← Κύπρος

SKY CAC LTD ν. NESTOR CACOYIANNIS (HOLDINGS) LTD, δια του παραλήπτη/ διαχειριστή Λεωνίδα Κίμωνος κ.α., Αρ. Αγωγής: 3539/2015, 22/11/2023

SKY CAC LTD ν. NESTOR CACOYIANNIS (HOLDINGS) LTD, δια του παραλήπτη/ διαχειριστή Λεωνίδα Κίμωνος κ.α., Αρ. Αγωγής: 3539/2015, 22/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3539/2015 Μεταξύ: SKY CAC LTD Ενάγουσας και

  1. NESTOR CACOYIANNIS (HOLDINGS) LTD, δια του παραλήπτη/ διαχειριστή Λεωνίδα Κίμωνος
  2. J & C ESTATES LIMITED δια του παραλήπτη / διαχειριστή Λεωνίδα Κίμωνος
  3. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ
  4. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ
  5. ΓΙΟΥΛΑ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Νοεμβρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Η κ. Ξένια Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: Καμιά εμφάνιση Για Εναγόμενους 3, 4 και 5: Ο κ. Γιώργος Χριστοφίδης και η κ. X. Μεττή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν πλέον∙ μετά τη μείωση της απαίτησης τους, εναντίον των εναγόμενων ποσό ύψους USD 879,267,45c. (Δολάρια Αμερικής) πλέον 6 μηνών libor και 4% προσαύξηση και 1,75% τόκο υπερημερίας από 1.10.2022 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο ήτοι την 30.06 και 31.12 καθώς και διάταγμα εκποίησης μόνο του ενυπόθηκου ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 4/716 το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη 16691/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ως περιγράφεται αυτό στην παρ. 7(β) της Έκθεσης Απαιτήσεως, ιδιοκτησίας της εναγόμενης 5, συνεπεία παράβασης συμφωνίας δανείου. Η εναγόμενη 1 ευθύνεται ως η πρωτοφειλέτιδα και οι εναγόμενοι 2,3,4 ευθύνονται για το πιο πάνω ποσό δυνάμει συμφωνιών εγγύησης και η εναγόμενη 5 δυνάμει εγγράφου Υποθήκης. Tα πιο πάνω υπόλοιπο ποσό προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, όπως παρουσιάστηκε από τον ΜΕ1 κατά τη δίκη ως Τεκμ.
  6. Οι αρχικές καταστάσεις κατατέθηκαν ως Τεκμ. 12 μαζί με το πιστοποιητικό (ως Τεκμ.13) Οι εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες δεν εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από δικηγόρο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Είχαν καταχωρίσει Υπεράσπιση παλαιότερα από δικηγορικό γραφείο το οποίο τις είχε εκπροσωπήσει ευρισκόμενες υπό διαχείριση, το οποίο όμως στη συνέχεια αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση τους χωρίς αυτές να διορίσουν κάποιον άλλο δικηγόρο για να τις εκπροσωπήσει. Συνεπώς κανένας ισχυρισμός της υπεράσπισης τους δεν έχει προωθηθεί κατά τη δίκη. Οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 με την Υπεράσπισή τους αρνούνται την οφειλή των εναγόμενων προς τους ενάγοντες επικαλούνται καταχρηστικές ρήτρες, παράνομους τόκους, αντικατάσταση και ακύρωση της επίδικης συμφωνίας με μεταγενέστερες συμφωνίες ημερ. 20.08.2012, 07.12.2012, 15.03.2013 και 03.04.
  7. Επίσης προβάλλουν ισχυρισμό ότι η επίδικη αγωγή είναι καταχρηστική επειδή καταχώρισαν πρώτοι την αγωγή 1160/2014 στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποίαν αμφισβητούν το διορισμό του Παραλήπτη Διαχειριστή. Τέλος, ισχυρίζονται ότι τα έγγραφα εγγύησης υπεγράφησαν συνεπεία ψυχικής πίεσης και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης καθότι παρέλειψαν να εξηγήσουν στους εναγόμενους 3 και 4 και 5 το περιεχόμενο των εγγράφων εγγύησης και στην εναγόμενη 5 το έγγραφο υποθήκης. Σημειώνεται ότι δυνάμει του Άρθρου 18 του περί Πωλήσεως Πιστωτικών Διευκολύνσεων Και Συναφών Θεμάτων Νόμου 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως τροποποιήθηκε, και δυνάμει Σχεδίου Διακανονισμού, επικυρωμένο από το Δικαστήριο την 07.12.2022, στη βάση των Άρθρων 198,199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή την 09.12.2022, η Alpha Bank Cyprus Ltd μεταβίβασε και/ή πώλησε μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, εξασφαλίσεις, δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση στους νυν ενάγοντες SKY CAC LTD. Η εν λόγω μεταβίβαση δημοσιεύτηκε την 16.12.2022 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Όλες οι αναγκαίες ειδοποιήσεις έχουν καταχωριστεί στο φάκελο της υπόθεσης και κοινοποιήθηκαν στους δικηγόρους που εκπροσωπούν εδώ τους εναγόμενους κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Όταν είχε αρχίσει η ακρόαση της αγωγής ενάγοντες ήταν η Alpha Bank Cyprus Ltd, συνεχίστηκε όμως και ολοκληρώθηκε με ενάγοντες την εταιρεία SKY CAC LTD. Πρόκειται για εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ.19.12.
  8. Αυτή διόρισε διόρισε διάφορους υπαλλήλους της Alpha Bank Cyprus Ltd να διαχειρίζονται τις υποθέσεις που έχουν μεταφερθεί σε αυτήν από την Alpha Bank Cyprus Ltd δυνάμει του Άρθρου 18 του περί Πωλήσεως Πιστωτικών Διευκολύνσεων Και Συναφών Θεμάτων Νόμου 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως τροποποιήθηκε και δυνάμει του ως άνω Σχεδίου Διακανονισμού, επικυρωμένο από το Δικαστήριο την 07.12.2022, στη βάση των Άρθρων 198,199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  9. Προς τούτο κατέστη αναγκαία η παρουσία- και του ΜΕ4 στο Δικαστήριο για να παράσχει τις αναγκαίες επεξηγήσεις. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ/ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας: Η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε ως μάρτυρες τους κ. Κωνσταντίνο Χριστοφόρου (ΜΕ1), Σάββα Άδωνη (ΜΕ2), Αναστασία Δεληγιάννη (ΜΕ3) και Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (ΜΕ4). Ο κ. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου (ΜΕ1), είναι υπάλληλος της Alpha Bank Cyprus Ltd και κατάθεσε όλα τα αναγκαία επίδικα έγγραφα, ήτοι την συμφωνία δανείου, εγγυήσεων, τα Έγγραφα Υποθηκών, τα πρακτικά Διοικητικών Συμβουλίων των εναγόμενων εταιρειών, επιστολές τερματισμού και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών ως Τεκμ. 1 -
  10. Η μαρτυρία του καταγράφεται στα Έγγραφα Α και Β. Στο Έγγραφο Β διευκρίνισε ότι το διάταγμα εκποίησης που ζητούν οι ενάγοντες αφορά μόνο το ενυπόθηκο 4/[ ] ιδιοκτησίας της εναγόμενης 5 που βαρύνεται με την Υποθήκη 16691/
  11. Οι λοιπές υποθήκες, ως αναφέρονται στα έγγραφα του Τεκμ. 10 έχουν ακυρωθεί καθότι το ενυπόθηκο ακίνητο της εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 0/[ ] στη Σωτήρα έχει πωληθεί και κατατέθηκε το τίμημα πώλησης στον επίδικο λογαριασμό με ημερ. 29.03.
  12. Ο ΜΕ 1 λόγω της θέσης και των καθηκόντων του γνώριζε και ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα τα οποία προκύπτουν και από το μαρτυρικό υλικό που κατέθεσε και αφορά την επίδικη δανειοδότηση: Ανέφερε ότι οι ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού των εναγομένων
  13. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή είναι και ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Κατά το χρόνο καταχώρισης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν τον λογαριασμό των εναγόμενων, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία των εναγόντων. Όλες οι καταχωρίσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρίσεων για τους λογαριασμούς των εναγόμενων 1, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των εναγόντων, υπό τον έλεγχο των εναγόντων και έχουν σε αυτό πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και ο ΜΕ
  14. Ο μάρτυρας κατέθεσε τις καταστάσεις λογαριασμών Τεκμ. 12 αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό οι οποίες μετά από εντολή του παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώριση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Επίσης κατέθεσε τις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμ. 20), οι οποίες δεν περιλαμβάνουν διάφορες χρεώσεις, ανατοκισμό, excess charges, αυξήσεις περιθωρίου για τις οποίες δεν είχε ενημερωθεί ο πελάτης με επιστολή και τόκο υπερημερίας πριν τον τερματισμό. Τα πιο πάνω, σύμφωνα με το αποδεικτικό μας δίκαιο, αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένοι στα Τεκμ. 12 και 20 σύμφωνα με το Άρθρο 22 του Κεφ.
  15. Σημειώνω από τώρα, όπως θα σχολιαστεί και στη συνέχεια, ότι καμία χρέωση δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους αν και υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΕ 1 οι θέσεις της Υπεράσπισης υπό μορφή υποβολών οι οποίες αντικρίζονται και κρίνονται από το Δικαστήριο ως γενικές και αόριστες και δεν αφορούσαν συγκεκριμένες χρεώσεις ή ύψος επιτοκίου και ως εκ τούτου τίποτε δεν προσέφεραν για τους σκοπούς της Υπεράσπισης και προς απόδειξη των διάφορων αιτιάσεων που προβλήθηκαν. Αποφεύγω την αναφορά σε αυτό το στάδιο στο περιεχόμενο των λοιπών τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί από τον ΜΕ1 αφενός καθώς δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί από την πλευρά των εναγόμενων και αφετέρου γιατί εκεί και όπου κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει καταστεί αναγκαίο, λόγω της σημασίας τους για την υπόθεση, θα γίνει συγκεκριμένη αναφορά σε αυτά. Ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του ήταν ευθύς, σταθερός και ειλικρινής στις απαντήσεις του πάντοτε τεκμηριωμένα και με παραπομπή στα σχετικά έγγραφα. Εξήγησε ευθαρσώς ότι δεν είχε προσωπική εμπλοκή κατά τη σύναψη των συμφωνιών και ότι η γνώση του προκύπτει από μελέτη του φακέλου της επίδικης διανειοδότησης που είχε στην κατοχή του. Ανέφερε ότι ο Παραλήπτης/ Διαχειριστής (Π/Δ) της εναγόμενης 1 διορίστηκε από την Alpha Bank και εξακολουθεί ο διορισμός του να υφίσταται. Ανέφερε ότι έγινε εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου στις 29.03.2019 και πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό το ποσό που προέκυψε όπως φαίνεται και στο Τεκμ.
  16. Δεν γνώριζε την αξία του ενυπόθηκου ούτε είχε την εκτίμηση μαζί του. Ανέφερε για την εναγόμενη 5 ότι το έγγραφο Υποθήκης της περιέχει και όρο εγγύησης για το ποσό που φαίνεται σε αυτό. Όταν ερωτήθηκε εάν διαπραγματεύτηκε η εναγόμενη 5 τους όρους της Υποθήκης, ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν ήταν παρών αλλά φαίνεται από το έγγραφο ότι είχε τη δυνατότητα να ζητήσει νομική συμβουλή και ότι όλοι οι όροι εξηγούνται στους πελάτες όπως κατά κανόνα συνηθίζεται. Εξήγησε ότι το δάνειο εκταμιεύτηκε σε USD και η πράξη πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 1 στην Σωτήρα έγινε σε Ευρώ. Περαιτέρω είπε ότι η πληρωμή του δανείου σε ξένο νόμισμα θα γινόταν ως εξής: ο πελάτης θα πλήρωνε σε Ευρώ και μετά θα μετατρεπόταν σε USD και η δόση θα πληρωνόταν σε USD. Εξήγησε την έννοια του LIBOR και αναφέρθηκε στον πίνακα που κατέθεσε ως Τεκμ. 19 όπου φαίνονται οι ημερήσιες διακυμάνσεις. Αρνήθηκε ότι ο επίδικος λογαριασμός ξοφλήθηκε και αρνήθηκε επίσης ότι το ενυπόθηκο ακίνητο που πωλήθηκε δηλαδή αυτό της Σωτήρας, πωλήθηκε σε χαμηλότερη αξία από την πραγματική. Η μαρτυρία του ΜΕ 1 συνάδει πλήρως με τη λοιπή μαρτυρία και ειδικότερα αυτή της ΜΕ3 (υπαλλήλου του Κτηματολογίου) και του ΜΕ
  17. Καμία ερώτηση ή υποβολή ετέθη στον μάρτυρα για τα έγγραφα που κατάθεσε τα οποία διαφοροποιούν την εικόνα του επίδικου λογαριασμού που παρουσίασε στην γραπτή του δήλωση. Ο ΜΕ1 απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του τεκμηριωμένα και παραπέμποντας σε αναφορές στα έγγραφα τα οποία κατάθεσε. Ήταν πειστικός και ειλικρινής στις απαντήσεις του και απαντούσε ευθέως για όσα γνώριζε και για τις πρακτικές που ακολουθούσε η Τράπεζα κατά τον επίδικο χρόνο. Εάν δεν γνώριζε κάτι το παραδεχόταν ευθέως και δεν απαντούσε με υπεκφυγές ή αοριστίες. Ο ΜΕ1 κρίνεται ως μάρτυρας αληθείας Καταλήγω να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΕ 1 σε σχέση με όσα προσήλθε για να καταθέσει καθότι ήταν πειστική, τεκμηριωμένη και ως εκ τούτου αξιόπιστη, επιπρόσθετα επί της ουσίας της δεν αμφισβητήθηκε. Μπορώ δε να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Ο κ. Σάββας Άδωνη (ΜΕ2), κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ). Υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο του. Επιπρόσθετα, κατέθεσε και άλλα σχετιζόμενα με την επίδικη δανειοδότηση έγγραφα τα Τεκμ. 22 -
  18. Κατά την αντεξέτασή του κλήθηκε και κατέθεσε τα Τεκμ. 32-34 που του υποδείχθηκαν. Ανέφερε ότι έχει αποχωρήσει από την τράπεζα Alpha Bank στις 31.12.
  19. Ανέφερε ότι εργαζόταν στην υπηρεσία παρακολούθησης τερματισμένων λογαριασμών ως προϊστάμενος αυτής και χειρίστηκε τους λογαριασμούς της εναγόμενης 1 όταν ακόμα εργαζόταν στην τράπεζα. Η εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου έγινε δυνάμει ειδικής συμφωνίας που συνήψε με τους πρώην ενάγοντες και δυνάμει εξουσιοδότησης σύμφωνα με το Tεκμ.
  20. Είχε στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα αγωγή. Ανέφερε ότι ο Παραλήπτης Διαχειριστής της εναγόμενης 1 Λεωνίδας Κίμωνος είναι ακόμη Παραλήπτης αυτής ο οποίος είχε διοριστεί δυνάμει Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και κατέθεσε όλα τα έγγραφα που αφορούν τον διορισμό του και τη γνωστοποίηση αυτού προς τους εναγόμενους. Ήταν δε εκείνος ο οποίος προχώρησε στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/[ ] στην Σωτήρα (του ½ μεριδίου), αφού περιέγραψε τι έλαβε χώρα από τον παραλήπτη για να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην τιμή που το πώλησε. Ανέφερε ότι το ακίνητο πωλήθηκε στην τιμή των €805.000 πλέον ΦΠΑ, και η τράπεζα εισέπραξε το καθαρό ποσό των €730.
  21. Η εκτίμηση που παρουσίασε ημερ.24.10.2017 ως Τεκμ. 27 συνάδει με την αξία του ακινήτου σύμφωνα με την εκτίμηση του Κτηματολογίου και φαίνεται στον τίτλο εγγραφής αυτού (Τεκμ. 28). Διευκρίνισε κατά την επανεξέτασή του ότι η διαφορά στο ποσό που πωλήθηκε με αυτό που εισπράχθηκε έγκειται στο γεγονός ότι θα πρέπει να πληρώθηκαν προμήθειες και έξοδα εφόσον η πράξη έγινε από τον Παραλήπτη & Διαχειριστή (Π/Δ). Ο μάρτυρας έκαμε αναφορά στο Τεκμ. 29 που είναι επιστολή των εναγόμενων ημερ. 26.11.2009 με την οποίαν ζητούσαν δάνειο σε USD για να συμμετάσχουν στην αγορά πλοίου ονόματι M/V OCEAN GLORY. Δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους ούτε αντεξέταστηκε ο ΜΕ2 επί αυτού του σημείου. Τέλος, κατέθεσε 2 επιστολές που αφορούσαν αποφάσεις/ εγκρίσεις της Τράπεζας προς την εναγόμενη 2 ανυπόγραφες (Τεκμ. 30), για να ξεκαθαρίσει ένα ζήτημα που προβλήθηκε από τους εναγόμενους στο δικόγραφό τους, και θίχτηκε επίσης κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 και αφορούσε το ζήτημα της αντικατάστασης της επίδικης συμφωνίας με νέες, άλλες συμφωνίες. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε ότι έχει αντικατασταθεί η επίδικη συμφωνία με οποιαδήποτε άλλη συμφωνία και είπε ότι δεν υπεγράφησαν άλλες που να αφορούν το επίδικο δάνειο σε USD. Ήταν ξεκάθαρος στη θέση του ότι καμία άλλη συμφωνία δεν έχουν υπογράψει οι ενάγοντες που να ακυρώνει ή αντικαθιστά την επίδικη συμφωνία του
  22. Το Τεκμ. 31 που κατέθεσε αφορά την εκταμίευση του επίδικου δανείου (swift). Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι από τον Φεβρουάριο του 2021 προέβη σε συμφωνία με την Alpha Bank να εμφανίζεται στο Δικαστήριο όποτε του ζητηθεί, υπό καθεστώς συνεργασίας. Έχει εξουσιοδότηση την οποίαν παρουσίασε ως Τεκμ. 22 από 2 διευθυντές της Διεύθυνσης Καθυστερήσεων. Του υπεβλήθη ότι δεν είναι αξιωματούχοι της τράπεζας αλλά υπάλληλοι, και άρα η εξουσιοδότηση που έχει δεν είναι βάσει Νόμου ή Καταστατικού ως ορίζει η Κεντρική Τράπεζα. Απάντησε αρνητικά και διευκρίνισε ότι αυτοί οι 2 διευθυντές δεσμεύουν την Τράπεζα και γενικά οι διευθυντές των διαφόρων Διευθύνσεων δεσμεύουν την Τράπεζα, επομένως η εξουσιοδότηση του Τεκμ. 22 είναι νόμιμη και δεσμευτική. Ανέφερε ακόμα ότι κανένας εναγόμενος δεν έχει αμφισβητήσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ούτε λήφθηκαν οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του Π/Δ ή της τράπεζας. Θεωρεί ότι η διαδικασία πώλησης του ακινήτου ήταν νόμιμη και ότι από την στιγμή που κατατέθηκαν τα χρήματα στον επίδικο λογαριασμό δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα στην μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή στην εταιρεία SOCRANAPA LTD. Όταν ερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν η εταιρεία να γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 2019 και η πώληση να έγινε τον Μάρτιο, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ελέγχθηκε η προέλευση των χρημάτων και δεν υπήρχε κάτι το μεμπτό. Οι διαπραγματεύσεις έγιναν με άτομα που εκπροσωπούσαν την εταιρεία και υπήρχε διάθεση συνεργασίας. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρών στη διαδικασία. Αρνήθηκε ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση του ακινήτου. Σημειώνω ότι αυτό επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία της ΜΕ3 - υπαλλήλου του Κτηματολογίου η οποία επιβεβαίωσε τον σημερινό ιδιοκτήτη του ακινήτου 0/4130 του ½ μεριδίου από την 14.05.2019 που είναι η SOCRANAPA LTD. O ΜΕ2 είχε προσωπική γνώση της υπόθεσης εφόσον χειρίστηκε τον λογαριασμό της εναγόμενης 1 προτού αποχωρήσει από την τράπεζα. Η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με την έγγραφη μαρτυρία, μαρτυρία η οποία έχει παραμείνει αναντίλεκτη και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2 ως αληθή, αξιόπιστη και πλήρως κατατοπιστική και τεκμηριωμένη, εφόσον οι απαντήσεις του ήταν σταθερές και αναμφισβήτητα βοηθητικές για το Δικαστήριο και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή για να εξάγω τα συμπεράσματα μου. Η κ. Αναστασία Δεληγιάννη (ΜΕ 3), είναι υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας στο Τμήμα Εκτιμήσεων. Η μάρτυρας αυτή εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν κλήσης από τους ενάγοντες με σκοπό να αναφέρει κατά πόσον η αξία που φαίνεται στον τίτλο του ενυπόθηκου ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/[ ] (Τεκμ. 28) το οποίο πωλήθηκε από τον Π/Δ σε τρίτη εταιρεία), αφορά ολόκληρο το ακίνητο ή το μερίδιο που γράφει ο τίτλος (στην παρούσα περίπτωση το ½ μερίδιο). Η μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι η εκτιμημένη αξία που δίδεται από το Κτηματολόγιο αφορά πάντα ολόκληρο το ακίνητο ασχέτως του μεριδίου που ενδεχόμενα να κατέχει ο ιδιοκτήτης. Η εκτίμηση που γίνεται, εξήγησε, γίνεται για σκοπούς φορολογίας για όλα τα ακίνητα και οποιουδήποτε κτηρίου. Κατά την αντεξέτασή της δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφερε περί αξίας του ακινήτου 0/[ ] ή του μεριδίου αυτού. Ούτε αμφισβητήθηκε η αξία αυτού ή η εκτίμηση που διενήργησε το Κτηματολόγιο. Ρωτήθηκε μόνο να αναφέρει εάν έχει στην κατοχή της έγγραφο μεταβίβασης του ακίνητου (½ μερίδιο) στην εταιρεία SOCRANAPA LTD, και απάντησε αρνητικά. Το άλλο ½ μερίδιο ανέφερε ότι ανήκει στην εταιρεία CAC ΚΟΝΤΕΑΤΗΣ LTD. Η μαρτυρία της συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 - και διαφαίνεται ότι η τιμή πώλησης του ½ μεριδίου του ακινήτου 0/4130 στο οποίο τέως ιδιοκτήτης ήταν η εναγόμενη 1, ήτοι €805.000 πλέον ΦΠΑ είναι η ίδια ή πλησίον της εκτιμημένης αξίας που προσδίδει και το Κτηματολόγιο ως εμφαίνεται στον τίτλο εγγραφής του ακινήτου - Τεκμ.
  23. Επομένως σε καμία περίπτωση ο Π/Δ πώλησε το ενυπόθηκο ακίνητο σε χαμηλότερη τιμή από την εκτιμημένη του αξία και άρα ουδεμία ζημιά έχει προκληθεί στην εναγόμενη 1 και κατ' επέκταση στους εναγόμενους 2,3,4,5 (ως εγγυητές). Κρίνω τη μαρτυρία της ως ανεξάρτητη και αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Ο κ. Kωνσταντίνος Κωνσταντίνου (Μ.Ε 4), ανέφερε ότι είναι στην υπηρεσία της Alpha Bank Cyprus Ltd και είναι Διευθυντής στο τμήμα διαχείρισης οριστικών καθυστερήσεων wholesale αλλά και εξουσιοδοτημένος από την SKY CAC LTD, εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων και νυν ενάγοντες, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ.19.12.2022, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις που έχουν μεταφερθεί σε αυτήν από την Alpha Bank Cyprus Ltd δυνάμει του Άρθρου 18 του περί Πωλήσεως Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως τροποποιήθηκε, και δυνάμει Σχεδίου Διακανονισμού, επικυρωμένο από το Δικαστήριο την 07.12.2022, στη βάση των Άρθρων 198,199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  24. Κατέθεσε το πληρεξούσιο ως Τεκμ.
  25. Ανέφερε ότι η εν λόγω μεταβίβαση δημοσιεύτηκε την 16.12.2022 στην Επίσημη Εφημερίδα σύμφωνα με το Τεκμ.
  26. Δήλωσε ότι στις 12.12.2022 υπέγραψε μαζί με την κ. Έλενα Στυλιανίδου, επίσης υπάλληλο της Alpha Bank Cyprus Ltd (και η οποία φαίνεται και στο Τεκμ. 32 που κατέθεσε ο ΜΕ2 κατά την αντεξέτασή του στην σύνθεση του ΔΣ) γραπτή εξουσιοδότηση προς τον Σάββα Άδωνη για να δώσει μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση εκ μέρους της Alpha Bank Cyprus Ltd (ως ήταν οι ενάγοντες τότε), που πλέον έχουν αντικατασταθεί με τους νυν ενάγοντες συνεπεία της μεταβίβασης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Είχε εξουσιοδότηση από την Τράπεζα, ως Διευθυντής στην υπηρεσία του να εξουσιοδοτεί άτομα/ πρόσωπα μη υπαλλήλους της Τράπεζας εάν κρίνεται αναγκαίο, να παρουσιάζονται στα Δικαστήρια και να μαρτυρούν με σκοπό την προώθηση της απαίτησης της Τράπεζας. Το ίδιο ισχύει και για την κ. Έλενα Στυλιανίδου. Συνεπώς, η εξουσιοδότηση που δόθηκε από τον ίδιο και την Έλενα Στυλιανίδου - ως Διευθυντές της Alpha Βank Cyprus Ltd στον Σάββα Άδωνη (ΜΕ2), Τεκμ. 22 κρίνεται ως νόμιμη και έγκυρη. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι μέχρι και την «πραγματική» κατοχή (possession in fact) των φακέλων, ηλεκτρονικών αρχείων και άλλων περιουσιακών στοιχείων από την SKY CAC LTD, η διαχείριση των δικαστικών υποθέσεων - περιλαμβανομένης της παρούσας - θα γίνεται από υπαλλήλους της Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ μέρους της Sky Cac Ltd, ως προνοείται στο Σχέδιο (όρος 4(η)) - το οποίο επισύναψε ως Τεκμ.
  27. Μέχρι σήμερα αυτό ισχύει. Η παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν εκ μέρους της SKY CAC LTD και δια λογαριασμό αυτής εφόσον όπως δήλωσε, αυτοί είναι πλέον οι ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία, μετά την 16.12.2022 που έγινε η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα. Σχετική ειδοποίηση της αλλαγής του ονόματος εναγόντων έχει καταχωριστεί στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι την 26.01.2023 καταχωρίστηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων Ειδοποίηση στον φάκελο του Δικαστηρίου της παρούσας αγωγής, αναφορικά με τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων (κατά συνέπεια της παρούσας αγωγής) από την ALPHA BANK CYPRUS LTD στην SKY CAC LTD, η οποία έχει υποκαταστήσει/ αντικαταστήσει την πρώτη στην πιο πάνω αγωγή. Συνοδευτικά της Ειδοποίησης αποτελούν το Διάταγμα του Δικαστηρίου στην Αίτηση 655/22, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα επικύρωσης του Σχεδίου Διακανονισμού (Τεκμ. 37 Α) και η σελίδα του Παραρτήματος που φαίνεται η περίληψη της παρούσας αγωγής μέσα στις αγωγές που έχουν μεταφερθεί στην SKY CAC LTD. H ειδοποίηση αυτή έχει επιδοθεί στους δικηγόρους των εναγόμενων 3,4,5 κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ο ΜΕ4 κατέθεσε το Τεκμ. 37 Α το οποίο είναι το ίδιο με το Τεκμ. 37, αλλά όλες οι σελίδες του Σχεδίου, καθότι εκ λάθους στο Τεκμ. 37 δεν φαίνονται όλες οι σελίδες του Σχεδίου. Επίσης, χωρίς ένσταση από την πλευρά των εναγόμενων, κατατέθηκαν τα Τεκμ. 38 και 39 που αφορούν επιστολές της Alpha και SKY CAC LTD προς τους εναγόμενους (hello & goodbye letters), με τις οποίες ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι για την μεταβίβαση και μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων. Το Τεκμ. 39 αφορά τις σελίδες των Παραρτημάτων του Σχεδίου στις οποίες αναφέρονται/ καταγράφονται οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις/ εξασφαλίσεις και η παρούσα αγωγή που μεταβιβάστηκαν στην SKY CAC LTD. Στην αντεξέτασή του ήταν σταθερός στις απαντήσεις του παρά το γεγονός ότι η πλευρά των εναγόμενων 3,4,5 προσπάθησε να αμφισβητήσει τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και της αγωγής στην SKY CAC LTD και να δημιουργήσει αμφιβολίες για την εγκυρότητα του Σχεδίου. Του υπεβλήθηκαν γενικές ερωτήσεις του τύπου «πόσες αγωγές μεταφέρθηκαν», «τι περιλαμβάνεται στην μεταβίβαση» και απάντησε ότι μεταφέρθηκαν όλες οι διευκολύνσεις που ήταν έγκυρες όταν έγινε η μεταφορά, οι εξασφαλίσεις, όλα τα έγγραφα που υπεγράφησαν από χρεώστες, αλλά δεν ξέρει εξειδικευμένα να απαντήσει πόσες ακριβώς αγωγές μεταφέρθηκαν ή πόσες διευκολύνσεις. Στο Κτηματολόγιο είπε ότι έγιναν οι μεταφορές/ τα δικαιώματα της Alpha στην SKY CAC LTD για παράδειγμα οι υποθήκες. Γνωρίζει επίσης ότι ενεγράφη το Σχέδιο στον Έφορο Εταιρειών. Οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα χαρακτηρίζονταν από γενικότητα οι οποίες κρίνω ότι ουδεμία αξία ή βαρύτητα έχουν - είτε στην αξιοπιστία του μάρτυρα είτε στην υπόθεση γενικότερα - εφόσον δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα ο αριθμός των αγωγών που μεταφέρθηκαν στην SKY CAC LTD ή ποιες διευκολύνσεις μεταφέρθηκαν. Θα πρέπει να ειπωθεί ότι εκείνο που πράγματι ενδιαφέρει το Δικαστήριο για το ζήτημα αυτό είναι το κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες έχουν αποδείξει τη μεταφορά/ μεταβίβαση της παρούσας επίδικης διευκόλυνσης και εξασφαλίσεων αυτής και κατ' επέκταση της αγωγής, από την ALPHA BANK CYPRUS LTD στην SKY CAC LTD. Η πλευρά των εναγόντων κρίνω ότι έχει αποδείξει την εν λόγω μεταφορά και ότι αυτή ήταν νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική για τους εναγόμενους. Εξάλλου το γεγονός της ύπαρξης του Διατάγματος ημερ. 07.12.2022 στην Αίτηση 655/2022 το οποίο επικύρωσε το Σχέδιο και την εν λόγω μεταφορά παρέμεινε αναμφισβήτητο. Συνεπώς, όσο είναι σε ισχύ το εν λόγω Διάταγμα, οι εναγόμενοι δεν έχουν κανένα λόγο ή δύνανται να αμφισβητούν την ισχύ ή την ύπαρξη αυτού μέσω οποιουδήποτε ισχυρισμού σε αυτήν τη διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός στην Υπεράσπισή τους, ο οποίος να αφορά τη μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων ή τη μη ενημέρωση όλων των εναγόμενων για την εν λόγω μεταφορά. Συνεπώς οποιοσδήποτε ισχυρισμός πάνω σε αυτό το ζήτημα δεν λαμβάνεται υπόψη. Όπως είναι καλά νομολογημένο, η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 ΑΑΔ 240) και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων όπως φαίνονται με το κλείσιμο των δικογράφων. Η κάθε υπόθεση αποφασίζεται με βάση τους ισχυρισμούς που εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμός περί παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στη δικογραφία προς ικανοποίηση σχετικής Διάταξης Πολιτικής Δικονομίας (Δ.15Θ.19). Η ορθή δικογράφηση επιβάλλει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που καθιστούν το σκοπό παράνομο. Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε η αποστολή των επιστολών hello /goodbye - Τεκμ. 38, ούτε το περιεχόμενο αυτών, ούτε και το Τεκμ. 39 - ότι δηλαδή οι πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις αποτελούν μέρος του Σχεδίου, βάσει του οποίου μεταφέρθηκαν/ μεταβιβάστηκαν από την ALPHA Bank στην SKY CAC LTD. Κρίνω ότι ο μάρτυρας κατέθεσε τεκμηριωμένα και αξιόπιστα και περαιτέρω κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα. Η Μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων: Για τους εναγόμενους 3,4 και 5 έδωσε μαρτυρία ο κ. Δημήτρης Κακογιάννης (ΜΥ1), ο οποίος είναι ο εναγόμενος 3 ενώ για τους εναγόμενους 1 και 2 ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε ως ανέφερα και πιο πάνω. Ο κ. Κακογιάννης (ΜΥ1), η γραπτή δήλωση του οποίου σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε, κατέθεσε και τα Τεκμ. 40, 41 και
  1. Ισχυρίστηκε ότι η αγωγή είναι καταχρηστική επειδή καταχωρίστηκε πρώτα η Αγωγή με αρ. 1160/2014, η οποία όμως δεν δικάστηκε ακόμη και εκκρεμεί. Επίσης ήταν κύριος ισχυρισμός του ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.2009 έχει αντικατασταθεί και ακυρωθεί, με τις συμφωνίες ημερ. 07.06.2011, 20.08.2012, 07.12.2012 με την απόφαση των εναγόντων ημερ. 15.03.2013 η οποία έγινε αποδεκτή την 02.04.
  2. Το ίδιο ισχυρίστηκε για τα έγγραφα εγγύησης ημερ. 6.10.2011 και 16.12.2009, ότι έχουν και εκείνα αντικατασταθεί με τις πιο πάνω κατ' ισχυρισμόν συμφωνίες και δεν έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή των συμφωνιών που επικαλούνται οι ενάγοντες έγινε υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης και περιλαμβάνουν καταχρηστικούς όρους. Όταν ερωτήθηκε να πει ποιοι είναι αυτοί οι καταχρηστικοί όροι δεν γνώριζε να πει. Ούτε γνώριζε να πει οτιδήποτε περί του ανατοκισμού, ούτε καν συγκεκριμένα σε ποιες συμφωνίες αναφερόταν. Κρίνεται ως εκ τούτου γενικός και αόριστος ισχυρισμός. Ισχυρίστηκε ότι παρέλειψαν να του εξηγήσουν επαρκώς και του αδερφού του και της μητέρας του το περιεχόμενο των εγγράφων εγγύησης και υποθήκης. Επίσης είπε ότι η Υποθήκη Υ.16691/07 που αφορά την εναγόμενη 5 (μητέρα του) ενεγράφη καταχρηστικώς και λόγω ψυχικής πίεσης - χωρίς να παραθέτει όμως λεπτομέρειες αυτής της ψυχικής πίεσης και παραβλέποντας τα όσα δηλώνονται στα ίδια αυτά έγγραφα όπως θα σχολιαστούν και σε άλλο μέρος της απόφασης μου. Αναφορικά με το ακίνητο 0/4130 στη Σωτήρα είπε ότι είχαν βρει αγοραστή ο οποίος πρόσφερε διπλάσιο ποσό το οποίο θα ξοφλούσε όλο το υπόλοιπο δανείου - ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία δανείου είχε αντικατασταθεί με άλλες συμφωνίες. Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση ποιος ήταν ο αγοραστής, πόσα προσέφερε, εάν υπάρχει κάτι γραπτώς, εάν το ανέφερε στον Π/Δ ή στην τράπεζα, δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία μαζί του, δεν ήξερε το όνομα του αγοραστή, δεν είχε κάτι γραπτώς. Είχε μόνο μια προφορική πρόταση από κάποιον αγοραστή (χωρίς να τον κατονομάσει) για ποσό ύψους περίπου €1.000.
  3. Στο τέλος των διαφόρων ερωτήσεων αποδείχτηκε ότι ο αγοραστής ήταν αυτός που όντως στο τέλος αγόρασε το ακίνητο. Ως προς το Τεκμ. 42, το οποίο κατατέθηκε όταν κατέθετε ο ΜΥ1 με πρωτοβουλίας της Υπεράσπισης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το πρώτο έγγραφο ημερ.07.06.2011 προς την εναγόμενη 1, είναι το ίδιο με το Τεκμ.
  4. Επομένως, δεν αμφισβητείται το περιεχόμενο αυτού από τους ενάγοντες. Αποτελεί επανέγκριση του επίδικου δανείου. Τα λοιπά έγγραφα ημερ.07.12.2012, 20.08.2012, 02.04.2013 απευθύνονται προς την J & C ESTATES LTD, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Επομένως, το περιεχόμενο αυτών είναι παντελώς άσχετο με τα επίδικα θέματα και ουδεμία βαρύτητα μπορεί να τους δοθεί από το Δικαστήριο. Έστω, όμως, και αν αποδεχόμουν ότι είναι σχετικά - κάτι που δεν απέδειξαν οι εναγόμενοι ότι πράγματι είναι - το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων δεν παραπέμπει σε συμφωνία, ούτε και είναι υπογεγραμμένα από όλα τα μέρη. Όπως αναγράφεται στις εν λόγω επιστολές, αποτελούν «εγκρίσεις» της Τράπεζα προς χρεώστιδα εταιρεία για κάποιες διευκολύνσεις υπό όρους και προϋποθέσεις. Ούτε και έχει αποδειχτεί από την πλευρά των εναγόμενων ότι έχουν τηρηθεί οι όροι και προϋποθέσεις. Δεν έχει αποδειχτεί από την πλευρά των εναγόμενων ότι ο τελευταίος όρος/ παράγραφος των 2 επιστολών ημερ. 07.12.2012 και 20.08.2012 έχει λάβει χώρα - «η παραχώρηση των διευκολύνσεων υπόκειται στην εκτέλεση και τελειοποίηση των σχετικών εγγράφων διευκολύνσεων ή/και εξασφαλίσεων τα οποία θα ικανοποιούν πλήρως την Τράπεζα κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια». Δεν παρουσίασε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο - είτε νέα συμφωνία (όπως αναφέρεται στην ΕΝΟΤΗΤΑ Α) είτε νέα έγγραφα εξασφαλίσεων (αυτές που αναφέρονται στην 2η σελίδα των εγγράφων αυτών). Τα ως άνω καθιστούν όλους τους ισχυρισμούς του ατεκμηρίωτους και αδικαιολόγητους, είναι παντελώς αόριστοι και γενικοί και ως τέτοιοι απορρίπτονται. Το τελευταίο έγγραφο ημερ. 02.04.2013, είναι ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, όχι συμφωνία, το οποίο αφορά αύξηση δανείου από €6.286.000 σε £6.540.
  5. Αυτά δε τα ποσά δεν παραπέμπουν στο επίδικο δάνειο το οποίο είναι σε Δολάρια Αμερικής και έτσι δεν το αφορούν. Αλλά και πάλιν, το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί συμφωνία, και δη μια συμφωνία που αντικατέστησε το Τεκμ.
  6. Όταν ρωτήθηκε ο ΜΥ1 να πει στο Δικαστήριο, ποια συμφωνία αντικατέστησε ποιαν, και εάν η ημερολογιακά πιο πρόσφατη αντικαθιστούσε την παλαιότερη δεν ήξερε να απαντήσει και/ή απαντούσε αόριστα και ατεκμηρίωτα. Είπε αόριστα, ότι όλες μαζί, το Τεκμ. 42, αντικατέστησαν το Τεκμ. 1 και τις εξασφαλίσεις αυτού. Τέλος, ανέφερε ότι το email 02.04.2013 αντικατέστησε την «συμφωνία» 07.12.2012 και η 07.12.2012 αντικατέστησε την 20.08.2012 και η 20.08.2012 αντικατέστησε την 7.06.
  7. Του υπεβλήθηκε ότι τα έγγραφα που θεωρεί «συμφωνίες» είναι «απόφαση/ έγκριση» της Τράπεζας υπό όρους. Όταν ερωτήθηκε εάν υλοποιήθηκαν οι όροι, απάντησε «θεωρώ ναι». Όταν του υπεβλήθηκε ότι δεν υπέγραψαν άλλην εγγύηση εκτός από τα Τεκμ. 7 και 8, απάντησε ότι «δεν μπορώ να θυμηθώ, αλλά είμαι με την εντύπωση πως ότι χρειάζετουν από την τράπεζα το έχουμε υπογράψει». Δεν παρουσίασε, όμως, κανένα έγγραφο ή άλλη εγγύηση στο Δικαστήριο. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει την κατ' ισχυρισμό του συμφωνία ημερ.15.03.2013 (όπως λέει το email 02.04.2013, αλλά δεν το είχε στην κατοχή του. Του υποδείχτηκε ότι δεν ήταν υπογεγραμμένη η «κατ' ισχυρισμόν» και πάλιν συμφωνία ημερ. 20.08.2012 και άρα δεν αποτελεί συμφωνία αφού δεν υπεγράφη από τους ίδιους. Απάντησε ότι δεν θυμόταν. Ζητήθηκε περαιτέρω από τον ΜΥ 1 και εναγόμενο 3 να απαντήσει κατά πόσον και οι προσωπικές τους εγγυήσεις 6.10.2011 και 16.10.2009 έχουν αντικατασταθεί από άλλα έγγραφα και ποιά είναι αυτά, αλλά και πάλιν απάντησε ότι δεν θυμόταν. Στη δήλωσή του Έγγραφο Ε αναφέρει ότι έγινε μια νέα συμφωνία (γενική) με την Τράπεζα η οποία αντικατέστησε όλες τις προηγούμενες συμφωνίες (δανείου, εγγυήσεων κ.τ.λ.). Αναφορικά με το θέμα της ψυχικής πίεσης, ο ΜΥ1 απάντησε ότι η «πίεση» που αναφέρει ότι υπέστη, είναι ότι έπρεπε να παραχωρήσουν προσωπικές εγγυήσεις και υποθήκες στην Τράπεζα για να εξασφαλίσουν οι εναγόμενες 1 και 2 πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα. Παρόλα αυτά παραδέχτηκε ότι ήταν και είναι διευθυντής και μέτοχος και των εναγόμενων 1 και 2 εταιρειών. Τέλος, όταν ρωτήθηκε να δώσει λεπτομέρειες της «ψυχικής πίεσης» που ασκήθηκε από την Τράπεζα στον ίδιο ή και στους λοιπούς εναγόμενους, για να υπογράψουν διάφορα έγγραφα, απέφυγε να απαντήσει και ουδεμία λεπτομέρεια έδωσε. Με τον ίδιο τρόπο δηλαδή με υπεκφυγές και αοριστίες, απάντησε και για τους ισχυρισμούς του περί καταχρηστικών όρων. Ρωτήθηκε να απαντήσει ποιοι όροι είναι καταχρηστικοί επί του Τεκμ. 20 και να υποδείξει ποιες χρεώσεις από αυτές που έγιναν κατ' ισχυρισμό καταχρηστικά και με τις οποίες δεν συμφωνεί χωρίς να μπορεί να το κάμει αφού δεν γνώριζε. Ρωτήθηκε να απαντήσει για τους ανατοκισμούς επί του Τεκμ.
  8. Δεν ήξερε να πει ποια ποσά αποτελούν ανατοκισμούς και είπε ότι το έδωσαν στους λογιστές τους αλλά δεν έχει report. Όταν του υποδείχτηκε ότι στο Τεκμ. 20 δεν περιέχεται τόκος υπερημερίας απάντησε ότι δεν το ήξερε. Ο ΜΥ 1 αναγνώρισε την υπογραφή της εναγόμενης 5 πάνω στο Τεκμ. 10 ημερ.19.01.2010 και είπε ότι αυτό δεν υπεγράφη υπό πίεση. Αργότερα επανήλθε για να πει ότι όλα τα έγγραφα υπεγράφησαν υπό πίεση. Κρίνω ότι οι απαντήσεις του μάρτυρα επί αυτού του σημείου, αντιβαίνουν και αντιστρατεύονται κάθε λογική αλλά και τα ίδια τα έγγραφα (όροι εγγράφων για υπογραφή «ελευθέρα βουλήσει» και με επίγνωση του περιεχομένου τους). Ο ΜΥ1 παραδέχτηκε την υπογραφή του και την υπογραφή του αδερφού του (εναγόμενου 4), στα διάφορα επίδικα έγγραφα που είναι τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητήσει την υπογραφή των επίδικων εγγράφων. Ο μάρτυρας φανερά παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να προσφέρει τη δική του άποψη ως προς την ερμηνεία διαφόρων εγγράφων που κατέθεσε (Τεκμ. 42), αποσκοπώντας αφενός να πείσει ότι συνάφθηκαν νέες συμφωνίες με τους ενάγοντες και αφετέρου για να δικαιολογήσει μέσω γενικών ισχυρισμών όπως π.χ. πίεση, καταχρηστικότητα, χωρίς καθόλου να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος και/ή αμέλεια των εναγόμενων να αποπληρώσουν τα χρέη τους προς τους ενάγοντες. Δεν έπεισε για κανένα από τους ισχυρισμούς του αυτούς. Ο ΜΥ1 κρίνεται ως μη αξιόπιστος μάρτυρας καθότι η μαρτυρία του αυτή έρχεται σε αντίθεση με την έγγραφη μαρτυρία, με τα τεκμήρια που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο, αντιστρατεύεται τη λογική και εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του κρίνεται ως γενική και αόριστη στην οποία δεν μπορώ να βασιστώ και να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα. Επρόκειτο για μια προκατασκευασμένη μαρτυρία που δόθηκε με μοναδικό σκοπό να αποφύγουν οι εναγόμενοι 3 - 5 την απορρέουσα από τα έγγραφα εγγυήσεως ευθύνη τους. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους στη βάση της μαρτυρίας όπως ασφαλώς όπως την αντιλήφθηκε η κάθε πλευρά. Οι αγορεύσεις σε κάθε περίπτωση κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές για την κατανόηση των εκατέρωθεν θέσεων κατά την μελέτη και την κατάληξη μου στα δικά μου ευρήματα και συμπεράσματα. Όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως σε ανάλυση και παράθεση των συμπερασμάτων μου για όσα συζητήθηκαν και απασχόλησαν και έχουν τη σημασία τους ως προς το τελικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή. Και τούτο χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου, περιοριζόμενος σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Προκύπτει από την ως άνω μαρτυρία και την αξιολόγηση που αυτή έτυχε ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση της υπογραφής και σύναψης όλων των επίδικων εγγράφων δηλαδή της συμφωνίας δανείου, των συμφωνιών εγγύησης και των Υποθηκών. Συγκεκριμένα, δεν έχει αμφισβητηθεί οποιοδήποτε έγγραφο, δεν έχει αμφισβητηθεί η αποστολή και παραλαβή των επιστολών τερματισμού και δεν έχει αμφισβητηθεί το Τεκμ. 38 (goodbye και hello letters), η αποστολή και παραλαβή αυτών. Επομένως, το περιεχόμενο όλων των τεκμηρίων που κατέθεσε ο ΜΕ1, πλην των καταστάσεων λογαριασμών, είναι παραδεχτό ελλείψει οποιασδήποτε αμφισβήτησης τους. Προβλήθηκε ισχυρισμός περί ψυχικής πίεσης για τη σύναψη των συμφωνιών δανείου, εγγυήσεων και υποθήκης καθώς και ότι αυτές έχουν αντικατασταθεί με άλλες συμφωνίες Τεκμ. 42. Αυτά τα ζητήματα θα με απασχολήσουν και στη συνέχεια: Σύναψη και Υπογραφή Εγγράφων: Αναφορικά με τη σύναψη των συμφωνιών δανείου, εγγυήσεων και Υποθήκης (για την εναγόμενη 5) σχετικά είναι τα ακόλουθα που προκύπτουν από τη νομολογία μας και αυθεντίες: Ως προς την ερμηνεία εγγράφων και συμφωνιών σχετική είναι η υπόθεση Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας, Μέσω του Προέδρου αυτού Ελπιδόφορου Σεραφείμ και/ή Μέλους Διοικητικού Συμβουλίου Δεόντως Εξουσιοδοτημένου,(2012 «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, η ερμηνεία ενός εγγράφου είναι θέμα νομικό και γίνεται από το δικαστήριο, το οποίο περιορίζεται στους όρους της συμφωνίας, μέσα από την οποία αναζητεί την πρόθεση των μερών. Το ερμηνευτικό έργου του δεν επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες και υποθέσεις. Κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. (βλ. Λάμπρου v. Παράσχου κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 397 και Οικονόμου κ.α. v. Ττοφινή κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 436)». Στην υπόθεση Νίκη Ορφανίδη v. Ανδρέα Ορφανίδη,
(2001)1 ΑΑΔ 1889 το Δικαστήριο εκεί παρέπεμψε στην αγγλική υπόθεση Gallie v Lee
(1971)A.C.1004 όπου αναφέρθησαν τα εξής: "a person who signs a document and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. O would add that the onis of proof in this manner rests upon him: ie to prove that he acted carefully and not upon the third party to prove the contrary". Περαιτέρω, στο Σύγγραμα του Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 10th edition, σελίδα 720 αναφέρεται ότι "a contract of guarantee is a contract to perform the promise or discharge the liability of a third person in case of his default.". Κατά συνέπεια, οι εναγόμενοι κωλύονται (are estopped), λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα από το να προβάλλουν διαφορετικούς ισχυρισμούς στο δικόγραφό τους. Το κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφο είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος είναι θεμελιωμένος επί της αρχής ότι μια επίσημη και σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει - Greer and Another v. Kettle
(1938)A.C.156, 171 (HL). Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(1999)1ΑΑΔ σελ. 1522 γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Nokes Introduction to Evidence, 3η έκδοση, σελ. 208, σύμφωνα με το οποίο, κώλυμα λόγω παραστάσεως είναι κανόνας βάσει του οποίου ο διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός. Επίσης, το κώλυμα είναι κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως (Σύγγραμμα του Phipson on Evidence, 12th edition,σελ.912). Ενόψει και της παραδοχής του ΜΥ1 ότι υπεγράφησαν όλα τα επίδικα έγγραφα (εφόσον αναγνώρισε τις υπογραφές σε όλα τα τεκμήρια) και εκ μέρους της εναγόμενης 1, κρίνω ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών είναι δεσμευτικοί για τα δύο μέρη. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες δικαιούντο να στηριχτούν πάνω στους όρους των συμφωνιών, συγκεκριμένα στους όρους δανείου που αφορούν μεταβολή ποσοστών επιτοκίου, περιθωρίου, τόκου υπερημερίας, ως προνοείται στον όρο
  1. Απέστειλαν εξάλλου σχετικές επιστολές στην εναγόμενη 1 και υπάρχει και το Τεκμ. 2 - απόφαση/ έγκριση 7.06.2011 με την οποίαν προφανώς συμφωνεί και δέχεται το περιεχόμενο αυτής ο ΜΥ1 εφόσον την κατέθεσε και εκείνος ως μέρος του Τεκμ.
  2. Κρίνω, επομένως, ότι υπήρχαν έγκυρες συμφωνίες δανείου και εγγύησης και Υποθήκης. Αυτές νόμιμα τερματίστηκαν και οι επιστολές τερματισμού παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Δεν υπάρχει ισχυρισμός στην Υπεράσπιση περί του αντιθέτου. Η εναγόμενη 5, η οποία υπέγραψε μέρος του Τεκμ. 10 με ημερ.18.01.2010 και αφορούσε την υποθήκευση του επίδικου ακινήτου της, δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο για να δώσει λεπτομέρειες της ψυχικής πίεσης και/ή άλλων ζητημάτων όπως πρόβαλε ο ΜΥ
  3. Σημειώνεται ότι αντιπροσωπεύτηκε από τον ίδιο συνήγορο με τους εναγόμενους 3 και
  4. Το έγγραφο που υπέγραψε δηλαδή την Υποθήκη 16691/2007 για ποσό Λ.Κ.250.000,00 καθαρά αναφέρει ότι η υποθήκη της εξασφαλίζει διάφορες υποχρεώσεις της εναγόμενης
  5. Μια από αυτές είναι και η επίδικη. Το περιεχόμενο του Τεκμ. 10 είναι ξεκάθαρο και δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης από του εναγόμενους. Στη βάση των ποιο πάνω ευρημάτων μου θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται τα ποσά τα οποία αξιώνουν με την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 1, 2,3,4 και κατά πόσο οι εναγόμενοι απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους που προβάλλουν στην Υπεράσπισή τους. Οι ενάγοντες απέδειξαν τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά, καταθέτοντας και επεξηγώντας τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμ. 20). Καμία συγκεκριμένη χρέωση ή επιβολή τόκου έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. σελ. 1491 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιδίκασε τόκους υπερημερίας εφόσον αυτοί είχαν ρητώς συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Επίσης είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί είναι η επεξήγηση που δίδεται από το Εφετείο στην υπόθεση αυτή - της οποίας τα γεγονότα είναι πανομοιότυπα με της παρούσας υπόθεσης - αναφορικά με την απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού. Κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού αφού οι εφεσείοντες όχι μόνον δεν έφεραν ένσταση αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Ακόμα ότι, ανεξαρτήτως τούτου στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που αυτοί παρουσίαζαν. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τον ΜΕ1 ότι η ενάγουσα διατηρούσε και φύλαγε Τραπεζικό Βιβλίο ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, ο ΜΕ1, διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρίσεις στα τραπεζικά βιβλία και βρέθηκαν ορθές. Παρά τη σαφή μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 δεν έγινε καμιά αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Επίσης στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 479 το Εφετείο ανατρέποντας την Πρωτόδικη απόφαση, αποφάσισε ότι: «οι καταστάσεις λογαριασμού μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 Κεφ.9). Από την στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενο τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία». Ειδικότερα ως προς την Υποθήκη 16691/2007 ημερ. 6.11.2007, της εναγόμενης 5 για ποσό Λ.Κ.250.000,00, παρατηρώ ότι όπως φαίνεται από τη δέσμη εγγράφων/ Υποθηκών - Τεκμ. 9, η εν λόγω υποθήκη παραχωρήθηκε αρχικά από τον εναγόμενο 4 στις 6/11/07 για υποχρεώσεις της εναγόμενης
  1. Η ημερομηνία της Υποθήκης είναι προγενέστερη της συμφωνίας δανείου (16.12.2009). Το ενυπόθηκο ακίνητο, με τη σύμφωνο γνώμη της Τράπεζας μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη 5, υπό το βάρος της Υποθήκης 16691/07 στις 30.10.
  2. Η εναγόμενη 5 ήταν ενήμερη για τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, και συμφώνησε με την υποθήκευση του ακινήτου της προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 (Σχετ. το Τεκμ. 10), υπογράφοντας σχετικό έντυπο ημερ.18.01.
  3. Βάσει των όρων του εγγράφου Υποθήκης, η εναγόμενη 5 συμφώνησε να καταβάλει σε πρώτη ζήτηση το ποσό των Λ.Κ.250.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Η υποθήκη δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (Αγγελίδης ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1771 και Stratis Enterprises Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας 2005 3 ΑΑΔ 332. Είναι δικαιοπραξία χωριστή από τη συμφωνία δανείου, γιατί μετά την υπογραφή της δημιουργεί διαφορετικές συνέπειες. Όπως προκύπτει από το κείμενο του εγγράφου Υποθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης υποθήκης, η τελευταία καλύπτει οποιανδήποτε υποχρέωση της εναγόμενης 1 τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση που έγινε ή ενδέχεται να γίνει απαιτητή. Συνεπώς, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει τις ως άνω υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, κατά συνέπεια δικαιολογείται και η έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 5 στη βάση του περιεχομένου του εγγράφου Υποθήκης καθώς και η έκδοση διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου της ακινήτου. Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει τα ποσά που απαιτούν από όλους τους εναγόμενους. Εξετάζοντας τώρα τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλουν στην Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι κρίνω ότι αυτοί παρέμειναν χωρίς τεκμηρίωση, έωλοι και ως εκ τούτου απορρίπτονται (βλ. Μαυρομιχάλη v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1Α Α.Α.Δ. 530: «Η Υπεράσπιση συνιστά δικόγραφο, στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Δε συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών». Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν προώθησαν τις θέσεις που προέβαλαν στην Υπεράσπισή τους ενώπιον του Δικαστήριο με οποιονδήποτε τρόπο κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν έχει προωθηθεί συγκεκριμένος ισχυρισμός για το ποιοι όροι της συμφωνίας δανείου ή της συμφωνίας εγγύησης της εναγόμενης 2 αποτελεί καταχρηστικό όρο. Επομένως, δεν απομένει παρά να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του δικογράφου των εναγομένων 1 και 2 καθώς παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Ισχυρίστηκαν στο δικόγραφο τους και οι εναγόμενοι 1 και 2 (όπως και οι εναγόμενοι 3,4,5), ότι η σύμβαση δανείου και η σύμβαση εγγύησης της εναγόμενης 2, περιέχει καταχρηστικούς όρους. Πρώτον, δεν υπέδειξαν ποιοι όροι θεωρούν ότι είναι καταχρηστικοί. Με το να προβάλλουν γενικά και αόριστα ότι υπάρχουν καταχρηστικοί όροι, δεν σημαίνει ότι υπάρχει κατάχρηση όρων. Δεν τυγχάνει όμως εφαρμογής ο Νόμος περί καταναλωτικής πίστης Νόμος του 2010 εφόσον ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και όχι φυσικό. Το ίδιο ισχύει και για το Νόμο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις του 1996 ο οποίος καταργήθηκε την 12.05.21 από το Νόμο 112(Ι)/2021. Επομένως ούτε οι εναγόμενοι 2, 3,4,5, είναι καταναλωτές υπό την έννοια του πιο πάνω Νόμου, εφόσον είναι άμεσα συνδεδεμένα πρόσωπα με την εναγόμενη 1 εταιρεία (διευθυντές και μέτοχοι) (Σχετ. το Τεκμ. 11). Η μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις ή αδυναμία απάντησης τους σε θέματα που δεν ενέπιπταν στην γνώση ή πληροφόρηση τους ήταν επουσιώδεις και δεν μπορούν να θεωρηθούν τέτοιες ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί σε αυτήν. Επομένως, η μαρτυρία τους παραμένει αδιαμφισβήτητη και αναντίλεκτη (βλ. υπόθεση Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1ΑΑΔ 291, όπου μεταξύ άλλων αποφασίσθηκε ότι παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα πάνω σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του μπορεί να εκληφθεί ως αποδοχή της μαρτυρίας του. Αυτό ισχύει για το Τεκμ. 20 (για το οφειλόμενο ποσό), αλλά και για τους όρους της συμφωνίας δανείου (Τεκμ. 1) και τους όρους των εγγράφων εγγυήσεων και Υποθηκών (Τεκμ. 6 -10). Επισημαίνω το γεγονός ότι το Τεκμ. 42 δεν υποδείχτηκε στους μάρτυρες των εναγόντων για να εκφέρουν τη δική τους άποψη και θέση επί του ισχυρισμού του ΜΥ1 ότι το Τεκμ. 42 αντικατέστησε την επίδικη συμφωνία δανείου και εγγράφων εγγυήσεων. Οι ενάγοντες με τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ4 και του υλικού που κατέθεσαν στο Δικαστήριο προς απόδειξη του χρέους της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες, έχουν αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται το οφειλόμενο ποσόν των εναγομένων 2,3,4,5 προς αυτούς. Το βάρος έχει λοιπόν μεταφερθεί στους ώμους των εναγόμενων, οι οποίοι απέτυχαν να αποσείσουν αυτό και να αποδείξουν τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισής τους. Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΨΥΧΙΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ: Οι εναγόμενοι 3,4 και 5 προβάλλουν ισχυρισμό περι άσκησης ψυχικής πίεσης. Αυτός όμως έρχεται σε αντίθεση τόσον με το περιεχόμενο του ιδίου του εγγράφου εγγύησης, και Υποθήκης (για την εναγόμενη 5) αλλά και με την προφορική μαρτυρία του εναγόμενου 3, ο οποίος αναγνώρισε την υπογραφή του. Σημειώνω και τονίζω ότι οι εναγόμενοι 4 και 5 δεν ήρθαν στο Δικαστήριο να μαρτυρήσουν. Ο ΜΥ1 ανέφερε μάλιστα ότι η συμφωνία εγγύησης (και η συμφωνία δανείου) αντικαταστάθηκε με νέες - το Τεκμ. 42. Τίθεται εύλογα το ερώτημα πώς είναι δυνατόν από την μια να ισχυρίζεται ότι υπήρξε ψυχική πίεση για την σύναψη του Τεκμ. 1 και σύμβασης εγγύησης Τεκμ. 6 και 7 (και άρα ειναι άκυρες ) και από την άλλην να προβάλλει ισχυρισμό περι αντικατάστασης αυτών με νέες συμφωνίες. Με τα ίδια δηλαδή πρόσωπα που υποτίθεται ότι τους «πίεσαν» να συνάψουν συμφωνία δανείου; Ο ισχυρισμός ξεφεύγει των κανόνων της λογικής και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος. Συνοπτική παράθεση των νομικών αρχών που καλύπτουν το θέμα αυτό, που είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας θα καταδείξει το αβάσιμο του προβαλλόμενου αυτού λόγου. Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί απαραίτητο συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης. Η δε άσκηση ψυχικής πίεσης δεν συμβαδίζει με ελευθερία της συναίνεσης, την οποία, ουσιαστικά, αναιρεί. Η απόδειξη της ύπαρξης ψυχικής πίεσης οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αριστοτέλους
(2001)1 ΑΑΔ 750 και υιοθετήθηκε στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Πούλλα κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 961, η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μία εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει το άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄ αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά, από την άλλη, είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα. Η ψυχική πίεση δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε. Στο άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149 καθορίζεται ότι σύμβαση θεωρείται ότι έλαβε χώρα συνεπεία ψυχικής πίεσης όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες, ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄ αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων, τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε. Κατά το δίκαιο της επιείκειας, η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης σκοπό έχει να εξασφαλίσει ότι δεν θα είναι επιτρεπτό σε κανένα να διατηρήσει το όφελος που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Όπου ο διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης. Τα ως άνω δεν προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ούτε και υπήρξε τέτοια μαρτυρία από τους εναγόμενους. Βάσει των τεκμηρίων και της προφορικής μαρτυρίας του ΜΥ1, αναγνωρίστηκε η ελεύθερη βούληση όλων των εναγομένων να υπογράψουν επί των εγγράφων που αφορά το κάθε πρόσωπο. Παρουσιάστηκαν πρακτικά του Δ.Σ των εναγομένων 1 και 2 (Tεκμ. 11), υπογεγραμμένα από τους εναγόμενους 3 και
  1. Παρουσιάστηκε επιστολή ημερ 26.11.2009 (Τεκμ. 29), υπογεγραμμένη από τους εναγόμενους, με την οποίαν οι ίδιοι ζήτησαν δάνειο σε Δολάρια Αμερικής για αγορά μεριδίου σε πλοίο. Επομένως, ο δικογραφημένος ισχυρισμός δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης ως η μαρτυρία των ΜΕ όπως την αποδέχθηκα πιο πάνω. Στα Τεκμήρια 6,7,8 έγγραφα εγγύησης που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2,3,4 υπάρχει ο όρος 21 με τον οποίον δήλωσαν οι εναγόμενοι ότι τους εξηγήθηκε και κατανόησαν πλήρως το δικαίωμά τους να συμβουλευτούν δικηγόρο της επιλογής τους για τις πρόνοιες του εγγράφου. Δήλωσαν ότι μελέτησαν και κατανόησαν πληρως τις πρόνοιες και εθελούσια συμβλήθηκαν και υπέγραψαν τα έγγραφα εγγύησης. Το ίδιο ισχύει για τα έγγραφα Υποθήκης Τεκμ. 9 (όρος 17) για την εναγόμενη
  2. Κώλυμα Κατ' αρχή η επίκληση ύπαρξης κωλύματος πρέπει να δικογραφείται ειδικά. Όμως όπως λέχθηκε στην Πανέρας ν. Πανέρας Έφεση ΠΕ127, 9/11/2001, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τέτοιο θέμα όταν με έμμεσο τρόπο εγείρεται. Παρά όμως το γεγονός ότι δεν δικογραφείται από τους ενάγοντες (μέσω Απάντησης), το Δικαστήριο έχοντας ενώπιον του τα επίδικα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους και παραδέχτηκαν την υπογραφή αυτών, δύναται να γίνει αναφορά σε αυτά και στην ύπαρξη κωλύματος από μέρους των εναγομένων να προβάλλουν αντίθετους με τα τεκμήρια ισχυρισμούς. Στην απόφαση του Εφετείου Ιωάννου Γιαννάκης ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1999)1ΑΑΔ 1522, ημερ.29.09.1999, λέχθηκε ότι «η συμπερίληψη του Κανόνα του Κωλύματος στη σχετική δικογραφία δεν αποστερεί από την εφεσίβλητη το δικαίωμα να εγείρει το θέμα κατά το ακροαματικό στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία δικαιολογούν την παροχή θεραπείας». Στην υπόθεση Bερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 ΑΑΔ 2398, από την οποία άντλησε καθοδήγηση και μεταγενέστερη νομολογία (βλ. Iωάννου Γιαννάκης ν. Oργανισμού Xρηματοδοτήσεως Tράπεζας Kύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1522, Bογαζιανός Πραξιτέλης κ.ά. ν. Tράπεζα Kύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 253) το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλυσε τον κανόνα του κωλύματος (estoppel) ως εξής: «Σύμφωνα με τον Nokes το κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Το κώλυμα μπορεί να είναι
(1)κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed), και
(3)κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais)». Σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια, διαφαίνεται ότι οι εναγόμενοι 1, 2, 3 4,5 υπέγραψαν όλα τα επίδικα έγγραφα ελευθέρα βουλήσει και με πλήρη επίγνωση του τι υπέγραφαν. Δεν έχει αμφισβητηθεί η υπογραφή των εγγράφων από τους εναγόμενους ούτε στο δικόγραφό τους ούτε και προφορικά κατά τη μαρτυρία του ΜΥ
  1. Ως εκ τούτου κωλύονται οι εναγόμενοι λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα να προβάλλουν διαφορετικούς ισχυρισμούς και δη ψυχική πίεση. Πολλαπλότητα Διαδικασιών Οι εναγόμενοι 3,4,5 ισχυρίστηκαν τόσο μέσω του δικογράφου τους όσο και μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1, ότι λόγω της καταχώρισης της αγωγής Αρ. 1160/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας, Τεκμ. 40, υπάρχει πολλαπλότητα διαδικασιών. Η αγωγή Αρ. 1160/2014 δεν έχει εκδικαστεί ακόμη, μάλιστα υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 ότι η αγωγή αυτή ήταν ορισμένη για οδηγίες 3.05.2023 και κατά συνέπεια εκκρεμούσε όταν είχε επιφυλαχθεί η παρούσα απόφαση. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε διάβημα το οποίο ενδεχόμενα να έπρεπε να λάβουν οι εναγόμενοι για αναστολή της παρούσας διαδικασίας εκκρεμούσας της διαδικασίας της αγωγής Αρ.1160/
  2. Και εν πάση περιπτώσει από ότι φαίνεται από τη δικογραφία της αγωγής Αρ. 1160/14, τα επίδικα θέματα είναι παντελώς διαφορετικά. Ως εκ τούτου κρίνω ότι καμία πολλαπλότητα υπάρχει ή έχει καταδειχθεί από τους εναγόμενους. Το ότι αμφισβητούν τον διορισμό του Π/Δ, και πάλιν δεν βρίσκει έρεισμα στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια, εφόσον το δικαίωμα των εναγόντων να διορίσουν παραλήπτη στην εναγόμενη 1 εδράζεται στις πρόνοιες τους Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 02.11.2011 (Τεκμ. 24). Ο διορισμός του γνωστοποιήθηκε στον Έφορο (Τεκμ. 23), και στους εναγόμενους (Τεκμ. 26). Επίσης, δεν προσφέρθηκε καμία μαρτυρία με την οποία να φαίνεται ότι ο διορισμός είναι άκυρος. Μέχρι σήμερα είναι ισχυρός, όπως είπαν οι ΜΕ1, ΜΕ
  3. Οι εναγόμενοι έλαβαν μέτρα ακύρωσης του διορισμού αλλά ανεπιτυχώς, όπως είπε ο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του. Εν πάση όμως περιπτώσει, και είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί, ότι στην Υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 η οποία καταχωρίστηκε την 29.03.2016 δεν αμφισβητείται ο διορισμός του Π/Δ ούτε το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ή η εγκυρότητα των όρων αυτού. ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αντί άλλων θα παραπέμψω σε απόλυτα σχετικές αποφάσεις όπως στην απόφαση του Εφετείου στην Π.Ε. 426/11 ημερ. 29.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:A432 μεταξύ της Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά v. Hellenic Bank Public Co Ltd τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «..Γενικά να λεχθεί ότι σε αυτού του είδους τις υποθέσεις ο ρόλος του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, πόσον μάλλον του Εφετείου, δεν είναι να προβεί σε λογιστικό ή άλλο αναλογιστικό έλεγχο των κατατεθειμένων λογαριασμών (η εφεσίβλητη Τράπεζα κατάθεση όλους τους λογαριασμούς που υπερβαίνουν τις 500 σελίδες), αλλά να αποφασίσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων κατά πόσο η Τράπεζα που διεκδικεί το οφειλόμενο ποσό έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη Τράπεζα παρουσίασε όλο το ιστορικό της διαφοράς, τους αρχικούς και τους αναδομημένους λογαριασμούς και εξήγησε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις χρεώσεις που έγιναν αφαιρώντας ότι θεωρήθηκε ως μη συμβατό με την τραπεζική πρακτική και την νομολογία. Από την άλλη, οι οφειλέτες, δηλαδή οι εφεσείοντες, δεν ήσαν επιτυχείς στο να δείξουν ότι οι λογαριασμοί αυτοί ήσαν λανθασμένοι και αναμφίβολα η εισήγηση τους ότι ήταν η Τράπεζα που τους χρωστούσε χρήματα ήταν εντελώς εξωπραγματική και δεν υποστηρίχθηκε από σαφή μαρτυρία.». Κρίνω ότι η ενάγουσα με τη μαρτυρία που προσκόμισε έχει αποδείξει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν σε αυτή το υπόλοιπο όπως αυτό φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 20). Στην απόφαση που εκδόθηκε στις 20.12.2017 στην Π.Ε. 240/10 μεταξύ της Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v. Στέλιου Παύλου κ.ά. με την οποία ανατράπηκαν τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση ήταν εσφαλμένη και ανακόλουθη και οδήγησε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή για μη πειστικούς λόγους. Όπως είπε το Δικαστήριο στη σελ. 8 της Απόφασης: «Έχοντας διεξέλθει το σύνολο της μαρτυρίας, όπως έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, υπό το φως των τεκμηρίων και των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, κρίνεται ότι η πρωτόδικη αξιολόγηση ήταν εσφαλμένη και ανακόλουθη και οδήγησε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή για μη πειστικούς λόγους. Η αξιολόγηση που έγινε ήταν, με όλη την εκτίμηση, ακροσφαλής παραγνωρίζοντας ουσιώδη ζητήματα από την μαρτυρία που έτειναν να δείξουν το αληθές των ισχυρισμών των εφεσειόντων πάντοτε, βεβαίως, υπό το πρίσμα του ορθού επιπέδου απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπου ο ενάγων έχει την ευθύνη να δείξει ότι η εκδοχή του προκύπτει ως πιο αληθής παρά όχι, εξεταζόμενη από μόνη της αντικειμενικά και όχι κατά πόσο είναι πιο πιθανή παρά του εναγομένου (υπογράμμιση δική μου), (Μπούλος Μαρσέλ v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858)». Στη βάση λοιπόν των λεχθέντων στις δύο πιο πάνω αποφάσεις κρίνω ότι επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (on a balance of probabilities), η ενάγουσα είχε την ευθύνη να δείξει ότι η εκδοχή της υπό το φως της μαρτυρίας, υπό το φως των τεκμηρίων και των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων προκύπτει ως πιο αληθής παρά όχι, εξεταζόμενη από μόνη της αντικειμενικά. Η ενάγουσα κρίνω ότι έχει δείξει ότι η εκδοχή της είναι πιο αληθής παρά όχι. Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν σε αυτούς, επομένως λάμβαναν γνώση του χρέους τους και ουδέποτε το αμφισβήτησαν μέχρι την καταχώριση της Υπεράσπισης τους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Επίσης, δεν έχουν αμφισβητήσει την αποστολή και παραλαβή των επιστολών hello and goodbye για τη μεταφορά και μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και άρα του χρέους στην νυν ενάγουσα. Όλες οι επίδικες συμφωνίες κρίνω ότι υπεγράφησαν νομότυπα και με ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων, είναι έγκυρες και δεσμεύουν τους συμβαλλομένους οι δε εναγόμενοι κρίνεται ότι δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους των και τις απορρέουσες από αυτές υποχρεώσεις τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα πέτυχε στις αξιώσεις της και έτσι εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον όλων των εναγόμενων ομού και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: Εναντίον των εναγομένων 1,2,3 ΚΑΙ 4 ως η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 20) ήτοι USD 879.267,45c. πλέον 6 μηνών libor και 4% προσαύξηση και 1,75% τόκο υπερημερίας από 01.10.2022 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο ήτοι την 30.06 και 31.12. Εναντίον της εναγόμενης 5, δυνάμει του Εγγράφου Υποθήκης Υ.16991/2007 Και βάσει της επιστολής τερματισμού προς αυτήν 26.03.2014 (Τεκμ. 16) €427.150 (Λ.Κ.250.000,00) πλέον τόκο προς 6% από την 26.03.2014 (ημερ. τερματισμού) μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο ήτοι την 30.06.και 31.12. και εκδίδεται επίσης διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 5, το οποίο βαρύνεται με την Υποθήκη Υ.16991/2007 ημερ. 06.11.2007 Λευκωσία, Έγκωμη, Οικόπεδο υπ' αρ. Εγγραφής4/[ ], Φ/Σχ. 21/53 W 2, Τμήμα 4 Τεμ. [ ] μερίδιο το όλο, υποθηκευμένο μερίδιο το όλο. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον όλων των εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.) ......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.