← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. SAVVA HOME DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής:1801/2014, 30/11/2023

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. SAVVA HOME DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής:1801/2014, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1801/2014 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας - και - SAVVA HOME DEVELOPERS LTD Εναγόμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Νοεμβρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Σταύρος Χριστοδούλου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: Η κ. Άννα Μ. Ιακώβου για M. Ιακώβου & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ/ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Οι αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης αφορούν διατάγματα που σχετίζονται με το ακίνητο το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο 3(α) της Εκθέσεως Απαιτήσεως (υπό τον τίτλο «Αγορασθέν Ακίνητο» στη συνέχεια «το Κατάστημα»). Με αυτά ουσιαστικά επιδιώκει την εξασφάλιση χωριστού πιστοποιητικού εγγραφής ή τίτλου ιδιοκτησίας για το Κατάστημα ελεύθερου εμπραγμάτων βαρών και επιβαρύνσεων με ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί η εναγόμενη είτε πρόσωπο που θα διοριστεί από την ενάγουσα για να προβεί στις ενέργειες αυτές. Άλλως πως αξιώνει Ειδική Εκτέλεση της Συμφωνίας Πώλησης του Καταστήματος. Διαζευκτικά των διαταγμάτων αξιώνει εναντίον της εναγόμενης αποζημιώσεις ως ειδικές ζημιές που υπέστη συνολικού ποσού €830.000,00 πλέον τόκους προς 9% επί ποσού €351.000,00 από 12.06.2012 μέχρι της πληρωμής του, πλέον τόκους προς 9% επί ποσού €119.750,00 από 26.06.2012 μέχρι της πληρωμής του, πλέον τόκους προς 9% επί ποσού €119.750,00 από 23.07.2012 μέχρι της πληρωμής του, πλέον τόκους προς 9% επί ποσού €119.750,00 από 14.08.2012 μέχρι της πληρωμής του, πλέον τόκους προς 9% επί ποσού €119.750,00 από 11.09.2012 μέχρι της πληρωμής του. Τα ποσά αυτά η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα είχε καταβάλει στην εναγόμενη προς εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων σε διάφορες ημερομηνίες όπως με λεπτομέρεια αναγράφονται στην παρ. 11 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Αξιώνει επίσης επιστροφή του ποσού των €51.870,00 για εργασίες τις οποίες εκτέλεσε και/ή πλήρωσε απευθείας η ενάγουσα οι οποίες αποτελούσαν υποχρέωση της εναγόμενης να εκτελέσει. Αποζημιώσεις στη θέση και/ή αντί (in lieu) Ειδικής Εκτέλεσης. Τα ως άνω ποσά διεκδικούνται μεταξύ άλλων, για παράβαση σύμβασης και/ή λόγω ολικής αποτυχίας του ανταλλάγματος και/ή βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στην Έκθεση Απαιτήσεως καταγράφονται με λεπτομέρεια οι θέσεις της ενάγουσας, επί των οποίων στηρίζονται οι αξιώσεις της. Τις συνοψίζω για σκοπούς κατανόησης για το πως προέκυψε η επίδικη διαφορά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας: α. Δυνάμει Γραπτής Συμφωνίας Πώλησης ημερ. 12.06.2012 (στη συνέχεια η «Συμφωνία Πώλησης»), η ενάγουσα αγόρασε από την εναγόμενη το Κατάστημα, υπό όρους οι οποίοι συμφωνήθηκαν ρητά μεταξύ των διαδίκων και καταγράφηκαν επί της Συμφωνίας Πώλησης, έναντι του ποσού των €936.000,00 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. προς 17%. Από το εν λόγω ποσό συμφωνήθηκε όπως αφαιρεθεί το ποσό των €51.870,00 το οποίο αφορούσε εργασίες επί του Καταστήματος, οι οποίες αποτελούσαν υποχρέωση της εναγόμενης, τις οποίες όμως εκτέλεσε η ενάγουσα, με αποτέλεσμα το πληρωτέο τίμημα πώλησης του Καταστήματος προς την εναγόμενη να ανερχόταν στο ποσό των €884.130,00 (στη συνέχεια «το Τίμημα Πώλησης»). β. Σύμφωνα με ρητό όρο της Συμφωνίας Πώλησης, συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη είχε την υποχρέωση όπως φροντίσει, το αργότερο μέχρι την 30.12.2013 (ή και νωρίτερα), να μεταβιβάσει στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο το Κατάστημα στο όνομα της ενάγουσας, κενό και ελεύθερο παντός εμπραγμάτου βάρους/ υποθήκης και/ή επιβάρυνσης και/ή δικαιώματος της εναγόμενης και/ή παντός τρίτου, νοουμένου ότι έχει ήδη εξασφαλίσει την έκδοση Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης της Κατασκευής εκδομένου από την αρμόδια αρχή και εκδώσει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το Κατάστημα. γ. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με ρητό όρο της Συμφωνίας Πώλησης, συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση όπου η καθυστέρηση στην έκδοση Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης Κατασκευής και ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του Καταστήματος οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγόμενης για οποιοδήποτε λόγο, τότε η ενάγουσα έχει δικαίωμα να τερματίσει τη Συμφωνία Πώλησης και να απαιτήσει εναντίον της εναγόμενης να της επιστραφούν οποιαδήποτε ποσά έχει καταβάλει πλέον τόκους προς 9,00% ετησίως από την ημερομηνία καταβολής των εν λόγω ποσών από την ενάγουσα μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης αυτών από την εναγόμενη στην ενάγουσα, καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, καθώς και να λάβουν νομικά μέτρα κατά της εναγόμενης για ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας Πώλησης ή και για αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας Πώλησης από την εναγόμενη. δ. Η ενάγουσα στις 18.06.2012, ενεργώντας στη βάση των προνοιών της Συμφωνίας Πώλησης, κατέθεσε δεόντως τη Συμφωνία Πώλησης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας (στη συνέχεια το «ΕΚΓ Λευκωσίας»), για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, με αριθμό ΠΩΕ 966/

  1. ε. Ολόκληρο το τεμάχιο γης του οποίου παρατίθενται τα πλήρη κτηματολογικά στοιχεία ευρισκόμενο στον Δήμο Στροβόλου της Λευκωσίας, επί του οποίου ανεγέρθηκε το Κατάστημα, ήταν κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας Πώλησης και εξακολουθεί να είναι μέχρι και σήμερα, υποθηκευμένο προς όφελος της ALPHA BANK CYPRUS LTD (στη συνέχεια «η Alpha Bank»), δυνάμει των Υποθηκών με αρ. Υ2326/2010 και Υ2345/2010 του ΕΚΓ Λευκωσίας (στη συνέχεια «οι επίδικες Υποθήκες»). στ. Η ενάγουσα, ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πώλησης, κατέβαλε στην εναγόμενη ολόκληρο το Τίμημα Πώλησης, πλην του ποσού των €54.130,00, το οποίο σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης ήταν πληρωτέο με τη μεταβίβαση του Καταστήματος επ' ονόματι της και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, και το οποίο ήταν και είναι πρόθυμη και είναι σε θέση να καταβάλει με τη μεταβίβαση του Καταστήματος επ' ονόματι της και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, ως οι πρόνοιες της Συμφωνίας Πώλησης. ζ. Η εναγόμενη κατά παράβαση των προνοιών της Συμφωνίας Πώλησης, παρέλειψε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και να προβεί σε όλες τις σχετικές ενέργειες με σκοπό την έκδοση Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης Κατασκευής, ενώ περαιτέρω δεν προέβη μέχρι σήμερα σε έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του Καταστήματος και δεν μεταβίβασε μέχρι και σήμερα, ως όφειλε, το Κατάστημα επ' ονόματι της ενάγουσας, αποδεσμευμένο και απαλλαγμένο από παντός είδους εμπράγματο ή άλλο βάρος, επιβαρύνσεις ή δικαίωμα, παραλείποντας μέχρι και σήμερα να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας. Στην Έκθεση Υπεράσπισής της η εναγόμενη εκτός από την απόρριψη των αξιώσεων της ενάγουσας, προβάλλει τις θέσεις της και εισηγείται όπως η αγωγή απορριφθεί. Επί της ουσίας παραδέχεται τις πλείστες από τις ως άνω θέσεις της ενάγουσας, ως αυτές περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Προβάλλει όμως προς υπεράσπισή της τους ακόλουθους δύο βασικούς ισχυρισμούς: (α) ότι η από μέρους της εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της ενάγουσας έχει καταστεί αδύνατη λόγω ισχυριζόμενου γεγονότος που επισυνέβη μετά τη σύναψη της Συμφωνίας Πώλησης και το οποίο η εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να αποτρέψει και έτσι η Συμφωνία θα πρέπει να ακυρωθεί. Αποδίδει δε την αδυναμία της αυτή στην οικονομική κρίση η οποία είχε ως συνέπεια την κατακόρυφη μείωση της αξίας των ακινήτων και ως αποτέλεσμα αυτής (β) η Alpha Bank να αρνείται να αποδεσμεύσει και/ή να απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελός της επίδικες Υποθήκες, μέχρι την παραχώρηση επιπλέον εξασφαλίσεων από μέρους της εναγόμενης, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η μεταβίβαση του Καταστήματος επ' ονόματι της ενάγουσας. Στην Απάντηση της η ενάγουσα αρνείται κάθε ισχυρισμό της εναγόμενης που δεν συνάδει με τους δικούς της ισχυρισμούς και επιμένει ότι είναι η εναγόμενη που δεν εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις για την μεταβίβαση του Καταστήματος ελεύθερου εμπραγμάτων βαρών και επιβαρύνσεων. Απαιτεί την απόρριψη της Υπεράσπισης ως πραγματικά και νομικά ανυπόστατης και αβάσιμης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ/ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ/ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Για την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσε η κ. Έλενα Δυμιώτου (ΜΕ), και εκ μέρους της εναγόμενης ο κ. Γεώργιος Σάββα (ΜΥ). Οι δύο πλευρές συμφώνησαν και κατέθεσαν παραδεκτά γεγονότα με το Έγγραφο Β, όπως θα τα παραθέσω στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο. Η κ. Δυμιώτου (ΜΕ), υιοθέτησε τη Γραπτή Δήλωση της (Έγγραφο Α), ως μέρος της κυρίως εξέτασής της και κατέθεσε όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα όπως την επίδικη Συμφωνία Πώλησης (Τεκμ. 3), την απόδειξη κατάθεσης της Συμφωνίας Πώλησης στο ΕΚΓ Λευκωσίας (Τεκμ. 6), επιστολή της Alpha Bank προς την ενάγουσα ημερ. 11.06.2012 με την οποία ανέλαβε αμετάκλητα όπως απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελος της επίδικες Υποθήκες και κάθε εμπράγματο ή άλλο βάρος, επιβαρύνσεις ή δικαίωμα εγγεγραμμένο προς όφελος της, νοουμένου ότι θα ελάμβανε μέχρι την 31.08.2012 από την εναγόμενη το συνολικό ποσό των €834.000,00 (Τεκμ. 7), αποδείξεις πληρωμής του Τιμήματος Πώλησης από την ενάγουσα στην εναγόμενη (Τεκμ. 8 - 15), τις επιστολές της ενάγουσας και των δικηγόρων της προς την εναγόμενη, με την οποία την καλούσαν όπως συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας (Τεκμ. 17, 18 και 20). Αναφορά στο περιεχόμενο κάθε εγγράφου που παρουσίασε η ΜΕ θα γίνει, όπου χρειαστεί, κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Κατά την αντεξέτασή της η ΜΕ επέμεινε σε όλα όσα είχε αναφέρει και κατά την κυρίως εξέταση της και υποστήριξε σταθερά τις θέσεις της ενάγουσας όπως εξάλλου αναδείονται από το περιεχόμενο των εγγράφων/τεκμηρίων τα οποία κατέθεσε, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και κατηγορηματικά απέρριψε αντίθετες υποβολές της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης προς υποστήριξη των θέσεων της Υπεράσπισης, χωρίς να υποπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η ΜΕ μου προκάλεσε την εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος και βρίσκω ότι ήταν συνεπής και καθ' όλα σταθερή στις απαντήσεις της. Απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς οποιαδήποτε υποψία δισταγμού τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέτασή της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της και σ' αυτή κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ για να εξάγω τα συμπεράσματα μου σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Δηλώθηκαν ως κοινά παραδεκτά γεγονότα τα οποία αφορούν τα νέα κτηματολογικά στοιχεία του επίδικου ακινήτου λόγω αλλαγής στο μεταξύ αυτών από το ΕΚΓ Λευκωσίας και το περιεχόμενο Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας και Εμπράγματων Βαρών του επίδικου ακινήτου ημερ. 17.03.2022 (Έγγραφο Β). Ο κ. Σάββα (ΜΥ), ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ). Κατέθεσε επίσης δύο καταστάσεις λογαριασμών η μία της εναγόμενης εταιρείας και η άλλη της εταιρείας SAVVA HOME ASSETS LTD που διατηρούσαν στην Alpha Bank ως Τεκμ. 21 και Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου ως Τεκμ. 22 στο οποίο εμφαίνονται οι Επιβαρύνσεις/Υποθήκες σε ακίνητα προς όφελος της Alpha Bank αλλά και του Τμήματος Φορολογίας. Ως προς τα τεκμήρια αυτά θα πρέπει να ειπωθεί από τώρα ότι δεν έχει καταδειχθεί η σχετικότητα τους με τα επίδικα γεγονότα και τούτο καθώς από τις καταστάσεις λογαριασμού της Alpha Bank δεν καταδεικνύεται ότι η εναγόμενη κατέβαλε στην Alpha Bank το Τίμημα Πώλησης, προκειμένου η Alpha Bank να απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελος της επίδικες Υποθήκες και από την άλλη από το έγγραφο του Κτηματολογίου (Τεκμ. 22), προκύπτει απλώς ότι επί άλλων (μη επίδικων) ακινήτων της εναγόμενης εγγράφηκαν άλλες (μη επίδικες) Υποθήκες προς όφελος της Alpha Bank. Κατά συνέπεια τα εν λόγω τεκμήρια κρίνω ότι καμιά αποδεικτική αξία δεν ενέχουν για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Η εναγόμενη προσπάθησε με την κατάθεση αυτών των εγγράφων να καταδείξει τον ισχυρισμό της ότι η Alpha Bank αθέτησε τις υποσχέσεις που έδιδε στην εναγόμενη για απαλλαγή του Καταστήματος από τις επίδικες υποθήκες και η σημασία αυτών δεν αφορά πράγματι παρά μόνον τη σχέση της εναγόμενης και της εν λόγω τράπεζας. Ούτε από το δικόγραφο της εναγόμενης ούτε από την μαρτυρία του ΜΥ διαφάνηκε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των θέσεων ή της μαρτυρίας της ενάγουσας. Αντίθετα ο ΜΥ παραδέχθηκε τη Συμφωνία Πώλησης (Τεκμ. 3), με την οποία η εναγόμενη πώλησε στην ενάγουσα το Κατάστημα (Σχετ. η παρ. 2 του Εγγράφου Γ), ενώ επιπρόσθετα παραδέχθηκε ότι η ενάγουσα προέβη στις σχετικές πληρωμές προς την εναγόμενη (Σχετ. η παρ. 11 του Εγγράφου Γ). Ο ΜΥ παραδέχθηκε περαιτέρω ότι η Alpha Bank απέστειλε στην ενάγουσα την επιστολή ημερ. 11.06.2012 (Τεκμ. 7), την οποία προσυπόγραφε και η ίδια η εναγόμενη (Σχετ. οι παρ. 8 και 9 του Εγγράφου Γ), ισχυριζόμενος όμως ταυτόχρονα ότι η εν λόγω επιστολή, και κατ' επέκταση η σχετική δέσμευση της Alpha Bank για αφαίρεση των προς όφελός της επίδικων Υποθηκών, δεν ήταν εις γνώση ούτε με την συγκατάθεση της εναγόμενης (Σχετ. η παρ. 9 του Εγγράφου Γ). Από τα ως άνω προκύπτει ότι ο ΜΥ περιέπεσε σε αντιφάσεις ακόμα και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του, εφόσον ενώ από τη μια παραδέχεται ότι η εναγόμενη έχει προσυπογράψει την εν λόγω επιστολή (Τεκμ. 7), γεγονός που άλλωστε διαπιστώνεται και από το ίδιο το έγγραφο, από την άλλη όμως ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιστολή (Τεκμ. 7), δεν ήταν εις γνώση της εναγόμενης. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του επί του θέματος αυτού, και απαντώντας σε σχετικές υποβολές από την πλευρά της ενάγουσας, ο ΜΥ παραδέχθηκε ρητά ότι ο ίδιος και κατ' επέκταση η εναγόμενη προτού υπογράψει τη Συμφωνία Πώλησης με την ενάγουσα είχε πλήρη γνώση για το περιεχόμενο και τις πρόνοιες της ως άνω επιστολής της Alpha Bank στα οποία συγκατατέθηκε πλήρως. Οι ισχυρισμοί του ΜΥ δεν συνάδουν με το περιεχόμενο των εγγράφων που αφορούν την επίδικη σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης. Δεν είχαν δικογραφηθεί και παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και έτσι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Θα παραθέσω σχετικές αναφορές του ΜΥ κατά την αντεξέταση του για να καταδειχθεί από που αποκόμισα την αντίληψη μου ότι απέχουν από την πραγματικότητα καθώς είτε δεν έχει παράσχει στοιχεία προς απόδειξη τους είτε γιατί δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας ή τα σχετιζόμενα με αυτή έγγραφα. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι: (α) η Alpha Bank, η οποία χρηματοδοτούσε την εναγόμενη με σκοπό την ανέγερση οικοδομών, διατηρούσε εξασφαλίσεις για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχώρησε στην εναγόμενη, τουλάχιστον τετραπλάσιας αξίας από τις παραχωρηθείσες από αυτή διευκολύνσεις. Ο μάρτυρας είναι φανερόν ότι υπέρβαλλε και ούτως ή άλλως δεν παρέθεσε οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Ισχυρίστηκε δε αυτά για σκοπούς εντυπωσιασμού και μόνο. (β) ότι η Alpha Bank προέβη σε διαβεβαιώσεις προς την εναγόμενη ότι με την ολοκλήρωση της οικοδομής η αξία ολόκληρου του ακινήτου θα πολλαπλασιαζόταν και κατ' επέκταση θα πολλαπλασιάζονταν και οι εξασφαλίσεις που διατηρούσε η Alpha Bank, και θα της επέτρεπε να αφαιρέσει από τις επίδικες Υποθήκες το μέρος που αναλογεί στο Κατάστημα. Ούτε γι' αυτόν τον ισχυρισμό του παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν γίνεται δεκτός. (γ) ότι η ενάγουσα κατέβαλε το Τίμημα Πώλησης απευθείας στην εναγόμενη (και όχι στην Alpha Bank) καθώς είχε λάβει εξασφαλίσεις και διαβεβαιώσεις από την Alpha Bank, η οποία συμφώνησε με αυτή τη διευθέτηση. Αυτά παραβλέποντας το τι είχαν συμφωνήσει με τη Συμφωνία Πώλησης και επομένως ούτε αυτός ο ισχυρισμός του γίνεται αποδεκτός. (δ) ότι είναι η Alpha Bank που αθέτησε την υποχρέωσή της για μεταβίβαση του Καταστήματος στην ενάγουσα. Η ενάγουσα σύμφωνα με τη Συμφωνία Πώλησης δεν είχε να κάνει με την Alpha Bank αλλά με την εναγόμενη η οποία ήταν η αντισυμβαλλόμενη της. (ε) ότι η Alpha Bank αρνήθηκε να διενεργήσει τη μεταβίβαση καθότι οι εξασφαλίσεις που η εναγόμενη παραχώρησε στην Alpha Bank μειώθηκαν σημαντικά λόγω της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για ζήτημα που αφορά τη σχέση της εναγόμενης μεν την Alpha Bank το οποίο καμιά επίδραση μπορεί να έχει στην επίδικη συμφωνία. (στ) ότι η ενάγουσα ουδέποτε ζήτησε από την Alpha Bank την υλοποίηση του Τεκμ.
  2. Το τεκμήριο αυτό όμως αφορούσε τον τρόπο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της εναγόμενης προς την Alpha Bank και επομένως η ενάγουσα δεν είχε τέτοια υποχρέωση και πιο απλά δεν της έπεφτε κανένας λόγος. (ζ) ότι η Alpha Bank ζητούσε περαιτέρω εξασφαλίσεις από την εναγόμενη, τις οποίες η εναγόμενη παραχώρησε. Το τι ζητούσε η Alpha Bank από την εναγόμενη δεν αφορούσε άμεσα την ενάγουσα. Ο ΜΥ παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι οι επίδικες Υποθήκες υπ' αρ. Υ2326/2010 και Υ2345/2010 του ΕΚΓ Λευκωσίας προς όφελος της Alpha Bank, εξασφάλιζαν πιστωτικές διευκολύνσεις που η Alpha Bank παραχώρησε στην εναγόμενη, με τις οποίες ουδεμία σχέση έχει η ενάγουσα. Σε σχέση ειδικότερα με το Τίμημα Πώλησης, το οποίο κατά ρητή παραδοχή toy MY εισέπραξε η εναγόμενη από την ενάγουσα (Σχετ. η παρ. 11 του Εγγράφου Γ), ο ΜΥ ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι η εναγόμενη δαπάνησε ποσό περί τις €350.000,00 για τη συμπλήρωση των κατασκευών ολόκληρης της οικοδομής, ενώ το εναπομείναν ποσό από το Τίμημα Πώλησης (το οποίο ανέρχεται περίπου στο ποσό των €480.000) το κατέβαλε στην Alpha Bank με σκοπό να απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελός της επίδικες Υποθήκες. Πρόκειται όμως για ισχυρισμό ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και τούτο καθώς: (α) Ενώ ο ΜΥ είχε τη δυνατότητα, δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να υποστηρίζει τον εν λόγω ισχυρισμό του, με αποτέλεσμα αυτός να παραμένει μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Ο δε ισχυρισμός του ότι με οδηγίες, δήθεν, της Alpha Bank μετέφερε ποσό €200.000,00 από το Τίμημα Πώλησης σε λογαριασμό τρίτης εταιρείας συνδεδεμένης με την εναγόμενη (ήτοι της Savva Home Assets Ltd) (Σχετ. η παρ. 22 του Εγγράφου Γ), ουδόλως δύναται να υποστηρίξει τη θέση ότι η εναγόμενη κατέβαλε το εναπομείναν ποσό από το Τίμημα Πώλησης στην Alpha Bank με σκοπό να απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελός της επίδικες Υποθήκες, εφόσον, ως ο ίδιος ο ΜΥ ισχυρίστηκε, η εν λόγω εταιρεία ουδέν ποσό όφειλε στην Alpha Bank. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ παραδέχθηκε ότι η ενέργεια του αυτή έγινε «για λογιστικούς σκοπούς», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, και όχι προς συμμόρφωση με τις συμβατικές υποχρεώσεις της εναγόμενης, θέση η οποία οδηγεί στο ξεκάθαρο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για πληρωμή της εναγόμενης προς την Alpha Bank έναντι των υποχρεώσεων της προς την Alpha Bank, οι οποίες εξασφαλίζονταν από τις επίδικες Υποθήκες. (β) Ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασία χωρίς αυτός να έχει καν δικογραφηθεί από την εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης της. Προκύπτει εύλογα ως συμπέρασμα ότι αποτελεί μία εκ των υστέρων επινόηση της εναγόμενης, η οποία προβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας. Πρόκειται όμως, ούτως ή άλλως, για μη δικογραφημένο ισχυρισμό τον οποίο δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου. Τα ως άνω όπως κρίνω προκαλούν επιπρόσθετα την ακόλουθη παραδοξότητα στις θέσεις που ανέπτυξε η Υπεράσπιση ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για την επίρριψη της ευθύνης για την ισχυριζόμενη εκ μέρους του ΜΥ αθέτηση της συμφωνίας που είχαν με την ενάγουσα στην Alpha Bank, δηλαδή σε ένα τρίτο μη συμβαλλόμενο πρόσωπο, παρουσιάζοντας την ως έναν οργανισμό καθ' όλα παράλογο και ανένδοτο, ο οποίος επί της ουσίας λειτουργεί εις βάρος των πελατών του και κατά τρόπο που να εξυπηρετεί αποκλειστικά τα δικά του συμφέροντα, έστω και αν τούτο λειτούργησε κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης απέναντι στην ενάγουσα. Ουσιαστικά δηλαδή η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι η μη εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της ενάγουσας κατέστη αδύνατη, λόγω της άρνησης της Alpha Bank να αποδεσμεύσει και/ή να απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελός της τελευταίας επίδικες Υποθήκες (Σχετ. οι παρ. 7, 9 και 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Η ίδια όμως η εναγόμενη, και ενώ είχε τη δυνατότητα αυτή, δεν προχώρησε να καλέσει ως τριτοδιάδικο την Alpha Bank στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, για να αξιώσει συνεισφορά και/ή κάλυψη από την τελευταία, σε περίπτωση που Δικαστήριο ήθελε επιδικάσει αποζημιώσεις εναντίον της εναγόμενης και υπέρ της ενάγουσας. Μια τέτοια δε ενέργεια από πλευράς της εναγόμενης θα ήταν ομολογουμένως αναμενόμενη εφόσον η μοναδική θέση την οποία προβάλλει προς υπεράσπισή της έναντι των θέσεων της ενάγουσας, είναι ο ισχυρισμός της περί δήθεν αδυναμίας εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων προς την ενάγουσα, για την οποία αδυναμία ευθύνεται η Alpha Bank. Είναι κατ' επέκταση, άξιο απορίας για ποιο λόγο δεν το έπραξε. Σε σχετική ερώτηση μάλιστα που τέθηκε στο ΜΥ κατά την αντεξέτασή του πρόδηλα αυτός προσπαθώντας να υπεκφύγει και να μη τοποθετηθεί ξεκάθαρα, αρκέστηκε στο να αναφερθεί στις προσπάθειες που έκανε με την Alpha Bank για να βρεθεί μία λύση. Τα πιο πάνω, σαφώς καταδεικνύουν ότι επί της ουσίας ουδεμία υπεράσπιση έχει η εναγόμενη έναντι των αξιώσεων της ενάγουσας δυνάμει της παρούσας Αγωγής, καθώς και ότι οι ισχυρισμοί της περί δήθεν αδυναμίας εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της ενάγουσας αποτελούν, πρόδηλα και εύλογα, εκ των υστέρων επινοήσεις της εναγόμενης. Εξετάζοντας τώρα τους ισχυρισμούς του ΜΥ ότι η εναγόμενη δεν είχε γνώση ούτε και έδωσε συγκατάθεση για τους όρους που έθεσε η Alpha Bank προκειμένου να αφαιρέσει τις προς όφελός της επίδικες Υποθήκες (ήτοι το Τεκμ. 7) (Σχετ. η παρ. 9 του Εγγράφου Γ), παρόλο που αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι η εναγόμενη και γνώση είχε και συγκατατέθηκε πλήρως στους εν λόγω όρους, παραδεχόμενος επί της ουσίας ότι τα όσα ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέτασή του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, κατά την αντεξέταση του πρόβαλε ισχυρισμούς περί δήθεν διαβεβαιώσεων που έλαβε από την ενάγουσα και την Alpha Bank ότι «θα έδειχναν κατανόηση» και ότι «εν έχει πρόβλημα». Ούτε όμως οι εν λόγω ισχυρισμοί του ΜΥ ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και τούτο διαφαίνεται ξεκάθαρα από το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων, ήτοι των Τεκμ. 3 και 7, τα οποία καταμαρτυρούν ακριβώς το αντίθετο. Επιπρόσθετα, σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ο ΜΥ πρόδηλα υπεκφεύγοντας και αποφεύγοντας να δώσει ξεκάθαρη και πειστική απάντηση στο ερώτημα για ποιο λόγο υπέγραψε τη Συμφωνία Πώλησης, εφόσον ήξερε όπως παραδέχθηκε τους όρους αυτής καθώς και τους όρους που έθετε η Alpha Bank για να αφαιρέσει τις προς όφελος της επίδικες Υποθήκες, o MΥ αρκέστηκε στο να προβάλει σειρά ισχυρισμών σε σχέση με το μέρος των εργασιών που ανέλαβε η ίδια η ενάγουσα να εκτελέσει. Όσα όμως ανέφερε ο ΜΥ σε σχέση με τα ως άνω ζητήματα δεν έχουν καμιά σχέση με τα επίδικα θέματα και τούτο καθώς τα ουσιώδη ζητήματα στην παρούσα Αγωγή είναι ότι: (α) Το Τίμημα Πώλησης ήταν πληρωτέο από την ενάγουσα στην εναγόμενη, με πίστωση του Λογαριασμού που η εναγόμενη διατηρούσε στην ενάγουσα, σύμφωνα με το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα πληρωμής [Σχετ. ο όρος

(2)του Τεκμ. 3]. (β) Απαραίτητη προϋπόθεση τήρησης του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος πληρωμής ήταν η προσκόμιση πριν ή κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας Πώλησης, αμετάκλητης δήλωσης προς την ενάγουσα από την Alpha Bank με την οποία να αποδεχόταν ότι την 31.08.2012 θα αποδέσμευε/απάλλασσε το τεμάχιο και θα διατηρούσε αυτό αποδεσμευμένο και απαλλαγμένο μέχρι και την ημέρα μεταβίβασης του Καταστήματος επ' ονόματι της ενάγουσας, από παντός είδους εμπράγματο ή άλλο βάρος και/ή επιβάρυνση και/ή δικαίωμα που είναι εγγεγραμμένο προς όφελός της [Σχετ. ο όρος
(2)Τεκμ. 3]. Η εν λόγω δήλωση της Alpha Bank ήτοι το Τεκμ. 7, αποτελεί επιπρόσθετα και το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 9 του Τεκμ. 3 και επομένως αναμφίβολα ήταν εις γνώση και με τη συγκατάθεση της εναγόμενης, παρά τους όποιους ισχυρισμούς του ΜΥ. (γ) Ο ΜΥ παραδέχθηκε ρητά ότι η εναγόμενη πληρώθηκε το Τίμημα Πώλησης από την ενάγουσα, και κατ' επέκταση, ότι η ενάγουσα συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του Τεκμ. 3 που απαιτούσαν από την ενάγουσα να πληρώσει το Τίμημα Πώλησης πιστώνοντας τον Λογαριασμό που η εναγόμενη διατηρούσε στην ενάγουσα. Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς της εναγόμενης η οποία να καταδεικνύει ότι η εναγόμενη με τη σειρά της κατέβαλε το Τίμημα Πώλησης στην Alpha Bank, ούτως ώστε η τελευταία να απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελος της επίδικες Υποθήκες και να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του Καταστήματος επ' ονόματι της ενάγουσας. Η εν λόγω απαλλαγή θα ελάμβανε χώρα εάν η εναγόμενη κατέβαλλε με τη σειρά της το ποσό του Τιμήματος Πώλησης στην Alpha Bank, ως άλλωστε καταδεικνύεται και από το περιεχόμενο του Τεκμ. 7, πλην όμως δεν το έπραξε. (δ) Η εναγόμενη υποχρεούτο να φροντίσει το αργότερο μέχρι την 30.12.2013 ή/και νωρίτερα να μεταβιβάσει στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, το Κατάστημα στο όνομα της ενάγουσας, κενό και ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους/υποθήκης και/ή επιβάρυνσης και/ή δικαιώματος της εναγόμενης και/ή παντός τρίτου, νοουμένου ότι έχει ήδη εξασφαλίσει, την έκδοση Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης Κατασκευής εκδομένο από την Αρμόδια Αρχή και εκδώσει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το Κατάστημα [Σχετ. ο όρος
(11)Τεκμ. 3]. Η εναγόμενη, εν τέλει κατά ρητή παραδοχή της και του ΜΥ, δεν συμμορφώθηκε με τις εν λόγω συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας. Οι ισχυρισμοί του ΜΥ ότι δήθεν ο ίδιος δεν είχε τον έλεγχο του έργου, λόγω των εργασιών που συμφωνήθηκε να εκτελέσει η ενάγουσα, και ότι συνεπεία τούτου δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει έγκαιρα τις εργασίες, είναι, ως εκ των ανωτέρω, παντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα, προβάλλονται για πρώτη φορά στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και, σε κάθε περίπτωση, δεν έχουν δικογραφηθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης. Από το γεγονός αυτό εξάγεται εύλογα το συμπέρασμα ότι αποτελούν ακόμη μία εκ των υστέρων επινόηση της εναγόμενης, η οποία προβάλλεται με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας. Περαιτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί του ΜΥ δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως συνάδοντες με τους κανόνες της λογικής και επιπρόσθετα είναι και μεταξύ τους αντιφατικοί, εφόσον σε σχετική υποβολή προς τον ΜΥ ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε κατά τη δεδομένη στιγμή ότι οι κατασκευαστικές εργασίες επί του Καταστήματος ήταν αδύνατο να ολοκληρωθούν μέχρι τις 31.08.2012 όπως ο ίδιος ο ΜΥ ισχυρίστηκε, ο ΜΥ διαφώνησε, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος θα πρέπει να έχει το 100% του ελέγχου του έργου προκειμένου να δεσμευτεί σε ημερομηνία αποπεράτωσης ενός έργου «όταν εγώ έχω το 80% του ελέγχου, σίγουρα ένας νοήμων σώφρων άνθρωπος δεν μπορεί να δεσμευτεί», ανέφερε χαρακτηριστικά ωσάν να μην ήταν ο ίδιος που υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Καταδεικνύεται πρόδηλα ότι ο ΜΥ και κατ' επέκταση η εναγόμενη, δεσμεύτηκαν σε μία τέτοια ημερομηνία, ενώ στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν εργασίες που εκτελέστηκαν από άλλο πρόσωπο (Σχετ. το Τεκμ. 5, σημείο 1 Πίνακα). Όσα ανέφερε φανερώνουν υστεροβουλία πέραν του ότι δεν είναι δικογραφημένα και έτσι ούτως ή άλλως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η νομολογία μας είναι ξεκάθαρη για το πως αντικρίζει την παράλειψη δικογράφησης ισχυρισμών. Αποτελεί δε πάγια νομολογιακή αρχή ότι η διεξαγωγή μιας δίκης περιορίζεται μόνο στους δικογραφημένους ισχυρισμούς μέσα από τους οποίους διαμορφώνεται το νομικό πλαί­σιο και καθορίζονται τα επίδικα θέματα. Παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Πανίκος Νεοφύτου κ.α. ν. Ανδρέα Γερακιώτη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25, Νίκος Χ" Μάρκου ν. Wide-horizon (Capital Market) Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 108 και Αθηνά Βαριάνου ν. Δρ Ανδρέα Π. Βορκά,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541. Έχει εξάλλου σαφώς νομολογηθεί ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει (βλ. σχετικά και την απόφαση στην Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services) Ltd,
(1991)1 CLR 24). Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαϊκό μας σύστημα, απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Ως έχει επισημανθεί ρητά από το Ανώτατο Δικαστήριο, η δίκη δρομολογείται κατά μή­κος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής [βλ. σχετικές α­ποφάσεις στις Homeros Th. Courtis a.o. v. Panos K. lasonides,
(1970)1 CLR 180 και Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd,
(1971)1 CLR 134]. Στην υπόθεση Latifundia Properties Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ Ψακή κ.α.,
(2003)1 Α.Α.Δ. 670 το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση θεμάτων που δεν είναι επίδικα, καθώς και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει επί ζητημάτων τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd κ. ά. ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ,
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι: «Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικό­γραφα». (Βλ. Eleni Panayiotou lordanou ν. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959- 1960) 24 CLR 97, HjiPaviou v. Jinaro Terra
(1982)1 CLR 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 CLR 82). Οι αρχές οι οποίες έχουν καθορισθεί από τη Νομολογία σε σχέση με το θέμα της απο­δοχής μη καλυπτόμενης από τα δικόγραφα μαρτυρίας, η οποία ενδεχομένως έχει πα­ρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να εγερθεί ένσταση, συνοψίζονται στη μη νομιμοποίηση της αυτεπάγγελτης τροποποίησης των σχετικών δικογράφων από το ίδιο το Δικαστήριο [βλ. σχετικά και την απόφαση στην Γιώργος Μελάς ν. Κυριάκου Κυριάκου,
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, σελ. 836]. Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στη Λούης Κωνσταντίνου ν. Apollo Investment Fund Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1045 «το γεγονός ότι ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία, έστω και χωρίς ένσταση (...) δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αναπληρώσει το κενό που δημιουργείται με την παράλειψη δικογράφησης των γεγονότων και να κλίνει έτσι την πλάστιγγα υπέρ του εφεσείοντα». Λαμβάνοντας υπόψη τις καθιερωμένες από τη Νομολογία αρχές, ως αυτές αναλύθηκαν πιο πάνω, η μη δικογράφηση ισχυρισμών της εναγόμενης, ως αυτοί έχουν ήδη εκτε­θεί και σχολιαστεί ανωτέρω, θέτει ανυπέρβλητο εμπόδιο στη θεώρηση και αξιολόγησή τους ως μέρος της μαρτυρίας της και προς όφελος της υπερασπιστικής της γραμμής και ως εκ τούτου, όπως ανέφερα και πιο πάνω όταν εξέταζα επί μέρους μαρτυρία που παρείσφρησε και δεν είναι δικογραφημένη, αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο ΜΥ ισχυρίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ότι πέραν των όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης, τα οποία καταγράφονται ρητά και καταμαρτυρούνται στο Τεκμ. 3, είχαν λάβει χώρα και άλλες συμφωνίες μεταξύ ενάγουσας και της εναγόμενης, οι οποίες έγιναν δήθεν προφορικά. Ο ΜΥ ισχυρίστηκε μάλιστα ότι μπορεί να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό του, πλην όμως ουδεμία σχετική μαρτυρία προσφέρθηκε επί τούτου από τον ίδιο ή από πλευράς της εναγόμενης, με αποτέλεσμα οι εν λόγω ισχυρισμοί να παραμένουν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Και οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς να έχουν δικογραφηθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης. Αποτελούν όπως κρίνω ακόμη μία εκ των υστέρων επινόηση της εναγόμενης, η οποία προβάλλεται με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας. Σε κάθε περίπτωση ως μη δικογραφημένοι ισχυρισμοί, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η μαρτυρία του ΜΥ εν γένει και κατ' επέκταση η εκδοχή των γεγονότων που παρουσίασε η εναγόμενη κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία είναι φανερόν ότι δεν είχε συνοχή και τούτο καθώς ενώ ο ΜΥ αρχικά παραδέχθηκε ρητά ότι η εναγόμενη έλαβε πιστωτικές διευκολύνσεις από την Alpha Bank (Σχετ. η παρ. 1 του Εγγράφου Γ), όπως και στη συνέχεια κατά την αντεξέταση του, εντούτοις στη συνέχεια, αλλάζοντας την εκδοχή του, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε λάβει ούτε δάνειο για να έχει υποχρέωση «ούτε καμία εκκρεμούσα υποχρέωση, γι' αυτό συμφώνησε η Ελληνική Τράπεζα και αγόρασε που εμένα κατάστημα», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά και πάλι κατά την αντεξέταση του κάτι που απλά δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια σύμφωνα με την προσφερθείσα μαρτυρία. Οι θέσεις της εναγόμενης, ως αυτές έχουν προωθηθεί από την Έκθεση Υπεράσπισης, ουδόλως υποστηρίχθηκαν από την προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς της εναγομένης, η οποία παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Ο ΜΥ περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές και ενίοτε πρόβαλε αντιφατικές θέσεις και φανερά απέφευγε να απαντήσει ευθέως ή να τεκμηριώνει αυτά που υποστήριζε καθώς δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε υποστηρικτικό έγγραφο ή στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύονται, έστω και μερικώς, οι ισχυρισμοί του περί δήθεν αδυναμίας της εναγομένης να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας, αποφεύγοντας μάλιστα να τοποθετηθεί και να απαντήσει επί ξεκάθαρων και συγκεκριμένων υποβολών και ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας. Η μαρτυρία του γενικά δεν κρίνεται αξιόπιστη και ήταν φανερό ότι αποσκοπούσε στο να αποφύγει τις ευθύνες της η εναγόμενη και όχι για να αποκαλυφθεί η αλήθεια της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και την εκ μέρους της εναγόμενης αθέτηση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Τοιουτοτρόπως κρίνω ότι η επίδικη συμφωνία, ως η βασική εισήγηση της Υπεράσπισης, δεν έχει καταστεί αδύνατη υπό την έννοια ότι θα καθιστούσε ολόκληρη τη συμβατική σχέση άκυρη. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας θα πρέπει να στηρίζονται στην πληρότητα της εκδοχής του κάθε μάρτυρα. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεών του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του (βλ. C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Φώτη Χριστοφή v. Κώστα Γιάγκου Ζαχαριάδη,
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Με γνώμονα μεταξύ άλλων τα πιο πάνω ως προς τις αρχές αξιολόγησης μιας μαρτυρίας απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΥ ως προκατασκευασμένη για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω εξετάζοντας την κάθε πτυχή της ξεχωριστά. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους στη βάση της μαρτυρίας όπως ασφαλώς την αντιλήφθηκε η κάθε πλευρά με επίκληση νομοθετικών διατάξεων και νομολογιακών αρχών. Οι αγορεύσεις τους σε κάθε περίπτωση κρίνονται ως διαφωτιστικές και ομολογουμένως μου στάθηκαν αρκούντως υποβοηθητικές για την κατανόηση των εκατέρωθεν θέσεων κατά την μελέτη και την κατάληξη μου στα δικά μου ευρήματα και συμπεράσματα. Όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έχοντας επιπρόσθετα την πιο πάνω αξιολόγηση και τη νομική πτυχή που διέπει τα επιμέρους ζητήματα της υπόθεσης, στις οποίες θα αναφερθώ και κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει, χωρίς κατ' ανάγκη, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας, να καταγραφούν όλα όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έθεσαν ενώπιον μου. Θα περιοριστώ σε όσα αφορούν αποκλειστικά και μόνον τα προς εξέταση ζητήματα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και την απόφαση στην υπόθεση και πάλι του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: « . Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη»). H ΝΟΜΙΚΗ ΠΥΥΧΗ: Το Βάρος Απόδειξης: Η ενάγουσα σε αστικές υποθέσεις, με βάση τη Δ.33 Θ.7, φέρει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών της, με τη νομολογία να καθορίζει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Ανδρέα Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288. Στην απόφασή του στην Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά: «Στο σημείο αυτό θεωρούμε χρήσιμο, αν και δεν προβάλλεται σχετικός λόγος έφεσης, να αναφερθούμε και στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου: "Είναι ορθό στο στάδιο αυτό να υπομνησθεί ότι οι ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν την υπόθεσή τους με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και είναι επομένως αρκετό να πείσουν το Δικαστήριο ότι, υπό το φως όλων των δεδομένων στην υπόθεση, είναι η θέση τους πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Το πιο πάνω απόσπασμα συνιστά εσφαλμένη καθοδήγηση ως προς το τι συνιστά «απόδειξη (proof) στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του». Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence (14th edition), συνοψίζεται ως ακολούθως η αρχή η οποία διέπει την απόσειση του αποδεικτικού βάρους σε πολιτικές υποθέσεις: "Τhe standard of proof required in civil cases is generally expressed as proof on the balance of probabilities. Bonnington Castings Ltd., v. Wardlaw
(1956)1 A.C. 613, 620 (H.L.).) If the evidence is such that the tribunal can say 'we think it more probable than not,' the burden is discharged, but if the probabilities are equal it is not.' the burden is discharged, but if the probabilities are equal it is not.' (Per Denning J. in Miller v. Minister of Pensions
(1947)2 All E.R. 372, 373-374". Στην υπόθεση Κυριακή Σ. Αθανασίου κ.ά. ως διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου αποβιώσαντος v. Αντώνη Κουνούνη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με λόγο έφεσης που αφορούσε ισχυριζόμενη κακή εκτίμηση της μαρτυρίας και εσφαλμένη καθοδήγηση ως προς τα ευρήματα αξιοπιστίας: «Ο λόγος αυτός εκτείνεται στην προσέγγιση, εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των σημαντικών πτυχών της μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Όλως ιδιαίτερα, αμφισβητήθηκε η καθοδήγηση του Δικαστηρίου ως προς τη θεώρηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. (.) Το απόσπασμα αυτό δεν υποδηλώνει ότι η αξιοπιστία συναρτάται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Προϋποθέτει, όπως αντιλαμβανόμεθα, την ύπαρξη αξιόπιστης μαρτυρίας η οποία είναι και η μόνη που μπορεί να προσμετρήσει στην επενέργεια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. (.) Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά, με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Απίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεχτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος. και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος. (.) Η υποχρέωση του ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το δικαστήριο διαπιστώνει καταρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του δικαστηρίου». Ειδική Εκτέλεση Σύμβασης Πώλησης Ακίνητης Ιδιοκτησίας Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2
(1)του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν.81(Ι)/2011) «ειδική εκτέλεση σύμβασης» σημαίνει την κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου εκτέλεση υποχρεώσεων που πηγάζουν από σύμβαση περιλαμβανομένης της εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης, σε σχέση με την οποία τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Ν.81(Ι)/2011. Ως «σύμβαση», σημαίνει σύμβαση πώλησης ή ανταλλαγής ή εκχώρησης ή αντιπαροχής ή συμφωνία διανομής ακίνητης ιδιοκτησίας. Το άρθρο 6
(1)του Ν.81(Ι)/2011 προνοεί ότι κάθε σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης με διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7, εφόσον έχουν τηρηθεί οι ακόλουθοι όροι σε σχέση με τη σύμβαση αυτή: «(α) Η εν λόγω σύμβαση να είναι κατατεθειμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3
(1)του Ν.81(Ι)/2011, και (β) Η αγωγή για έκδοση διατάγματος για ειδική εκτέλεση της σύμβασης να εγείρεται εντός της περιόδου παραγραφής που προβλέπεται στον εκάστοτε σε ισχύ Νόμο για παραγραφή απαιτήσεων που προκύπτουν από παράβαση σύμβασης». Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 7 του Ν.81(Ι)/2011: «
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το Δικαστήριο δύναται με διάταγμά του να διατάξει την ειδική εκτέλεση της σύμβασης υπό οποιουσδήποτε όρους τούτο κρίνει αναγκαίους.
(2)Το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης σύμβασης δύναται να προνοεί και διαταγή λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων και διαβημάτων προς εξασφάλιση των απαιτούμενων από οποιοδήποτε σε ισχύ νόμο πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία και ή διορισμού προσώπου άλλου από τον πωλητή για να λάβει τα αναγκαία μέτρα ή να προβεί στα αναγκαία διαβήματα ή αντικατάστασής του καθώς και διαταγή για τα συνεπαγόμενα έξοδα.
(3)Το διάταγμα του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για το τμήμα της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι αντικείμενο της σύμβασης, αποτελεί επιβάρυνση ως η εγγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και επιβαρύνει όλα τα τμήματα της ακίνητης ιδιοκτησίας για τα οποία διενεργείται χωριστή εγγραφή.
(4)Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης και στην περίπτωση που πριν από την κατάθεση της σύμβασης υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη που επιβαρύνει την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης αν ικανοποιηθεί ότι ο αγοραστής κατέβαλε έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης και σε περίπτωση που αυτό είναι τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας, το ποσό που αναλογεί στο εν λόγω τμήμα που υπολογίζεται με βάση το συντελεστή της αξίας του.
(5)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)ο συντελεστής της αξίας του τμήματος ακίνητης ιδιοκτησίας αντιστοιχεί στο ποσοστό της αξίας του εν λόγω τμήματος σε σχέση με τη συνολική αξία της ενυπόθηκης ιδιοκτησίας και στις περιπτώσεις κοινόκτητης ιδιοκτησίας δεν περιλαμβάνει την αξία της περιορισμένης κοινόκτητης ιδιοκτησίας.
(6)Ο συντελεστής αξίας εκάστου τμήματος που θα προκύψει με βάση την πολεοδομική άδεια καθορίζεται από τον πωλητή και κατατίθεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο πριν από την πώληση οποιουδήποτε τμήματος.
(7)Σε περίπτωση που η αγωγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης εγείρεται από εκδοχέα εξασφάλισης, το Δικαστήριο διατάσσει την εγγραφή του αντικειμένου της σύμβασης στο όνομα του αγοραστή και την ταυτόχρονη εγγραφή υποθήκης επί του νέου τίτλου». Ο Ν.81(Ι)/2011 είναι ο Νόμος ο οποίος αντικατέστησε τον περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, ως άλλωστε καταδεικνύεται και στο άρθρο 18 αυτού. Κατ' επέκταση θα πρέπει να ληφθούν υπόψη αποκλειστικά τα όσα προβλέπονται στο Ν.81(Ι)/2011, ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Όπως πρόδηλα προκύπτει από τα πιο πάνω, η επίδικη Συμφωνία Πώλησης (Τεκμ. 3) συμμορφώνεται πλήρως με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Ν.81(Ι)/2011 και κατ' επέκταση βρίσκω ότι είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Ειδικότερα: (α) Η Συμφωνία Πώλησης έχει κατατεθεί στο ΕΚΓ Λευκωσίας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και έχει λάβει αριθμό ΠΩΕ966/2012. Σχετική είναι η παρ. 16 της Γραπτής Δήλωσης της ΜΕ (Εγγράφου Α) και το Τεκμ. 6 που είναι η σχετική απόδειξη κατάθεσης της Συμφωνίας Πώλησης στο ΕΚΓ Λευκωσίας, τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από πλευράς της εναγομένης και κατ' επέκταση αποτελούν αναντίλεκτη μαρτυρία. Τούτο αποτελεί εξάλλου παραδεκτό γεγονός (Σχετ. η παρ. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης), (β) Η παρούσα Αγωγή με την οποία η ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας Πώλησης, εγέρθηκε στις 28.03.2014 και κατ' επέκταση εγέρθηκε εντός της περιόδου παραγραφής που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία. Επιπρόσθετα, ουδείς ισχυρισμός προβλήθηκε από πλευράς της εναγόμενης προς αμφισβήτηση του γεγονότος αυτού. Το γεγονός ότι επί της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας υπάρχουν κατατεθειμένες οι Υποθήκες υπ' αρ. Υ2326/2010 και Υ2345/2010 του ΕΚΓ Λευκωσίας προς όφελος της Alpha Bank, δεν εμποδίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντίληψη μου το Δικαστήριο από το να εγκρίνει τις θεραπείες που επιζητούνται με την παρούσα Αγωγή, στο βαθμό που αυτές αφορούν τα σχετικά διατάγματα ειδικής εκτέλεσης, με δεδομένες και τις πρόνοιες του άρθρου 7
(4)του Ν.81(Ι)/2011. Ειδικότερα: Το κριτήριο το οποίο καθορίζεται από το άρθρο 7
(4)του Ν.81(Ι)/2011, είναι να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο αγοραστής κατέβαλε έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης. Από το μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον μου κρίνω ότι μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Αποτελεί κοινή θέση ότι η ενάγουσα κατέβαλε έναντι του Τιμήματος Πώλησης προς την εναγόμενη συνολικό ποσό €830.000,00 ενώ ποσό €54.130,00 προς πλήρη εξόφληση του Τιμήματος Πώλησης, η ενάγουσα θα το κατέβαλλε την 30.12.2013, ημερομηνία μεταβίβασης του Καταστήματος επ' ονόματι της ενάγουσας [Σχετ. είναι οι όροι του Τεκμ. 3, μεταξύ άλλων ο όρος (2.6)]. Σύμφωνα δε με τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας και τη μαρτυρία της ΜΕ, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, το εν λόγω εναπομείναν ποσό η ενάγουσα ήταν και είναι πρόθυμη και είναι σε θέση να καταβάλει με τη μεταβίβαση του Καταστήματος επ' ονόματι της και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, ως οι πρόνοιες της Συμφωνίας Πώλησης. Η δήλωση από την Alpha Bank (Τεκμ. 7), ότι μέχρι την 31.08.2012 θα απάλλασσε το Κατάστημα από τις προς όφελος της Υποθήκες και θα διατηρούσε αυτό αποδεσμευμένο και απαλλαγμένο μέχρι και την ημέρα μεταβίβασης του επ' ονόματι της ενάγουσας [Σχετ. είναι ο όρος
(2)του Τεκμ. 3], αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Πώλησης, με δεδομένο μάλιστα ότι το πρωτότυπο έγγραφο του Τεκμ. 7 είναι το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 9 της Συμφωνίας Πώλησης (Τεκμ. 3), το οποίο φέρει σφραγίδα και υπογραφή και από την εναγόμενη. Προκύπτει εύλογα από τα πιο πάνω το συμπέρασμα ότι η καταβολή από την ενάγουσα του ποσού των €830.000,00 έγινε έναντι του ενυπόθηκου χρέους της εναγόμενης προς την Alpha Bank, και με σκοπό η Alpha Bank να απαλλάξει το Κατάστημα από τις προς όφελός της Υποθήκες και να διατηρήσει αυτό αποδεσμευμένο και απαλλαγμένο μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης αυτού επ' ονόματι της ενάγουσας. Κατ' επέκταση ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 7
(4)του Ν.81(Ι)/
  1. Η πλευρά της εναγόμενης θέλησε να προωθήσει με την Υπεράσπισή της θέσεις αντίθετες με όσα γραπτώς είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα. Δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται. Η επίδικη συμφωνία βρίσκω ότι διαρρήχθηκε με υπαιτιότητα της εναγόμενης η οποία φέρει αποκλειστικά την ευθύνη της μη εκπλήρωσης της. Παράλληλα βρίσκω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος Ειδικής Εκτέλεσης της Συμφωνίας, η έκδοση του θα ήταν υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα θεραπεία, και τούτο καθώς δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί ότι ήδη από το 2013, για δέκα δηλαδή χρόνια, η ενάγουσα κατέχει και χρησιμοποιεί το Κατάστημα. Η ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα Αγωγή διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη όπως λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και/ή ενέργειες με σκοπό να εξαλειφθούν όλα τα εμπράγματα βάρη και/ή οι υποθήκες υπ' αρ. Υ2326/2010 και Υ2345/2010 του ΕΚΓ Λευκωσίας, κατά το μέρος που βαρύνουν το Κατάστημα [Σχετ. η αξίωση Ι(Α) Έκθεσης Απαίτησης]. Στη βάση των πιο πάνω, αλλά και στη βάση της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον μου κρίνω ότι έχω τη δυνατότητα να εκδώσω διάταγμα διατάττον την εναγόμενη όπως καταβάλει προς την Alpha Bank το ποσό των €830.000,00 το οποίο έλαβε από την ενάγουσα και αφορούσε το Τίμημα Πώλησης του Καταστήματος και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, προς εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους της εναγόμενης προς την Alpha Bank, με σκοπό να εξαλειφθούν οι Υποθήκες υπ' αρ. Υ2326/2010 και Υ2345/2010 του ΕΚΓ Λευκωσίας. Είναι πρόδηλα απαραίτητο όπως εκδοθεί το διάταγμα αυτό καθώς η μη έκδοσή του θα λειτουργήσει σε βάρος των νόμιμων δικαιωμάτων της ενάγουσας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να εκδώσω διάταγμα Ειδικής Εκτέλεσης της Συμφωνίας Πώλησης Ημερ. 12.06.
  2. Περαιτέρω προς εφαρμογή της εκδίδονται και τα διατάγματα ως αυτά αξιώνονται στην παρ. I (Α - Γ) της Έκθεσης Απαιτήσεως και συγκεκριμένα: (Α) Διάταγμα διατάττον την εναγόμενη όπως λάβει αμέσως όλα τα αναγκαία μέτρα και/ή ενέργειες με σκοπό να εξαλειφθούν όλα τα εμπράγματα βάρη και/ή οι υποθήκες υπ' αριθμό Υ 2326/10 και Υ2345/10, κατά το μέρος που βαρύνουν το Κατάστημα. (Β) Διάταγμα διατάττον την εναγόμενη όπως λάβει αμέσως όλα τα απαραίτητα μέτρα και/ή διαβήματα προς εξασφάλιση των απαιτούμενων από οποιοδήποτε σε ισχύ Νόμο πιστοποιητικών, αδειών, εγκρίσεων για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής και έκδοσης τίτλου για το Κατάστημα. (Γ) Διάταγμα διατάττον την εναγόμενη όπως λάβει αμέσως όλα τα απαραίτητα μέτρα και/ή διαβήματα για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής και/ή έκδοσης χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του Καταστήματος και εγγραφής αυτού επ' ονόματι της Ενάγουσας της τελευταίας συμμορφούμενης με τους όρους της Συμφωνίας Πωλήσεως ημερ. 12.06.
  3. Είναι δε κατάλληλη η περίπτωση να υπενθυμίσω ότι με την καταχώριση της αγωγής είχε καταχωριστεί και διά κλήσεως αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για τη μη μεταβίβαση, πώληση, διάθεση, επιβάρυνση ή αποξένωση ολόκληρου του ακινήτου στο οποίο ευρίσκεται το Κατάστημα και πράγματι στις 11.04.2014 εκδόθηκε διάταγμα με το ως άνω περιεχόμενο το οποίο κατέστη ταυτόχρονα απόλυτο το οποίο θα εξακολουθήσει να ισχύει μέχρι την έκδοση χωριστού τίτλου για το Κατάστημα και τη μεταβίβαση του στο όνομα της ενάγουσας ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποδείξει αυτή. ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.