ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ κ.α. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΤΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1578/2012, 16/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1578/2012 Μεταξύ:
- ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
- POLYBEST BUILDING CONTRACTORS LTD Εναγόντων -και-
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΤΣΙΑΣ
- ΕΛΕΝΑ ΠΑΤΣΙΑ Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 10/02/23 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ημερ. 01/06/2020 εκκρεμούσης έφεσης Ημερομηνία: 16/10/2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές: κ. Λαμπριανίδης για κ.κ. Ανδρέας Ι. Καρύδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγοντες 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση: κα Κλ. Ιωάννου για κ.κ. P. Tsangaris & Associates LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή:- Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπό κρίση αίτησης έχουν ως ακολούθως: · Την 1/06/2020 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €61.876,50 με νόμιμο τόκο από 5/03/2012 πλέον δικηγορικά έξοδα στο ποσό των €6.270- με νόμιμο τόκο από 5/03/2012, ως το αντίγραφο της συνταχθείσας απόφασης που παρατίθεται στο τεκμήριο 1 της ένστασης των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση («η απόφαση»). · Στις 13/07/2020 οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές καταχώρησαν Ειδοποίηση Έφεσης εναντίον της απόφασης («η Έφεση»). · Στις 4/08/2021 εκδόθηκε εξ συμφώνου διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στα πλαίσια αίτησης ημερ. 14/07/2021 υπό τον όρο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές θα κατέθεταν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το ποσό της απόφασης πλέον δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον τα έξοδα του εντάλματος εκποίησης της κινητής περιουσίας πλέον συσσωρευμένους τόκους κεφαλαίου και εξόδων εντός 45 ημερών, καθώς και άλλες υποχρεώσεις ως το σχετικό αντίγραφο του συνταχθέντος διατάγματος που παρατίθεται στο τεκμήριο 2 της ένστασης των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση («το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης»). · Οι όροι του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης δεν τηρήθηκαν και συνεπώς η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης έπαυσε να ισχύει. Η υπό κρίση Αίτηση:- Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές εξαιτούνται εκ νέου διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την τελική και πλήρη εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης επί της Έφεσης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.Θ. 2, 4, 18 και 19, Δ.40 Θ.Θ. 7(α), Δ.40 Θ.Θ. 11 και (β), Δ.48, Θ.Θ. 1, 2, 7, 8
(1), 8
(3)και 9, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στην κείμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές του κοινοδικαίου, στην σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1/Αιτητή 1 που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, γίνεται αναφορά στην έκδοση της απόφασης, στην καταχώρηση της έφεσης και στην έκδοση του διατάγματος αναστολής και προβάλλεται ότι ο ίδιος και η σύζυγός του- Εναγόμενη 2/Αιτήτρια 2 διατηρούσαν δάνειο με την Ελληνική Τράπεζα και στα πλαίσια των διαδικασιών διαχείρισης δανείων το υπό αναφορά δάνειο τυγχάνει χειρισμού από την APS Debt Servicing Cyprus Ltd («η APS»), με τους οποίους διαπραγματεύονται την αναδιάρθρωση του και οι οποίοι τους πληροφόρησαν ότι η οποιαδήποτε τέτοια αναδιάρθρωση προϋποθέτει την απρόσκοπτη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων, απαλλαγμένων από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη όπως ΜΕΜΟ και ότι δεν δύναται να υπάρξει επιτυχής κατάληξη σε συμφωνία αναδιάρθρωσης του δανείου εάν δεν απαλλαχθεί η ακίνητη τους περιουσία από το ΜΕΜΟ που ενεγράφη δυνάμει της απόφασης. Όπως προβάλλει, οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις με την APS είχαν ως αποτέλεσμα να μην καταστεί εφικτή η συμμόρφωση με το διάταγμα αναστολής και να παύσει η ισχύς του και υποστηρίζει ότι έχει λάβει διαβεβαιώσεις από την APS ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τότε αυτοί θα προβούν άμεσα σε καταβολή του ποσού της απόφασης στο λογιστήριο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όπως εξηγεί ο Εναγόμενος 1/Αιτητής 1, οι λόγοι για τους οποίους εξαιτείται με την παρούσα αίτηση παραμένουν αναλλοίωτοι και αφορούν τους λόγους που εκτίθενται στην Αίτηση ημερ. 14/07/2021 με την οποία εξεδόθηκε το διάταγμα αναστολής. Ειδικότερα δε, προβάλλει ότι ο Ενάγοντας 1 δεν βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση, ότι οι επαγγελματικές του δραστηριότητες βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία, εικάζει ότι είναι περί των 70 και πλέον ετών και δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Σε σχέση δε με την Ενάγουσα 2 προβάλει με κατάθεση ετήσιων οικονομικών καταστάσεων μέχρι του οικονομικού έτους που λήγει τον Δεκέμβριο 2021, μετά από έρευνα από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, ότι δεν διαθέτει περιουσία, εκτός από το μετοχικό της κεφάλαιο, καθώς και ότι είναι αδρανής και δεν διεξάγει παραγωγικές εργασίες. Όπως εξηγεί, αυτό καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει το εχέγγυο εμπιστοσύνης ότι οι Ενάγοντες 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση θα επιστρέψουν το οποιοδήποτε ποσό αν η έφεση είναι επιτυχής, αν και προσθέτει, ότι παρά την πληροφόρηση που παρέχει δεν είναι σε θέση να προβεί μετά βεβαιότητας σε ακριβή συμπεράσματα αναφορικά με το κατά πόσο οι Ενάγοντες είναι αφερέγγυοι/αναξιόχρεοι ή όχι προσθέτοντας και πάλι ότι θεωρεί πως υφίσταται μεγάλη πιθανότητα αν επιτύχει η έφεση οι Ενάγοντες 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση να μην είναι σε θέση να αποζημιώσουν του Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές στην περίπτωση που καταβληθεί το ποσό της απόφασης πριν την εκδίκαση της έφεσης. Αντίθετα, όπως προβάλλει, οι ίδιοι είναι φερέγγυα πρόσωπα και διεξάγουν τις εργασίες τους νομίμως και επικερδώς. Στις τελευταίες παραγράφους της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1/Αιτητή 1 προβάλλεται ότι η έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επιτρέψει την άρση του ΜΕΜΟ που καταχωρήθηκε δυνάμει της απόφασης επί της ακίνητης τους περιουσίας και η APS θα προχωρήσει στην αποδέσμευση του απαραίτητου ποσού για κατάθεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σε σχέση με την καταχωρηθείσα Έφεση, αντίγραφο της οποίας παραθέτει ως τεκμήριο, όπως λαμβάνει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που έχουν προωθηθεί, γίνεται επιτρεπτή ακόμα και η πρόγνωση πολύ καλών πιθανοτήτων επιτυχίας της, κάτι που σημαίνει ότι αν δεν γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση θα χάσει τη σημασία της, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημία ή ταλαιπωρία οι Ενάγοντες 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση, αφού το ποσό της απόφασης θα καταβληθεί στο λογιστήριο του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δηλώνοντας την ετοιμότητα τους να προβούν σε τέτοια πληρωμή με τραπεζική επιταγή. Με την απόδοση της αιτούμενης δια της υπό κρίση αίτησης θεραπείας κρίνει ότι γίνεται εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των δύο πλευρών και ότι το ισοζύγιο μεταξύ της προσδοκίας των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση να δρέψουν άμεσα τους καρπούς της απόφασης τους και της διασφάλισης της αποτελεσματικότητας της Έφεσης κλίνει καταφανώς υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. H Ένσταση:- Στην Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση καταγράφονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης κατά συνοπτική και ομαδοποιούμενη αναφορά: · Ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται καταχρηστικά, καθότι αφορά στα ίδια αιτήματα και λόγους για τους οποίους προωθήθηκε η αίτηση ημερ. 14/07/2021 και εξασφαλίστηκε διάταγμα ημερ. 4/08/2021 στο οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές δεν συμμορφώθηκαν. · Ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι προς άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση εκ νέου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, η οποία αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και στην προκείμενη περίπτωση ότι η υπό κρίση αίτηση προωθείται με σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης. · Ότι οι λόγοι επί τους οποίους στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση είναι αόριστοι, ανεπαρκείς και λανθασμένοι και προς βλάβη των συμφερόντων των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. · Ότι δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις για απόκλιση από τον κανόνα της εκτελεστότητας της απόφασης, καθότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι οι Ενάγοντες 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση είναι αφερέγγυοι προβάλλοντας τέτοια θέση μετά από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, καθώς και ότι δεν μπορούν να διασφαλίσουν τους καρπούς της απόφασης επειδή πρέπει να απελευθερωθεί το ακίνητο από το ΜΕΜΟ για αναδιάρθρωση του δανείου τους για να εξασφαλίσουν τα χρήματα που θα καταθέσουν ως ασφάλεια και δεν ζητούν τέτοιο διάταγμα απαλλαγής από το ΜΕΜΟ. · Ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση σε σχέση με το διάταγμα αναστολής και εξαιτούνται εκ νέου διάταγμα αναστολής στην βάση των ίδιων όρων. · Ότι τα γεγονότα που στηρίζουν την υπό κρίση αίτηση είναι αναληθή και παραπλανητικά, καθότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο όταν αναφέρουν ότι η APS, η οποία δεν είναι εταιρεία που διεξάγει τραπεζικές εργασίες, θα προβεί σε αναδιάρθρωση των χρεών τους και σε αποδέσμευση ποσού προς κατάθεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1/Καθ' ου η Αίτηση 1 που στηρίζει την Ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση αναπαράγονται οι λόγοι που προβάλλονται και γίνεται παράθεση του ιστορικού έκδοσης της απόφασης, της καταχώρησης Έφεσης εναντίον της, της εξ συμφώνου εξασφάλισης διατάγματος αναστολής και της μη συμμόρφωσης με τους όρους του με αποτέλεσμα αυτό να παύσει να ισχύει. Περαιτέρω, όπως τονίζει ο Ενάγοντας 1/Καθ' ου η Αίτηση 1, η υπό κρίση αίτηση δεν στηρίζεται σε νέα πραγματικά περιστατικά, αλλά σε γεγονότα που έχουν ήδη αναφερθεί στην αίτηση με την οποία είχε εξασφαλιστεί το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης, κάτι που καθιστά την υπό κρίση αίτηση καταχρηστική και κακόπιστη, χωρίς να διασφαλίζονται τα δικαιώματά τους στην περίπτωση που η Έφεση αποτύχει. Σε μια ειδικότερη ανάπτυξη των λόγων ένστασης, ο Ενάγοντας 1/Καθ' ου η Αίτηση 1 προβάλλει ότι εκ της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση γίνεται ανεπιτυχής προσπάθεια να πειστεί το Δικαστήριο με υπόνοιες, υποθέσεις και παραπλανητικούς ισχυρισμούς περί αφερεγγυότητας των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση, καθώς και αδυναμίας ανταπόκρισης στις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, χωρίς να γνωρίζει ο ενόρκως δηλών και η σύζυγος του πληροφορίες για την οικονομική τους κατάσταση. Όπως προβάλλει η ηλικία του ιδίου και η απλή έρευνα στον Έφορο Εταιρειών δεν μπορεί να τεκμηριώσει την υπό κρίση αίτηση, αλλά ούτε και τα όσα αναφέρουν επαρκούν για να καταδείξουν ότι έχουν βάσιμες υποψίες και καλούς λόγους να πιστεύουν ότι η Έφεση τους θα είναι επιτυχής. Τονίζει δε, την πάροδο πέραν του 1,5 έτους μετά την εκπνοή του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης χωρίς να δίδεται η οποιαδήποτε εξήγηση γιατί οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές δεν προβήκαν στα αναγκαία διαβήματα όπως αυτό πρόσταζε, καταχρώμενοι κατά τον τρόπο αυτό την δικαστική διαδικασία. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1/Αιτητή 1 περί αναγκαιότητας αποδέσμευσης της ακίνητης τους περιουσίας από το ΜΕΜΟ για να καταστεί δυνατή η αναδιάρθρωση του δανείου τους και να εξασφαλιστεί το αναγκαίο ποσό εγγύησης, υποστηρίζει ότι αυτό καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές δεν είναι σε θέση να καταβάλουν το ποσό άμεσα και ότι τέτοιος ισχυρισμός είναι ανεδαφικός, επειδή απαραίτητη προϋπόθεση απάλειψης του ΜΕΜΟ είναι είτε η συγκατάθεση των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση είτε αίτηση στο Δικαστήριο για διαγραφή, κάτι που δεν ζητείται. Σε περίπτωση δε προώθησης τέτοιας αίτησης για ακύρωση του ΜΕΜΟ δεν θα γινόταν δεκτή, επειδή δεν αποδεικνύεται καταπίεση και καταχρηστικότητα της εγγραφής του και θα έθετε σε δυσμενή θέση τα δικαιώματα των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Στα πλαίσια της εν κατακλείδι εισήγησης του για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης επισημαίνει την εκκρεμή αίτηση των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση για εκποίηση του ΜΕΜΟ, κάτι που είναι σε γνώση του Δικαστηρίου εκ του περιεχομένου του φακέλου. Τα μέρη παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, τις οποίες μελέτησα μετά προσοχής, όμως δεν κρίνω σκόπιμο να κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές. Νομική Πτυχή:- Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στην Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί τα εξής: «18. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.». Όπως έχει νομολογηθεί, η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκινά κ.ά.
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1921, P. & MA Restaurant Limited κ.ά. ν. Wakeham
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1239, The Governor and the Company of the Βank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 955, Χαραλάμπους ν. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978, A.B.P. Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ.592). Περαιτέρω, όπως έχει επισημανθεί, οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις και πως το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της Έφεσης είναι η ακρόαση της Έφεσης, καθώς και ότι όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων, ανωτέρω, Παπά Ανδρέας ν. Nόνας Α. Οικονομίδου και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 58). Το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλάμπους v. A. Panayides Contractors Ltd, ανωτέρω, παραθέτει τις αρχές, βάσει των οποίων μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για χορήγηση τέτοιας θεραπείας: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Δ.35 θ.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης.». Όπως έχει κριθεί, το πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να κινείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην περίπτωση αναστολών είναι η προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων, ήτοι να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μην μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια (βλ. The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas, ανωτέρω). Περαιτέρω, για να δικαιολογείται αναστολή εκτέλεσης απόφασης ενόσω εκκρεμεί έφεση θα πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις (βλ. Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R 649). Στην Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd
(1991)1 ΑΑΔ, 172, η δεινή οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως δανειστή, κρίθηκε ότι συνιστούσε εξαιρετικές περιστάσεις, αφού αυτός θα ήταν αδύνατο να επέστρεφε το ποσό της απόφασης σε περίπτωση που η έφεση του εξ αποφάσεως οφειλέτη γινόταν δεκτή (βλ. και Ξενοφώντος κ.α. ν. Δημητρίου Πολ. Εφ.91/20 ημερ. 20/07/2021), ECLI:CY:AD:2021:A323. Το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284 αναδεικνύει την σημασία της εξισορρόπησης των παραγόντων στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά και της ανάγκης επεξήγησης της όποιας καθυστέρησης στην προώθηση τέτοιου αιτήματος: «Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτο, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και την παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και δεύτερο, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι δύο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση συνήθως επιτυγχάνεται με την επιβολή τέτοιων όρων που να εξασφαλίζουν ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των συγκρουομένων συμφερόντων των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης που επεκτείνεται σε ένα σχεδόν χρόνο, δεν εξηγείται. Εύλογα συνάγεται από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι πρωταρχικός σκοπός του εφεσείοντα δεν είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος έφεσης, αλλά η παράκαμψη της διαδικασίας για την τιμωρία του προς αποφυγή των συνεπειών της ανυπακοής του διατάγματος της 29/3/1989.». Στην Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA Civ 2065, παράγρ. 22 παρατίθενται τα ερωτήματα που χρήζουν απάντησης από το Δικαστήριο για να καταλήξει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας σε τέτοιες αιτήσεις: «...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?». Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης και εκτίμηση Δικαστηρίου: Προτού προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων για να καταλήξω στο κατά πόσο με βάση τα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης θα χορηγήσω ή θα αρνηθώ την χορήγηση της αξιούμενης θεραπείας θα πρέπει να εξετάσω τους σχετικούς λόγους ένστασης που προβλήθηκαν και αφορούν στην κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου εκ του γεγονότος ότι είχε προηγηθεί σχετική αίτηση που βασίστηκε στα ίδια δεδομένα με την υπό κρίση αίτηση και εκδόθηκε εξ συμφώνου διάταγμα αναστολής, του οποίου δεν υλοποιήθηκαν οι όροι και έπαυσε να ισχύει. Σημειώνω ότι στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1/Αιτητή 1 γίνεται παραδεκτό ότι οι λόγοι αναζήτησης της θεραπείας της υπό κρίση αίτησης «.παραμένουν αναλλοίωτοι και αφορούν στους λόγους οι οποίοι εκτέθηκαν στην Αίτηση για αναστολή απόφασης ημερ. 14.07.2021.». Ειδικότερα, όπως προβάλλεται, ότι ο Ενάγοντας 1/Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν ευρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση και οι επαγγελματικές του δραστηριότητες βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία, καθώς, μεταξύ άλλων, είναι σε μεγάλη ηλικία, κατά εικασία πέραν των 70 ετών και δεν δύναται να ανταποκριθεί επαρκώς στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, ενώ η Ενάγουσα 2/Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι αδρανής. Επί του λόγου της μη συμμόρφωσης με τους όρους του διατάγματος αναστολής ημερ. 4/08/2021 προβάλλονται γενικά και αόριστα οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις με την APS και ένεκα αυτού δεν υπήρξε συμμόρφωση. Ούτε λεπτομέρειες παρατέθηκαν αναφορικά με το από πότε το δάνειο τυγχάνει διαχείρισης από την APS. Εν πάση περιπτώσει, η μη συμμόρφωση με τους όρους του διατάγματος αναστολής καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές δεν ήταν έτοιμοι να υλοποιήσουν τις όποιες οικονομικές δεσμεύσεις θα τους επέβαλε το Δικαστήριο όταν καταχωρούσαν την αίτηση ημερ. 14/07/2021 και με την υπό κρίση αίτηση αναζητούν την ίδια θεραπεία που τους χορηγήθηκε εξ συμφώνου και με δική τους ευθύνη απώλεσαν. Όπως έχει νομολογηθεί στην Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ 217: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου......... .................................................. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της..». (Βλ. επίσης και την Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ 248, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ 133). Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές επιδιώκουν να εξασφαλίσουν την ίδια θεραπεία, η οποία τους χορηγήθηκε από το Δικαστήριο στις 4/08/2021 άνευ ενστάσεως από την πλευρά των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση και δεν κατάφεραν να συμμορφωθούν με τους όρους που τους επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο. Η εκ νέου προσπάθεια για χορήγηση της ίδια θεραπείας με την αόριστη αναφορά σε παρατεταμένες διαπραγματεύσεις με τον δανειστή τους, η οποία ουδόλως κρίνω ότι αποτελεί επιχείρημα για την καθυστέρηση υποβολής της υπό κρίση αίτησης περίπου 18 μήνες μετά την εξασφάλιση της προηγούμενης αναστολής εκτέλεσης που έπαυσε να ισχύει συνιστά μορφή κατάχρησης διαδικασίας και ως εκ τούτου υπόκειται σε απόρριψη. Σε σχέση δε με τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης δεν προκύπτει ότι παρατέθηκε οτιδήποτε που να δικαιολογεί την καθυστέρηση, πέραν του ότι στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1/Αιτητή 1 γίνεται λόγος για παρατεταμένες διαπραγματεύσεις με την ΑPS και αδυναμία συμμόρφωσης με τους όρους του διατάγματος αναστολής και δεν είναι ξεκάθαρο, αν αυτές αποτέλεσαν και τους λόγους της καθυστέρησης στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, κάτι που εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν έκρινε ως επαρκή αιτιολογία για την καθυστέρηση. Ανεξάρτητα από την κατάχρηση της διαδικασίας και την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης που μοιραία οδηγεί στην απόρριψή της θα εξετάσω το κατά πόσο θα μπορούσε να είχε χορηγηθεί η αναστολή αν δεν υφίστατο τέτοια κατάχρηση και καθυστέρηση. Στην ένορκη δήλωση οι Εναγόμενοι 1 και2/Αιτητές υποστηρίζουν ότι έχουν καλές πιθανότητες να πετύχουν στην Έφεση τους, όμως δεν παρατέθηκε το οτιδήποτε που να καταδεικνύει την πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της έφεσης, ώστε να του αποδιδόταν η οποιαδήποτε σπουδαιότητα από το Δικαστήριο. Η παράθεση των τεκμηρίων σε σχέση με την αδράνεια της Ενάγουσας 2/Καθ' ης η Αίτηση 2 εδράζονται σε έρευνα στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και δεν αμφισβητήθηκαν. Τα όσα παρατέθηκαν σε σχέση με τον Ενάγοντα 1/Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν προκύπτει ότι έχουν συγκεκριμένη πηγή πληροφόρησης, ενώ στην παράγραφο 8 ο Εναγόμενος 1/Αιτητής 1 παραδέχεται ότι παρά την πληροφόρηση που έχει δεν είναι σε θέση να προβεί μετά βεβαιότητας σε ακριβή συμπεράσματα αναφορικά με την αφερεγγυότητα των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ου η Αίτηση. Παρόλα αυτά, δεν μου διαφεύγουν τα όσα περί του βάρους απόδειξης ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Χατζηϊωάννου ν. Gordian Holdings Ltd Πολ. Εφ. 273/19, ημερ. 08/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:A298, ECLI:CY:AD:2020:A298, το οποίο με παράθεση της απόφασης του Εφετείου της Ναϊρόμπι της Κένυας στην National Industrial Credit Bank Ltd v. Aquinas Francis Wasike and Others, Civil Application No.238/2005 αποφάνθηκε ότι αφότου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα μπορέσει να πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης πρέπει τότε να μεταφέρεται στον τελευταίο να καταδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση.[1] Στην προκείμενη περίπτωση εκφράστηκε ένας εύλογος φόβος από τους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές ότι αν δεν δοθεί η αιτούμενη θεραπεία και αναγκαστούν να καταβάλουν ποσά στους Ενάγοντες 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση, τότε σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης δεν θα μπορούν να τα ανακτήσουν. Στην θέση αυτή το μόνο που προέβαλαν οι Ενάγοντες 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι οι θέσεις τους είναι υποθετικές και παραπλανητικές και δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν τις βάσιμες τους υποψίες και ότι έρευνα στον Έφορο Εταιρειών δεν μπορεί να καταδείξει οτιδήποτε. Τίποτα συγκεκριμένο δεν επικαλέστηκαν ή παρέθεσαν σε σχέση με την φερεγγυότητα τους. Τα όσα παρατίθενται στην Ένσταση των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση περί αδυναμίας των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών να καταθέσουν το ποσό της απόφασης και τα όσα περί τούτου προβάλλουν ως προς την επιβεβαίωση που έχουν από την APS και την ανάγκη για απάλειψη του ΜΕΜΟ επί της ακίνητης τους περιουσίας, δεν κρίνω ότι θα έπρεπε να με απασχολήσουν. Στην Χατζηϊωάννου ν. Gordian Holdings Ltd, ανωτέρω, παρά το ότι έγινε αναφορά στην Παπακόκκινου ν. Glykys and Araouzos ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 513 όπου θεωρήθηκε σημαντικό το ότι η απαίτηση εξασφαλίστηκε, προφανώς εκ των υστέρων της σχετικής διαταγής του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ως όρος για την αναστολή, εντούτοις κρίθηκε ότι στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής δεν είναι η προοπτική του επιτυχόντα διάδικου να εισπράξει το ποσό της απόφασης που εξισορροπείται με το ενδεχόμενο να μην μπορέσει ο αποτυχών διάδικος να επανακτήσει το ποσό που θα πληρώσει αν η εκτέλεση της απόφασης δεν ανασταλεί, αλλά είναι η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή η ικανοποίηση του επιτυχόντα διαδίκου τώρα και όχι στο μέλλον, καθώς και ότι η πληρωμή του ποσού της απόφασης στο Δικαστήριο ή η παροχή άλλης εξασφάλισης μπορεί να τεθεί ως όρος από το Δικαστήριο για την χορήγηση της αναστολής. Διαφορετικά, όπως επισημάνθηκε, η αναστολή θα διατασσόταν χωρίς άλλο, οποτεδήποτε ο εξ αποφάσεως οφειλέτης κατάθετε το ποσό χρηματικής απόφασης στο Δικαστήριο. Συνεπώς, στην απόφαση αυτή τονίστηκε ότι ό,τι ενδιαφέρει είναι η προοπτική επιστροφής του μεγάλου ποσού της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, στη βάση της οικονομικής δυνατότητας της Εφεσίβλητης, στο βαθμό που μπορεί κατά εκείνο τον χρόνο να προβλεφθεί. Στη βάση των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω, στην περίπτωση που δεν κρινόταν ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι καταχωρήθηκε χωρίς επαρκή αιτιολογία ανεξήγητα καθυστερημένα, θα μπορούσε να είχε εγκριθεί με όρο κατάθεσης του ποσού της απόφασης στο Πρωτοκολληττείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ένεκα της αποτυχίας των Εναγόντων 1 και 2 να αποσείσουν το μαρτυρικό βάρος απόδειξης που έφεραν για την φερεγγυότητά τους ένεκα του εύλογου φόβου που προέβαλαν οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές. Κατάληξη:- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)................. Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «Αποδεχόμαστε την θέση του Εφεσείοντα πως, ενώ το νομικό αποδεικτικό βάρος ήταν και παραμένει στους ώμους του, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης θα μπορούσε να μετακινηθεί και έχει στην προκειμένη περίπτωση μετακινηθεί στους ώμους της Εφεσίβλητης να καταδείξει την ικανότητα της να επιστρέψει το ποσό της απόφασης στον Εφεσείοντα σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, παρουσιάζοντας τα στοιχεία που η ίδια γνωρίζει και κατέχει και στα οποία δεν έχει διαφανεί ότι ο Εφεσείοντας θα μπορούσε να έχει πρόσβαση (Halsbury's Laws of England, 5η έκδ., παρ.704). Όπως αναφέρεται στη National Industrial Credit Bank Ltd v. Aquinas Francis Wasike and Others, Civil Application No.238/2005 του Εφετείου της Ναϊρόμπι της Κένυας, στη οποία μας παρέπεμψαν οι δικηγόροι του Εφεσείοντα, αφότου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα μπορέσει να πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης πρέπει τότε να μεταφέρεται στον τελευταίο να καταδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο