← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΖΗΝΩΝΑΣ ΜΗΝΑ κ.α., Αρ. Αίτησης: 439/22, 18/10/2023

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΖΗΝΩΝΑΣ ΜΗΝΑ κ.α., Αρ. Αίτησης: 439/22, 18/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 439/22 (i-justice) Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52

(2)(β), τους τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ. 4 άρθρο 21 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτητές -και-
  1. ΖΗΝΩΝΑΣ ΜΗΝΑ, Α.Δ.Τ. [ ], [ ] 15, [ ], Λευκωσία, Κύπρος
  2. ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Α.Δ.Τ. [ ], [ ] 1, [ ], Λευκωσία
  3. ΠΑΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΦΟΓΓΑΡΑ, Α.Δ.Τ. [ ], [ ] 11, [ ], Λευκωσία
  4. ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΗΝΑ, Α.Δ.Τ. [ ], [ ] 16, [ ], Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 27/10/2022 υπό των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 & 4 για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Ημερομηνία: 18/10/2023 Εμφανίσεις:- Για τους Αιτητές: κα Α. Λαζαρή για κ.κ. Ηλιάδης & Κυριάκου Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2: κα Ε. Καζή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται Διάταγμα Δικαστηρίου που να επιτρέπει όπως η Απόφαση του Διαιτητή, ημερ. 09/05/2006, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι Δικαστικές Αποφάσεις εναντίον τους. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 Θ. 1-4, Θ. 8, Θ. 9 και Δ.64, ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85, άρθρα 21, 22, 23 και 52 (1-5) ως ετροποποιήθηκε, οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί 1987 Θ. 65
(2), Θ.78 και Θ.79, ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρο 37, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Την υπό κρίση αίτηση στηρίζει η ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ανδρέου («ένορκη δήλωση Ανδρέου»), υπαλλήλου της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία ενεργεί για λογαριασμό των Αιτητών αναλαμβάνοντας αριθμό χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων/εγγυήσεων και χειρίζεται τις δικαστικές υποθέσεις αυτών. Όπως προβάλλει ο κ. Ανδρέου ορκίζεται με πλήρη γνώση των γεγονότων της παρούσας. Παραθέτει το ιστορικό της εξ' ολοκλήρου διαδοχής της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου και της συνακόλουθης διαδοχής της από τη Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με αποκορύφωμα την μεταβίβαση στους Αιτητές την 07/10/2022 όλων των πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εξασφαλίσεων που κατείχε ως δανειστής, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αφορούν την υπό κρίση αίτηση. Παραθέτει προς τον σκοπό αυτό ως τεκμήριο 1 αντίγραφα πιστοποιητικών εγγραφής, γνωστοποιήσεων και δημοσιεύσεων. Όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση Ανδρέου, στις 9/05/2006 εκδόθηκε από τον Διαιτητή Γεώργιο Έλληνα Διαιτητική Απόφαση υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στους Αιτητές το ποσό των €4.645,36 (Λ.Κ. 2.718,81) πλέον τόκο 9% ετησίως από 9/05/2006 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα €32,46 (Λ.Κ. 19). Αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης επισυνάπτει ως τεκμήριο 2 («η διαιτητική απόφαση»). Σύμφωνα με τον κ. Ανδρέου, η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 στις 8/09/2022, στον Καθ' ου η Αίτηση 2 στις 14/09/2022 και στον Καθ' ου η Αίτηση 3 στις 6/09/2022 ως υποστηρίζει ότι προκύπτει εκ του τεκμηρίου 3, προσθέτοντας ότι ουδείς εκ των Καθ' ων η Αίτηση έχει συμμορφωθεί με αυτή, αλλά ούτε και έχει εφεσιβάλει. Ως εκ τούτου αξιώνει σχετικό Διάταγμα για εγγραφή της προς τον σκοπό εκτέλεσης ως απόφαση Δικαστηρίου. Στις 28/11/2022 εξεδόθηκε από το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης προς εκτέλεση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και
  1. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προέβηκε στην καταχώρηση Ειδοποίησης περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας τους εξής λόγους:
  2. Ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι λανθασμένη και δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία, αλλά ούτε και προσδίδουν εξουσία στο Δικαστήριο να την αποδώσει.
  3. Ότι στο βαθμό που ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 1985 καθιστά την διαιτητική απόφαση δικαστική έρχεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα, καθότι η Δικαστική εξουσία ασκείται αποκλειστικά από τα Δικαστήρια.
  4. Ότι τα γεγονότα και τεκμήρια που παρατίθενται στην υπό κρίση αίτηση είναι ανεπαρκή και δεν στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία.
  5. Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ουδέποτε ενημερώθηκε για τον διορισμό διαιτητή, αλλά ούτε και έλαβε μέρος στην επιλογή του.
  6. Ότι ο διαιτητής δεν έχει διοριστεί νόμιμα και έγκυρα για να διεξάγει την διαιτησία.
  7. Ότι ο διαιτητής είναι πρόσωπο ακατάλληλο ένεκα των σχέσεων που διατηρεί με τους Αιτητές και τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και δεν πληροί τα εχέγγυα ανεξαρτησίας.
  8. Ότι ο διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του.
  9. Ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε χωρίς να τηρηθούν οι κανόνες απόδειξης της σύμβασης δανείου/εγγύησης/υποθήκης και του ισχυριζόμενου χρέους και οι πρόνοιες του περί αποδείξεως Νόμου.
  10. Η υπαγωγή σε διαιτησία και η διαιτητική απόφαση παραβιάζει το δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση 2 για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο, αφού ο διαιτητής διορίστηκε μονομερώς από την Αιτήτρια χωρίς να ακουστεί ο Καθ' ου η Αίτηση
  11. Ότι η διαιτητική απόφαση λανθασμένα αναφέρει ότι επιδόθηκε ειδοποίηση διαιτησίας, καθότι τέτοια ειδοποίηση δεν επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 2, ώστε να λάβει μέρος με δικηγόρο της εκλογής του προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του.
  12. Ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, παράνομα και κατά παράβαση του περί Συνεργατικών Νόμου και των περί Διαιτησίας Κανονισμών.
  13. Ότι η διαδικασία της διαιτησίας ήταν παράνομη, αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμο, με το Σύνταγμα, τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ.
  14. Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν έχει τύχει δίκαιης δίκης.
  15. Ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση που δεν έχει επεξηγηθεί.
  16. Ότι οι Αιτητές εμποδίζονται εκ της συμπεριφοράς τους να αιτούνται την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.
  17. Ότι η διαιτητική απόφαση δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των Νόμων και Κανονισμών.
  18. Ότι η διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ελλείπουν τα ουσιώδη στοιχεία, τα οποία θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί προς ικανοποίηση των δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση
  19. Ότι η διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας και ως εκ τούτου είναι άκυρη και ανυπόστατη.
  20. Ότι η έκδοση του διατάγματος και η άδεια εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δίκαιης δίκης, η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης.
  21. Ότι η πολυετής αδράνεια που έδειξαν οι αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθήσουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  22. Ότι από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι σήμερα έχει αλλάξει σημαντικά η οικονομική και προσωπική δυνατότητα του Καθ' ου η Αίτηση
  23. Ότι οι Αιτητές δεν αναφέρουν τους λόγους που δεν κινήθηκαν νωρίτερα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 προς εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που να δικαιολογεί την έγκριση της υπό κρίση αίτησης.
  24. Ότι δεν είναι δίκαιο και ορθό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 υποστηρίζονται τα εξής: · Ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι γενική, αόριστη και ελλιπής και ότι παραλείπεται τεχνηέντως να γίνει αναφορά σε ουσιώδη μαρτυρία, έγγραφα και γεγονότα, ειδικότερα στο πότε του επιδόθηκε η ειδοποίηση και χωρίς την παράθεση αντιγράφου της ένορκης δήλωσης του επιδότη. · Ότι καμία ειδοποίηση διαιτησίας δεν του επιδόθηκε προσωπικά ή σε συγγενικό πρόσωπο ή στον χώρο εργασίας του κατά το 2006 και συνεπώς δεν του δόθηκε το δικαίωμα να ακροαστεί και να θέσει τους δικούς του ισχυρισμούς. · Ότι είναι αξιοσημείωτο ότι εναντίον της πρωτοφειλέτιδας δεν αξιώνουν οι Αιτητές, όπως πληροφορείται από τρίτα πρόσωπα. · Ότι περί την 9/05/2006 έχει εκδοθεί η διαιτητική απόφαση από τον κ. Γεώργιο Έλληνα, η οποία του επιδόθηκε στις 14/09/2022, ήτοι 16 έτη μετά την έκδοση της και ότι από το 2006 μέχρι και το 2022 δεν έγινε καμία προσπάθεια από την Αιτήτρια για εγγραφή και/ή εκτέλεση της, χωρίς αυτό να δικαιολογηθεί, με αποτέλεσμα η οφειλή με τόκους να ξεπεράσει το διπλάσιο του χρέους, κάτι που έγινε με σκοπό την αποκόμιση αθέμιτου κέρδους. · Ότι ένεκα της συμπεριφοράς της Αιτήτριας του αποστερήθηκε το δικαίωμα Έφεσης σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Νόμο, αφού δεν γνώριζε για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. · Ότι με βάση την συμφωνία με την τράπεζα ουδέποτε συμφωνήθηκε ο διορισμός διαιτητή ή ότι έχει δικαίωμα να το πράξει μονομερώς χωρίς τα μέρη προηγουμένως να λάβουν γνώση, ο οποίος δεν μπορούσε να είναι αμερόληπτος και ανεξάρτητος εκ του γεγονότος ότι ήταν πρώην εργοδοτούμενος του Συνεργατισμού και/ή του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών. · Ότι ο διαιτητής πλανήθηκε περί τον Νόμο, ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας προς βλάβη των δικαιωμάτων του εν τη απουσία του από την διαιτητική διαδικασία. · Ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη, ότι δεν προσάχθηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση της, ότι δεν παρουσιάστηκαν πρακτικά διαδικασίας, αλλά ούτε και αναφέρεται το πρόσωπο που προσκόμισε τέτοια μαρτυρία/έγγραφα και ότι αυτή εξεδόθηκε άνευ ειδοποιήσεως όλων των μερών συμπεριλαμβανομένων του ιδίου και άνευ της δυνατότητας του να παραθέσει τους ισχυρισμούς του. · Ότι στις 6/02/2023 υπέβαλε παράπονο στο Γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, ότι στις 4/04/2023 εκδόθηκε απόφαση που το έκανε αποδεκτό, αναφέροντας ότι η Αιτήτρια θα πρέπει να τον απαλλάξει από την εγγύηση προς την δανειακή σύμβαση που αποτέλεσε αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας. · Ότι είναι 67 ετών, συνταξιούχος με προβλήματα υγείας και τόσο η οικονομική του κατάσταση όσο και η κατάσταση της υγείας του διαφέρει από το 2006, ώστε αν επιτραπεί η υπό κρίση αίτηση η αποπληρωμή δεν θα καταστεί εφικτή. Τα μέρη παρέδωσαν στο Δικαστήριο Γραπτές Αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, τις οποίες μελέτησα με προσοχή. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην Γραπτή της Αγόρευση επανέλαβε τους λόγους ένστασης, όμως στην ουσία προώθησε μόνο συγκεκριμένους από αυτούς. Ειδικότερα: · Ότι στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης ελλείπει η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και γίνεται αναφορά στην Δ.48 αυτών, η οποία αφορά ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι αιτήσεις για εγγραφή διαιτητικής απόφασης όπως η υπό κρίση αίτηση, κάτι που μοιραία θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της. · Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ουδέποτε ειδοποιήθηκε για την διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης ή έλαβε τέτοια ειδοποίηση, κάτι που τον απέτρεψε από το να εμφανιστεί στην διαδικασία και του αποστέρησε το δικαίωμα να ασκήσει Έφεση. · Ότι η διαιτητική απόφαση δεν έχει τα στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ούτε και αναφέρεται σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε ο διαιτητής ή το σκεπτικό του. · Ότι ο διορισμός του διαιτητή έγινε μονομερώς και ήταν αυθαίρετος, ενώ αυτός δεν ήταν αμερόληπτος. · Ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση ένεκα καθυστέρησης στην καταχώρηση της, ήτοι μετά την πάροδο 16 ετών από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. · Ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου. Το άρθρο 52.1(α) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 προνοεί ότι όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, τότε η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Σύμφωνα δε με το εδάφιο 2 του άρθρου 52: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6). .................................................
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 716 λέχθηκε ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Αναφορικά με τα ζητήματα που μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης στην υπόθεση Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 ΑΑΔ 707 αναφέρθηκαν τα εξής (υπογραμμίσεις δικές μου): «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εξετάσει θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή, καθότι το εν λόγω θέμα είναι θέμα ουσίας και εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας. Στην υπόθεση Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών
(2014)1 ΑΑΔ 1183 λέχθηκε ότι το δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, οφείλει μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα. Ακόμη και η προφορική γνωστοποίηση αρκεί (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1 Α.Α.Δ. 1699). Προχωρώ στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης ενόψει και των λόγων ένστασης που προωθήθηκαν στην γραπτή αγόρευση της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση 2. Καταρχάς, θα διαφωνήσω με την θέση ότι η μη συμπερίληψη της Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης καθιστά άκυρη την διαδικασία και έκθετη σε απόρριψη, επειδή η Δ.48 στην οποία αυτή εδράζεται αφορά μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Σε μια αρκετά ενδιαφέρουσα ανάλυση ο κ. Χ. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 03/03/2015 στα πλαίσια της Αίτησης αρ. 473/11, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd, σκεπτικό το οποίο υιοθετώ, ανέφερε τα εξής σχετικά με την Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο: «Όπου ένας νόμος ή κανονισμός προβλέπει για κάποιου είδους διαδικασία προς επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού και δεν κάνει ρητή πρόνοια για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί, θεωρώ ότι ορθή πορεία είναι η καταχώριση αίτησης με βάση τη Δ.48 η οποία να αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία. Κάτι τέτοιο, πρέπει να πω, γίνεται ήδη στην πράξη και για την εν λόγω διαδικασία έχει επικρατήσει η χρήση του όρου «γενική αίτηση» ακόμη «πρωτογενής αίτηση». Οι δικηγόροι που έχουν να καταχωρίσουν διαδικασία προς συγκεκριμένο στόχο και δεν έχουν ρητή νομοθετική πρόνοια για χρήση συγκεκριμένου δικονομικού μέσου, βρίσκονται σε δίλημμα ως προς τη φύση της διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθήσουν. Ορθά, κατά τη γνώμη μου, πολλές φορές χρησιμοποιούν τον Τύπο της Δ.48 ως εναρκτήρια κλήση. Παραθέτω πιο κάτω τις απόψεις που υποστηρίζουν και την άποψη αυτή, αλλά και την αντίθετη. Παλαιότερα υπήρχε η άποψη ότι η Δ.48 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην HjiChambis v. Attorney General of the Republic and others
(1986)1 C.L.R. 386, 390-391, που αφορούσε σε αίτηση Εκλογοδικείου, ο Λοϊζου Δ., αφού αντιπαρέβαλε τον ορισμό του όρου «action» (αγωγή) που περιέχεται στη Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με αυτόν που απαντάται στο Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, προχώρησε να αναφέρει ότι αίτηση με βάση τη Δ.48 πρέπει να είναι παρεμπίπτουσα («incidental») του σκοπού για τον οποίο ενυπάρχει ήδη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το εν λόγω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση In re Fileleftheros Ltd
(1988)1 C.L.R. 344, 347. Περαιτέρω στην Χαραλαμπίδης ν. (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1(Β) A.A.Δ. 7 724, με αίτηση δυνάμει της Δ.48 επιδιώχθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο η έκδοση διατάγματος για διακοπή της διαδικασίας που είχε αρχίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και είχε διαταχθεί επανεκδίκασή της λόγω διορισμού του ενός δικαστή που αποτελούσε το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Δ.48 διέπει την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Η επίδικη αίτηση συνιστούσε εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, γι΄ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρούσε επιφυλάξεις για το παραδεκτό της αίτησης ενόψει του μέσου με το οποίο είχε υποβληθεί. Βλ. επίσης Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc
(1999)1(A) A.A.Δ. 124, 131-132. Προσωπικά, διατηρώ αντίθετη άποψη και θεωρώ ότι πρόσφατες εξελίξεις και νομολογία υποστηρίζουν ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Κατ΄ αρχήν στο ίδιο το λεκτικό της Δ.48 δεν φαίνεται περιορισμός των προνοιών της σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Αυτό, παρά το γεγονός ότι γίνεται ρητή αναφορά σε μεγάλο αριθμό ενδιάμεσων αιτήσεων που μπορούν να καταχωριστούν είτε μονομερώς, είτε διά κλήσεως, είτε με ένορκη δήλωση, είτε χωρίς ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, στη Δ.63 η οποία τιτλοφορείται «Title of Proceeedings, File of of Proceedings, and Record of Appeal», γίνεται ρητή αναφορά σε «writ of summons», «originating summons», «application» και «petition», εννοώντας ότι αυτά αποτελούν εναρκτήρια δικονομικά μέσα και γίνεται πρόνοια ως προς τον τίτλο της κάθε διαδικασίας. Η διαδικασία στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, αφορούσε σε απομάκρυνση διαιτητή με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ.4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Λέχθηκαν σχετικά (Πικής, Δ. στη Σελ. 1982), (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  2. Η Δ.48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση.» Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η ίδια η νομολογία φαίνεται να καθορίζει τη Δ.48 ως το εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος, 121 (Ι)/
  3. Το Άρθρο 5, το οποίο για την ακολουθητέα διαδικασία, αναφέρει ότι «η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από το πιο πάνω λεκτικό ότι η ακολουθητέα διαδικασία θα πρέπει να είναι δυνάμει της Δ.
  4. Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D304, Αίτηση 32/2014, ημερομηνίας 9.5.2014, Μιχαηλίδου, Δ. Έχουν αναφερθεί πιο πάνω οι επιδράσεις που επήλθαν στο νομικό μας σύστημα και διαδικασία από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η διαδικασία που προνοείτο από τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία αναφορικά με την κήρυξη εκτελεστότητας Απόφασης Δικαστηρίου που εκδόθηκε σε ένα κράτος μέλος, στο άλλο κράτος μέλος (Άρθρα 38-52). Ο εν λόγω Κανονισμός προνοούσε για καταχώριση αίτησης η οποία μπορεί να υποβληθεί μονομερώς κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης (Άρθρο 40). Ελλείψει ειδικών δικονομικών κανόνων, ορθά κατά τη γνώμη μου, επικράτησε η χρήση μονομερώς αίτησης στον τύπο της Δ.
  5. Το ίδιο συμβαίνει και όταν επιχειρείται η ακύρωση της κήρυξης εκτελεστότητας. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρίζεται αίτηση δια κλήσεως και αναλόγως και ένστασης και πάλι με βάση τις πρόνοιες της Δ.
  6. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι από τις 10.1.2015, ο Ε.Κ.44/2001 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012, ο οποίος πλέον προνοεί για κήρυξη εκτελεστότητας αυτόματα χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία (Άρθρο 39). Οι πιο πάνω πρόνοιες φαίνεται να αναιρούν την άποψη που είχε εκφραστεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση την Cyllenius Holding Ltd κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 136, ότι οι μονομερείς γενικές αιτήσεις είναι άγνωστες στο δικονομικό μας σύστημα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η «γενική αίτηση» είναι τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πρέπει να επιδίδεται στον αντίδικο για να έχει την ευκαιρία να ακουσθεί. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η διαδικασία στην υπόθεση αυτή, αφορούσε σε καθορισμό εξωδικαστηριακής δικηγορικής αμοιβής. Κατά συνέπεια η διαδικασία με βάση τον Κανονισμό ΕΚ 44/2001, αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα όπου η Δ.48 δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο.». Ως εκ τούτου, δεν κρίνω ότι η χρήση της Δ.48 και η μη επίκληση της Δ.55 έχει την οποιαδήποτε επίδραση ακυρότητας στην υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς, αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Όπως έχει ήδη επεξηγηθεί με παράθεση νομολογίας (βλ. Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, ανωτέρω) ζητήματα που άπτονται της διαδικασίας και ουσίας της διαιτητικής απόφασης, ζητήματα διορισμού του διαιτητή, τα όποια ζητήματα προσκομισθείσας μαρτυρίας, ζητήματα δέουσας αιτιολογίας δεν δύνανται να εγερθούν στο παρόν στάδιο (λόγοι ένστασης 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 16 και 18), αλλά το μόνο που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι εάν η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 2, εάν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 2 (βλ. Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ανωτέρω). Ούτε δέχομαι τον ισχυρισμό ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αποστερήθηκε του δικαιώματος να καταχωρήσει Έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης, αφού η προθεσμία των 21 ημερών άρχεται από την γνωστοποίηση της, η οποία και κατά δική του παραδοχή έλαβε χώρα στις 14/09/22 δια επίδοσης. Η διαιτητική απόφαση, ελλείψει έφεσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, κατέστη τελική και εφόσον πληρούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου[1]). Ο λόγος ένστασης που προβάλει ο Καθ' ου η Αίτηση 2 και αφορά τα στοιχεία της διαιτητικής απόφασης (λόγος ένστασης 17) κρίνεται ανεδαφικός. Μια διαιτητική απόφαση δεν απαιτείται να είναι διατυπωμένη με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, αλλά πρέπει να είναι ξεκάθαρη και σαφής. Όπως εξηγείται στον Halsbury's Laws of England, Τόμος 2, 3η έκδοση, σελ. 42: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Στην υπόθεση In Wood v. Griffith
(1818)1 Swan 43 at 52 [1814-23] All ER Rep 294 o Lord Eldon LC επισήμανε τα εξής σε σχέση με την ανάγκη το Δικαστήριο να διαπιστώνει ότι μια διαιτητική απόφαση είναι ξεκάθαρη και τελική: «It is extremely clear that every award must be clear and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms». Μια διαιτητική απόφαση δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά, αλλά πρέπει να της αποδίδεται μια φιλελεύθερη ερμηνεία για να διαπιστώνεται η πραγματική πρόθεση του διαιτητή (βλ. Middlemiss & Could (a firm) v. Hartlepool Corporation (1973 1 All ER 172). Εξετάζοντας το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 της υπό κρίση αίτησης, ήτοι του αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης διαπιστώνω ότι γίνεται αναφορά στην νομική της βάση, ήτοι στον Θεσμό 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987, στο όνομα του διορισθέντος διαιτητή κ. Γεώργιου Έλληνα για να επιληφθεί της διαφοράς μεταξύ της ΣΠΕ Γερίου, των Πρωτοφειλετών και των Εγγυητών, μεταξύ των οποίων ο Καθ' ου η Αίτηση 2, την απαίτηση αναφορικά με το γραμμάτιο υπ' αριθμό [ ] για Λ.Κ. 2.718,81 κεφάλαιο και τόκο προς 9% ετησίως από 9/05/06 μέχρι εξοφλήσεως, το γεγονός της ειδοποίησης δια επίδοσης στον Πρωτοφειλέτη Ζήνωνα Μηνά και στους εγγυητές του, εκτός της Πρωτοφειλέτιδας Νίτσας Μηνά εναντίον της οποίας η εταιρεία επιφυλάσσει τα δικαιώματά της, στο γεγονός ότι ουδείς εμφανίστηκε στην διαδικασία και στο ότι ο Διαιτητής σύμφωνα με τα έγγραφα και αποδεικτικά που του παρουσιάστηκαν προέβηκε στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης εναντίον του Ζήνωνα Μηνά και των Εγγυητών για το ποσό του γραμματίου και τόκων υπογράφοντας ακολούθως και θέτοντας την ημερομηνία έκδοσης. Δεν διαπιστώνω ότι εκ των ανωτέρω παρατιθέμενων η διαιτητική απόφαση δεν είναι σαφής και ξεκάθαρη και ότι δεν φέρει τα γνωρίσματα έγκυρης απόφασης. Συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που αφορούν στον ισχυρισμό περί αδικαιολόγητης καθυστέρησης παρατηρώ ότι αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να στερήσει το δικαίωμα των Αιτητών από του να προχωρήσουν, έστω και καθυστερημένα με την εγγραφή και στη συνέχεια με την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Εξάλλου, το ότι οι Αιτητές υποχρεώνονται να αιτηθούν από το Δικαστήριο άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης οφείλεται στην παράλειψη του Καθ' ου η αίτηση 2 να εξοφλήσει το χρέος του, το οποίο δεν φαίνεται να αμφισβητεί και η διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί. Περαιτέρω, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο δεν προκύπτει να τίθεται ο οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός για την προώθηση εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσής της και συνεπώς οι λόγοι ένστασης 14, 15, 20 και 22 απορρίπτονται. Σε σχέση με την εισήγηση της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση 2 ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου οφείλω να παρατηρήσω ότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται σε οποιοδήποτε νομοθέτημα, αλλά το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων τέτοιας φύσεως και τι εξετάζει το Δικαστήριο για να διατάξει την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης έχει καθοριστεί στις νομικές αρχές που έχω ήδη παραθέσει και τίποτα παραπάνω. Σε σχέση με την απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου ημερ. 4/04/23 παρατηρώ ότι δεν προκύπτει να έχει καταστεί δεσμευτική για τα μέρη κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 14 του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου του 2010 (84(I)/2010) ως ετροποποιήθηκε και ούτε η οποιαδήποτε μαρτυρία προς το αντίθετο έχει τεθεί ενώπιον μου. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης κρίνονται και αυτοί ανεδαφικοί και αόριστοι, ενώ τα ζητήματα συνταγματικότητας, όχι μόνο δεν έχουν προωθηθεί στην γραπτή αγόρευση του Καθ' ου η Αίτηση 2, αλλά ο τρόπος που παρατίθενται στην ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2 κρίνεται αόριστος και χωρίς την απαραίτητη εξειδίκευση για να υπάρξει η οποιαδήποτε ενασχόληση του Δικαστηρίου σύμφωνα και με τις κείμενες νομολογιακές αρχές (βλ. Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α. Πολ. Έφ. 429/2011 ημερ. 06/12/2017). Εξάλλου, έχει κατ' επανάληψη κριθεί η συνταγματικότητα του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 με το άρθρο 30 του Συντάγματος (βλ. Μιχαηλίδη κ.α ν. ΣΠΕ Πέγειας, Πολ. Έφεση 477/2012, απόφαση ημερ. 27/06/18, ECLI:CY:AD:2018:A311 και Ζαμπά κ.α. ν. Συνεργατικής Κυπριακή Τράπεζας, Πολ. Έφεση 96/12, απόφαση ημερ. 6/06/18), ECLI:CY:AD:2018:A277. Ως εκ των ανωτέρω μετά και την απόρριψη όλων των εγειρόμενων λόγων ένστασης που προέβαλε η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 2 και λαμβανομένων υπόψη ότι η διαιτητική απόφαση ημερ. 09/05/2006 που εξεδόθηκε εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 από τον Διαιτητή κ. Γεώργιο Έλληνα φέρει τα στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, ότι στις 14/09/2022 γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση 2 και αυτός δεν την έχει εφεσιβάλει εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση καθιστάμενη κατά τον τρόπο αυτό τελική σύμφωνα με το άρθρο 52
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, ώστε να δύναται να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου, κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση έχει επιτυχή κατάληξη. Εκδίδεται διάταγμα ως το Α της υπό κρίση αίτησης και επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ των Αιτητών εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)................ Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] « 21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.