Επί τοις αφορώσι την εταιρεία SKY CΑC LIMITED ν. ALPHA CREDIT ACQUISITION COMPANY LIMITED, Γεν. Αίτηση: 645/2022, 20/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 645/2022 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία ALPHA CREDIT ACQUISITION COMPANY LIMITED και Επί τοις αφορώσι την εταιρεία SKY CΑC LIMITED Επί τοις αφορώσι το προταθέν Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας ALPHA CREDIT ACQUISITION COMPANY LIMITED και της εταιρείας SKY CΑC LIMITED και του μετόχου αυτών με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 ------------------------------- Αίτηση ημερ. 14/09/2023 για Παραπομπή Προδικαστικών Ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Δεκεμβρίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Κασσιανής με κα Βασιλείου για Α. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και για κα Ν. Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Κεντρική Τράπεζα: κα Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για παραπομπή, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των ακόλουθων δύο προδικαστικών ερωτημάτων: « 1. Μπορούν τα άρθρα 2
(2)και 2
(3)της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η εταιρική διαδικασία υπό τύπον συγχώνευσης και αναδιοργάνωσης δυνάμει του Κυπριακού Εταιρικού Νόμου με απώτερο σκοπό την μεταβίβαση δικαιωμάτων πιστωτή προς εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, συνιστά διαδικασία μεταβίβασης δικαιωμάτων πιστωτή η οποία διέπεται από το εθνικό δίκαιο, λαμβανομένου υπόψιν αφενός ότι η ίδια η Οδηγία δεν θίγει οποιουσδήποτε περιορισμούς που επιβάλλονται από την εθνική νομοθεσία και που εν προκειμένω αποτελεί ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) και αφετέρου ότι δια της εταιρικής διαδικασίας του Κυπριακού Εταιρικού Νόμου δεν τυγχάνουν εξέτασης οποιοιδήποτε περιορισμοί επιβάλλονται δια της εθνικής Νομοθεσίας, Νόμος 169(Ι)/2015 αλλά ούτε και αυτοί που περιλαμβάνονται στο άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167; 2. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο (1ο) ερώτημα, μπορούν τα άρθρα 2
(2)και 2
(3)και το άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (ΧΘΔΕΕ) να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν την μεταβίβαση δικαιωμάτων πιστωτή μέσω διατάγματος του εθνικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε βάσει του Κυπριακού Εταιρικού Νόμου και το οποίο επέβαλε τη συγχώνευση και αναδιοργάνωση ομίλου εταιρειών επιφέροντας νομικά αποτελέσματα στις ενοχικές σχέσεις μεταξύ των μερών (πιστωτή, αγοραστή και δανειολήπτη) επιβάλλοντας τη μεταβίβαση δικαιωμάτων πιστωτή και δημιουργώντας δεδικασμένο ερήμην του δανειολήπτη και/ή εγγυητή και/ή πάροχου εξασφάλισης και το οποίο κωλύεται να αμφισβητήσει εκ των υστέρων;». Επιζητείται, επίσης, διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία και/ή η εκδίκαση της Γενικής Αίτησης, με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προδικαστικής παραπομπής. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κυρωτικός) Νόμος του 2003 Ν.35(ΙΙΙ)/2003, το Άρθρο 1Α του περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου Ν.127(Ι)/2006, τα άρθρα 11 και 17 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου Ν.33/1964 ως έχει τροποποιηθεί, ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, οι Συστάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα εθνικά Δικαστήρια σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (2012/C338/01), τα άρθρα 1 - 25 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου ως τροποποιήθηκε με τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Τροποποιητικό Νόμο του 2018 (Ν.86(Ι)/2018) και συγκεκριμένα, αλλά χωρίς περιορισμό, τα άρθρα 2 - 19, τα άρθρα 16 και 33 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.66(Ι/1997), τα άρθρα 2, 198 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, οι κανονισμοί 1 ‑ 12 των περί Εταιρειών Διαδικαστικών Κανονισμών, η Δ.39 θ.θ. 1- 21, η Δ.48 θ.θ. 1-12, η Δ. 59 θ.θ. 1 και 2 και η Δ.64 θ.θ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 2, 22, 29, 30, 32 και 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα Άρθρα 23, 26 και 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους Διαχειριστές Πιστώσεων και Αγοραστές Πιστώσεων και η Τροποποίηση των Οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ, τα Άρθρα 47, 52, 53 και 54 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ενωσιακό Δίκαιο, οι Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και η ακολουθούμενη πρακτική και νομολογία του ΔΕΕ. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Θωμά Αναστασιάδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, που είναι ο Όμιλος Εταιρειών ALPHA PANARETI καθώς και φυσικά πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, τα ζητήματα που αφορούν την υπό κρίση αίτηση είναι αμιγώς νομικά και κατά τη δική του άποψη άπτονται του Ενωσιακού Δικαίου και της Ευρωπαϊκής Έννομης τάξης, λόγω του ότι τα θέματα εξαγοράς ή διαχείρισης πιστωτικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων των δανειοληπτών, καθορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, από το ενωσιακό δίκαιο του οποίου η ερμηνεία εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΕ, σύμφωνα με το Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποστηρίζει ότι έχει δημιουργηθεί ένα πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ του ΔΕΕ και των Εθνικών Δικαστηρίων, με την αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων για ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου, όταν μια τέτοια ερμηνεία είναι αναγκαία για να μπορέσει το Εθνικό Δικαστήριο να εκδώσει τη δική του απόφαση. Είναι η θέση του ότι παρέχεται από το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου σχετική εξουσία παραπομπής από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Ισχυρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παροτρύνει τα Κράτη Μέλη, εκεί όπου υφίσταται ανάγκη και πληρούνται οι προϋποθέσεις, όπως αποστέλλουν ερωτήματα με απώτερο στόχο την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου, εξ' ου και έχει εκδώσει συστάσεις προς τα Εθνικά Δικαστήρια σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων, C257/1 ημερ. 20/07/
- Παραδέχεται ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική του ευχέρεια κατά πόσο θα παραπέμψει οποιοδήποτε προδικαστικό ερώτημα σε σχέση με την ερμηνεία του Ενωσιακού Δικαίου, εκτιμώντας πάντοτε τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης και την αναγκαιότητα λήψης της προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΕ πριν την έκδοση της δικής του απόφασης. Εισηγείται ότι στην υπό κρίση υπόθεση το Ενωσιακό Δίκαιο που τυγχάνει εφαρμογής, ενσωματώνεται στην Οδηγία 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ημερομηνίας 24/11/2021, η οποία αφορά τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την Τροποποίηση της συγκεκριμένης Οδηγίας 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ. Η συγκεκριμένη Οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 28/12/2021 με καταληκτική ημερομηνία υποχρέωσης ενσωμάτωσης από τα Κράτη Μέλη την 29η Δεκεμβρίου του
- Κατά τη δική του άποψη η συγκεκριμένη Οδηγία εμπίπτει στα ουσιαστικά μέτρα που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης και ενιαίας στρατηγικής για την αντιμετώπιση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αναγνωρίζει ότι στην Κύπρο βρίσκεται σε ισχύ ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Ιδρυμάτων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015, Ν.169(Ι)/2015 ως τροποποιήθηκε, ο οποίος προηγήθηκε της συγκεκριμένης Οδηγίας, πλην όμως προωθεί την άποψη ότι από την έναρξη ισχύος της συγκεκριμένης Οδηγίας μέχρι και την καταληκτική ημερομηνία ενσωμάτωσής της στο εθνικό δίκαιο των Κρατών Μελών η Οδηγία παράγει έννομα αποτελέσματα και τα Κράτη Μέλη οφείλουν να διασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε μέτρα βρίσκονται σε ισχύ δεν καταστρατηγούν ή υπονομεύουν την αποτελεσματική εφαρμογή της. Ο Ομνύοντας κάνει αναφορά στο υπόβαθρο γεγονότων που αφορά την κυρίως αίτηση και καταλήγει ότι η άδεια αγοραστή πιστώσεων της εταιρείας SKY, ημερομηνίας 14/06/2022 είχε εξεταστεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε χρόνο που δεν ίσχυε ο τροποποιητικός Νόμος 129(Ι)/
- Υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου, ο πωλητής των πιστωτικών διευκολύνσεων οφείλει να δημοσιοποιήσει την πρόθεσή του για την πώλησή τους και περαιτέρω να δώσει το δικαίωμα ή και τη δυνατότητα στον δανειολήπτη ή και τον εγγυητή ή και τον πάροχο εξασφάλισης έτσι ώστε να υποβάλουν οι ίδιοι προσφορά εξαγοράς των πιστωτικών διευκολύνσεών τους. Παράλληλα προωθεί τη θέση ότι τα συγκεκριμένα άρθρα καταγράφουν τη διαδικασία μεταβίβασης των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς και τη δυνατότητα αμφισβήτησης της μεταβίβασης από τους δανειολήπτες ή και τους εγγυητές ή και τους παρόχους εξασφάλισης, ενώ περιέχουν και περιορισμούς σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία. Εισηγείται ότι τα νομικά σημεία που αφορούν το κύρος της εταιρικής αίτησης καθώς και το διάταγμα ημερ. 07/12/2022 θα κρίνουν την ολότητα της διαδικασίας, αφού άπτονται θεμελιακών ζητημάτων υπόστασης της εταιρικής αίτησης τα οποία για να αποφασιστούν δεν χρειάζεται να ακουστεί οποιαδήποτε μαρτυρία, πλην όμως είναι αναγκαία η ερμηνεία του Ενωσιακού Δικαίου ούτως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο επιτρέπονται οι συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορά, ενόψει των δικαιωμάτων των δανειοληπτών ως αυτά απορρέουν από τη συγκεκριμένη Οδηγία και τις αρχές του Ενωσιακού Δικαίου περιλαμβανομένου του Άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Υποστηρίζει ότι για να περισωθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος απαιτείται όπως ερμηνευθούν οι συγκεκριμένες πρόνοιες από το ΔΕΕ, ούτως ώστε να μην απαιτηθεί η περαιτέρω εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης αφού τα νομικά θέματα που την αφορούν θα επιλυθούν. Προωθεί τη θέση ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και την αποστολή των σχετικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, λαμβάνοντας υπόψιν ότι αυτά αφορούν σε θεμελιώδη δικαιώματα των Αιτητών και συγκεκριμένα την πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο, το οποίο κατοχυρώνεται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση, η οποία υιοθετήθηκε και από την Κεντρική Τράπεζα, Ενδιαφερόμενο Μέρος στη διαδικασία. Προβάλλονται τριάντα-οκτώ
(38)λόγοι ένστασης, κάποιοι από τους οποίους επαναλαμβάνονται και μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αβάσιμη, ανεπίτρεπτη και αντίθετη στους Δικαστικούς Κανονισμούς, στη νομολογία και την πρακτική του Δικαστηρίου. Ότι είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και δεν μπορεί να πετύχει καθότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2021/2167, ημερομηνίας 24/11/2021, η οποία αφορά τους διαχειριστές πιστώσεων και αγοραστές των πιστώσεων δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα και με το άρθρο 32
(2)της Οδηγίας, γιατί ως ημερομηνία εναρμόνισής της καθορίζεται η 30/12/
- Ότι ο Νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο μεταφοράς, δυνάμει του Σχεδίου Διακανονισμού των εργασιών της Alpha Bank στη SKY, προκύπτει από τις πρόνοιες του Νόμου 159/15 και συνεπώς δεν ισχύουν ή και δεν εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση οι πρόνοιες της Οδηγίας, λόγω του ότι οι επίδικες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις και οι συναφείς εξασφαλίσεις μεταβιβάστηκαν πριν τις 30/12/
- Ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου γιατί η συγκεκριμένη Ευρωπαϊκή Οδηγία παρέχει περιθώριο ή και ευχέρεια στα Κράτη - Μέλη μέχρι τις 29/12/2023 να την ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο και μέχρι σήμερα δεν έχει ενσωματωθεί στο εσωτερικό κυπριακό δίκαιο, οπόταν δεν παράγει νομικά αποτελέσματα και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να δημιουργήσει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις για ιδιώτες. Ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και στηρίζεται σε λανθασμένη ή και ελλιπή ή και ανεπαρκή νομική βάση. Ότι δεν πληρούνται ή και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 267 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή το άρθρο 34A του Ν.14/
- Ότι τα διαμορφωθέντα ερωτήματα δεν αφορούν ερωτήματα τα οποία μπορούν να παραπεμφθούν στο ΔΕΕ δυνάμει του Άρθρου
- Ότι η αίτηση δεν είναι έγκυρη αφού δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν ή και εξειδικεύτηκαν τα ερωτήματα τα οποία πρέπει να παραπεμφθούν στο ΔΕΕ ενώ δεν καθορίζεται με ακρίβεια ο λόγος ή οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η ερμηνεία. Ότι δεν εξειδικεύονται τα ζητήματα ερμηνείας των συγκεκριμένων διατάξεων ενωσιακού δικαίου που σχετίζονται με το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των θεσμικών οργάνων καθώς και της συμβατότητας του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο. Ότι τα ερωτήματα των οποίων επιζητείται η παραπομπή δεν εξειδικεύουν ή και δεν εστιάζουν σε συγκεκριμένες πρόνοιες ή διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, οι οποίες να καθίσταται αναγκαίο να τύχουν ερμηνείας από το ΔΕΕ. Ότι επιδιώκεται με τρόπο ανεπίτρεπτο ο έλεγχος ή και η εξασφάλιση γνωμάτευσης του ΔΕΕ, αναφορικά με τη συμβατότητα της εσωτερικής νομοθεσίας ή και διαδικασίας. Ότι επιδιώκεται η εφαρμογή του δικαίου του ΔΕΕ στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Ότι το ΔΕΕ δεν είναι αρμόδιο να επιλύσει διαφορές που ανακύπτουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Ότι τα εγειρόμενα ερωτήματα προωθούν θέσεις εκτός πλαισίου ή και εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών που έχουν θέσει οι Αιτητές στην κυρίως αίτηση. Ότι δεν συνάδουν ή και δεν αποτυπώνουν ορθά τα γεγονότα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας. Ότι δεν ικανοποιούνται οι νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ. Ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος που τους βαραίνει προς απόδειξη της αναγκαιότητας του αιτήματός τους ή και δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν τη θέση τους ότι η αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου. Ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του acte clair σε σχέση με τα υπό κρίση ζητήματα ή και ερωτήματα. Ότι επιχειρείται με τρόπο ανεπίτρεπτο να εναποτεθεί στο ΔΕΕ ο ρόλος του Εφετείου στην απόφαση του πρωτόδικου εθνικού Δικαστηρίου που αφορά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 07/12/
- Ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή και καλός ή και επαρκής λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων. Ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και λαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Ότι υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι οι Αιτητές δεν καταχώρησαν καλόπιστα την υπό κρίση αίτηση, ότι δεν έχουν καταδείξει σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρησή της και ότι εμποδίζονται, λόγω της συμπεριφοράς τους και των λοιπών παραγόντων, στην προώθηση της συγκεκριμένης αίτησης. Η νομική βάση της Ένστασης είναι πανομοιότυπη με αυτήν της Αίτησης και το Δικαστήριο δεν προτίθεται να την επαναλάβει. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Ένσταση παρατίθενται σε ένορκη δήλωση της Πελαγίας Δημητριάδου, Εκτελεστικής Διευθύντριας του Διοικητικού Συμβουλίου της SKY CAC LIMITED. Καταγράφει ότι ο λόγος που ορκίζεται η ίδια, στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση, είναι γιατί υπό την ιδιότητά της έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά και λόγω του ότι έχει πρόσβαση στα αρχεία της SKY, τα οποία η ίδια έχει μελετήσει. Όσον αφορά το ιστορικό και τα γεγονότα που οδήγησαν στην πώληση και τη μεταβίβαση μέρους του δανειακού χαρτοφυλακίου της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τους Αιτητές, στη SKY, η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε εκτενή αναφορά στις παραγράφους 10 μέχρι και 12 της ενόρκου δηλώσεως. Σε σχέση με την ουσία της αίτησης, η ίδια ισχυρίζεται ότι είναι άνευ αντικειμένου και καταδικασμένη σε αποτυχία γιατί επιχειρείται από τους Αιτητές η παραπομπή, προς εξέταση από το ΔΕΕ, ερωτημάτων τα οποία δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην υπό κρίση υπόθεση. Στο άρθρο 2
(5)(δ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2021/2167, ρητά προνοείται ότι η Οδηγία αφορά μεταβίβαση δικαιωμάτων των πιστωτών στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, ή της ίδιας της σύμβασης πίστωσης και δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν πριν από τις 30/12/2023. Οι συγκεκριμένες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που αφορούν τους Αιτητές και γενικότερα τον Όμιλο Panareti μεταβιβάστηκαν και/ή περιήλθαν στη SKY από την Alpha Bank στις 07/12/2022, όταν εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2021/2167 δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της, ότι η αίτηση είναι εξ υπαρχής άνευ αντικειμένου γιατί επιβάλλει την ενσωμάτωσή της και μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι τις 29/12/2023 και η συγκεκριμένη Οδηγία δεν φαίνεται, μέχρι και σήμερα, να έχει ενσωματωθεί στο κυπριακό εσωτερικό δίκαιο έτσι ώστε να παράγει νομικά αποτελέσματα. Υποστηρίζει, η Ομνύουσα, ότι η συγκεκριμένη Οδηγία δεν έχει οριζόντιο άμεσο αποτέλεσμα και ως εκ τούτου από τη στιγμή που οι διατάξεις της δεν έχουν μεταφερθεί ή και ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο δεν μπορούν να δημιουργούν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις σε σχέση με ιδιώτες και επίσης οι ιδιώτες δεν μπορούν να τις επικαλεστούν για υποβολή αξιώσεων κατά άλλων ιδιωτών. Οπόταν, οι πρόνοιες της συγκεκριμένης Οδηγίας δεν θα μπορούσαν να τύχουν επίκλησης από τους Αιτητές για σκοπούς υποβολής ή και υποστήριξης αξιώσεων εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αφού το χρονοδιάγραμμα μεταφοράς τους δεν έχει εκπνεύσει. Προωθείται η άποψη ότι η αίτηση δεν ικανοποιεί τις νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις και δεν συνάδει με τις αρχές που εφαρμόζονται για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, αλλά ούτε και ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 267 της Συνθήκης για λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποστηρίζει ότι η συγκεκριμενοποίηση και η εξειδίκευση των διαμορφωθέντων ερωτημάτων αποτελεί όρο απαράβατο για την εγκυρότητα αίτησης του είδους όπως η υπό εκδίκαση. Στην υπό κρίση υπόθεση τα ερωτήματα δεν είναι σαφή, ούτε και εξειδικευμένα, αλλά κατεγράφησαν με γενικότητα και χωρίς να καθορίζεται με ακρίβεια ο λόγος ή οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η ερμηνεία. Επιπρόσθετα, τα ερωτήματα δεν εστιάζουν σε συγκεκριμένες πρόνοιες ή διατάξεις του ενωσιακού δικαίου παρά μόνο παρατίθενται αόριστα οι διατάξεις των Άρθρων 2 και 10 της Οδηγίας και το Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποστηρίζει ότι το ΔΕΕ δεν είναι αρμόδιο να επιλύει διαφορές που ανακύπτουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ούτε και έχει αρμοδιότητα να εφαρμόζει τον Νόμο ή και το δίκαιο στα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης ή να γνωματεύει και να αποφασίζει αναφορικά με ζητήματα συμβατότητας της εσωτερικής εθνικής νομοθεσίας με το ενωσιακό δίκαιο και ότι αποτελεί αρμοδιότητα του εθνικού Δικαστηρίου να αποφασίσει τα εγειρόμενα ζητήματα και ερωτήματα τα οποία τίθενται. Καταλήγει, ότι οι Αιτητές ενεργούν κακόπιστα σε μια απέλπιδα προσπάθεια καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης και ότι όλη η συμπεριφορά τους είναι καταχρηστική και τα αιτούμενα διατάγματα σκοπούν στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης ή και εκτροχιασμού ή και επιβράδυνσης της όλης διαδικασίας. Όλες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την προσκόμιση εμπεριστατωμένων και πολύ υποβοηθητικών γραπτών αγορεύσεων, ενώ επέλεξαν να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου και προφορικά σε κάποιες από τις θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο όλων των αγορεύσεων καθώς και των προφορικών διευκρινήσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Άρθρο 267 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εμπεριέχει και αποτυπώνει το δικαίωμα παραπομπής νομικών θεμάτων προς απόφαση από το ΔΕΕ και το οποίο συνιστά το θεμέλιο της υπό κρίση αίτησης, επιτρέπει την παραπομπή θεμάτων που αφορούν την ερμηνεία των Συνθηκών που διέπουν την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι του Εθνικού Δικαίου. Δέον να σημειωθεί ότι είναι παραδεκτό ότι τα γεγονότα και το νομικό πλαίσιο που αφορά την κυρίως αίτηση ολοκληρώθηκαν πριν την ενσωμάτωση της Οδηγίας ΕΕ 2021/2167 στο εθνικό δίκαιο. Σε σχέση με το πότε παραπέμπεται ερώτημα προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση για έκδοση του SEIF ELDIN MOSTAFA MOHAMED EMAM από την Αίγυπτο, Πολ. Εφ. 35/2017 ημερ. 02/11/2017 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: « Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις θέσεις που πρόβαλε η δικηγόρος του αιτητή. Το θέμα της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διέπεται από το άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.). Το άρθρο αυτό παρέχει τη δυνατότητα σε Δικαστήριο κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε εσωτερικά ένδικα μέσα, εφόσον κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για τους σκοπούς έκδοσης της δικής του απόφασης να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ. Από πλευράς εθνικού δικαίου σχετική πρόνοια για τη δυνατότητα παραπομπής στο ΔΕΕ περιέχεται στο άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου (N. 14/60). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 5/16, ημερ. 5.4.2017 έχουν συνοψισθεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι αρχές στη βάση των οποίων Εθνικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπει ζήτημα στο Δ.Ε.Ε. ως προδικαστική παραπομπή. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες εθνικό Δικαστήριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση δύναται ή υποχρεούται, αν είναι τελευταίου βαθμού, να παραπέμψει ζήτημα στο Δικαστήριο ως προδικαστική παραπομπή. Η προδικαστική παραπομπή διέπεται από το άρθρο 267 της Συνθήκης το οποίο καθορίζει ότι με προδικαστική απόφαση το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Συνθήκης, του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου. Το εθνικό Δικαστήριο αποστέλλει ερώτημα ακόμη και αυτεπαγγέλτως, έστω και αν το χρησιμοποιηθέν δικονομικό μέτρο από διάδικο είναι ελλιπές ή άκυρο, όπου το ίδιο το Δικαστήριο διαπιστώνει την προς τούτο αναγκαιότητα εφόσον κρίνει ότι το ανακύψαν ζήτημα είναι ουσιώδες και η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του κρίσης. Στο ημεδαπό δίκαιο έχει τεθεί σε ισχύ το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, που στην ουσία επαναλαμβάνει τα πιο πάνω. Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που να μην χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte claire όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Srl CILFIT v. Ministry of Health, Case 283/1981
(1982)E.C.R. 3415. Επίσης εξαίρεση έχει καθιερωθεί στη βάση της αρχής του acte ?clair?, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο. Η Κυπριακή σχετική νομολογία επί των θεμάτων της προδικαστικής παραπομπής έχει αναφερθεί και συνοψισθεί σε αρκετές αποφάσεις μεταξύ των οποίων η Cypra Ltd v. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 305 και Kristian Bekefi κ.ά. v. Δημοκρατίας, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 42/2013 κ.ά., ημερ. 8.9.2015. Για το διαδικαστικό μέρος μιας παραπομπής έχει δημοσιευθεί ο προαναφερθείς περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, κατά τον οποίο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σχετική διαταγή παραπομπής είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης διαδίκου, εκθέτοντας σε Παράρτημα την παράκληση προς το Δικαστήριο για έκδοση προδικαστικής απόφασης εξειδικεύοντας το ερώτημα και όλα τα σχετικά στοιχεία που καθορίζονται στον Κανονισμό.». Στην παρούσα περίπτωση, σημειώνεται ότι η αίτηση παραπομπής έχει ως νομικό υπόβαθρο το Άρθρο 267 της Σ.Λ.Ε.Ε. και τα άρθρα 2
(2)και 2
(3)της Οδηγίας 2021/2167 ημερ. 24/11/2021, των οποίων ζητείται η ερμηνεία από το ΔΕΕ. Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης Cypra Ltd v. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 305, στην οποία αναφέρθηκε ότι το ΔΕΕ αποφαίνεται επί νομικών ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το Νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιον του, καθώς και ότι αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου και της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Επίσης, στην απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων Αναφορά 5/16 ημερ. 05/04/2017, τονίστηκε ότι είναι ανεπίτρεπτη η παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων που στοχεύουν στον έλεγχο της συμβατότητας της εσωτερικής νομοθεσίας με το Ενωσιακό Δίκαιο. Πιο πρόσφατα, σε σχέση με το ίδιο θέμα, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Λιάτσος, εκφράζοντας την άποψη και των λοιπών Δικαστών, κατέγραψε τα ακόλουθα στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Τ.Γ. εκ Λευκωσίας για την καταχώριση αίτησης για την έκδοση εντάλματος Certiorari ή Prohibition Πολ. Εφ.17/22 ημερ. 13/01/2023: « Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες Εθνικό Δικαστήριο χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται ή υποχρεούται, αν είναι τελευταίου βαθμού, να παραπέμψει ζήτημα στο Δικαστήριο ως Προδικαστική Παραπομπή. Η Προδικαστική Παραπομπή διέπεται από το Άρθρο 267 της Συνθήκης το οποίο καθορίζει ότι με προδικαστική απόφαση το ΔΕΕ αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Συνθήκης, του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών οργάνων ή Οργανισμών της Ένωσης. Το Εθνικό Δικαστήριο αποστέλλει ερώτημα ακόμη και αυτεπαγγέλτως, έστω και αν το χρησιμοποιηθέν δικονομικό μέτρο από διάδικο είναι ελλιπές ή άκυρο, όπου το ίδιο το Δικαστήριο διαπιστώνει την προς τούτο αναγκαιότητα, εφόσον κρίνει ότι το ανακύψαν ζήτημα είναι ουσιώδες και η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του κρίσης. Στο ημεδαπό δίκαιο σχετικό είναι το Άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, που στην ουσία επαναλαμβάνει τα πιο πάνω. Το Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται µε προδικαστικές αποφάσεις: (α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους µέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους µέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους µέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν." Οι πρόνοιες του Άρθρου 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, έχουν ως ακολούθως: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται µε βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.
(2)Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον τον Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Το ακόλουθο απόσπασμα από την Απόφαση της Ολομέλειας Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων,
(2017)3 ΑΑΔ 327, ECLI:CY:AD:2017:C125, σελ. 336 είναι σχετικό: «Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που να μην χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte claire, όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Srl CILFIT v. Ministry of Health, Case 283/1981
(1982)E.C.R. 3415. Επίσης εξαίρεση έχει καθιερωθεί στη βάση της αρχής του acte ?clair?, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο. Η Κυπριακή σχετική νομολογία επί των θεμάτων της προδικαστικής παραπομπής έχει αναφερθεί και συνοψισθεί σε αρκετές αποφάσεις μεταξύ των οποίων η Cypra Ltd v. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 305 και Kristian Bekefi κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 42/2013 κ.ά., ημερ. 8.9.2015. Για το διαδικαστικό μέρος μιας παραπομπής έχει δημοσιευθεί ο προαναφερθείς περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, κατά τον οποίο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σχετική διαταγή παραπομπής είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης διαδίκου, εκθέτοντας σε Παράρτημα την παράκληση προς το Δικαστήριο για έκδοση προδικαστικής απόφασης εξειδικεύοντας το ερώτημα και όλα τα σχετικά στοιχεία που καθορίζονται στον Κανονισμό.» (βλ. F. R. Maximillian v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Εφ.06/2022 ημερ. 31.5.22)». Τα προδικαστικά ερωτήματα, ως διατυπώνονται στην υπό κρίση Αίτηση, αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 2
(2)και 2
(3)της Οδηγίας 2021/2167 ημερ. 24/11/2021, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο όχι γιατί παραβιάζει τις υποχρεώσεις της, αλλά γιατί έχει διορία μέχρι τις 29/12/2023 για να το πράξει. Είναι προφανές από την πιο πάνω παρατεθείσα νομολογία, ότι η εξουσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο ΔΕΕ είναι διακριτική και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, σχετική διαταγή είτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, είτε αυτεπάγγελτα αφού ακούσει τις απόψεις των μερών. Από τη διατύπωση του Άρθρου 267 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι για να παραπεμφθεί ένα ζήτημα στο ΔΕΕ πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, το ζήτημα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να άπτεται είτε της ερμηνείας των Συνθηκών που διέπουν την ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε του κύρους ή της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεύτερον, το σχετικό ερώτημα πρέπει απαραιτήτως να απαντηθεί προκειμένου το εθνικό Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδώσει απόφαση στην ενώπιόν του διαδικασία. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση που αποφασίσει ότι συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση, θα πρέπει να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί τη ζητούμενη ερμηνεία αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του. Τα πρωτόδικα εθνικά Δικαστήρια, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου πληρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις, δεν υποχρεούνται να παραπέμψουν το ερώτημα στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εναπόκειται στον Εθνικό Δικαστή, ο οποίος θα επιληφθεί της ουσίας της διαφοράς, να κρίνει, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αν χρειάζεται η επίλυση ενός προδικαστικού ερωτήματος για να μπορέσει ο ίδιος να αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης. Οπόταν το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί, κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, είναι τέτοιο ώστε να άπτεται είτε της ερμηνείας των Συνθηκών που διέπουν την ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε του κύρους ή της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξετάζοντας τα δύο ερωτήματα προς παραπομπή στο ΔΕΕ προκύπτει ότι αυτό που επιζητούν οι Αιτητές είναι ακριβώς αυτό που η νομολογία του ΔΕΕ έχει καθορίσει ότι δεν είναι επιθυμητό, δηλαδή ζητείται από το ΔΕΕ να καθορίσει κατά πόσο το εθνικό δίκαιο είναι συμβατό με την Οδηγία. Στο σύγγραμμα των Wyatt & Dashwood European Union Law, 5η εκδ, σελ. 510 διαβάζονται τα ακόλουθα: « The Court of Justice will not, in the context of a reference for a preliminary ruling, entertain a challenge to the jurisdiction of the referring court based on national law or to the facts set out by the court in its order for reference. Nor will the Court of Justice rule on the application of the law to the facts or of the compatibility of national law with the requirements of community law. ». Η κυρίως αίτηση αφορά την νομιμότητα της έκδοσης του διατάγματος με το οποίο εγκρίθηκε η μεταβίβαση των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων από την Alpha Bank Cyprus Ltd στην Sky Cac. Το θέμα προς απόφανση αφορά την ορθότητα της εφαρμογής του Κυπριακού Δικαίου επί των γεγονότων που οδήγησαν στην έγκριση, από το Δικαστήριο, του Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Alpha Bank Cyprus Ltd, της εταιρείας Sky Cac Ltd και του μετόχου αυτών και για τους λόγους που καταγράφονται στην κυρίως αίτηση ζητείται η ακύρωσή του. Συνεπακόλουθα, η πρώτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται αφού το θέμα προς εξέταση αφορά την εφαρμογή του Κυπριακού Δικαίου, ήτοι του Ν.159(Ι)/2015, στα γεγονότα και δεν άπτεται είτε της ερμηνείας της Συνθήκης ή της ερμηνείας και του κύρους πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξετάζοντας την δεύτερη προϋπόθεση, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο τα συγκεκριμένα θέματα, των οποίων επιδιώκεται η παραπομπή στο ΔΕΕ, είναι επιτακτικό όπως απαντηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδώσει απόφαση στην υπό κρίση αίτηση. Με δεδομένο ότι το διάταγμα, του οποίου η νομιμότητα αμφισβητείται με την κυρίως αίτηση, έχει εκδοθεί στις 07/12/2022, ήτοι πριν πραγματωθεί η υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας για ενσωμάτωση της Οδηγίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τίθεται το εύλογο ερώτημα κατά πόσο εφαρμόζεται η Οδηγία στα γεγονότα, για να χρήζει οποιοδήποτε άρθρο της οποιασδήποτε ερμηνείας στην υπό κρίση υπόθεση γιατί δεν ζητείται η ερμηνεία από το ΔΕΕ επί ματαίω. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να ανοιχθεί μια παρένθεση για να γίνει αναφορά στις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου, στις οποίες διευκρινίζεται ότι οι Οδηγίες, Directives, δεν μπορούν να τύχουν επίκλησης εναντίον πολιτών αλλά μόνο εναντίον του Κράτους. Σχετικές, μεταξύ άλλων, είναι οι αποφάσεις Case 41/74 Van Duyn v. Home Office [1974] ECR 1337, Case 152/84 Marshall v. Southampton and South - West Hampshire Area Health Authority [1986] E.C.R. 723. Στο σύγγραμμα Wyatt & Dashwood European Union Law, 5η εκδ, σελ. 175 διαβάζονται τα ακόλουθα: « The Court has held that, while directives may be invoked against the State (vertical direct effect), they can never be invoked against private individuals (horizontal direct effect). The legal effects of directives (and presumably decisions addressed to Member States) thus differ from those of both the Treaty provisions and regulations, and the reasons for this merit consideration. » Η νομολογία δε σε ότι αφορά Οδηγίες που δεν έχουν ενσωματωθεί στο εσωτερικό εθνικό δίκαιο είναι διιστάμενη. Υπάρχουν αποφάσεις, όπως την C-144/04 Mangold ημερ. 22/11/2005, από το σκεπτικό της οποίας προκύπτει ότι το ΔΕΕ εξερευνά τρόπους αποφυγής της εφαρμογής, από τα εθνικά Δικαστήρια, σε ιδιώτη μιας Οδηγίας που δεν έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο μόνο λόγω της αρχής του Ευρωπαϊκού Δικαίου που προωθεί. Αναφορά γίνεται και στην απόφαση C-246/94 Cooperativa Agricola Zootecnica S. Antonio v. Administrazione delle firanze dello Stato [1996] ECR I - 4373. Όμως επειδή γίνεται πολύς λόγος για την Οδηγία 2021/2167, πρέπει να σημειωθεί ότι στο προοίμιο της, ήτοι στο τι συνεκτιμήθηκε για να καταρτιστεί, καταγράφονται οι λόγοι που κατέστησαν την θέσπισή της απαραίτητη. Ανάγνωση των παραγράφων 7, 10, 16 και 18 του Προοιμίου της Οδηγίας αποκαλύπτει ότι σκοπεί στην αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων βελτιώνοντας τις συνθήκες πώλησης των συγκεκριμένων μη εξυπηρετούμενων πιστώσεων αλλά παράλληλα διαφυλάσσοντας τους περιορισμούς που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία όσον αφορά τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του πιστωτή βάσει της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης. Έχοντας υπόψη το σκεπτικό που οδήγησε στην συγκεκριμένη Οδηγία, ως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο, το θέμα αφήνεται στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει, μετά την ενσωμάτωση των αρχών της Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τις συγκεκριμένες αρχές. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο εξαρτάται το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης, η οποία αφορά τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 17/12/2022, από την απόφαση του ΔΕΕ επι των δύο προδικαστικών θεμάτων τα οποία τέθηκαν από τους Αιτητές. Το θέμα που χρήζει απόφασης αφορά την ορθότητα της έκδοσης του διατάγματος με βάση το εθνικό δίκαιο, το οποίο εφαρμόστηκε κατά την εξέταση της αίτησης για έγκριση του Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Alpha Credit Acquisition Company Ltd και της Sky Cac Ltd. Το θέμα προς απόφανση είναι θέμα που άπτεται της εφαρμογής του κυπριακού δικαίου, ήτοι του Ν.169(Ι)/15 και δεν σχετίζεται με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές που προαναφέρθηκαν και ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, καταλήγει ότι τα θέματα που αφορούν την κυρίως αίτηση μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να υπάρχει αναγκαιότητα παραπομπής οποιουδήποτε θέματος στο ΔΕΕ. Με την αιτούμενη παραπομπή ερωτημάτων επιζητείται έμμεσα ο έλεγχος της συμβατότητας του Νόμου 169(Ι)/2015 με το Κοινοτικό Δίκαιο που δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ. Επιπρόσθετα, η ίδια η Οδηγία καθορίζει, στο άρθρο 2
(5)(α)(δ), ότι δεν εφαρμόζεται σε σχέση με τη μεταβίβαση δικαιωμάτων του πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης ή της ίδιας της σύμβασης πίστωσης που μεταβιβάστηκαν πριν τις 30/12/
- Το Διάταγμα εκδόθηκε στις 07/12/
- Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και του Ενδιαφερόμενου Μέρους, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο