέπει να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου προτού τούτο αποφανθεί επί της κυρίως Αίτησης. Κατά την ομνύουσα, τα εν λόγω γεγονότα έχουν σχέση τόσο με την πώληση του Metromarket Mall όσο και με δικαστικές διαδικασίες που ήγειρε η εναγομένη 1 στην Ρωσία. Ως προς το πρώτο, η εναγομένη 1 θέλει να «ενημερώσει» το Δικαστήριο ότι η Apirateno Limited, (εταιρεία του Ομίλου Ambermanor), η οποία πώλησε το Metromarket Mall, τον Μάιο του 2022 εκχώρησε τα «δικαιώματα απαίτησης» της στην JSC Alfa Bank, συνεπώς τα «δικαιώματα απαίτησης» σε σχέση με την πώληση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου δεν ανήκουν πλέον στον Όμιλο Ambermanor αλλά στην JSC Alfa Bank. Ως προς το δεύτερο, η εναγομένη 1 θέλει να πληροφορήσει το Δικαστήριο πως στα πλαίσια αγωγής που καταχώρησε στο Διαιτητικό Δικαστήριο Μόσχας (Moscow Arbitration Court) εναντίον της Liga Management LLC για την ανάκτηση του ποσού των 1.398.542.338 Ρουβλίων που οφείλοντο δυνάμει σύμβασης δανείου ημερομηνίας 4.7.2019 (η «Διαιτησία στην Μόσχα»), η JSC Alfa Bank αιτήθηκε, ως τρίτο μέρος της διαδικασίας, την αναστολή της Διαιτησίας «εν αναμονή της έκδοσης και θέσης σε ισχύ απόφασης» σε αστική υπόθεση του Περιφερειακού Δικαστηρίου Kuntsevsky της Μόσχας, (η «Αστική Υπόθεση στην Μόσχα»), αίτημα το οποίο απερρίφθη. Μέσω της επίσημης ιστοσελίδας των Ρωσικών Δικαστηρίων, ο δικηγόρος της εναγομένης 1 στην Ρωσία, επιβεβαίωσε ότι η JSC Alfa Bank είναι ο ενάγοντας στην Αστική Υπόθεση στην Μόσχα, ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία που κατέθεσαν οι ενάγοντες προς υποστήριξη της αίτησης της 24.10.2022, η Αστική Υπόθεση στην Μόσχα προωθήθηκε από την Apirateno Limited εναντίον του Vladimir Aristakhov, της Montessori LLC και του Shumilin. Περαιτέρω, ο δικηγόρος της εναγομένης 1 στην Ρωσία πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του Shumilin επίσης στην Ρωσία, πως η JSC Alfa Bank αντικατέστησε την Apirateno Limited ως ενάγοντας στην Αστική Υπόθεση στην Μόσχα, κατόπιν αιτήματος που υπέβαλε στο Περιφερειακό Δικαστήριο Kuntsevsky της Μόσχας, «κάποια στιγμή το φθινόπωρο του 2022». Κατά την ομνύουσα, τα στοιχεία και τα έγγραφα που επιδιώκει η εναγομένη 1 να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, (υπό μορφή Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης) υποστηρίζουν την θέση της πως οι ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και/ή ότι νομιμοποιούνται και/ή έχουν έννομο δικαίωμα και/ή συμφέρον (locus standi) να προωθούν την αίτηση για έκδοση των επίμαχων Διαταγμάτων και/ή την αγωγή. Καταδεικνύουν επίσης πως οι ενάγοντες δεν έχουν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Οι ενάγοντες ενίστανται στην Αίτηση. Προβάλλουν πως το «επανάνοιγμα υπόθεσης» ασκείται μόνο (α) σε απολύτως εξαιρετικές περιστάσεις που στην προκειμένη περίπτωση «εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να υφίστανται» και (β) εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι τούτο επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης, λόγω γεγονότων που προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης. Πως εν προκειμένω δεν προέκυψαν οποιαδήποτε «νέα γεγονότα» μετά την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου που «θα μπορούσαν, κατ΄ εξαίρεση, να δικαιολογήσουν την έγκριση της Αίτησης για επανάνοιγμα της υπόθεσης». Περαιτέρω διατείνονται πως τα γεγονότα που η εναγομένη 1 επιθυμεί να παρουσιάσει «δεν άπτονται των στοιχείων που συνθέτουν την επίδικη διαφορά». Εισηγούνται επίσης πως η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη αφού η εναγομένη 1 αν και αναφέρεται σε «σχετική ρωσική δικαστική διαδικασία στην οποία συμμετείχε», έχει αποκρύψει το γεγονός ότι στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας εκδόθηκαν πρόσφατα δικαστικές αποφάσεις εναντίον της, επιβεβαιωτικές των θέσεων των εναγόντων. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Μιχάλη Ιωάννου, ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Το ζήτημα για τα οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εν προκειμένω, έχει κριθεί νομολογιακά. Κριτήριο για το επανάνοιγμα υπόθεσης, κατόπιν αιτήματος διαδίκου, μετά που το Δικαστήριο έχει επιφυλάξει την απόφαση του, είναι εάν τούτο επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης λόγω γεγονότων που προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης. Στην υπόθεση Γεώργιος Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. λέχθηκαν από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα εξής: «Η επιφύλαξη δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί στάδιο της διαδικασίας. Όπως επισημαίνεται στην Δημοκρατία v. Ηρακλέους (Αρ.1),
(1994)2 Α.Α.Δ. 213, η έκδοση της δικαστικής απόφασης αποτελεί καθήκον του δικαστηρίου μόλις αυτό καταλήξει στην ετυμηγορία του. Το επανάνοιγμα υπόθεσης, στην οποία η απόφαση έχει επιφυλαχθεί, μπορεί να διαταχθεί μόνο εφ΄ όσον το δικαστήριο διαπιστώσει ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης, λόγω γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης (βλ. Δημοκρατία v. Σαμψών
(1991)1 Α.Δ.Δ. 848ֹ Παπαϊωάννου και Άλλοι v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 659ֹ Ορφανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας (Υποθέσεις Αρ. 416/88 και 445/88 - 14/2/92) και Συμεωνίδου και Άλλοι v. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(1993)3 Α.Α.Δ. 165. Βλ., επίσης, Payiatas v. Republic
(1984)3 C.L.R. 1239, 1245). Η επιθυμία διαδίκου να προβάλει περαιτέρω επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεών του, στην ουσία απολήγει στην επανακρόαση της υπόθεσης και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο ν΄ αναπτύξει την υπόθεσή του. Η παροχή δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο ν΄ ακουστεί πλήττει το θεμέλιο των κανόνων απονομής της δικαιοσύνης, που συναρτά την τελεσιδικία με το κλείσιμο της υπόθεσης των αντιδίκων.» Ο θεμελιακός αυτός κανόνας επιβεβαιώθηκε εκ νέου από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Sigma Radio TV Ltd και Άλλοι v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ
- Από την επισκόπηση της νομολογίας τόσο του Ανωτάτου όσο και Επαρχιακών Δικαστηρίων επί του θέματος που μας απασχολεί, προκύπτει ότι: · Επανάνοιγμα υπόθεσης κατόπιν αιτήματος διαδίκου, μπορεί να διαταχθεί κατ΄ εξαίρεση, μόνο εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι τούτο επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης, λόγω γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της Απόφασης. · Όταν τα επίδικα θέματα προσδιορίστηκαν εξ΄ αρχής με μεγάλη ακρίβεια και το αίτημα για επανάνοιγμα δεν συναρτάται με οποιαδήποτε νέα γεγονότα αλλά με την επιθυμία ενός εκ των διαδίκων να προβάλει περαιτέρω επιχειρηματολογία προς στήριξη των θέσεων του, το αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. · Η παροχή δεύτερης ευκαιρίας στον διάδικο ν΄ ακουστεί, πλήττει το θεμέλιο των κανόνων ορθής απονομής της δικαιοσύνης, που συναρτά την τελεσιδικία με το κλείσιμο της υπόθεσης των αντιδίκων. Εν προκειμένω, τα γεγονότα τα οποία επιθυμεί η πλευρά της εναγομένης 1 να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έλαβαν χώρα μετά την επιφύλαξη της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου επί της Κυρίως Αίτησης, αλλά τότε έγιναν γνωστά στην εναγομένη
- Τούτο προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης Τζαλαβρέτα που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, όσο και από την προτεινόμενη να καταχωρηθεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Συμφωνώ με την θέση του συνηγόρου των εναγόντων πως σημασία δεν έχει ο χρόνος που ο αιτητής λαμβάνει γνώση των γεγονότων που επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ο χρόνος που έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητο, αφού τούτο αποτελεί και θέση της ίδιας της εναγομένης 1, πως τα γεγονότα και συγκεκριμένα η εκχώρηση «των δικαιωμάτων απαίτησης» της Apirateno Limited, στην JSC Alfa Bank έγινε τον Μάιο του
- Δηλαδή, όχι μόνο πριν την επιφύλαξη της Ενδιάμεσης Απόφασης αλλά και πριν την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης. Θεωρώ πως εάν επιτραπεί το επανάνοιγμα της Κυρίως Αίτησης, τούτο θα έχει ως αποτέλεσμα να δοθεί η ευκαιρία στην πλευρά της εναγομένης 1 να ακουστεί για δεύτερη φορά κάτι που δεν είναι επιτρεπτό. Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μαυρογένη (ανωτέρω) είναι σχετικά. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η Αίτηση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγομένης
- Τα έξοδα, τα οποία είναι πληρωτέα μετά το τέλος της Κυρίως Αίτησης, να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο