Χρίστια Μιχαήλ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Igor Myronovich Ieremeiev κ.α. ν. Yudelle Asset Holding Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 987/2023, 31/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 987/2023 Μεταξύ:
- Χρίστια Μιχαήλ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Igor Myronovich Ieremeiev, τέως εξ Ουκρανίας
- Tetiana Ieremeieva, εξ Ουκρανίας
- Roman Ieremeiev, εξ Ουκρανίας
- Sofia Ieremeieva, ανήλικης διά της μητέρας, κηδεμόνας και πλησιέστερης φίλης της (next friend) Tetiana Ieremeieva, εξ Ουκρανίας Εναγόντων και
- Yudelle Asset Holding Ltd, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
- WOG Holding Ltd, εκ Λευκωσίας
- Stepan Ivakhiv, εξ Ουκρανίας
- Sergii Lagur, εξ Ουκρανίας
- Μυριάνθη Χρίστου Στυλιανού, εκ Λευκωσίας
- Ευδοκία Θεοχαρίδου, εκ Λευκωσίας
- Ρόης Ποταμίτης, εκ Λεμεσού
- Paul Pretlove, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
- Svetlana Ivakhiv, εξ Ουκρανίας
- West Oil Group Holding BV, εξ Ολλανδίας Εναγόμενων Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα 1/ Αιτήτρια: Οι κ.κ. Κώστας Βελάρης & Χαρίλαος Βελάρης και ο κ. Π. Πογιατζής (ασκούμενος δικηγόρος) για Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 10/ Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Σωτήρης Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 5 και 6: Η κ. Π. Οδυσσέως για Δρ Κύπρο Χρυσοστομίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 8/Καθ' ου η αίτηση: Οι κ.κ. Νεόφυτος Πιριλίδης και Σ. Θεοφάνους για Ν. Pirilides & Associates LLC Για την Εναγόμενη 9/Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Θεόδωρος Τ. Οικονόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση προσωρινών προστατευτικών διαταγμάτων ημερ. 02.05.2023 ΕΙΣΑΓΩΓΗ/ ΔΙΑΔΙΚΟΙ/ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: H αγωγή καταχωρίστηκε στις 02.05.2023 σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2, r.1), τόσο ως παράγωγη εκ μέρους της περιουσίας της Εναγόμενης 1 στην Εναγόμενη 2 όσο και ως προσωπική εκ μέρους της περιουσίας του αποβιώσαντος και των κληρονόμων του. Η αγωγή, σύμφωνα με τους ενάγοντες, αποσκοπεί στην προστασία της περιουσίας του αποβιώσαντος Igor Myronovich Ieremeiev (στη συνέχεια «ο αποβιώσας») και των κληρονόμων του ( της ενάγουσας 2 ως συζύγου του και των εναγόντων 3 και 4 παιδιών του εκ των οποίων η ενάγουσα 4 είναι ανήλικη). Πρόκειται για περιουσία η οποία κινδυνεύει κατά τους ενάγοντες να υφαρπαγή από τους πρώην συνεταίρους του (εναγόμενους 3 και 4) και τους συνεργάτες τους. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της απόφασης είναι σημαντικό να καταγραφεί εδώ η ιδιότητα των εναγόμενων και πως εμπλέκονται στην υπόθεση: (α) Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία την οποία ίδρυσε ο αποβιώσας στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (ΒΠΝ), και στην οποία ήταν ιδιοκτήτης σε ποσοστό 100% των μετοχών της. (β) Η εναγόμενη 2 είναι κυπριακή εταιρεία η οποία καθιδρύθηκε από τον αποβιώσαντα και τρεις ακόμα συνεταίρους του ήτοι τους εναγόμενους 3 και 4 και από κάποιο άλλο άτομο. Αυτοί μέσω εταιρειών τους, εγγεγραμμένες όλες στις ΒΠΝ, ήταν οι μέτοχοι σε ποσοστό 25% η καθεμιά/ ο καθένας τους στην εναγόμενη
- Η εταιρεία του αποβιώσαντος ήταν η εναγόμενη
- (γ) Η εναγόμενη 2 κατείχε υπό την ιδιοκτησία και έλεγχο της το 100% των μετοχών της εναγόμενης 10 (θυγατρική), η οποία είναι εταιρεία που συστάθηκε στην Ολλανδία και η οποία είχε υπό την ιδιοκτησία της ή διατηρούσε σημαντικά συμφέροντα σε 40 περίπου εταιρείες στην Ουκρανία διά των οποίων ο αποβιώσας και οι συνέταιροι του διεξήγαγαν τις εργασίες τους. (δ) Οι εναγόμενοι 3 και 4 είναι Ουκρανοί και ήταν συνέταιροι του αποβιώσαντος στις ως άνω εταιρείες. Με τις εταιρείες τους, όπως προαναφέρθηκε, συμμετείχαν σε ποσοστό επίσης 25% ο καθένας στην εναγόμενη 2 και ακολούθως αύξησαν εν αγνοία, κατ' ισχυρισμό, των κληρονόμων του αποβιώσαντος το ποσοστό τους σε αυτή όταν αγόρασαν τις μετοχές του 4ου από τους συνεταίρους. (ε) Οι εναγόμενες 5 και 6 είναι οι ονομαστικές διευθύντριες της εναγόμενης 2 και έχουν διορισθεί από τους εναγόμενους 3 και
- (στ) Ο εναγόμενος 7 είχε διορισθεί διευθυντής της εναγόμενης 2 από τους εναγόμενους 3 και 4 για την χρονική περίοδο 13.11.2017 - 30.12.2021 προς αντικατάσταση κάποιου Γεωργίου Ιωάννου ο οποίος είχε διορισθεί από τον αποβιώσαντα για να εκπροσωπεί τα συμφέροντα του στην εναγόμενη
- Η παρούσα αίτηση δεν τον αφορά. (ζ) Ο εναγόμενο 8 είναι προσωρινός διαχειριστής της εναγόμενης 1 ο οποίος διορίστηκε από Δικαστήριο των ΒΠΝ για να προστατεύσει το συμφέρον της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη
- Αυτός, μεταξύ άλλων, μεταβίβασε τις μετοχές της εναγόμενης 1 στους εναγόμενους 3 και 4 για την εξασφάλιση της αμοιβής του. (η) Η εναγόμενη 9 είναι Ουκρανή και σύζυγος του εναγόμενου
- Από την 11.03.2022 κατέστη μέτοχος στην εναγόμενη 2 όταν ο εναγόμενος 3 της μεταβίβασε τις μετοχές του στην εναγόμενη
- (θ) Για την εναγόμενη 10 εταιρεία έκανα ήδη αναφορά πιο πάνω στην παρ.(γ). Το συμφέρον του αποβιώσαντος στην εναγόμενη 2 δεν αποτέλεσε αντικείμενο διανομής μεταξύ των κληρονόμων του και δεν διαλαμβάνεται στο Τεκμ. 2 και 2 Α της Ε/Δ Μιχαήλ που είναι το σχετικό πιστοποιητικό που εξέδωσε συμβολαιογράφος κατά το Ουκρανικό δίκαιο. Σημειώνεται ότι ο αποβιώσας πέραν του περιουσιακού στοιχείου που αποτελούσε η συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο των εναγόμενων 1 και 2 (τα επίδικα δηλαδή περιουσιακά στοιχεία), διέθετε και άλλη περιουσίας που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Μετά από δήλωση, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπό κρίση αίτησης, εκ μέρους των δικηγόρων των εναγόντων 2, 3 και 4 η αγωγή όπως και η υπό κρίση αίτηση προωθούνται πλέον μόνο από την ενάγουσα
- Καταγράφω την ακριβή δήλωση όπως αυτή αποτυπώθηκε στο πρακτικό: «Οι ενάγοντες 2, 3 και 4 έχουν αποφασίσει ότι δεν επιθυμούν να λάβουν περαιτέρω μέρος στη διαδικασία αυτή, και η Αγωγή και η Αίτηση θα προωθηθεί από τούδε και στο εξής εκ μέρους της Ενάγουσας 1, η οποία στο εξής θα είναι η μοναδική Ενάγουσα. Ούτως ή αλλιώς από τη μελέτη της υπόθεσης και τα γεγονότα που προέκυψαν και μετά την καταχώριση της αρχικής αίτησης, έχοντας και τις ενστάσεις και όλα, φαίνεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα είναι η Ενάγουσα 1 ως διαχειρίστρια, που το έχει, και οι υπόλοιποι Ενάγοντες, εξ αρχής πιθανόν να μην χρειάζονταν. Περαιτέρω όμως, όπως έχετε ενημερωθεί από τους συναδέλφους που έχουν καταχωρίσει με τη συναίνεση μας συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, εναντίον των Εναγόντων 2,3 και 4 έχει εκδοθεί διάταγμα σε άλλη δικαιοδοσία που τους απαγορεύει να προσφεύγουν σε Δικαστήρια και έστω και αν θεωρούν ότι το εν λόγω διάταγμα είναι λανθασμένο και άδικο, εντούτοις διακατέχονται από σεβασμό προς όλα τα Δικαστήρια όλου του κόσμου και δεν επιθυμούν να παραβιάσουν οποιοδήποτε διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου». Σημειώνω ότι πρόκειται για απόφαση Δικαστηρίου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων (ΒΠΝ). Η μοναδική πλέον Ενάγουσα 1 ενάγει υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια δυνάμει περιορισμένου παραχωρητηρίου ημερομηνίας 14.01.2022 της περιουσίας του Igor Myronovich Ieremeiev (στη συνέχεια «ο αποβιώσας») (Τεκμ.1 στην Ε/Δ Μιχαήλ ημερ. 02.05.2023, το οποίο ανανεώθηκε με το διάταγμα ημερ. 04.02.2022). Εφόσον ακόμα και τα διατάγματα αυτά έδωσαν έρεισμα αντιδικίας και συζήτησης κατά την ακροαματική διαδικασία, θα σχολιάσω το περιεχόμενο τους. Είναι προφανές ότι τα εκδοθέντα διατάγματα καλύπτουν και την έγερση της παρούσας αγωγής εφόσον είναι εμφανές ότι παρείσφρησε κατά τη σύνταξη του διατάγματος της 04.02.2022 λανθασμένη διατύπωση και αυτό θα πρέπει να διαβάζεται κατά την αντίληψη μου στην 3η γραμμή της 2ης παραγράφου με τη πρόταση «που θα καταχωρισθεί» και όχι ως είναι διατυπωμένη «που καταχωρήθει». Αν δεν υπήρξε σχετική αίτηση προς διόρθωση του αυτό θα πρέπει να γίνει εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της παρούσας απόφασης. Θα παραθέσω όμως πλήρες το λεκτικό του αρχικού διατάγματος ημερ. 14.01.2022 που ενδιαφέρει: «Το εν λόγω περιορισμένο παραχωρητήριο χορηγείται στην Χρίστια Μιχαήλ από την Λευκωσία (αναφέρεται η διεύθυνση και ταυτότητα της) περιορισμένων εγγράφων διαχείρισης (Limited Grand) της περιουσίας του Igor Myronovych Ieremeiev, μονίμου κατοίκου Ουκρανίας που πέθανε στις 13.08.2015 επί το τέλει έγερσης αγωγής (ων) ή άλλων διαδικασιών εις τα Κυπριακά Δικαστήρια προς διασφάλιση των δικαιωμάτων κληρονόμων του αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία που κατέλειπε στην Κύπρο ή οτιδήποτε συναφές με αυτά εναντίον προσώπων που παράνομα έχουν επέμβει σε αυτή ήτοι των Wog Holdings Ltd εκ Λευκωσίας, των διευθυντών της, των εκ των δικαιούχων στην πλειοψηφία των μετοχών της Stepan Ivakhiv και Sergii Lagur οι οποίοι τους κατευθύνουν καθώς και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που συνεργάζεται μαζί τους σε βάρος των συμφερόντων του αποβιώσαντος στην εν λόγω εταιρεία και κατ' επέκταση σε βάρος σε βάρος των νόμιμων κληρονόμων του για χρονικό διάστημα 20 ημερών». Ακριβώς η αίτηση με την οποία επανήλθε η Αιτήτρια και εκδόθηκε το διάταγμα της 04.02.2022 αποσκοπούσε στην επέκταση αυτού του χρονικού διαστήματος με την αναφορά πλέον «.και θα ισχύει μέχρι να ολοκληρωθεί και το Δικαστήριο θα πληροφορείται για την πορεία της υπόθεσης κάθε δύο χρόνια». Η αγωγή υπενθυμίζεται ότι καταχωρίστηκε μόλις στις 02.05.
- Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής καταχωρίστηκε και η υπό κρίση διά κλήσεως αίτηση, με την οποία αξιώνονται διάφορα προσωρινά διατάγματα. Αντικείμενο επομένως της παρούσας απόφασής μου είναι η αίτηση αυτή. Το βασικό παράπονο της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), στο οποίο εδράζονται οι αξιώσεις της, αφορά τη μεταβίβαση 1750 μετοχών της εναγόμενης 2 που είναι κυπριακή εταιρεία οι οποίες ανήκαν στην εναγόμενη 1 ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος προς τους πρώην συνεταίρους του εναγόμενους 3 και
- Σύμφωνα με τα αναμφισβήτητα γεγονότα η ως άνω μεταβίβαση τροχιοδρομήθηκε από τον Εναγόμενο 8, δηλαδή τον διαχειριστή της εναγόμενης 1 ο οποίος διορίστηκε κατόπιν αίτησης των κληρονόμων του για την διασφάλιση των συμφερόντων τους. Ο τελευταίος καταχώρισε αίτηση στο Δικαστήριο των ΒΠΝ για την παραχώρηση άδειας μεταβίβασης των υπό αναφορά μετοχών. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος κλήθηκαν και έλαβαν μέρος στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των ΒΠΝ. Καταχώρισαν ενστάσεις οι οποίες απέτυχαν με αποτέλεσμα την έκδοση διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η μεταβίβαση των ως άνω μετοχών στις 14.12.
- Ούτε και αμφισβητείται ότι η μεταβίβαση των επίδικων μετοχών έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του ως άνω διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η μεταβίβαση. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 3 μεταβίβασε τις μετοχές του στην Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση στην Εναγόμενη 9/Καθ' ης η αίτηση, μεταβιβάσεις που κατά την Αιτήτρια είναι προϊόν απάτης και/ή συνωμοσίας και είναι άκυρη και/ή στερείται εννόμου αποτελέσματος. Με την αγωγή αξιώνονται μεταξύ άλλων από τους εναγόμενους 2 - 10 όπως παράσχουν στην ενάγουσα πλήρεις και λεπτομερείς λογαριασμούς αναφορικά με οποιαδήποτε ποσά που δυνατό να έχουν εισπράξει και/ή κέρδη ή άλλα οφέλη που δυνατό να έχουν αποκομίσει από οποιαδήποτε συναλλαγή, δικαιοπραξία, πράξη, ενέργεια ή οποιουδήποτε είδους άλλη δραστηριότητα από τις 15.08.2015 (ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος) και εντεύθεν σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο και/ή έσοδα των εναγόμενων 2 και 10, διατάγματα αποκατάστασης στους εναγόμενους 2 των κερδών και/ή άλλα οφέλη που δυνατό να έχουν αποκομίσει από οποιανδήποτε συναλλαγή, δικαιοπραξία, πράξη, ενέργεια ή οποιουδήποτε είδους άλλη δραστηριότητα από τις 15.08.2015 και εντεύθεν σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο και/ή τα έσοδα των εναγόμενων 2 και 10 και αξιώνουν όπως διανεμηθεί στην εναγόμενη 1 το μερίδιο στο οποίο δικαιούται. Αξιώνουν επίσης αποζημιώσεις για συνωμοσία και/ή απάτη και/ή παράνομη κατακράτηση και/ή ιδιοποίηση και /ή δόλια βοήθεια και ή δόλια παραλαβή και/ή αμέλεια και ή παραβίαση θεσμίων καθηκόντων των εναγόμενων. Αξιώνονται επίσης αυξημένες και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Τα προσωρινά διατάγματα παγοποίησης και αποκάλυψης, αποσκοπούν κατά την Αιτήτρια στο να διασφαλιστούν τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και επαρκής περιουσία προς εκτέλεση τυχόν τελικής απόφασης. Η αίτηση όπως ανέφερα και προηγουμένως προωθείται πλέον εκ μέρους της Αιτήτριας, καθώς, σύμφωνα με τους δικηγόρους των αρχικών Εναγόντων/Αιτητών, διαφάνηκε ότι η επίδικη ζημιά έχει προκληθεί στην περιουσία του αποβιώσαντος και στις εταιρείες στις οποίες κατείχε μετοχές κατά την ημέρα του θανάτου του. Σύμφωνα με τα αιτητικά της αίτησης τα αιτούμενα διατάγματα μπορούν να διαχωριστούν στις ακόλουθες κατηγορίες: (α) Διατάγματα παγοποίησης των μετοχών της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση και των υπ' αυτής περιουσιακών στοιχείων, που αποτελούν εν πολλοίς το επίδικο αντικείμενο (Αιτητικά υπό Α, Β, Γ και Δ). (β) Διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των εναγόμενων προς εξασφάλιση της όποιας χρηματικής απόφασης υπέρ της ενάγουσας (Αιτητικά υπό Στ και Ζ). (γ) Επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης για αστυνόμευση των ως άνω διαταγμάτων παγοποίησης (Αιτητικά υπό Ε, Η και Ι). Στην παρ. Θ της αίτησης, έχουν προβλεφθεί και περιληφθεί, όπως και θα έπρεπε, εξαιρέσεις από τα διατάγματα παγοποίησης, ώστε να μην προκληθεί οποιαδήποτε αδικία σε βάρος των εναγόμενων. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται από την ίδια την Αιτήτρια με ένορκο δήλωση της την οποία υπογράφει υπό την ιδιότητα που αναγράφεται στον ίδιο τον τίτλο της αγωγής και της αίτησης (στη συνέχεια «η Ε/Δ Μιχαήλ»). Η κ. Μιχαήλ πέραν των λεπτομερειών που παρέχει προς υποστήριξη της αίτησης στην πολυσέλιδη ένορκο δήλωσή της επισυνάπτει και πληθώρα εγγράφων ως τεκμήρια. Καταχωρίστηκαν ενστάσεις από όλους τους εναγόμενους πλην του εναγόμενου 7 για τον οποίο δηλώθηκε εξ αρχής ότι δεν τον αφορούσε η αίτηση. Στις ενστάσεις προβάλλονται διάφοροι λόγοι για τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να πετύχει και αυτές υποστηρίζονται από λεπτομερείς επίσης ενόρκους δηλώσεις συνοδευόμενες από πληθώρα εγγράφων/ τεκμηρίων. Συγκεκριμένα την ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης εκ μέρους των Εναγόμενων 2 και 10/Καθ' ων η αίτηση υπογράφει η κ. Ευδοκία Θεοχαρίδου που είναι μία εκ των διευθυντριών της Εναγόμενης 2/ Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η 1η Ε/Δ Θεοχαρίδου»). Οι εναγόμενοι 3 και 4/Καθ' ων η αίτηση δήλωσαν διά του δικηγόρου τους ότι θα έχουν κοινή εκπροσώπηση με τους εναγόμενους 2 και
- Οι εναγόμενες 5 και 6 οι οποίες είναι οι Ονομαστικές Διευθύντριες της εναγόμενης 2 αν και δεν τις αφορούν προσωπικά τα αιτούμενα διατάγματα επέλεξαν και αυτές και καταχώρισαν ένσταση και αυτές μέσω διαφορετικού δικηγορικού γραφείου από αυτό που εκπροσωπεί εδώ την εναγόμενη
- Η ένσταση των εναγόμενων 5 και 6 υποστηρίζεται επίσης από ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει η κ. Ευδοκία Θεοχαρίδου (στη συνέχεια «η 2η Ε/Δ Θεοχαρίδου»). Η ένσταση του Εναγόμενου 8/Καθ' ου η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση την οποία υπογράφει ο δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπεί στην παρούσα κ. Σάββας Θεοφάνους (στη συνέχεια «η Ε/Δ Θεοφάνους»). Τέλος, η ένσταση της Εναγόμενης 9/Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του δικηγόρου επίσης στο δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί στην παρούσα κ. Ελευθέριου Οικονόμου (στη συνέχεια η «Ε/Δ Οικονόμου»). Μετά από σχετικό αίτημα και τη συναίνεση της Αιτήτριας, το Δικαστήριο έδωσε άδεια στους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση 2, 4, 8 και 10 όπως καταχωρίσουν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις για να περιγράψουν μεταγενέστερες εξελίξεις που θεώρησαν σηματικές για την υπόθεση και που έλαβαν χώρα σε μια αλλοδαπή δικαστική διαδικασία. Τις εν λόγω συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ορκίζονται, εκ μέρους των Εναγόμενων 2, 3, 4 και 10/ Καθ' ων η αίτηση η δικηγόρος Ελεάνα Δημητρίου (στη συνέχεια «η Σ/Ε/Δ Δημητρίου») και εκ μέρους του Εναγόμενου 8/ Καθ' ου η αίτηση η δικηγόρος Αντωνία Κυριάκου (στη συνέχεια «η Σ/Ε/Δ Κυριάκου»). Η Αιτήτρια διά των δικηγόρων της επισήμανε το γεγονός ότι η ίδια δεν είναι διάδικος σε εκείνη τη διαδικασία και έτσι θεωρεί τα γεγονότα αυτά άσχετα με την υπόθεση αυτή και είναι αυτός ο λόγος που δεν έφερε ένσταση, για να αποφευχθεί, όπως τέθηκε το ζήτημα, αχρείαστη καθυστέρηση και άσκοπη σπατάλη του δικαστικού χρόνου. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των εκατέρωθεν ισχυρισμών στην αίτηση και στις ενστάσεις αντίστοιχα και των ενόρκων δηλώσεων με τα σχετικά τεκμήρια που τις υποστηρίζουν. Όλες οι πλευρές είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν και καταθέσουν γραπτές αγορεύσεις όπου αναλύουν με ενάργεια τις θέσεις τους και είχαν επίσης την ευκαιρία να προβούν και σε προφορικές τοποθετήσεις/ διευκρινήσεις επί αυτών κατά την ακροαματική διαδικασία. Θα πρέπει να πω ότι οι αγορεύσεις, επικεντρωμένες επί ζητημάτων τα οποία εισηγούνται ότι θα πρέπει να τύχουν εξέτασης - όπως τα αντιλαμβάνεται και εισηγείται ασφαλώς η κάθε πλευρά - μου στάθηκαν υποβοηθητικές για να αντιληφθώ την πληθώρα των ζητημάτων και τις θέσεις τους και να με οδηγήσουν στα δικά μου συμπεράσματα. Σταχυολογώ από τις ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση τα κυριότερα ζητήματα που αναδεικνύουν προς συζήτηση και εξέταση. Προτάσσουν θέμα διεθνούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου εισηγούνται ότι τα κυπριακά δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ για εκδίκαση της υπόθεσης, ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, το αναμφισβήτητο γεγονός ότι υπάρχει εκκρεμοδικία αναφορικά με δικαστική διαδικασία στις ΒΠΝ για τα ίδια, κατ' ισχυρισμό τους, ζητήματα κατά τρόπο που καθιστά την παρούσα διαδικασία περιττή και καταχρηστική και ως εκ των άνω και των εκεί δικαστικών διαδικασιών ότι για να προωθηθεί η παρούσα αγωγή χρειαζόταν η άδεια του δικαστηρίου των ΒΠΝ σύμφωνα τόσο με νομική γνωμοδότηση αλλά και αναφορές σε αποσπάσματα δικαστικής απόφασης στο πλαίσιο των εκεί δικαστικών διαδικασιών και όσων τέθηκαν ενώπιον μου με τις Σ Ε/Δ της Δημητρίου και Κυριάκου στο περιεχόμενο των οποίων γίνεται εκτενής αναφορά. Αποφεύγω την καταγραφή στο μέρος αυτό της απόφασης μου όσα διαλαμβάνονται στα ως άνω έγγραφα όπως και στις αγορεύσεις (γραπτές και προφορικές), ή έστω απόπειρα σύνοψης τους εφόσον θα καταλάμβαναν δεκάδες σελίδες της απόφασης και θα συνιστούσαν, κατά την αντίληψη μου, αχρείαστη επανάληψη, εφόσον όσα από αυτά είναι βοηθητικά και αναγκαία για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου θα καταγραφούν και θα σχολιαστούν στην ανάλυση που θα ακολουθήσει (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 και την επίσης απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021) όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «.Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η αίτηση κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας δεν στρέφεται εναντίον όλων των εναγόμενων, αλλά συγκεκριμένα εναντίον των εναγόμενων 2, 3, 4, 8, 9 και 10. Οι εναγόμενες 5 και 6 προφανώς θεώρησαν ότι τους αφορά προσωπικά υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της εναγόμενης 2 σύμφωνα με το Τεκμ. 5 της Ε/Δ Μιχαήλ. Τα ως άνω ζητήματα είναι ζητήματα που με έχουν ήδη απασχολήσει και έχω ήδη αποφασίσει στο πλαίσιο της ενδιάμεσης απόφασης μου με ημερ. 09.08.2023, με την οποία απορρίφθηκαν αιτήσεις των εναγόμενων για παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος και στις οποίες οι εναγόμενοι είχαν επικαλεστεί ουσιαστικά τα ίδια επιχειρήματα. Ούτε και θα πρέπει να με απασχολήσει εκ νέου το ζήτημα το οποίο τίθεται από τους εναγόμενους 2, 3, 4, 8 και 10, οι οποίοι - παρά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου που ξεκαθάρισε το θέμα αυτό - εκλαμβάνουν την αγωγή αυτή ως "επικουρική" της δικαστικής διαδικασίας στις ΒΠΝ και ότι υπόκειται στις εντολές του αλλοδαπού δικαστηρίου. Για τα ως άνω ζητήματα όμως έχω ήδη αποφανθεί με την ως άνω ενδιάμεση απόφαση μου και τα θέματα αυτά δεν μπορούν να τύχουν επανεξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Κάτι τέτοιο, εξάλλου, δεν είναι επιτρεπτό. Θα καθιστούσε δηλαδή το ίδιο Δικαστήριο εφετείο του εαυτού του, αντίθετα από όσα επιτάσσει η νομολογία (βλ. Σιδέρη κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ. 286). Είναι όμως το κατάλληλο σημείο να ξεκαθαρίσω αν η ιδιότητα της Ενάγουσας/Αιτήτριας της παρέχει τη δυνατότητα να αποταθεί σε κυπριακό δικαστήριο και να επιζητήσει την αιτούμενη θεραπεία. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποφανθώ υπέρ αυτής της δυνατότητας της. Τούτο γιατί εξασφάλισε σχετικό διάταγμα όπως προαναφέρθηκε με το οποίο της έχει προσδοθεί η ιδιότητας υπό την οποία ενάγει στην παρούσα αγωγή. Αναφέρθηκα πιο πάνω σε αυτά και η επανάληψη τους καθίσταται αχρείαστη. Το διάταγμα και η ανανέωση του που εξασφάλισε από το Δικαστήριο (Τεκμ. Α στην Ε/Δ Μιχαήλ 11.05.2023), ασφαλώς και της δίδει αυτή την ιδιότητα υπό την οποία θα πρέπει καθηκόντως να προστατεύσει τα κληρονομικά δικαιώματα των κληρονόμων του αποβιώσαντος. Ό,τι ουσιαστικά επιδιώκει η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτησή της είναι απλό, πρόκειται για την προστασία και την μη περαιτέρω αποξένωση των 1750 μετοχών της εναγόμενης 2 (που είναι περιουσιακό στοιχείο κυπριακής εταιρείας) τις οποίες κατείχε ο αποβιώσας σε ποσοστό 25% του κεφαλαίου της μέσω της εναγόμενης 1 εταιρείας του, της οποίας ήταν ο απόλυτος ιδιοκτήτης σε ποσοστό 100%. Κοντολογίς, επιδίωξη της ενάγουσας είναι ακριβώς να διασφαλίσει τα συμφέροντα του αποβιώσαντος ιδιοκτήτη της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη 2 και των κληρονόμων αυτού. Των ως άνω λεχθέντων θα επικεντρωθεί η προσοχή μου στο κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Όπου ασφαλώς κριθεί αναγκαίο θα σχολιαστούν και επιμέρους θέματα που έχουν εγερθεί με τις ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση και ενδιαφέρουν την παρούσα αίτηση. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 32 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΥ (Ν.14/1960): Η νομολογία μας είναι πλούσια και σε αυτή έχουν καθοριστεί οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων οι οποίες είναι καλά γνωστές όπως και οι πρόνοιες του Άρθρου 32. Θα αρκεστώ στην απλή παράθεση κάποιων από αυτές τις αποφάσεις όπως είναι η υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd. a.o.
(1982)1 CLR 557, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita - Aluminium Co Limited κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1Α ΑΑΔ 253 στις οποίες με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των μερών. Η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), προϋποθέτει απλώς την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Όπως αναφέρθηκε στην Odysseos v. A. Pieris Estates Limited (ανωτέρω), σελ. 569, «There is no reason in principle or on authority to interpret "a serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32
(1)— Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon». Σύμφωνα με την Ε/Δ Μιχαήλ, οι Εναγόμενοι 3 και 4/ Καθ' ων η αίτηση - με τη συμμετοχή και συνδρομή, ηθελημένα ή μη, όλων των υπολοίπων εναγόμενων - κατέστρωσαν και έθεσαν σε εφαρμογή ένα δόλιο σχέδιο με σκοπό την υφαρπαγή της τεράστιας περιουσίας του αποβιώσαντος, της οποίας η Αιτήτρια διατελεί διαχειρίστρια, ένεκα της συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο των εναγόμενων 1 και 2 αλλά και της θυγατρικής της τελευταίας της εναγόμενης
- Είναι δε ξεκάθαρο ότι, εάν ευσταθούν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, στοιχειοθετούνται πολλαπλές αιτίες αγωγής εναντίον των εναγόμενων, οι οποίες κατονομάζονται στο Κλητήριο Ένταλμα. Μεταξύ άλλων, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να στοιχειοθετούνται τα αστικά αδικήματα της απάτης, της συνωμοσίας, παράνομης κατακράτησης και της ιδιοποίησης, καθώς και της αμέλειας, αλλά και οι εκ του δικαίου της επιείκειας αιτίες αγωγής της δόλιας βοήθειας (dishonest assistance) και δόλιας παραλαβής (knowing receipt). Προς τούτο στην Ε/Δ Μιχαήλ καταλογίζονται στους εναγόμενους συγκεκριμένες ενέργειες και πράξεις. Ως τέτοιες εντοπίζω τις αυξήσεις του μετοχικού εκδοθέντος κεφαλαίου της εναγόμενης 2 που έλαβαν χώρα ακόμα και μετά το θάνατο του αποβιώσαντος χωρίς οι κληρονόμοι αυτού να λάβουν οποιαδήποτε σχετική ειδοποίηση και ούτε έγινε οποιαδήποτε μνεία περί ύπαρξης εμπιστεύματος αναφορικά με τα συμφέροντα του αποβιώσαντος στην εναγόμενη
- Η εξαγορά δε των μετοχών της 4ης συμμετέχουσας εταιρείας από τους εναγόμενους 3 και 4 ή τις εταιρείες τους είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η μετοχική δομή της εταιρείας χωρίς ποτέ να αποκαλυφθεί στους κληρονόμους του αποβιώσαντος το αντίτιμο που έδωσαν οι εναγόμενοι 3 και 4 και ούτε τους δόθηκε το δικαίωμα προτίμησης που είχαν σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας. Στις 03.09.2021 οι εναγόμενοι 3 και 4 διέλυσαν τις εταιρείες τους μέσω των οποίων κατείχαν τις μετοχές τους στην εναγόμενη 2 και τις ενέγραψαν στα ονόματά τους. Τότε ήταν που ο εναγόμενος 8 παρά την ένσταση και διαμαρτυρία των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρνήθηκε να ασκήσει τα δικαιώματα προαγοράς της εναγόμενης 1 πριν οι μετοχές που κατείχαν οι εταιρείες των εναγόμενων 3 και 4 μεταβιβαστούν στα ονόματα τους και στη συνέχεια να διαλυθούν. Ακόμα με τη συνέργεια του εναγόμενου 8, ο οποίος ενεργούσε ως ο Receiver απέκτησαν στις 30.12.2021 όλες τις μετοχές της εναγόμενης 2 από ½ έκαστος καταβάλλοντας κατά την Αιτήτρια ευτελές ποσό που υπολογίζεται στο 1/10 της αξίας τους όπως εξηγεί με παραπομπή σε σχετικούς εξελεγμένους λογαριασμούς (Τεκμ. 6,6 Α και 7 στην Ε/Δ Μιχαήλ). Ούτε και όταν στις 11.03.2022 ο εναγόμενος 3 μεταβίβασε τις μετοχές που κατείχε στην εναγόμενη 2 στην σύζυγο του την εναγόμενη 9, έδωσε οποιανδήποτε ειδοποίηση στους κληρονόμους του αποβιώσαντος ως είχε υποχρέωση σύμφωνα με την παρ. 34 του ιδρυτικού εγγράφου της εναγόμενης 2 (Τεκμ. 4 στην Ε/Δ Μιχαήλ). Ως τέτοια ενέργεια καταλογίζεται στους εναγόμενους 3 και 4 και η παύση του διευθυντή της εναγόμενης 2 Γιώργου Ιωάννου τον οποίο είχε διορίσει ο αποβιώσας για προστασία των συμφερόντων του σ' αυτή χωρίς την συγκατάθεση των κληρονόμων του. Όλα τα ανωτέρω φαίνονται σε έρευνα που διενεργήθηκε στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Μιχαήλ). Η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, δηλαδή η Αιτήτρια να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή της, αναλύεται στην Odysseos (ανωτέρω), σελ. 569 ως ακολούθως: «On the other hand, it is fair to assume that the second requirement laid down by the legislature as a pre-condition for the grant of an interlocutory injunction — "a probability that the plaintiff is entitled to relief" — relates to something other than the complexion of the pleaded case of the applicant, and that could not be, in the context of this statutory provision, anything other than the evidential strength of the case of the plaintiff. In so holding, we are fortified by a series of decisions of the Supreme Court to the effect that the principles adopted in Ethicon do not apply in their entirety or in all their breath in Cyprus. The Court must purport to make some evaluation, what this should be we shall explain below, of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction. (See, Acropol Shipping Co. Ltd. & Others v. Petros Rossis
(1976)1 C.L.R. 38; Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585; Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231; HadjiKyriacos & Co. v. United Biscuits
(1979)1 C.L.R. 689). The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re J. S. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s.32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible, chance of success». Εξετάζοντας τις ενστάσεις των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνω ότι επί της ουσίας όσων τους καταλογίζει η Αιτήτρια, αυτοί ούτε καν προσπαθούν να αντικρούσουν τους πολύ σοβαρούς ισχυρισμούς που η ενάγουσα προωθεί σε βάρος τους. Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση, δεν παρατίθενται καθόλου ή έστω αμυδρά οι θέσεις τους επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Αντ' αυτού, οι ενόρκως δηλούντες αναλώνονται στην παράθεση νομικών θέσεων ως προς τη μη εκπλήρωση καμιάς από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και όσων άλλων εξετάζονται σε αυτής της φύσης τις αιτήσεις, καταλήγοντας στην εισήγηση ότι η αίτηση όπως και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθούν Η παραδοχή των Εναγόμενων/Καθ' ων η αίτηση ότι, η επίδικη περιουσία κατέληξε πράγματι στην κατοχή της Εναγόμενης 9/ Καθ' ης η αίτηση, θα έλεγα ότι συνηγορεί με τη θέση της Αιτήτριας με τους Καθ' ων η αίτηση να ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε καλόπιστα. Ωστόσο, χωρίς να εξηγούν καθόλου - όπως εύλογα θα ανέμενε κάποιος - με ποιο τρόπο και ποια αντιπαροχή μια περιουσία αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων κατέληξε στην κατοχή της Εναγόμενης 9/Καθ' ης η αίτηση, λίγο καιρό μετά το διαζύγιο της με τον Εναγόμενο 3/Καθ' ου η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση ως προς το ζήτημα αυτό ισχυρίζονται ότι αργότερα οι μετοχές που αγόρασε ο εναγόμενος 3 μεταβιβάσθηκαν στην γυναίκα του, ήτοι την εναγόμενη
- Την παραδοχή αυτή την επαναλαμβάνει και η ίδια η Εναγόμενη 9/Καθ' ης η αίτηση στην παρ. 11 της Ε/Δ Οικονόμου με την υιοθέτηση της ενόρκου δηλώσεων των Καθ' ων η αίτηση 2 και 10 επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της, επισυνάπτοντας την μάλιστα και ως τεκμήριο. Ωστόσο, ούτε ο κ. Οικονόμου εξηγεί για ποιο λόγο η επίδικη περιουσία περιήλθε στην κατοχή της Εναγόμενης 9/Καθ' ης η αίτηση. Με τα ως άνω δεν αντικρούονται οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, ότι δηλαδή με διάφορα δόλια μέσα, υπεξαίρεσαν την περιουσία του αποβιώσαντος και των εταιρειών στις οποίες αυτός συμμετείχε, περιοριζόμενοι αντ' αυτού στο να προβαίνουν σε λεπτομερείς αναφορές περί δικονομικών διαβημάτων που έλαβαν σε δικαστήρια άλλων χωρών και σε «ακαδημαϊκές», όπως εύστοχα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας χρησιμοποιούν τον όρο, συζητήσεις, για τους νόμους ξένων χωρών. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της Ε/Δ Μιχαήλ ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση κατέστρωσαν απατηλό σχέδιο και υπεξαίρεσαν την περιουσία του αποβιώσαντος είναι φανερόν ότι παρέμειναν χωρίς απάντηση και έτσι αναντίλεκτοι. Προβάλλεται από τους Καθ' ων η αίτηση ότι παρούσα αγωγή δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί επειδή - σύμφωνα με τη γνώμη των εναγόμενων - το νομικό μας σύστημα δεν επιτρέπει την προώθηση διπλής παράγωγης αγωγής. Αναγνωρίζεται από τους συνηγόρους της Αιτήτριας ότι πράγματι δεν υπάρχει σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέθηκαν υπόψη μου δυο αντιφατικές πρωτόδικες ενδιάμεσες αποφάσεις, οι οποίες καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα: Πρόκειται για τη Navalny v. Clusseter Ltd. κ.α. Αρ. Αγωγής 855/2011 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 24.04.2012 απόφαση της κ. Α. Πούγιουρου Π.Ε,.Δ. (όπως ήταν τότε), όπου κρίθηκε ότι δεν επιτρέπεται η έγερση διπλής παράγωγης αγωγής, ενώ στη Zhankulieva κ.α. v. Tedcom Finance Limited κ.α. Αρ. Αγωγής 2068/2010 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 10.03.2011 υπό της κ. Τ. Ψαρά, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) κρίθηκε ότι δεν υπάρχει λόγος να απαγορεύεται. Στην Zhankulieva ανέφερε και τα ακόλουθα με τα οποία και συμφωνώ και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Αναφορικά με τη βασιμότητα της θέσης του κ. Πίττα σε συνάρτηση με την πολλαπλή παράγωγη αγωγή μου έχει τεθεί ως βασική αυθεντία η υπόθεση του Εφετείου του Χονγκ Κονγκ Waddington Limited v. Chan Chun Hoo Thomas and Others (FACV No. 15 of 2007) στην οποία έγινε αποδεκτό πως μέτοχος ιθύνουσας εταιρείας «parent company» μπορούσε να ενάγει εκ μέρους της θυγατρικής της τελευταίας για αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν σε βάρος της θυγατρικής. Ο κ. Πίττας επεσήμανε ότι το θέμα εκεί αντιμετωπίστηκε ουσιαστικά: "On the well established thinking as to why a single derivative action is maintainable, there is no reason why a multiple derivative action is not". Θα επαναλάβω ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε τελικά ευρήματα ή πλήρη ανάλυση των πιο πάνω θέσεων. Κρίνω έχοντας υπόψη τη συνολική θεώρηση της μαρτυρίας της πλευράς των Εναγόντων, έστω και από το πρίσμα της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση, ότι παρέχονται επαρκή στοιχεία ώστε να καταδειχθούν εκ πρώτης όψεως δικαιώματα ή ενδείξεις δικαιωμάτων των Εναγουσών σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα της ισχυριζόμενης απάτης και παραβίασης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας εκ μέρους των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση με συνδυασμό ενεργειών των ιδίων αλλά και εταιρειών ή προσώπων που λειτουργούν ως οχήματα αυτών ή χειραγωγούνται απ' αυτούς με τον τρόπο που η Ενάγουσα εξήγησε». Έτσι και εδώ να υπενθυμίσω ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν εξετάζει αντικρουόμενους ισχυρισμούς ή πολύπλοκα νομικά θέματα, αρκούμενο στην ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της υπόθεσης του ενάγοντος. Στην Parico (ανωτέρω, σελ. 2039-41) λέχθηκαν τα εξής με αναφορά σε αγγλικές αυθεντίες: «Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και από την Αγγλική Νομολογία - Βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., παραγ. 620 και 621: «
- Remedy by injunction. . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... An interlocutory injunction is thus a temporary, discretionary and exceptional remedy. It is available before the rights of the parties have been finally determined and, in the case of an ex parte injunction, even before the court has been appraised of the nature of the defendant's case. It is no part of the court's function at this early stage in the litigation to try to resolve conflicts of evidence on affidavit as to the facts on which the claims of either party may ultimately depend. The evidence is incomplete because it is not until the trial that it is tested by oral cross-examination. Perfect justice cannot be achieved since the court is acting on imperfect information. It is not, therefore, appropriate for the court to decide conflicting questions of fact or difficult questions of law which call for detailed argument and mature consideration. These are matters to be dealt with at the trial. .
- Arguable case. .What the affidavit evidence must disclose is that there is a serious question to be tried and that the plaintiff has prospects of success which exist in substance and reality. The plaintiff does not, as was formerly thought, have to establish that he has a strong prima facie case or a prima facie case or even a probability that he will succeed at the trial. The burden on the plaintiff is the lesser one of showing an arguable case to be tried. . ». Υιοθετούμε την πιο πάνω θεώρηση του θέματος. Είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τη νομολογία μας. Εξέταση των θέσεων και εισηγήσεων που έχουν προβληθεί από τους εφεσείοντες θα ισοδυναμούσε με εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. Με βάση το υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θεωρούμε ότι υπάρχουν όντως σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των επιδίκων δικαιωμάτων και δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθούμε. Οι σχετικοί λόγοι της έφεσης δεν ευσταθούν». Η θεώρηση αυτή, ότι δηλαδή είναι άκρως ανεπιθύμητο το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και των εκατέρωθεν εκδοχών και νομικών επιχειρημάτων στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος, ακολουθήθηκε μεταξύ άλλων και στην Polyford Holdings Ltd κ.α. v. Rosestage Enterprises Ltd κ.α.
(2007)1Β ΑΑΔ 1042, όπου το επίδικο σημείο ήταν πολύ παρόμοιο με αυτό της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε με επιδοκιμασία την άρνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην προβεί στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος σε κρίση κατά πόσο η αγωγή ήταν προσωπική ή παράγωγη, αναφέροντας τα εξής: «Στην υπό εκδίκαση αίτηση, με κανένα τρόπο δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο για σκοπούς παρεμπίπτοντος διατάγματος να αποφασίσω την ακριβή φύση της αγωγής των εναγόντων, ώστε να αποφανθώ αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγερση παράγωγης αγωγής ή παράγωγης και προσωπικής ενωμένης σε μια αγωγή, εφόσον οι θέσεις των διαδίκων είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Ούτε θεωρώ αναγκαίο να αποφασίσω κατά πόσο οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από τους αιτητές ως «οι παραβάτες», πραγματικά ελέγχουν την εταιρεία, δεδομένου ότι η εταιρεία, όπως αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση, ανήκει κατά 90% στη Tanor S.A. και πολύ περισσότερο δεν θεωρώ αναγκαίο σε αυτό το στάδιο να εξετάσω ποιοι ελέγχουν την Tanor S.A. Όμως έχω βεβαιωθεί ότι εκ πρώτης όψεως και με βάση τα όσα αποκαλύπτονται στην αγωγή, υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση σε ό,τι αφορά τα διατάγματα που ζητούνται με τις παραγράφους Α και Β της αίτησης». Η ίδια αρχή τυγχάνει εφαρμογής και στο ζήτημα κατά πόσο ο αποβιώσας ήταν ο εγγεγραμμένος μέτοχος της εναγόμενης 1, στο οποίο υπάρχει διαφωνία των διαδίκων επί των γεγονότων, με την Αιτήτρια να θεωρεί ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των μετοχών κατά την ημέρα του θανάτου του και συνεπώς η Αιτήτρια ως διαχειρίστρια της περιουσίας του νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή, ενώ οι εναγόμενοι διαφωνούν. Με βρίσκει όμως σύμφωνο η προσέγγιση των δικηγόρων της Αιτήτριας ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι στο παρόν στάδιο. Επομένως, η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με το εμπίστευμα, η εγκυρότητα του οποίου αμφισβητείται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος και για τούτο ήγειραν δικαστικές διαδικασίες στις ΒΠΝ, δεν είναι εδώ που θα πρέπει να εξεταστεί αλλά στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι οι πρώτες δυο προϋποθέσεις ικανοποιούνται, καθώς είναι πολύ πιθανό, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η ενάγουσα να δικαιούται στις αξιούμενες θεραπείες ως αποτέλεσμα του ισχυριζόμενου δολίου σχεδίου που οι εναγόμενοι φέρονται ότι εφάρμοσαν σε βάρος της περιουσίας του αποβιώσαντος. Σε σχέση τώρα με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960 (να είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο), η Εναγόμενη 9/Καθ' ης η αίτηση, προβάλλει τη θέση (στον 11ο λόγο της ένστασης της), ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση αυτή διότι δεν αποδεικνύεται οποιοσδήποτε επικείμενος κίνδυνος. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι αναφέρουν γενικά και αόριστα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32, χωρίς να εξειδικεύουν τους λόγους. Η θέση όμως αυτή των εναγόμενων δεν συνάδει με τη νομολογία μας. Παραπέμπω σχετικά στην Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1121, σελ. 1128 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τα στοιχεία που έχουν προβληθεί και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση μας κρίνεται επιβεβλημένη. Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται "στερεά, θετική μαρτυρία" και "απτά στοιχεία" για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ορθή αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, "Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία." Στην παρούσα περίπτωση η επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας με το ποσό των £1.000.000 μετά τόκων δεν αμφισβητήθηκε. Ανεξάρτητα από την εισήγηση των εφεσιβλήτων ότι το απαιτούμενο ποσό των £820.000 ετησίως από την εφεσείουσα χαρακτηρίζεται ως έσοδο και όχι ως κέρδος, η απαίτηση παραμένει σε ψηλά επίπεδα και το παραμένον υπόλοιπο της αξίας της ακίνητης περιουσίας δεν παρέχει τα εχέγγυα ικανοποίησης μιας πιθανής δικαστικής απόφασης υπέρ της εφεσείουσας. Κάτω από τις περιστάσεις κρίνουμε ότι η εφεσείουσα απέδειξε και την τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε αργότερο στάδιο και έτσι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος κρίνεται ότι είναι επιτρεπτή και δίκαιη». Είναι προφανές ότι στην παρούσα υπόθεση, σε περίπτωση αποξένωσης των επίδικων 1750 μετοχών η όποια απόφαση τυχόν εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας στο τέλος της αγωγής θα καταστεί άνευ αντικρίσματος και προφανώς δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ως προς δε τον κίνδυνο αυτό, της αποξένωσης δηλαδή, συνηγορεί το γεγονός ότι έχει ήδη προηγηθεί η αποξένωση της περιουσίας με τη μεταβίβαση της, ως είναι παραδεκτό, στην Εναγόμενη 9/ Καθ' ης η αίτηση. Είναι δε παράγοντας που δικαιολογεί το επείγον για τη λήψη προσωρινών προστατευτικών μέτρων. Οι ενέργειες των Εναγόμενων/Καθ' ων η αίτηση, κατά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην Ε/Δ Μιχαήλ, καταδεικνύουν ότι, είναι πρόσωπα που δεν θα δίσταζαν να καταστρατηγήσουν τους νόμους και τα δικαιώματα των άλλων προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα δικά τους συμφέροντα. Ο δε εναγόμενος 8/ Καθ' ου η αίτηση για να εξασφαλίσει την αμοιβή του. Ως εκ τούτου, καθίσταται προφανές ότι, χωρίς τη συνδρομή του Δικαστηρίου, δια της έκδοσης διατάγματος με το οποίο να προστατευτούν διά της δέσμευσης τους οι επίδικες μετοχές, είναι πολύ πιθανό να προχωρήσουν σε περαιτέρω αποξένωση τους με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην μπορεί να ανακτήσει την όποια αποζημίωση τυχόν επιδικαστεί υπέρ της. Στη βάσει των πιο πάνω κρίνω ότι πληρείται και η 3η προϋπόθεση του Άρθρου 32. Πέραν των προαναφερθεισών τριών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Σχετικά είναι όσα αναφέροντα στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 788, σελ. 795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή"». Θα πρέπει επομένως να απαντηθεί το ερώτημα ποια πλευρά θα υποστεί τη μεγαλύτερη ζημιά και ταλαιπωρία, η Αιτήτρια από λανθασμένη απόρριψη της αίτησης ή οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση από τη λανθασμένη έκδοση των διαταγμάτων; Τα γεγονότα της υπόθεσης με οδηγούν αναπόδραστα στην έκδοση διατάγματος προστασίας των επίδικων 1750 μετοχών καθότι, σε περίπτωση που δεν δοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, ελλοχεύει ο πραγματικός κίνδυνος οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση να αποξενωθούν του ως άνω επίδικου περιουσιακού στοιχείου ενώ η Αιτήτρια δεν θα έχει καμιά εξασφάλιση και είναι ορατός ο κίνδυνος αν πετύχει στην αγωγή της να μην μπορεί να εκτελεστεί. Αυτά κρίνω ότι συνιστούν και την εκπλήρωση αυτού του παράγοντα καθώς το ισοζύγιο της ευχέρειας αναμφισβήτητα γέρνει υπέρ της έκδοσης διαταγμάτων προστασίας περιουσιακών στοιχείων τα οποία κινδυνεύουν με αποξένωση. Αυτά είναι που ταυτόχρονα δικαιολογούν και τον παράγοντα του επείγοντος για την έκδοση τους αν και πρόκειται για αίτηση η οποία καταχωρίστηκε διά κλήσεως και αυτός ο παράγοντας δεν είναι καθοριστικός στην υπό κρίση αίτηση. Εκδίδοντας επομένως διάταγμα που αφορά μόνον τη δέσμευση και μη περαιτέρω αποξένωση των 1750 μετοχών, ως άνω περιγράφονται, καθιστά περιττή την ενασχόληση μου με το ζήτημα των προτεινόμενων ασφαλιστικών δικλείδων που να επιτρέπουν στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 10/Καθ' ων η αίτηση τη συνήθη διεξαγωγή των συναλλαγών τους, καθώς και την καταβολή των δικηγορικών τους εξόδων αλλά και την παροχή εγγυοδοσίας όπως προτείνεται από τους ως άνω Εναγόμενους/ Καθ' ων η αίτηση. Τούτο δε καθώς αυτό που θα τους εμποδίζει το διάταγμα είναι να μη προβούν σε δόλιες μεταβιβάσεις του ως άνω περιουσιακού στοιχείου με κίνδυνο την καταδολίευση της Αιτήτριας και των συμφερόντων που αυτή θα πρέπει να διασφαλίσει. Η Αιτήτρια αιτείται επιπρόσθετα και διατάγματα αποκάλυψης. Με τα ως άνω υπ΄όψιν αναφορικά με τον περιορισμό του εύρους των διαταγμάτων έτι που να καλύπτουν την προστασία των ίδιων των μετοχών που κατείχε ο αποβιώσας στην εναγόμενη 2 κατά τον χρόνο του θανάτου του δεν με βρίσκει σύμφωνο το αίτημα τους για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης. Η διασφάλιση των συμφερόντων τους μπορεί να γίνει κάλλιστα με την έκδοση διατάγματος παγοποίησης και μη αποξένωσης των επίδικων μετοχών. Αυτές συνιστούν την περιουσία που κινδυνεύει. Κάθε άλλο διάταγμα κρίνω ότι δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της δικαιοσύνης και δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η έκδοση μόνο διατάγματος παγοποίησης των επίδικων μετοχών κατά την αντίληψη μου δεν το καθιστά δώρον άδωρο όπως εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας. Πολύ συνοπτικά, θα με απασχολήσουν και κάποιοι από τους λόγους ένστασης οι οποίοι δεν έχουν ήδη εξεταστεί πιο πάνω: Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες έχουν χρησιμοποιήσει έγγραφα «κατά παράβαση ρητών δεσμεύσεων και υποχρεώσεων (Undertakings) που έχουν παράσχει στο αρμόδιο Δικαστήριο ΒΠΝ» (Σχετ. ο 8ος λόγος ένστασης των εναγόμενων 2 και 10 και ο 6ος λόγος ένστασης του εναγόμενου 4). Ωστόσο, οι ως άνω Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση δεν διευκρινίζουν ποια έγγραφα αφορά ο ισχυρισμός τους, περιοριζόμενοι στη φράση «αρκετά από έγγραφα και πληροφορίες που περιέχονται στην Ε/Δ Μιχαήλ» (Σχετ. η παρ. 17(στ) Πρώτης Ε/Δ Θεοχαρίδου). Τα ίδια προβάλλονται και από τον Εναγόμενο 8/Καθ' ου η αίτηση στην παρ. 17(vi) της Ε/Δ Θεοφάνους. Όμως, στην απουσία οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας, ο ισχυρισμός αυτός παραμένει εντελώς ατεκμηρίωτος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ένας άλλος λόγος ένστασης που προβάλλεται από τους εναγόμενους 2, 3, 4 και 10 είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Chabra. Αυτός ο λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα καθώς η ενάγουσα δεν αιτείται τέτοιου είδους διατάγματα, τα οποία αφορούν παγοποίηση περιουσίας μη διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση, τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης στρέφονται εξ ολοκλήρου εναντίον διαδίκων οι οποίοι περιγράφονται λεπτομερώς και στους οποίους καταλογίζονται συγκεκριμένα αδικήματα. Στην ένσταση των εναγόμενων 5 και 6 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ουκρανικό και θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο του. Επί του λόγου αυτού ένστασης θα παρατηρήσω τα ακόλουθα: (α) Είναι πρόωρο να αποφασιστεί το εφαρμοστέο δίκαιο στο στάδιο αυτό (βλ. Οντόνι v. Nomato Investments Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 4935/2013 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 22.02.2019) στην οποία η κ. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναλύει διεξοδικά το όλο ζήτημα και όσα ανέφερε υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας τα οποία είχαν την ανωτέρω κατάληξη. (β) Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση τους ότι το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ουκρανικό. Η παρούσα υπόθεση αφορά αδικοπραξίες που κατά την Αιτήτρια διαπράχθηκαν στην Κύπρο και συνεπώς εφαρμοστέο είναι το κυπριακό δίκαιο, ως το δίκαιο της χώρας όπου επήλθε η ζημιά (βλ. άρθρο 4.1 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 864/2007). (γ) Εν πάση περιπτώσει, το ουκρανικό δίκαιο - κατ' εφαρμογή του άρθρου 4.2 του Κανονισμού - θα μπορούσε ενδεχομένως να τύχει εφαρμογής μόνο αναφορικά με τις σχέσεις του αποβιώσαντος με τους Ουκρανούς εναγόμενους. Σε καμία περίπτωση δεν θα εφαρμοζόταν για τις πράξεις των Εναγόμενων 5 και 6 και σε τυχόν πράξεις και παραλείψεις τους ως διευθυντές κυπριακής εταιρείας. Ούτως ή άλλως το θέμα του εφαρμοστέου δικαίου έχει αναλυθεί και στην απόφαση μου ημερ. 09.08.2023 και δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να με απασχολήσει εκ νέου. Όσα λέχθηκαν εκεί ισχύουν και ως προς τις εδώ προβαλλόμενες αιτιάσεις. Οι Εναγόμενοι 5 και 6/Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ως 12ο λόγο ένστασης τον ισχυρισμό ότι η αίτηση είναι παράτυπη επειδή, κατά τη γνώμη τους, «δίδεται από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης». Η θέση αυτή είναι εντελώς ανεδαφική, καθώς η ενόρκως δηλούσα είναι η ενάγουσα. Στην 2η Ε/Δ Θεοχαρίδου, δεν διευκρινίζεται ποιο είναι το πρόσωπο που πιστεύουν ότι θα έπρεπε να ορκιστεί αντί της ενάγουσας. Αν, πάλι, εννοούν κάποιον εκ των κληρονόμων του, ακόμη και αν αγνοηθεί η ιδιότητα της ενάγουσας ως διαδίκου, υπάρχει σαφής νομολογία ότι η απουσία ενός διαδίκου στο εξωτερικό είναι επαρκής λόγος για να ορκιστεί άλλο πρόσωπο με εξουσιοδότηση του όπως δηλώνει η κ. Μιχαήλ εν προκειμένω ότι διαθέτει τέτοια εξουσιοδότηση (βλ. Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Κλουκίνα
(2014)1Α ΑΑΔ 118), και μάλιστα στη χώρα όπου επικρατεί σήμερα πόλεμος. Εξάλλου όπως εξελίχθηκε η υπόθεση με την προώθηση πλέον της αίτησης μόνο από την μοναδική πλέον ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε νόημα η ένσταση αυτή. Στην ένσταση της Εναγόμενης 9/Καθ' ης η αίτηση, προβάλλεται ως 4ος λόγος ένστασης, ο ισχυρισμός ότι αυτή δεν γνώριζε ότι η περιουσία που περιήλθε στην κατοχή της ήταν προϊόν απάτης. Ωστόσο - στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για αντιπαροχή που να την καθιστούσε καλόπιστο αγοραστή και με δεδομένη την προσωπική της σχέση με τον Εναγόμενο 3/Καθ' ου η αίτηση - κατά την γνώμη μου, η γνώση της δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει η ενάγουσα να ανακτήσει την κλαπείσα περιουσία. Η Εναγόμενη 9/Καθ' ης η αίτηση προβάλλει επίσης ως 7ο λόγο ένστασης ότι, «Οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν ότι θα ήταν αδικαιολόγητο (unconscionable) για την Καθ' ης η αίτηση να διατηρήσει την κυριότητα των μετοχών». Εκείνο όμως που καταλογίζεται στην Εναγόμενη 9/ Καθ' ης η αίτηση από την Αιτήτρια είναι το αδίκημα της κλεπταποδοχής των επίδικων μετοχών και επομένως προκύπτει το ερώτημα πως θα μπορούσε να εξακολουθήσει να διατηρεί την κυριότητα των κλοπιμαίων μετοχών, κατά την Αιτήτρια, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της; Ούτε τέλος έχει οποιανδήποτε σημασία ο ισχυρισμός της Εναγόμενη 9/Καθ' ης η αίτηση στον 13ο λόγο ένστασης της ότι, «Οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση στην Κύπρο». Ούτε αυτός ο λόγος έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Η Εναγόμενη 9/ Καθ' ης η αίτηση έχει - κατά παραδοχή της - στην κατοχή της την επίδικη περιουσία. Το κατά πόσο έχει περιουσία στην Κύπρο είναι εντελώς αδιάφορο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Υπό το φως των πιο πάνω και όσων προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση πετυχαίνει ως προς τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ αυτής, τα οποία περιορίζονται ως προς το εύρος τους ώστε να αφορούν αποκλειστικά τις 1750 μετοχές της εναγόμενης 2 και όσα παράγωγα δικαιώματα/ οφέλη προήλθαν ή προέρχονται από αυτές οι οποίες ανήκαν στην εναγόμενη 1 κατά το χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντος Igor Myronovich κατά την 15.08.2015 μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή τυχόν διαφορετικής απόφασης του Δικαστηρίου. Τα υπόλοιπα αιτητικά απορρίπτονται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και σε βάρος των Εναγόμενων 2,3,4,8,9 και 10/Καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Σε σχέση με τις εναγόμενες 5 και 6 τις οποίες δεν αφορούσε προσωπικά η αίτηση δεν θα εκδώσω καμιά διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.) Χρήστος Γ. Φιλίππου Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο