Αναφορικά με την αίτηση του Σπυρίδωνα Κομπίτση ν. Αναφορικά με την εταιρεία MECELIA LTD, Αρ. Αίτησης (i-justice): 531/2023, 22/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης (i-justice): 531/2023 Αναφορικά με την εταιρεία MECELIA LTD (HE 409966) -και- Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με την αίτηση του Σπυρίδωνα Κομπίτση ενός εκ των απόλυτων δικαιούχων της MECELIA LTD (HE 409966) ----------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 18/09/23 υπό των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, 4, 5 & 7 για διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης, της μονομερούς αίτησης ημερ. 22/08/23 και του προσωρινού διατάγματος ημερ. 24/08/
- Ημερομηνία: 22/11/2023 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές 1 & 6 (Καθ' ων η Αίτηση 1 & 7 στην Γενική Αίτηση): κ. Ν. Κυπραίος με κα Κουντούρη για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Αιτητές 2-5 (Καθ' ων η Αίτηση 2-5 στην Γενική Αίτηση): κ. Ν. Κυπραίος με κα Κουντούρη για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και κα Χριστοδούλου για κ.κ. Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση (Αιτητή στην Γενική Αίτηση): κ. Αχ. Δημητριάδης με κ. Γ. Ταουσιάνη για κ.κ. Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο γενική αίτηση ο Αιτητής υπό την ιδιότητα του ως ενός εκ των απόλυτων δικαιούχων της MECELIA LTD («η Εταιρεία») εξαιτείται διατάγματα ρύθμισης των μελλοντικών εργασιών της Εταιρείας και διαζευτικά διάταγμα εκκαθάρισης στην βάση, μεταξύ άλλων, των άρθρων 202 και 211 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Με μονομερή αίτηση ημερ. 22/08/23 ο Αιτητής εξαιτήθηκε και εξασφάλισε διατάγματα ημερ. 24/08/23 με τα οποία απαγορεύεται στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, στον Διευθυντή της, στους μετόχους της, στους απόλυτους δικαιούχους των μετοχών της και στους καταπιστευματοδόχους αυτών να διεξάγουν την Έκτακτη Γενική Συνέλευση της 28/08/23 και οποιαδήποτε μελλοντική τακτική ή έκτακτη γενική συνέλευση, η οποία έχει στην ημερήσια διάταξη της την συζήτηση και λήψη απόφασης για την πώληση της συμμετοχής της Εταιρείας στην Κυπριακή εταιρεία Kresla Holdings Ltd (HE 410096) στη βάση εκτίμησης της αξίας της πωλούμενης συμμετοχής από διεθνούς κύρους εταιρεία χρηματοοικονομικών συμβούλων ή άλλως πως και παροχή εξουσιοδότησης προς τον Διευθυντή προς τον σκοπό αυτό, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ή μέχρι νεότερης διαταγής ή μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Για τον ίδιο σκοπό εκδόθηκε απαγορευτικό διάταγμα ημερ. 24/08/23 με το οποίο απαγορεύεται στον Διευθυντή της εταιρείας να λαμβάνει μέρος σε απόφαση ή να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο σχετικά με την πώληση της συμμετοχής της Εταιρείας στην Κυπριακή εταιρεία Kresla Holdings Ltd χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ή μέχρι νεότερης διαταγής ή μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Το υπόβαθρο των γεγονότων όπως προβάλλεται στις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή τόσο στην αίτηση εκκαθάρισης όσο και στην μονομερή αίτηση ημερ. 22/08/23 παρατίθεται κατωτέρω κατά συνοπτική αναφορά. Ο Αιτητής, ο οποίος είναι εξ Ελλάδος είναι ένας εκ των τριών απόλυτων δικαιούχων (ultimate beneficial owner) της Εταιρείας και οι 500 μετοχές του που αποτελούν το 25% του συνολικού εκδοθέντος κεφαλαίου της Εταιρείας είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της εταιρείας Paplaw Nominees Ltd (Καθ' ου η Αίτηση 5) και κατέχονται από αυτούς σε καταπίστευμα ως καταπιστευματοδόχοι. Όπως εξηγεί, ποσοστό 25%, ήτοι 500 μετοχές κατέχονται από τους Paplaw Trustees Ltd (Καθ' ων η Αίτηση 4) προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 6 κας Χαρίκλειας Τσοντανόγλου, εξ Ελλάδος και το υπόλοιπο 50%, ήτοι 1000 μετοχές είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι του κ. Νικόλαου Κούλη, εξ Ελλάδος (Καθ' ου η Αίτηση 7). Η Εταιρεία κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της U.J.T Unique Jewels Trading Ltd και της Averkio Holdings Ltd, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον σχεδιασμό, κατασκευή και διάθεση κοσμημάτων και οι εταιρείες αυτές κατέχουν το 100% στην Ελληνική Jewels Cyclades Trading Single Member Private Company (Greece) με υποκατάστημα λιανικής πώλησης στην Μύκονο και στην Αμερικανική Averkio Holdings (Del) Ltd, καθώς και στην Ελληνική Nikos Koulis Jewels. Σύμφωνα με τον Αιτητή, στις 3/08/23 έλαβε δια ηλεκτρονικού μηνύματος από τον Διευθυντή της εταιρείας, Καθ' ου η Αίτηση 2 για σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την 28/08/23, μετά από αίτημα των Καθ' ων η Αίτηση 6 και 7, πλειοψηφίας των μετόχων/απόλυτων δικαιούχων με θέμα την λήψη απόφασης για πώληση της συμμετοχής της εταιρείας στην Kresla Holdings Ltd («Kresla») στην βάση εκτίμησης αξίας από διεθνούς κύρους εταιρεία χρηματοοικονομικών συμβούλων και για παροχή εξουσιοδότησης για όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και επικύρωση των σχετικών προπαρασκευαστικών ενεργειών του. Όπως προβάλλει ο Αιτητής, από τις 9/09/23 υπέβαλε σχετικό αίτημα στην Εταιρεία για λήψη πληροφοριών, ώστε να έχει ολοκληρωμένη άποψη και δεν του δόθηκαν οι οποιεσδήποτε πληροφορίες κατά πόσο υπάρχει έκθεση αποτίμησης και ποιες ήταν αυτές οι προπαρασκευαστικές ενέργειες, υποστηρίζοντας ότι ο λόγος της σύγκλησης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης είναι εκδικητικός, επειδή δεν αποδέχθηκε να πωλήσει την συμμετοχή του στην Εταιρεία στον Καθ' ου η Αίτηση 7 και αποβλέπει στο να τον αποκόψει δια της πωλήσεως της Kresla από το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας. Περαιτέρω, προβάλλονται σειρά γεγονότων με παράθεση αριθμού τεκμηρίων εκ των οποίων ο Αιτητής υποστηρίζει ότι καταδεικνύεται ο τρόπος που διεξάγονται οι εργασίες ολόκληρου του ομίλου της Εταιρείας τόσο από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 όσο και από τους καταπιστευματοδόχους και τους μετόχους πλειοψηφίας. Συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζει: · To 2010 συνέστησε με τον Καθ' ου η Αίτηση 7 αφανή εταιρεία με αφανή μέτοχο τον ίδιο και εμφανή τον Καθ' ου η Αίτηση 7 με μετοχικό κεφάλαιο €700.000- το οποίο καλύφθηκε εξ ημισείας και συμμετοχή σε κέρδη-ζημιές κατά 50% έκαστος, η οποία δραστηριοποιήθηκε στο σχεδιασμό, παραγωγή, εισαγωγή, εξαγωγή, χονδρική και λιανική εμπορία κοσμημάτων, πολύτιμων λίθων και ειδών χρυσοχοΐας. · Με εισήγηση του οικονομικού διευθυντή της επιχείρησης κ. Δημήτρη Πασχαλίδη, ένεκα της σημαντικής εμπορικής επιτυχίας της, στις 23/07/12 προς τον σκοπό διαχείρισης των πωλήσεων προϊόντων στο εξωτερικό συστήθηκε η Averkio Holdings Ltd με ονομαστικούς μετόχους τους Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5, οι οποίες είναι συμφερόντων και διευθύνονται από τον δικηγόρο Καθ' ου η Αίτηση
- Όπως του εξηγήθηκε, η σύσταση της εταιρείας αυτής θα του εξασφάλιζε την συμμετοχή του στην κοινή επιχείρηση, αφού τον διαβεβαίωσαν ότι αυτός είχε οριστεί ως ο απόλυτος τελικός δικαιούχος της Averkio Holdings Ltd. Εκ της εμπιστοσύνης που έδειξε στον Καθ' ου η Αίτηση 7 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε έρευνα περί τούτων. · Με την δική του συμβολή η κοινή επιχείρηση συνέχισε να αναπτύσσεται υπό τον διακριτικό τίτλο «Nikos Koulis Jewels» και το όνομα κατέστηκε ιδιαίτερα γνωστό, ενώ ιδρύθηκε και υποκατάστημα λιανικής πώλησης στη Μύκονο, για το οποίο το 2014 συστήθηκε χωριστή ΙΚΕ με ιδιοκτήτη την U.J.T Unique Jewels Trading Limited με μοναδικό διευθυντή τον Καθ' ου η Αίτηση 2, ενώ ακολούθως τον Αύγουστο 2017 συστήθηκε για λογαριασμό της κοινής επιχείρησης από τον Καθ' ου η Αίτηση 7 η Αμερικανική Averkio Holdings (Del) Ltd για δραστηριότητες στις Η.Π.Α. · Πάντοτε είχε εμπιστοσύνη στον Καθ' ου η Αίτηση 7 και οι ρόλοι τους ήταν διακριτοί, αφού αυτός ασχολήθηκε με την εύρεση καταστημάτων, σημείων πώλησης, με την επίβλεψη, οργάνωση και στήσιμο των καταστημάτων και εκθέσεων, καθώς και με την οργάνωση εκδηλώσεων και παρουσιάσεων των νέων συλλογών, με την διαβεβαίωση ότι είχε την Κυπριακή εταιρεία, ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση 7 ασχολήθηκε με την παραγωγή, εμπορία των προϊόντων και την οικονομική διαχείριση. · Η σχέση εμπιστοσύνης δεν διασαλεύτηκε γιατί δεν του δημιουργήθηκε καμία υποψία από την μετατροπή της ατομικής επιχείρησης του Καθ' ου η Αίτηση 7 σε ανώνυμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο Νίκος Ε. Κούλης Jewels με έδρα την ίδια έδρα με την αφανή τους εταιρεία και με τριμελές διοικητικό συμβούλιο. Όπως υποστηρίζει, τον είχαν διαβεβαιώσει ότι στόχος αυτού ήταν η καλύτερη διαχείριση της κοινής επιχείρησης και εκ του γεγονότος ότι τα έσοδα μεγάλωναν ο εταιρικός τύπος ΑΕ ήταν προτιμότερος από μια ατομική επιχείρηση. · Παρά την μεγάλη επιτυχία της κοινής επιχείρησης, η οποία απέκτησε μεγάλο και υψηλής εισοδηματικής ικανότητας κύκλο πελατών, το όφελος δεν ήταν ανάλογο, παρά το ότι παρατήρησε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 7 διαβιούσε, σε αντίθεση με τον ίδιο, πολυτελέστατα, επειδή θεώρησε ότι αυτό ήταν μέρος των απαραίτητων δημόσιων σχέσεων που απαιτούσε η δουλειά τους. · Για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι η επαγγελματική του σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση 7 δεν ήταν και η καλύτερη όταν ο κ. Πασχαλίδης του ανέφερε ότι έπρεπε να αλλάξουν τα ποσοστά τους στην κοινή επιχείρηση από 50%-50% σε 49%-51% υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση
- Προς τον σκοπό επιβεβαίωσης των όσων υποστηρίζει παραθέτει αντίγραφο σχεδίου σύμβασης μετόχων, το οποίο του εστάλη στις 29/10/
- Για το περιεχόμενο του και τις απαντήσεις που έλαβε σε σχετικές ερωτήσεις δεν πείστηκε και αναζήτησε νομική συμβουλή. · Ακολούθησε η διασυνοριακή συγχώνευση της ανώνυμης εταιρείας του Καθ' ου η Αίτηση 7 με την Averkio Holdings Ltd, η οποία επικυρώθηκε με δικαστικό διάταγμα ημερ. 30/11/21, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο Καθ' ου η Αίτηση 7 να εμφανίζεται ως τελικός δικαιούχος της Averkio Holdings Ltd κατά 50% με βάση την αξία της απορρωφούμενης ΑΕ και ως αντάλλαγμα για την εισφορά των μετοχών του σε αυτή, ενώ το υπόλοιπο 50% των μετοχών δεν φαινόταν να ανήκουν στον Αιτητή μέσω των καταπιστευματοδόχων του όπως πίστευε εξαρχής, αλλά μόνο το 25%, καθότι το άλλο 25% το κατείχε η Καθ' ης η Αίτηση 4 για την Καθ' ης η Αίτηση 6, η οποία είναι σύζυγος του αδελφού του Καθ' ου η Αίτηση 7 και ουδεμία σχέση έχει με την κοινή επιχείρηση. Όπως προβάλλει, εκ των υστέρων μετά από έρευνα στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών διαπίστωσε ότι στις 12/06/20 πριν την συγχώνευση οι μετοχές της Averkio Holdings Ltd μεταβιβάστηκαν στην Kresla με διευθυντή τον Καθ' ου η Αίτηση 2, η οποία άνηκε στην Εταιρεία (Καθ' ης η Αίτηση 1). Για όλα αυτά προβάλλει ότι δεν είχε λάβει καμία ενημέρωση και δεν έδωσε την οποιαδήποτε έγκριση και ότι είχαν ως αποτέλεσμα το ποσοστό του στην Averkio Holdings Ltd από 100% αυθαίρετα να περιοριστεί στο 50% και ακολούθως μόλις στο 25%. · Περί τον Οκτώβριο του 2022 ζήτησε να του δοθούν καταστάσεις λογαριασμών των εταιρειών στην Ελλάδα για να δει τις κινήσεις και ο Καθ' ου η Αίτηση 7 του το αρνήθηκε. · Όπως προβάλλει, στις 7/04/23 ζήτησε ενημέρωση και στοιχεία από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και προσπάθησε να εξεύρει λύση να πωλήσει το 25% μερίδιο του στην Εταιρεία με βάση σωστή και εμπεριστατωμένη αποτίμηση, προσεγγίζοντας γνωστό ελεγκτικό οίκο στην Ελλάδα. Εξετάζοντας την προσφορά με τους συμβούλους του αντιλήφθηκε ότι στα περιουσιακά στοιχεία της Averkio Holdings Ltd δεν συμπεριλαμβανόταν η Αμερικανική θυγατρική της εταιρεία και ότι θα έπρεπε να ετοιμαστούν οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2021 και 2022 για να καταλήξουν σε σωστή αποτίμηση. Ο Καθ' ου η Αίτηση 7 αρνήθηκε και επέμεινε όπως η αποτίμηση βασιστεί στα υφιστάμενα στοιχεία, ενώ ο Αιτητής εξέφρασε τους ενδοιασμούς του, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η αποτίμηση από τον ελεγκτικό οίκο να μην προχωρήσει. · Ακολούθησε συνάντηση των δικηγόρων του στα γραφεία του Καθ' ου η Αίτηση 2, όπου διαφάνηκε ότι τόσο για την Averkio Holdings Ltd όσο και για την Kresla Holdings Ltd και την Εταιρεία δεν ετοιμάστηκαν οικονομικές καταστάσεις κατά παράβαση του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ούτε και υποβλήθηκαν τέτοιες στον Έφορο Φορολογίας κατά παράβαση του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, ότι δεν υπήρχαν καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών από το 2017 και δεν φαινόταν στις οικονομικές καταστάσεις οι επενδύσεις στις θυγατρικές. · Σε η-μήνυμα ημερ. 18/05/23 του Καθ' ου η Αίτηση 2 προς τον Αιτητή του επεξηγήθηκε ότι την οικονομική δραστηριότητα της Averkio Holdings Ltd την χειριζόταν ο κ. Πασχαλίδης από τον οποίον ελάμβανε οδηγίες. · Τον Μάιο του 2023 ο Αιτητής απευθύνθηκε σε δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα ένεκα των καθυστερήσεων στην παροχή στοιχείων για να διαπραγματευτεί την πώληση του μεριδίου του στον Καθ' ου η Αίτηση 7 και ο δικηγόρος του στις 23/05/23 απέστειλε η-μήνυμα στον Καθ' ου η Αίτηση 7 για να ζητήσει εκτός από τα έγγραφα που είχαν ζητήσει ήδη οι δικηγόροι του, τα έγγραφα καταπιστεύματος. Την 1/06/23 ετοιμάστηκε εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, η οποία επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 7, στον Δ. Πασχαλίδη, στην Averkio Holdings Ltd και στον Καθ' ου η Αίτηση
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αν και απάντησε ότι θα επανερχόταν, ουδέποτε επανήλθε, ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση 7 απάντησε μέσω του δικηγόρου του στις 9/06/
- · Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών άρχισαν παρά το ότι δεν λήφθηκαν όλα τα ζητηθέντα έγγραφα και χωρίς να γίνει αποτίμηση, η οποία κατέληξε σε προσχέδιο συμφωνίας εξόδου για ποσό €2.000.
- Το σχέδιο εξόδου προέβλεπε ότι η πληρωμή του ποσού αυτού θα γινόταν με 6μηνιαίες δόσεις από το 2023 μέχρι το 2027, χωρίς καμία εξασφάλιση από τον Καθ' ου η Αίτηση 7 και με δικαιολογία την δεδομένη αναμφισβήτητη φερεγγυότητά του, ενώ ο Αιτητής θα μεταβίβαζε σε αυτόν το μερίδιο του άμεσα. · Η απαίτηση του Αιτητή για προσθήκη όρων στο σχέδιο εξόδου για εξασφάλιση μέσω προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο του Καθ' ου η Αίτηση 7, για το έντοκο του εκάστοτε υπολοίπου, για καταβολή των δόσεων ανά τριμηνία και κάποιων άλλων, οδήγησε τον Καθ' ου η Αίτηση 7 μέσω του δικηγόρου του στην αποστολή η-μηνύματος προς τον δικηγόρο του Αιτητή στην Ελλάδα αναφέροντας ότι θεωρούσε ότι το σχέδιο εξόδου απορρίφθηκε και πως έπρεπε να γίνει διαχωρισμός της κοινής συμμετοχής στην εταιρεία στις πραγματικές σημερινές αξίες όπως αυτές προσδιοριστούν από διεθνούς κύρους χρηματοοικονομικό σύμβουλο. Επίσης τον πληροφορούσε ότι είχε δρομολογηθεί σύγκληση γενικής συνέλευσης της εταιρείας τον Αύγουστο, η οποία συγκλήθηκε για τις 28/08/
- · Ο Αιτητής προβάλλει ότι σκοπός της έκτακτης γενικής συνέλευσης είναι η απομάκρυνση της εταιρείας από την εταιρική δομή πωλώντας το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο σε πλασματική τιμή και ότι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να παραμείνει στην εταιρεία χωρίς αυτή να έχει ουσιαστικό περιουσιακό στοιχείο, ενώ η διαπραγμάτευση πώλησης θα γίνει χωρίς την συμμετοχή του αφού κατέχει μόνο το 25% ως απόλυτος δικαιούχος αναθέτοντας σε δικής του επιλογής χρηματοοικονομικό σύμβουλο την εκτίμηση της αξίας χωρίς οι εταιρίες που αποτελούν την δομή του ομίλου της εταιρείας να έχουν επικαιροποιημένες, ορθές και ακριβείς εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, εξυπηρετώντας έτσι τα δικά τους συμφέροντα σε βάρος των συμφερόντων της Εταιρείας. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκμηδενισμό της αξίας της συμμετοχής του στην εταιρεία. · Ο Αιτητής προβάλλει ότι οι εργασίες της εταιρείας διεξάγονται με καταπιεστικό προς τον ίδιο τρόπο και ότι η εμπιστοσύνη προς τον Καθ' ου η Αίτηση 7 έχει κλονιστεί εκ της συμπεριφοράς του με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημιά και να δικαιολογείται διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας, όμως από τέτοια εκκαθάριση θα επηρεαστεί δυσμενώς, κάτι που δικαιολογεί την αγορά των μετοχών του από την πλειοψηφία. Με την υπό κρίση αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, 4, 5 & 7 εξαιτούνται την διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης, της μονομερούς αίτησης ημερ. 22/08/23 και του προσωρινού διατάγματος ημερ. 24/08/23 για τον λόγο ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει και να προωθεί την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση (lack of locus standi). H υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στις Δ.19 θ. 26, Δ.27 θ.θ. 1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 27, 202 και 211 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση τονίζεται ότι με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων εναλλακτικής θεραπείας λόγω καταπίεσης της μειοψηφίας δυνάμει του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 υποστηρίζοντας ως εμφαίνεται και στον τίτλο της Γενικής Αίτησης ότι είναι ένας εκ των απόλυτων δικαιούχων της Εταιρείας. Όπως υποστηρίζει ο Καθ' ου η Αίτηση 2, ο ορισμός του μέλους σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο δύναται να αιτηθεί δυνάμει του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 είναι αυτό το οποίο προσυπογράφει το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας και καταχωρείται στο μητρώο μελών, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, του οποίου το όνομα καταχωρείται στο μητρώο μελών της εταιρείας. Όπως προβάλλει, η ιδιότητα του απόλυτου δικαιούχου μετοχών στην Εταιρεία δεν νομιμοποιεί τον Αιτητή να προωθεί την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση, αφού και ο ίδιος παραδέχεται ότι ουδέποτε υπήρξε εγγεγραμμένος μέτοχος της εταιρείας και συνεπώς δεν απέδειξε ότι είναι μέλος της. Προς τον σκοπό αυτό ο Καθ' ου η Αίτηση 2 παραθέτει πιστό αντίγραφο του Μητρώου Μελών της εταιρείας και αντίγραφο του πιστοποιητικού μετόχων ημερ. 15/09/23 του Γραφείου Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, το οποίο επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του, αλλά και αντίγραφο του Ιδρυτικού και Καταστατικού της Καθ' ης η Αίτηση 1, στο οποίο διαφαίνεται ότι ο Αιτητής ουδέποτε προσυπέγραψε το Ιδρυτικό Έγγραφο της Καθ' ης η Αίτηση
- Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δεν μπορεί να προωθεί οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει του άρθρου 211 και 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, καθότι δεν είναι ούτε πιστωτής, αλλά ούτε και συνεισφορέας της Καθ' ης η Αίτηση
- Ως εκ τούτου, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προβάλλει ότι η Γενική Αίτηση είναι αδιαμφισβήτητα στερημένη οποιουδήποτε νομικού και πραγματικού υποβάθρου και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων τόσο για την κυρίως αίτηση όσο και για την μονομερή αίτηση και το προσωρινό διάταγμα ημερ. 24/08/23, τα οποία συμπαρασύρονται εκ του παραμερισμού της κυρίως αίτησης. Στην Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση (Αιτητή στην Γενική Αίτηση), πέραν της γενικής θέσης περί αντικανονικότητας, του αβάσιμου και της καταχρηστικότητας της υπό κρίση αίτησης, προβάλλεται ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη καταχώρησαν ανεπιφύλακτη εμφάνιση ως διάδικοι και συνεπώς εμποδίζονται να την προωθούν. Περαιτέρω, όπως προβάλλεται, δεν υπάρχει το απαραίτητο νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογήσει την χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων και οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια παραθέτοντας γεγονότα ανακριβή και λανθασμένα. Η έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα αποστερήσει από τον Καθ' ου η Αίτηση το Συνταγματικό του δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση που συνοδεύει την ένσταση, πέραν της αναπαραγωγής λόγων ένστασης, υποστηρίζεται ότι η ορθή δικονομική οδός είναι να καταχωρηθεί ένσταση στην μονομερή αίτηση ημερ. 22/08/23 και στο διάταγμα ημερ. 24/08/23, κάτι που δεν έγινε και οι Αιτητές συμμορφώθηκαν χωρίς επιφύλαξη να το πράξουν και τώρα εμποδίζονται από το να αμφισβητούν την μονομερή αίτηση και το διάταγμα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί έλλειψης locus standi επειδή δεν είναι εκ των μελών της εταιρείας προβάλλει ότι σκοπεύει να παραπλανήσει, ενώ τονίζει ότι το γεγονός ότι είναι ένας εκ των τριών απόλυτων δικαιούχων της εταιρείας ουδέποτε το απέκρυψε και δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές ή την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην Γενική Αίτηση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι δεν έχει locus standi να εγείρει και να προωθεί την Γενική Αίτηση, την μονομερή αίτηση ημερ. 22/08/23 και το διάταγμα ημερ. 24/08/23 προβάλλει ειδικότερα τα εξής: · Ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού της Εταιρείας άρθρο 2(α) δεν μπορεί να αποκλειστεί η αναγνώριση του πραγματικού δικαιούχου από την εταιρεία, ενώ σύμφωνα με τον κανονισμό 6(γ) του Καταστατικού της Εταιρείας, το οποίο παραθέτει, η Εταιρεία αναγνωρίζει την ανάληψη και κατοχή μετοχών από ονομαστικούς μετόχους για λογαριασμό των δικαιούχων και οι ονομαστικοί μέτοχοι θα έχουν το δικαίωμα να εξασκούν για λογαριασμό των δικαιούχων όλα τα δικαιώματα που παρέχονται στα μέλη. · Ότι η εταιρεία δύναται να αναγνωρίζει ύπαρξη καταπιστεύματος αν και δεν μπορεί να εγγράψει αυτό στο μητρώο μελών. · Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στην Γενική Αίτηση, ο οποίος είναι Διευθυντής τόσο στην Εταιρεία, όσο και στους Καθ' ων η Αίτηση 3, 4 και 5 στην Γενική Αίτηση τον αναγνωρίζει ως δικαιούχο της εταιρείας σύμφωνα με τον κανονισμό 6(β), παραθέτοντας ως τεκμήριο η-μήνυμα που του απέστειλε, στο οποίο τον αναγνωρίζει ως μέτοχο κατά 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας. Το ίδιο υποστηρίζει ότι προκύπτει από την ειδοποίηση για την Γενική Συνέλευση της Εταιρείας ημερ. 28/08/23, η οποία δεν έλαβε χώρα εκ της εκδόσεως του μονομερούς διατάγματος ημερ. 24/08/23, η οποία απευθύνεται, μεταξύ άλλων, στον ίδιο και τον καλεί προσωπικά να παρευρεθεί. Η αντιμετώπιση και αναγνώριση τόσο του ιδίου όσο και των άλλων απόλυτων δικαιούχων ως μετόχων προβάλλει ότι προκύπτει από την αναφορά στην ειδοποίηση για την γενική συνέλευση ημερ. 28/08/23 σε κοινό αίτημα μετόχων για την σύγκλησή της. · Η ίδια αναγνώριση σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση προκύπτει από το ότι το πληρεξούσιο που στάληκε στους μετόχους για να ασκηθούν τα δικαιώματα ψήφου στην γενική συνέλευση ημερ. 28/08/23 είχε μοναδικό παραλήπτη τον ίδιο, αντί να αποσταλεί έντυπο παροχής οδηγιών προς τον εγγεγραμμένο μέτοχο και όταν διαπιστώθηκε αυτό από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 στην Γενική Αίτηση προσπαθώντας να αλλάξει την παραδοχή του απέστειλε η-μήνυμα για παροχή τέτοιων οδηγιών προς τους εγγεγραμμένους μετόχους, το οποίο επισυνάπτει. Όλα τα πιο πάνω κρίνει ότι εμποδίζουν τους Αιτητές να προβαίνουν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης λόγω των προνοιών του Καταστατικού και της συμπεριφοράς τους (estoppel by conduct). · Ότι ο κανονισμός 6(γ) του Καταστατικού της εταιρείας δεν εμποδίζει τους δικαιούχους να εξασκούν τα δικαιώματα που εκπηγάζουν από τις μετοχές τους και το ότι τέτοια εξασκούνται από αυτούς αντί από τους ονομαστικούς δικαιούχους αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος έλαβε την πρόσκληση για την Γενική Συνέλευση της εταιρείας ημερ. 28/08/
- · Ότι το Καταστατικό της εταιρείας δεν περιλαμβάνει πρόνοια που να εμποδίζει τους δικαιούχους να εξασκούν τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπως έχει αυτός πράξει με την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης και της Μονομερούς Αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος ημερ. 24/08/
- · Ότι ο ορισμός των πραγματικών δικαιούχων τυγχάνει αναγνώρισης στο Κυπριακό Δίκαιο δια της εισαγωγής του μητρώου πραγματικών δικαιούχων, το οποίο τηρείται στον Έφορο Εταιρειών. · Ότι οι Αιτητές, προεξάρχοντος του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην Γενική Αίτηση ως Διευθυντή και πάροχου διοικητικών υπηρεσιών στον ίδιο αναφορικά με την Εταιρεία όφειλαν να του παρουσιάσουν το έγγραφο καταπιστεύματος (trust deed), το οποίο κατέχουν και δεν το έπραξαν παρά το ότι τους ζητήθηκε. · Ότι η πρόσφατη Κυπριακή Νομολογία έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα δικονομικής παράστασης (locus standi) από τον δικαιούχο μετοχών. · Ότι η διαγραφή είναι μέτρο εξαιρετικό και στην προκείμενη περίπτωση σκοπό έχει να του αποστερήσει την πρόσβαση στα Δικαστήρια για την άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας σε σχέση με τις μετοχές του, ενώ η έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα οδηγήσει σε άδικα αποτελέσματα και αδυναμία απονομής δικαιοσύνης. · Ότι η προώθηση της Γενικής Αίτησης, της μονομερούς αίτησης και του διατάγματος ημερ. 24/08/23 είναι η μόνη νομική οδός που έχει ως πραγματικός δικαιούχος και η απόρριψη της θα έχει ως αποτέλεσμα να επιτραπεί η πώληση του μόνου περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, ήτοι τις μετοχές στην Kresla, χωρίς να είναι δυνατή η ορθή αποτίμηση τους και δεν θα μπορέσει στο μέλλον να αποτιμήσει την ζημιά που θα υποστεί για να κινηθεί νομικά. · Ότι το Δικαστήριο προέβηκε στην έκδοση του διατάγματος ημερ. 24/08/23 έχοντας υπόψη του ότι είναι απόλυτος δικαιούχος και οι Αιτητές δεν καταχώρησαν ένσταση παρά το ότι αυτή είναι η ορθή διαδικασία. Τα μέρη παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και ανέπτυξαν τις θέσεις τους και προφορικά κατόπιν σχετικού αιτήματος και συνακόλουθων οδηγιών του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα όσα υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, όμως δεν θα κάνω ειδικότερη αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις τους εκτός αν κριθεί σκόπιμο. Νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης αποτελεί, μεταξύ άλλων, η Δ.27 Θ 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας («Θ.Π.Δ.»), η οποία εφαρμόζεται με βάση τον Κανονισμό 3 των Περί Εταιρειών Κανονισμών του 1951 και τον Κανονισμό 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμών του 1933 - 1999, σύμφωνα με τους οποίους οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί εφαρμόζονται και στις Εταιρικές Αιτήσεις, εκτός και αν οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί προνοούν διαφορετικά (βλ. KMC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). H ίδια εξουσία για διαγραφή δικογράφων παρέχεται και εκ της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστήριο (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911). Στην υπόθεση Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς.». Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί στην διαγραφή ενασκώντας και την σύμφυτη εξουσία του και να απορρίψει εκ την Αίτηση Εκκαθάρισης και τα αιτητικά για εναλλακτική θεραπεία δυνάμει των άρθρων 211 και του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 αντίστοιχα. Η Δ.27 θ. 3 των Θ.Π.Δ. που τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση προβλέπει ως εξής: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. Η Δ.27 Θ.3 δίδεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Στην υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού, Αναφορικά με την Εταιρεία Spectec Group Holdings Ltd, Αρ. Αίτησης 424/2012, απόφαση ημερ. 14.5.2013, η Έντιμη Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Σταματίου (Π.Ε.Δ όπως ήταν τότε), ανέφερε σχετικά τα εξής: «Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει αίτηση (petition) για εκκαθάριση εταιρείας ασκείται όχι μόνο στα πλαίσια των διαδικαστικών κανονισμών αλλά και στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου όταν μία διαδικασία κριθεί καταχρηστική (abuse of process of the Court). Σχετική είναι η υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ 1109), όπου αναφέρθηκε: «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου». Αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου που η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε, όπως έχει αποφασιστεί στην Williams and Glyn's Bank Limited v.The Ship "Maria"
(1984)1 CLR 821: «Held further, that although an application for striking out may be made at any stage of the proceedings it should always be made promptly; and that it is only in exceptional circumstances that it may be made after the close οf pleadings, but in any event the Court may refuse to hear such an application after the action is set down for trial; that allowing applications of this kind after such long delay and after the action is set down for hearing, or the hearing has commenced would amount to availing a party wishing to postpone the hearing, the opportunity of achieving his target by taking steps to have any averment the pleadings struck out; and that accordingly, the application must be dismissed». Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα η υπό κρίση αίτηση, δεν προκύπτει ότι καταχωρήθηκε με οποιαδήποτε καθυστέρηση, αλλά εντός του πλαισίου που τάσσει η νομολογία. Ούτε και εκ του γεγονότος ότι ζητήθηκε χρόνος να καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση ημερ. 22/08/23 και στα διατάγματα ημερ. 24/08/23 κρίνω ότι εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση στην Γενική Αίτηση να την προωθούν. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών είναι η θέση των Αιτητών ότι η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση δεν μπορούσε να προωθηθεί εξαρχής από τον Αιτητή, καθότι δεν νομιμοποιείται να την προωθεί. Εξετάζοντας την φύση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενικής Αίτησης διαπιστώνω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση την προωθεί στην ουσία επί τη βάση του ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η Εταιρεία επικαλούμενος καταπίεση μειοψηφίας (άρθρο 211 (στ) του Κεφ. 113), αναζητώντας διαζευτικά τις εναλλακτικές θεραπείες της ρύθμισης των εργασιών της Εταιρείας ή της ανάλογης τροποποίησης του Καταστατικού της ή της αγοράς των μετοχών του από την πλειοψηφία δυνάμει του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Ο Καθ' ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση επικαλείται την ιδιότητα του τελικού δικαιούχου (ultimate beneficial owner) του 25% του εκδοθέντος κεφαλαίου της Εταιρείας, τόσο στο τίτλο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης, όσο και στα όσα παραθέτει στην ένορκη δήλωση που στηρίζουν τόσο αυτή, όσο και την μονομερή αίτηση ημερ. 22/08/23, όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση του στην υπό κρίση αίτηση. Αυτό δεν φαίνεται ότι έχει αμφισβητηθεί εκ μέρους των Αιτητών, μάλιστα τα παρατιθέμενα τεκμήρια προκύπτει να το υποδηλώνουν. Εκείνο, το οποίο δεν αμφισβήτησε ούτε και ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση είναι ότι δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος αναφορικά με τις 500 μετοχές της Εταιρείας, υποστηρίζοντας ότι τυγχάνει χειρισμού ως μέτοχος από την Εταιρεία σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Καταστατικού Εγγράφου της, το οποίο και επικαλείται στην ένσταση του στην υπό κρίση αίτηση, προβάλλοντας παράλληλα ότι αυτό του δίδει δικαίωμα σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 να προωθεί τις ίδιες θεραπείες ως μέλος της Εταιρείας. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντας σε σχέση με την εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης είναι το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του Αιτητή να προβεί στην καταχώρηση της. Σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113: «27.-
(1)Αυτοί που προσυπόγραψαν το ιδρυτικό έγγραφο εταιρείας θα θεωρούνται ότι έχουν συμφωνήσει να γίνουν μέλη της εταιρείας και με την εγγραφή της καταχωρούνται ως μέλη στο μητρώο μελών.
(2)Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που συμφωνεί να γίνει μέλος εταιρείας και το όνομα του καταχωρείται στο μητρώο των μελών της, είναι μέλος της εταιρείας.». Στο σύγγραμμά Palmer's Company Law, 21st edition, 1967, σελ. 440 αναφέρεται σε σχέση με την πανομοιότυπη πρόνοια 26 του Αγγλικού Companies Act 1948 που καθορίζει την έννοια του «μέλους» ότι «these and only these, can strictly be called members in the sense of having acquired the full status of membership.». Έκαστος υπογράφων το Ιδρυτικό Έγγραφο της εταιρείας καθίσταται μέλος της αυτοδικαίως, ενώ πρόσωπα εκτός αυτών καθίστανται μέλη νοουμένου ότι συμφωνήσουν να καταστούν μέλη και το όνομα τους καταχωρηθεί στο μητρώο μελών της εταιρείας, η δεύτερη περίπτωση καθορίζει τις δύο προϋποθέσεις σωρευτικά (Palmer's Company Law, ανωτέρω, σελ. 441 «These two conditions are cumulative: unless they are both satisfied, the person in question has not acquired the status of member».). Σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, η ιδιότητα του μέλους και ειδικότερα του μέλους σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών είναι συνυφασμένη με την άσκηση σειράς δικαιωμάτων, αλλά και υποχρεώσεων, τις οποίες φέρει η κατοχή τέτοιων μετοχών (βλ. Palmer's Company Law, ανωτέρω, σελ. 439). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον Palmer's Company Law, ανωτέρω, σελ. 439: «It is in his capacity of member that the shareholder- exercises the rights, enjoys the benefits and is subject to the obligations which the holding of shares carries.». O περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113 επιβάλλει τις υποχρεώσεις που προνοεί σε αυτά τα μέλη και ειδικότερα στην περίπτωση των μελών εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών την υποχρέωση συνεισφοράς του όποιου απλήρωτου επί των μετοχών του ποσού σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας [άρθρο 204
(1)(δ)]. Για το ζήτημα της ευθύνης στις περιπτώσεις ύπαρξης καταπιστεύματος ενόψει της πρόνοιας του άρθρου 112 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στον Palmer's Company Law, ανωτέρω, σελ. 189 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής (υπογραμμίσεις δικές μου): «It is the registered holder of a share who is liable in respect of anything unpaid on the share, and it makes no difference whether he is the beneficial owner of the share or a mere trustee, nor, in the latter case, whether the company is or is not cognizant of the trust, because in the case of companies registered in England, by virtue of section 117, no notice of any trust shall be entered on the register, or is receivable by the Registrar..The cestui que trust cannot be made liable either as shareholder or as a contributory, for there is not privity of contract between him and the company.». Όλες οι υποχρεώσεις προκύπτουν ότι είναι συνυφασμένες με την ιδιότητα του εγγεγραμμένου μετόχου, τόσο για την πληρωμή απλήρωτων κλήσεων επί μετοχών όσο και στην περίπτωση εκκαθάρισης όπως έχει ήδη παρατεθεί. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Pennington's Company Law, 3η έκδοση, 1973, σελ. 345, «trustees who are the registered holders of partly paid shares are personally liable to pay the capital remaining unpaid in respect of them.», εξηγώντας ότι η υποχρέωση αποτελεί έκφανση του ότι οι καταπιστευματοδόχοι υπόκεινται σε «statutory obligation to pay unpaid capital when they are registered as members of the company and it is impossible for the company to relieve them from that liability by agreement.». Χαρακτηριστική είναι και η πρόνοια του άρθρου 21
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, η οποία διαλαμβάνει ότι «Όλα τα χρήματα που είναι πληρωτέα από οποιοδήποτε μέλος στην εταιρεία με βάση το ιδρυτικό έγγραφο ή καταστατικό αποτελούν οφειλόμενο χρέος από αυτό προς την εταιρεία.». Σύμφωνα με το άρθρο 112 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, «καμιά ειδοποίηση εμπιστεύματος, ρητού, σιωπηρού ή εξυπακουομένου δεν καταχωρείται στο μητρώο ή λαμβάνεται από τον έφορο, σε περίπτωση εταιρειών εγγεγραμμένων στη Δημοκρατία.». To υπό αναφορά άρθρο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 117 του Αγγλικού Companies Act 1948. Όπως αναφέρεται στον Palmer's Company Law, ανωτέρω, σελ. 449, η πρόνοια αυτή χαρακτηρίζεται ως μια από τις βασικές πρόνοιες του Companies Act 1948 («key provisions») και το αποτέλεσμα της είναι ότι ο δικαιούχος των μετοχών, ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος ως κάτοχος των μετοχών δεν έχει σχέση με ή δικαιώματα σε («no connection with, or rights in») εταιρεία στην οποία οι μετοχές κατέχονται σε καταπίστευμα για αυτόν. Προς τον σκοπό αυτό παρατίθενται ενδεικτικά τα λόγια του Lord Coleridge C.J. στην In Re Perkins, ex. p. Mexican Santa Barbara Mining Co.
(1890)24 Q.B.D. 613, o οποίος ανέφερε τα εξής: «It seems to me extremely important not to throw any doubt on the principle that companies have nothing whatever to do with the relation between trustees and their cestuis que trust in respect of the shares of the company. If a trustee is on the company's register as the holder of shares, the relations which he may have with some other person in respect of the shares are matters with which the company have nothing whatever to do; they can look only to the man whose name is on the register.». Στον Pennington's Company Law, ανωτέρω, σελ. 317 εξηγείται ότι η απαγόρευση της καταχώρησης ειδοποίησης εμπιστεύματος στο μητρώο μελών μιας εταιρείας επενεργεί και ως προστασία της από ευθύνη προς τους δικαιούχους των μετοχών, καθότι εκ της απαγόρευσης η εταιρεία θεωρείται ότι δεν έχει ειδοποίηση για τέτοια συμφέροντα, παρά το ότι στην πραγματικότητα γνωρίζει για την ύπαρξη και περιεχόμενο τους, κατά συνέπεια δεν υπέχει ευθύνη για αντικανονική μεταβίβαση των μετοχών από τον εγγεγραμμένο μέτοχο, αλλά ούτε και αν η πληρωμή μερισμάτων και επιστροφή κεφαλαίου ικανοποιούν τα συμφέροντα των δικαιούχων των μετοχών. Παρόλα αυτά, όπως υποστηρίζεται, εάν η εταιρεία συμμετέχει ενεργά σε παράβαση εμπιστεύματος από τον εμπιστευματοδόχο των μετοχών, τότε υπέχει ευθύνη στον δικαιούχο κατά τον ίδιο τρόπο όπως οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Στον Palmer's Company Law, ανωτέρω, σελ. 450 αναφέρεται ότι πρόνοιες καταστατικών όπως για παράδειγμα του Πίνακα Α αναφέρουν ότι η εταιρεία δεν δεσμεύεται να αναγνωρίσει οποιοδήποτε συμφέρον κατ' επιείκεια σε μετοχές, εκτός από το απόλυτο δικαίωμα του εγγεγραμμένου κατόχου. Η πρόνοια αυτή όμως δεν αποτρέπει μια εταιρεία αν το επιθυμεί από το να αναγνωρίσει συμφέρον κατ' επιείκεια σε μετοχές, όμως δεν δύναται να την εγγράψει στο μητρώο μελών. Άρθρα όπως αυτά του Πίνακα Α προνοούν ότι απλά η εταιρεία δεν δεσμεύεται και δεν μπορεί να εξαναγκαστεί να αναγνωρίσει τέτοια συμφέροντα («It should be noted that such a provision in the articles would not prevent an English company, if it so desired, from recognizing an equitable interest in a share although, in view of section 117, it must not enter it on the register; the article merely provides that the company is not bound and cannot be compelled to recognize such interests»). Ποια είναι όμως η συνέπεια όταν τέτοια συμφέροντα προβλέπονται στο Καταστατικό μιας εταιρείας ότι αναγνωρίζονται; Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, «Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό όταν εγγραφούν, δεσμεύουν την εταιρεία και τα μέλη της στην ίδια έκταση όπως αν είχαν υπογραφεί και σφραγιστεί από κάθε μέλος αντίστοιχα και περιλαμβάνουν συμφωνία εκ μέρους καθενός μέλους να τηρεί όλες τις πρόνοιες του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού.». Όπως γίνεται αντιληπτό από την πρόνοια αυτή ο περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113 και πάλι αναφέρεται στην έννοια του μέλους της εταιρείας, το οποίο αποτελεί τέτοιο όπως καθορίζεται στα άρθρα που έχουν προαναφερθεί. Η φύση του Καταστατικού της εταιρείας αποτυπώνεται στα λόγια του Stirling J. στην Wood v. Odessa Waterworks Co.
(1889)42 Ch.D. 636 ως εξής: «The articles of association constitute a contract not merely between the shareholders and the company, but between each individual shareholder and every other». Σε σχέση με τις συνέπειες προβλέψεων στο Καταστατικό αναφορικά με υποχρεώσεις που αυτές δημιουργούν, στον Palmer's Company Law, ανωτέρω, σελ. 110, αναφέρεται ότι «exceptionally, however, a stipulation in the articles has to be interpreted as a personal undertaking by a member and in such a case the other members may sue him, not qua member, but on the personal contractual undertaking in the articles, without joining the company as a party.». Αυτό είναι συνυφασμένο με την αρχή ότι όταν δίδονται δικαιώματα στα μέλη εκ του καταστατικού όχι με την ιδιότητα τους ως μέλη, αλλά με άλλη ιδιότητα, όπως αυτή π.χ. του Συμβούλου, τότε μέλος δεν δύναται να ζητήσει την ανάλογη θεραπεία με βάση το Καταστατικό ως σύμβαση με την εταιρεία θεωρώντας το Καταστατικό σύμβαση, αλλά θα πρέπει να βασίσει τέτοια θεραπεία σε σύμβαση εκτός του Καταστατικού (βλ. Eley v. Positive, etc, Co.
(1876)1 Ex.D. 20). Σύμφωνα με το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113: «213.-
(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Την εταιρεία· (β) πιστωτή ή πιστωτές, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτών· (γ) συνεισφορέα ή συνεισφορείς· (δ) σύνδικο άλλου κράτους μέλους, όπως αυτός ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του άρθρου 2 του Επίσημη Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας και ο οποίος διορίζεται εντός του πλαισίου δικαστικών διαδικασιών δυνάμει της παραγράφου
(1)του άρθρου 3 του Κανονισμού αυτού, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (ε) προσωρινό σύνδικο, ο οποίος ορίζεται από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας· (στ) εξεταστή· (ζ) τον επίσημο παραλήπτη σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 222· ή από όλα ή οποιαδήποτε από τα πρόσωπα αυτά, μαζί ή ξεχωριστά: ..................................................». Επισημαίνεται ότι η ουσία της υπό κρίση αίτησης εδράζεται στο άρθρο 211(στ) τού περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την εκκαθάριση εταιρείας όταν «έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία». Δεν προκύπτει τόσο από την υπο τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση επικαλείται οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα πέραν αυτή του τελικού δικαιούχου του οποίου οι μετοχές είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 5 στην Γενική Αίτηση. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται από ένα αριθμό προσώπων, στα οποία ο νομοθέτης ήθελε να δώσει τέτοιο δικαίωμα εξαιρουμένου οποιουδήποτε άλλου. Όπως προνοείται, τέτοια αίτηση δύναται να υποβληθεί, μεταξύ άλλων, από την εταιρεία, τον πιστωτή και τον συνεισφορέα. Η έννοια του συνεισφορέα καθορίζεται στο άρθρο 205 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ως «κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισης της, και για τους σκοπούς κάθε διαδικασίας για να αποφασιστεί, και κάθε διαδικασίας πριν από τον τελικό ορισμό των προσώπων που λογίζονται συνεισφορείς, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι συνεισφορέας». Όπως χαρακτηριστικά έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ κ.ά. v. Επίσημου Παραλήπτου κ.ά.,
(1999)1 ΑΑΔ 1033 σε σχέση με την έννοια του όρου «συνεισφορέας»: «Βάσιμα αρνήθηκε ο Επίσημος Παραλήπτης τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι είναι "συνεισφορείς", εφόσον το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είχε καταβληθεί στο ακέραιο. Ο όρος "συνεισφορέας" ορίζεται στο Άρθρο 205 του Κεφ. 113. Περιορίζεται σε μετόχους της εταιρείας που δεν κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου». Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Pennington's Company Law, ανωτέρω, σελ. 669 (υπογραμμίσεις δικές μου): «The court will make a winding up order on the petition of a contributory only if he has an interest in obtaining it. If he is the holder of partly paid shares, or a member of a company limited by guarantee or of an unlimited company, he will have such an interest, because a winding up order will prevent the company incurring further debts, and will thus limit the amount of indebtedness towards which he must contribute. If the company is unlimited and is insolvent, the contributory is entitled to a winding up order as of right, but in any other case the court has a discretion to refuse an order, and will refuse it unless the petitioner may be called on to contribute a substantial sum. A petitioner who holds fully paid shares in a company limited by shares has nothing to contribute towards payment of the company's debts, and so will have an interest in obtaining a winding up order only if there is a reasonable prospect of the company paying its debts in full and having a surplus of assets to distribute among its members [.]. But in deciding whether there is a reasonable prospect of share capital being returned to the members, money or property which the company may recover from third persons in the winding up must be taken into account and the probability of the company recovering such money or property may give the petitioner an interest in obtaining a winding up order which he would otherwise lack. It has been held, moreover, that a holder of fully paid shares need not prove that there is a prospect of returnable surplus if his petition is founded upon the company's failure to send proper annual accounts to its members, for in that case the petitioner has no means of determining whether there will be a surplus or not. This is also the case if the petition alleges, and the petitioner proves, that there has been misconduct by the persons in control of the company, which should be investigated by the court or the official receiver. Όπως έχει αποφασιστεί στην Re Othery Construction Ltd
(1966)1 All ER 145: "It has long been accepted and recognised down to the present time that the rule that a contributory petitioner must show that there is a probability of a surplus is still the rule; indeed that was recognised by Pennycuick J in a case which counsel for the petitioner himself cited: Re Newman and Howard Ltd ([1961] 2 All ER 495 at p 497; [1962] Ch 257 at p 262), where the learned judge said: "There is no doubt that the general rule is as stated by the Court of Appeal in Re Rica Gol Washing Co ." and the same view was expressed by Wynn-Parry J a Judge of great experience in this branch of the law, in Re S A Hawken Ltd ([1950] 2 All ER 408 at p 411). In my judgment it still remains a rule of this court that where a fully paid shareholder petitions for compulsory winding-up he must show, on the face of his petition, a prima facie probability that there will be assets available for distribution amongst the shareholders". Την ιδιότητα του συνεισφορέα δεν επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση, Αιτητής στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση, αλλά ούτε και προκύπτει ότι έχει τέτοια ιδιότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113: «202.-
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη- (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.». Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Pelmako Development Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1369 σε σχέση με τις προϋποθέσεις για χορήγηση τέτοιας θεραπείας: «Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211(στ)* του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης. Όπως έχει ειπωθεί, αυτή η διάταξη αποτέλεσε τη νομική βάση της αίτησης. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση.». Όταν κριθεί ότι ο Αιτητής αποτυγχάνει να ικανοποιήσει την προϋπόθεση να επιδιώξει θεραπεία δυνάμει του άρθρου 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο δύναται να προωθήσει θεραπεία δυνάμει του άρθρου 202, το οποίο σημειώνω ότι αντιστοιχεί στο s. 210 του Companies Act
- Όπως παρατίθεται στον Pennington, ανωτέρω, σελ. 579: «The court may only make an order under s. 210 if it would have jurisdiction to wind up the company on the ground that it was just and equitable to do so because of the oppressive conduct of the company's affairs. Because of this, it has been held that the petitioning shareholder must show that the company is solvent if he holds fully paid shares, for a winding up order will not be made on the petition of such a shareholder unless he can prove that there will be surplus assets distributable among the shareholders after the company's debts have been paid.». Ο Έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου κ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ όπως ήταν τότε στην απόφαση του ημερ. 16/05/11 στην Αίτηση υπ' αριθμό 77/11, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Αναφορικά με την εταιρεία Facipero Investments Limited, την οποία υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της παρούσας, ανέφερε τα εξής χαρακτηριστικά (υπογραμμίσεις δικές μου): «Η κυρίως Αίτηση εδράζεται, πέραν του άρθρου 211(στ), και στο άρθρο 202 του Κεφ. 113, το οποίο προβλέπει για εναλλακτικές θεραπείες τις οποίες μπορεί να αξιώσει οποιοδήποτε μέλος της εταιρείας. Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού σκοπό έχουν την παροχή νομικής διεξόδου στη μετοχική μειοψηφία - όπως εν προκειμένω οι Αιτητές - σε κάθε περίπτωση όπου οι υποθέσεις εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό εκ μέρους της πλειοψηφίας. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές ότι έστω κι αν η πλευρά που εκπροσωπεί δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης με βάση το άρθρο 211(στ), έχει δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο κατ΄ ακολουθία του άρθρου
- Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση. Παρόμοιο θέμα, ως προς τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης δηλαδή του άρθρου 202, εξετάστηκε από το πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην υπόθεση Bedros Karaoglanian & Sons Ltd., and Others and Hagop Karaoglanian and Another
(1977)4 J.S.C. σελ.
- Εκδίδοντας την απόφαση ο Δικαστής Πικής, τότε Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, αφού κατέληξε ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν πως ήταν δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία, προχώρησε στην εξέταση των εναλλακτικών θεραπειών που αξίωναν στη βάση του άρθρου
- Αναφέρει στη σελ. 511: «In the light of the above finding it would be unnecessary to go any further and examine the alternative remedies sought in the petition, considering that before a member of the company may avail himself of the provisions of s.202, he must first establish that the company should be wound up." Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς ζήτημα της νομιμοποίησης των Αιτητών στην καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση, καθορίζει και το αποτέλεσμα της ενδιάμεσης απόφασής του.». Όπως γίνεται φανερό από τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές η οποιαδήποτε επιδίωξη για ικανοποίηση δικαιώματος ή συμφέροντος, τόσο σύμφωνα με πρόνοιες του καταστατικού μιας εταιρείας, όσο και η προώθηση θεραπειών σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 202 και 211 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και προϋποθέτουν, πέραν των υπόλοιπων προϋποθέσεων, την ιδιότητα του μέλους της εταιρείας. Οι υπό αναφορά θεραπείες όταν έχουν να κάνουν με προστασία της μειοψηφίας από συμπεριφορές της πλειοψηφίας που αποτελούν καταπίεση ενεργοποιούν τέτοιες νομοθετικές δυνατότητες και δικαιώματα (statutory rights). Το θεμελιώδες ερώτημα που πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει για την τύχη της υπό κρίση αίτησης είναι το κατά πόσο ο Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα, Αιτητής στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση έχει το δικαίωμα δικονομικής παράσταση (locus standi) για να την προωθεί, ενόψει και των όσων γίνονται παραδεκτά και από τις δύο πλευρές σε σχέση με την σχέση του με την Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Γενική Αίτηση, ήτοι αυτή του δικαιούχου των 500 μετοχών που αποτελούν το 25% του εκδοθέντος της κεφαλαίου της Eταιρείας και όχι του εγγεγραμμένου μετόχου. Η θέση που προέβαλε η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση είναι ότι ναι μεν δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος στο μητρώο μελών της Εταιρείας, όμως τόσο η συμπεριφορά της Εταιρείας, όσο και οι πρόνοιες του Καταστατικού της, του αναγνωρίζουν το δικαίωμα να συμμετέχει στις γενικές συνελεύσεις, μάλιστα δε, επικαλείται και το γεγονός ότι κλήθηκε ο ίδιος να συμμετάσχει στην γενική συνέλευση ημερ. 28/08/23 και να υπογράψει αν επιθυμούσε πληρεξούσιο που να διορίζει πρόσωπο να παρευρεθεί (proxy), αντί οδηγίες στον εγγεγραμμένο μέτοχο. Περαιτέρω, παραθέτει πρόνοιες του Καταστατικού της Εταιρείας, ειδικότερα τον Κανονισμό 6(β), που προβλέπει ότι η Εταιρεία με απόφαση των συμβούλων μπορεί αν το επιθυμεί να αναγνωρίζει την ύπαρξη καταπιστεύματος (trust) αναφορικά με οποιαδήποτε μετοχή αν και δεν μπορεί εκ του άρθρου 112 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 να το εγγράψει στο Μητρώο Μελών και στον Κανονισμό 6(γ) όπου προνοείται ότι η Εταιρεία αναγνωρίζει την ανάληψη και κατοχή μετοχών από τους ονομαστικούς μετόχους για λογαριασμό των δικαιούχων σε καταπίστευμα προς όφελός τους, οι οποίοι θα έχουν το δικαίωμα να εξασκούν για λογαριασμό τους όλα τα δικαιώματα που παρέχονται με τους κανονισμούς αυτούς στα μέλη. Όπως προβάλλεται, η όλη συμπεριφορά της Εταιρείας, αλλά και του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην Γενική Αίτηση Διευθυντή, όπως επίσης και ο τρόπος που αντιμετώπιζε τον Αιτητή στην Γενική Αίτηση, αλλά και αναγνώριζε τα δικαιώματα και συμφέροντα του, θα πρέπει να θεωρηθεί υπό την ομπρέλα του δικαίου της επιείκειας ότι δεν τον αποκλείει από την άσκηση των θεραπειών που παρέχονται στα άρθρα 211 και 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, μάλιστα δε υποστηρίζεται ότι καμία πρόνοια στο Καταστατικό δεν την αποκλείει, αλλά και ενόψει του ότι ο Αιτητής στην Γενική Αίτηση δεν έχει λάβει ποτέ το έγγραφο καταπιστεύματος που να διαφαίνονται και οι όροι που αυτό διαλαμβάνει. Το δίκαιο της επιείκειας, όπως προβάλλεται, τον νομιμοποιεί να προωθεί τις θεραπείες της Γενικής Αίτησης, διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει θεραπεία. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών που έχω παραθέσει θα συμφωνήσω με τις θέσεις που εξέφρασαν οι Αιτητές της υπό κρίση αίτησης. Όπως εξηγούνται στις νομικές αρχές που παρατέθηκαν δικαίωμα δικονομικής παράστασης αναγνωρίζεται σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 μόνο σε όσους είναι μέτοχοι της εταιρείας, ήτοι τα πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Μελών της. Στην περίπτωση του Αιτητή στην Γενική Αίτηση γίνεται παραδεκτό ότι κάτι τέτοιο δεν υφίσταται. Οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 είναι σαφείς και δεν αφήνουν περιθώρια για διασταλτική ερμηνεία, αλλά ούτε και επιδέχονται τέτοιας. Όπως έχει νομολογηθεί, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν άλλη εκλογή κατά την εκτέλεση του δικαστικού τους έργου, απονομής της δικαιοσύνης, από του να εφαρμόζουν τον Νόμο όπως αυτός ερμηνεύεται στη βάση του λεκτικού του (βλ. Inversions Gestions I Estudis International L, SLU κ.α. v. Αναφορικά με την S.A.R.E Public Company Limited Πολ. Έφεση Αρ. Ε94/2019, απόφαση ημερ. 19/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:A18 ECLI:CY:AD:2022:A18). Μάλιστα, όπως προβλέπεται, στην περίπτωση αίτησης για εκκαθάριση στη βάση καταπίεσης της μειοψηφίας από τον τρόπο που διεξάγονται οι εργασίες της εταιρείας από την πλειοψηφία προϋποτίθεται όπως η αίτηση υποβάλλεται από συνεισφορέα, η έννοια του οποίου έχει εξηγηθεί ανωτέρω και μάλιστα με την παράθεση συγκεκριμένων δεδομένων που να καταδεικνύουν ότι θα υπάρχει ενεργητικό μετά την αποπληρωμή των υποχρεώσεων προς διανομή. Στην περίπτωση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενικής Αίτησης, τέτοια ιδιότητα δεν τυγχάνει επίκλησης, αλλά ξεκάθαρα δηλώνεται η ιδιότητα του απόλυτου δικαιούχου των μετοχών. Τα ίδια ισχύουν και για την εναλλακτική θεραπεία, η οποία για την ενεργοποίηση της προϋποθέτει την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων του ότι είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η εταιρεία και δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής στην Γενική Αίτηση είναι μεταξύ του κύκλου των προσώπων που νομιμοποιούνται να προωθούν. Η θέση ότι ο τελικός δικαιούχος μετοχών που δεν είναι εγγεγραμμένος μέτοχος δεν μπορεί να προωθεί τις θεραπείες της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενικής Αίτησης, υποστηρίζεται και σε άλλες Κυπριακές αποφάσεις (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 22/06/2018 της Έντιμης Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) στην αγωγή αρ. 964/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Isκhakov κ.α. ν. Lexbrook Ltd κ.α.) Το ζήτημα που θέτει η πλευρά του Αιτητή στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση αναφορικά με τον τρόπο που τον αντιμετώπιζε η Εταιρεία, αλλά και ο Διευθυντής, όπως παρατέθηκε ανωτέρω, δεν κρίνω ότι διαφοροποιεί την θέση του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητείται ότι ετύγχανε αναγνώρισης ως δικαιούχος των μετοχών, κάτι που φαίνεται να συνάδει με την σχετική πρόνοια του Κανονισμού 6(β) και 6(γ), με τις οποίες αναγνωρίζεται η ύπαρξη καταπιστευμάτων, όμως προβλέπεται ότι τα δικαιώματα θα εξασκούνται από τους ονομαστικούς μετόχους για λογαριασμό των δικαιούχων. Υπενθυμίζω την φύση του καταστατικού ως σύμβασης και τα μέρη που συμμετέχουν σε αυτή, μεταξύ των οποίων τα μέλη της Εταιρείας, ήτοι τα πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στο Μητρώο Μελών της Εταιρείας που δεν αποτελεί και δεν μπορούσε υπό την ιδιότητα του να αποτελεί ο Αιτητής εκ της ρητής απαγόρευσης του άρθρου 112 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο οποίο ο Κανονισμός 6(β) του Καταστατικού της εταιρείας υποβάλλει, ως υποχρεούται, στην εμβέλεια των προνοιών του. Σχετικός είναι και ο κανόνας του privity of contract που αφορά μόνο σε όσους είναι μέρη της σύμβασης, στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται ο δικαιούχος των μετοχών. Αυτός έχει ενδεχόμενα για τους δικούς του λόγους αποφασίσει ή αποδεχθεί να μην καταστεί μέλος της Εταιρείας περιοριζόμενος στα όσα συμφώνησε προφανώς με τον καταπιστευματοδόχο του, με τον οποίο έχει τέτοια συμβατική θέση και συνακόλουθα δικαιώματα, χωρίς να επιθυμώ να επεκταθώ περαιτέρω. Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως των πιο πάνω κρίσεων του Δικαστηρίου, θα ήθελα να επισημάνω ότι αν ήθελε ο περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113 να διευρύνει τον κύκλο των προσώπων που νομιμοποιούνταν να προωθούν τις διαδικασίες στις οποίες αφορά η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση με την συμπερίληψη προσώπων που καθορίζει το καταστατικό μιας εταιρείας, αν ήθελε θεωρηθεί ότι τέτοιο καταστατικό παρέχει το δικαίωμα σε τελικούς δικαιούχους των μετοχών της εταιρείας να τις προωθούν, θα το διαλάμβανε ρητά, με το να προσδίδει προβάδισμα στις πρόνοιες του καταστατικού, κατά αποκλεισμό του, όπως άλλωστε προβλέπει σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. στο άρθρο 128
(1)αναφορικά με την απαρτία σε γενικές συνελεύσεις). Κάτι τέτοιο όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν προβλέπεται. Το γεγονός ότι εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα ημερ. 24/08/23 δεν αποτρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει και να επιτρέψει τις θεραπείες της υπό κρίση αίτησης, ούτε και η έκδοση του σε οποιαδήποτε περίπτωση αποτέλεσε τελική απόφανση του Δικαστηρίου στην συνδρομή των προϋποθέσεων του. Αναφορικά δε με τον λόγο ένστασης που υποστηρίζει ότι η έννοια του πραγματικού δικαιούχου αναγνωρίζεται στην Κυπριακή έννομη τάξη δεν κρίνω ότι ανατρέπει την θέση του Δικαστηρίου αναφορικά με την επιτυχή κατάληξη της υπό κρίση αίτησης και τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως. Η υποχρέωση για τήρηση του μητρώου πραγματικών δικαιούχων σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν. 188(I)/2007) ως ετροποποιήθηκε, εισήχθη για τους σκοπούς τους οποίους αυτός αποβλέπει να επιτευχθούν και τις δραστηριότητες και τα πρόσωπα των οποίων επιδιώκεται ο έλεγχος. Άλλωστε, οι εξαιρέσεις δεν είναι άγνωστες ούτε και στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, αφού προς τον σκοπό αποφυγής καταχρήσεων της πρόνοιας του άρθρου 112 προβλέπονται περιορισμοί όπως το άρθρο 187
(1)που προβλέπει ότι το μητρώο Διευθυντών πρέπει να δηλώνει και μετοχές που κατέχονται από ή σε εμπίστευμα για αυτό ή για τις οποίες έχει δικαίωμα να γίνει ο κάτοχος, είτε με πληρωμή είτε όχι, καθώς και η διοικητικής φύσεως πρόνοιες για διαπίστωση των προσώπων που ελέγχουν ή επηρεάζουν την πολιτική μια εταιρείας στα πλαίσια διορισμού επιθεωρητή προς τον σκοπό έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 166. Στις γραπτές τους αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση παρέθεσαν κυρίως Αγγλική νομολογία προς υποστήριξη των θέσεων τους περί του δικαιώματος του Αιτητή να προωθεί τις αξιούμενες θεραπείες. Αυτό το οποίο οφείλω να επισημάνω είναι ότι στις υποθέσεις αυτές το ζήτημα αφορούσε σε παράγωγες αγωγές, όπως εξελίσσονται στο κοινοδίκαιο στη βάση της δικαιολόγησης για την θέσπιση τους, ήτοι την προστασία μιας εταιρείας από αδικοπραγούντα πρόσωπα τα οποία έχουν τον έλεγχο της και η οποία προφανώς είναι αδύνατο να προστατεύσει τον εαυτό της από τις πράξεις τους με αποφάσεις των οργάνων της που να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία σύμφωνα με τον κανόνα της πλειοψηφίας (majority rule). Στις περιπτώσεις αυτές δεν τίθεται ζήτημα δικαιώματος που αφορά και είναι συνδεδεμένο με την συμμετοχή στην εταιρεία (membership), αλλά ως εξαίρεση στον κανόνα που καθιέρωσε η Foss n Harbottle
(1843)2 Hare 461, ώστε κρίθηκε ότι επιτρέπεται η διεύρυνση των προσώπων που μπορούν να προωθήσουν τέτοιες αγωγές, ώστε να φτάσει η «βλάβη» που προκαλείται στην εταιρεία στο Δικαστήριο μέσω αυτής της αγωγής, καθότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει τούτο («to allow the grievance.to reach the court which would not otherwise reach it because, and this is the essential element of the wrongdoers' control.» βλ. σε Mohamed Jafari-Fini v. Skillglass Limited
(2004)EWHC 3353 (Ch) & κατ' έφεση Jafari-Fini v Skillglass Ltd [2005] EWCA Civ 356). Στην προκείμενη περίπτωση, η όποια ταύτιση των δικαιούχων μετοχών που προωθούν ενδεχόμενα μια παράγωγή αγωγή προς όφελος της εταιρείας, εκ της ανικανότητας της να την προωθήσει η ίδια, με την προώθηση θεραπειών που δίδονται σε μετόχους σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 που είναι συνυφασμένες με την συμμετοχή στην εταιρεία, στερείται του όποιου ερείσματος, τόσο στην δικαιολογητική βάση των θεραπειών, αλλά και στα όσα παρατέθηκαν ανωτέρω. Εξ' ου και ότι σε μια εκ των αποφάσεων που παρατέθηκαν η παράγωγη αγωγή χαρακτηρίστηκε ως «procedural device designed by the common law to enable justice to be done where the wrongdoer was in control of the entity in which the cause of action was vested, καθώς και ότι «the device was a single piece of procedural ingenuity designed to serve the interests of justice in appropriate cases calling for the identification of an exception to the rule in Foss v Harbottle.» (βλ. Universal Project Management Services Ltd v. Fort Gilkicker Ltd and others [2013] Ch 551). Το ότι τις θεραπείες που αξιώνονται με την υπό την ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση δεν δύνανται να προωθούν πρόσωπα που έχουν ωφέλιμο συμφέρον και δεν είναι εγγεγραμμένοι μέτοχοι υποστηρίζεται και από συγγράμματα σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο όπως ισχύει σήμερα (βλ. Gower, Principles of Modern Company Law, 11th edition, 2021, παρ. 14-013, όπου αναφέρεται ότι «The right to petition for relief under s. 994 is conferred upon the members of the company..however a non-member will not be able to petition under the section.if the registered shareholder is a nominee, the person with the beneficial interest in the shares cannot petition; the nominee will, however, be a legitimate petitioner and the interests the nominee may seek to protect include those of the beneficiary»). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω κρίνω ότι o Αιτητής στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση δεν έχει locus standi για να την προωθεί και συνεπώς η υπό κρίση αίτηση έχει επιτυχή κατάληξη. Εκ της κρίσης του Δικαστηρίου δεν ευσταθεί κανένας από τους λόγους ένστασης στην υπό κρίση αίτηση και η διατυπωθείσα κρίση του Δικαστηρίου αποτελεί και αιτιολογία απόρριψης του όποιου λόγου ένστασης δεν πραγματεύτηκα ειδικότερα. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα στη βάση της Δ.27 θ. 3 των Θ.Π.Δ. και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου ως το Α, Β και Γ της υπό κρίση αίτησης. Τούτων δοθέντων παραμερίζεται, ακυρώνεται και απορρίπτεται τόσο η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση ημερ. 22/08/23 με όλες τις βασιζόμενες σε αυτή αξιούμενες θεραπείες, όσο και συμπαρασυρομένη η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος της ίδιας ημερομηνίας και ακυρώνεται και παραμερίζεται το εκδοθέν διάταγμα στη βάση της τελευταίας με ημερομηνία 24/08/23. Τα όποια προκύψαντα έξοδα στις διαδικασίες αυτές που απορρίπτονται, όπως και τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενική Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο