← Κύπρος

B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. Σωτήρη Αυγουστή, Αρ. Αγωγής: 4128/15, 11/12/2023

B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. Σωτήρη Αυγουστή, Αρ. Αγωγής: 4128/15, 11/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4128/15 Μεταξύ: B2KAPITAL CYPRUS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- Σωτήρη Αυγουστή (Α.Δ.Τ. [ ]) από τη Λευκωσία Εναγόμενου -------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 11/12/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ν. Πελεκάνου για κ.κ. PYRGOU VAKIS LLC Για Εναγόμενο: κ. Δ. Συρίμης Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή:- Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που ήγειραν οι Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου, αρχικά ως Bank of Cyprus Public Company Ltd και ακολούθως υποκαθιστάμενοι με την B2Kapital Cyprus Ltd κατόπιν μεταβίβασης στις 10/11/2022 των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν εκ της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης δυνάμει του άρθρου 18

(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015 (Ν. 169(Ι)2015) και της σχετικής ειδοποίησης που ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αξιώνουν το ποσό των €65.019,65 πλέον τόκους προς 1.214% ετησίως επί ποσού €64.716,15 με ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου από 19/11/2022 μέχρι εξοφλήσεως, ως η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25 στην ακροαματική διαδικασία. Δικογραφημένες θέσεις και προσαχθείσα μαρτυρία:- A. Εναγόντων:- Η αξίωση των Εναγόντων υποστηρίχθηκε στην μαρτυρία του κ. Ανδρέα Βανέζη (ΜΕ), υπεύθυνου Λειτουργού δικαστικών υποθέσεων για μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ο οποίος στην γραπτή του δήλωση-Έγγραφο Α' παρέθεσε και κατέθεσε διάφορα τεκμήρια που καταδεικνύουν πως κατέληξαν οι σημερινοί Ενάγοντες να αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου στη βάση μιας πιστωτικής διευκόλυνσης ημερ. 11/09/2009 που συνομολόγησε η τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd με τον Ενάγοντα για ποσό €50.000-, με παράθεση αντιγράφων πιστοποιητικών, των διαταγμάτων συμφώνως με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, με τα οποία αυτή μεταβιβάστηκε στην Bank of Cyprus Public Company Ltd και ακολούθως στην Β2Κapital Cyprus Ltd. Όλα τα τεκμήρια 1-9 που παρέθεσε περί των ζητημάτων αυτών δεν αμφισβητήθηκαν. Η συμφωνία ημερ. 11/09/2009 κατατέθηκε από τον ΜΕ ως τεκμήριο 10 κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση Εναγόμενου, αλλά και από τα όσα υποστήριξε ο ΜΕ, αφορούσαν σε παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης ύψους €50.000- στον Εναγόμενο για επενδυτικούς σκοπούς με αποπληρωμή σε 15 τριμηνιαίες δόσεις τόκων ύψους €234.95- έκαστη από 2/09/2009 με επιτόκιο Euribor 3 μηνών και αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης την 02/06/
  1. Όπως εξήγησε, με βάση την συμφωνία ημερ. 11/09/2009 ανοίχθηκε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd ο υπ' αρ. [ ] λογαριασμός δανείου προς όφελος του Εναγόμενου, ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε στον αριθμό [ ]. Ακολούθησε τροποποιητική συμφωνία ημερ. 22/02/2010 που κατέθεσε ως τεκμήριο 13, με την οποία τροποποιήθηκε ο αριθμός των δόσεων του σχετικού πίνακα σε μια μηνιαία δόση €235- από 2/04/2010 και σε 38 μηνιαίες δόσεις τόκων από 02/05/2010 εκ €70.95- έκαστη και περαιτέρω τροποποιητική συμφωνία ημερ. 27/04/2010 που κατέθεσε ως τεκμήριο 15, με την οποία καθορίστηκε συνολικός αριθμός 13 τριμηνιαίων δόσεων τόκων από 02/07/2010 εκ €204.93- έκαστη. Τόσο το τεκμήριο 10, όσο και τα τεκμήρια 13 και 15 συνοδεύτηκαν από τους σχετικούς Γενικούς Όρους και Κανονισμούς της Marfin Laiki Bank που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 11, 14 και 16, αλλά και από σχετικό κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων που κατατέθηκε ως τεκμήριο
  2. Η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση όπως αποτυπώνεται στα τεκμήρια 10, 13 και 15 εξασφαλίστηκε δυνάμει Εγγράφου Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών ημερ. 11/09/2009, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 21, με το οποίο ο Εναγόμενος ενεχυρίασε προς την Marfin Popular Bank Public Co Ltd 50 αξιόγραφα κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd 2008 και η σύσταση του ενεχύρου ενεγράφη στο Σύστημα Άυλων Τίτλων του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου ως καταδεικνύεται από το πιστοποιητικό που κατατέθηκε ως τεκμήριο 22 και σχετική απόδειξη πληρωμής δικαιωμάτων εγγραφής ως τεκμήριο
  3. Τόσο η συνομολόγηση των συμφωνιών, όσο και των σχετικών δελτίων όρων και εγγραφών που αναφέρθηκαν δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Όπως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης και στην γραπτή δήλωση του ΜΕ, ο Εναγόμενος κατά παράβαση των συμφωνηθέντων παρέλειψε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του αναφορικά με τους όρους αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης και δεν κατέβαλε κανονικά τις δόσεις του με αποτέλεσμα να του αποσταλεί το τεκμήριο 18, ήτοι προειδοποιητική επιστολή ημερ. 15/07/2013 για καθυστερήσεις και το τεκμήριο 19, ήτοι η επιστολή τερματισμού ημερ. 18/09/
  4. Σημειώνεται ότι ο ΜΕ κατέθεσε ως τεκμήριο 24 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 στο οποίο επισυνάπτει καταστάσεις της πιστωτικής διευκόλυνσης που αποτελούν μέρος του αρχείου της Bank of Cyprus Public Company Ltd και περιλαμβάνουν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο συναλλαγών σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό δανείου. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ ανέφερε ότι δεν είχε στον φάκελο του οποιαδήποτε αίτηση για δάνειο από τον Εναγόμενο, αλλά υπογράμμισε ότι για να υπογραφεί η συμφωνία ημερ. 11//09/2009 σίγουρα θα έγινε τέτοια, η οποία αποτυπώνει και τα όσα φυσιολογικά προηγήθηκαν. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση του Εναγόμενου ότι δεν υπήρξε αίτημα δανείου και ότι η συμφωνία ημερ. 11/09/2009 αποτελούσε ρύθμιση με την οποία επιστράφηκαν στον Εναγόμενο τα χρήματα που αυτός κατέβαλε για την αγορά των 50 αξιογράφων κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd 2008, υποστηρίζοντας ότι για να υπάρξει η συμφωνία ημερ. 11/09/2009 υπήρξε αίτημα εκ μέρους του. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 15 τριμηνιαίες δόσεις μόνο των τόκων και στο τέλος με μια εφάπαξ κατάθεση στις 2/06/2013 θα γινόταν η εξόφληση συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, διαφωνώντας με την θέση ότι ο Εναγόμενος απλά θα αποπλήρωνε τους τόκους, ήτοι τις 15 τριμηνιαίες δόσεις εκ €234.95- έκαστης μόνο. Το ότι δεν αναγράφεται πουθενά για καταβολή δόσης €50.000- δεν έκρινε ότι διαφοροποιούσε τα συμφωνηθέντα υποστηρίζοντας ότι στο τεκμήριο 10 αναφέρεται ότι η αναμενόμενη εξόφληση θα είναι το κεφάλαιο και τυχόν τόκοι μέχρι εκείνη την ημέρα που δεν έχουν πληρωθεί ήδη. Το γεγονός ότι στο πάνω αριστερό μέρος του τεκμηρίου 10 αναγράφεται «Ειδική Συμφωνία» ισχυρίστηκε ότι δεν κάνει καμία διαφορά από τις οποιεσδήποτε άλλες συμφωνίες δανείου και ότι δεν αντιλαμβάνεται κάποια διαφορά μεταξύ συμφωνίας και ειδικής συμφωνίας. Παραδέχθηκε ότι υπάρχει συμφωνία του πίνακα των δόσεων με την αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης στο τεκμήριο
  5. Αρνήθηκε επανειλημμένα την υποβολή ότι το ποσό των €50.000- ήταν καταθέσεις, οι οποίες ζητήθηκαν να επιστραφούν μέσω του δανείου. Όπως δήλωσε, θεωρεί ότι η συμφωνία αυτή με τις τροποποιήσεις της είναι μια συνήθης συμφωνία δανείου. Εξηγώντας τον τρόπο που γίνονταν οι καταβολές των δόσεων εκ του τεκμηρίου 24 ανάφερε ότι η πρώτη δόση έγινε στις 2/12/2009 για ποσό €234.95 με πάγια εντολή (standing order), όπως και οι υπόλοιπες, προσθέτοντας ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε οδηγίες για να χρεώνεται ο λογαριασμός του κάθε 3 μήνες και να μεταφέρεται το συγκεκριμένο ποσό στο δάνειο, όμως δεν εντόπισε την εντολή στο φάκελο του. Όπως υποστήριξε, αν κάποιος επιθυμεί να σταματήσει την πάγια εντολή θα πρέπει να δώσει εντολή στην τράπεζα και να υπογράψει σχετικό έντυπο. Συμφώνησε ότι ο Εναγόμενος είχε δώσει εντολή πληρωμής και το δάνειο αποπληρωνόταν σύμφωνα με τους όρους αυτόματα από λογαριασμό. Η τελευταία πληρωμή, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 24 φαίνεται ότι έγινε τον Οκτώβρη του 2012 και δεν εκτελέστηκε τον Γενάρη του 2013, καθότι τα πράγματα είχαν διαφοροποιηθεί αναφορικά με το καθεστώς της Λαϊκής Τράπεζας. Δεν εντόπισε εντολή του Εναγόμενου για να σταματήσει η πάγια εντολή, όμως εξήγησε ότι αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα υπόλοιπα στον λογαριασμό δεν εκτελείται η εντολή. Όμως, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν ο λογαριασμός είχε μέσα χρήματα ή όχι για να εκτελεστεί η πάγια εντολή, καθότι δεν είναι λογαριασμός που μεταφέρθηκε από την Τράπεζα Κύπρου στην Β2Kapital Cyprus Ltd και δεν είχε πρόσβαση. Όπως εξήγησε, 3 δόσεις δεν καταβλήθηκαν, ήτοι 2 δόσεις για €204.93- έκαστη και η τρίτη για καταβολή ολόκληρου του κεφαλαίου για πλήρη εξόφληση πλέον οι τόκοι που υπολογίστηκαν από την τελευταία ημερομηνία καταβολής των τόκων. Σημειώνεται ότι σε σχετική ερώτηση επανεξέτασης ο ΜΕ δήλωσε ότι την ευθύνη αν δεν εκτελεστεί μια πάγια εντολή για καταβολή δόσης δανείου την έχει το πρόσωπο που έδωσε την εντολή και θα πρέπει να καταβάλει την δόση με άλλο τρόπο. Σε σχέση με τις θέσεις του Εναγόμενου για αγορά των αξιογράφων κεφαλαίου και το ότι του είχαν αναφέρει ότι δεν μπορούσε να την ακυρώσει, ανάφερε ότι τα γνωρίζει από τις θέσεις της Υπεράσπισης που προβάλλει, όμως παραδέχθηκε ότι εξ όσων γνώριζε δεν μπορούσε κάποιος που είχε πάρει αξιόγραφα της Λαϊκής Τράπεζας να ακυρώσει την πράξη αγοράς. Τα αξιόγραφα, όπως εξήγησε δεν συνδέονται με την Β2Kapital Cyprus Ltd και αρνήθηκε την θέση ότι ως εξασφάλιση περιήλθαν στην Τράπεζα Κύπρου και πρόσθεσε ότι επειδή είναι ενεχυριασμένα προς την Τράπεζα Κύπρου, το όποιο ποσό θα κατέβαλε ο Διαχειριστής της Λαϊκής Τράπεζας έναντι των αξιογράφων πλέον θα καταβαλλόταν έναντι του δανείου. Στην υποβληθείσα θέση ότι η συνομολόγηση της συμφωνίας ημερ. 11/09/2009 ήταν το αποτέλεσμα των διαμαρτυριών του Εναγόμενου και της αποστολής επιστολών στην διοίκηση της Λαϊκής, η οποία αποτέλεσε την λύση στο ζήτημα δήλωσε άγνοια παραπέμποντας στο τεκμήριο
  6. Εν κατακλείδι, υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος αγόρασε τα 50 αξιόγραφα κεφαλαίου με τις καταθέσεις του και έλαβε δάνειο €50.000- και οφείλει να τις επιστρέψει, προσθέτοντας ότι είναι δύο διαφορετικές πράξεις και αρνήθηκε ότι τα αξιόγραφα αποτελούσαν αποπληρωμή του δανείου, αλλά μόνο εξασφάλιση του. B. Εναγόμενου:- Στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου προβάλλονται οι θέσεις που προέβαλε στην επ' ακροατηρίω διαδικασία ο Εναγόμενος (ΜΥ). Ειδικότερα στην παράγραφο 3 της τροποποιημένης Υπεράσπισης Εναγόμενου προβάλλεται ότι ουδέποτε αιτήθηκε δάνειο ή πίστωση και ότι η συμφωνία ημερ. 11/09/2009 έγινε κατόπιν διαμαρτυρίας του προς τους Ενάγοντες και ακόλουθων διαβουλεύσεων για να του επιστραφεί το πόσο των €50.000-, το οποίο παράνομα και αντισυμβατικά μετέτρεψαν από καταθέσεις σε αξιόγραφα κεφαλαίου. Όπως προβάλλει δικογραφικά, το ποσό αυτό συμφωνήθηκε με τους Ενάγοντες να του επιστραφεί και για αυτό τον λόγο υπέγραψε την συμφωνία ημερ. 11/09/2009, δηλαδή ως λύση που του εισηγήθηκαν οι Ενάγοντες, εξ' ου και όπως αναγράφει θα θεωρείται εξοφληθείσα με 15 δόσεις εκ €234,95 έκαστη. Δεν αποδέχεται την παράβαση της συμφωνίας ημερ. 11/09/2009 και των τροποποιητικών αυτής μεταγενέστερων συμφωνιών, αλλά ούτε και αποδέχεται ότι παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση. Όπως ισχυρίζεται, έχει εξοφλήσει με βάσει τις συμφωνίες που υπέγραψε με τους Ενάγοντες και ουδέν ποσό οφείλει σε αυτούς. Στην γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Β' ο ΜΥ αναφέρεται σε μετατροπή ποσού €50.000- σε αξιόγραφα εκ του συνολικού ποσού των καταθέσεων ύψους €60.000- που διατηρούσε στην Λαϊκή Τράπεζα, κατόπιν της παρότρυνσης του υπαλλήλου του υποκαταστήματος, για να λαμβάνει όπως του λέχθηκε 6.5% επιτόκιο αντί 5% που λάμβανε μέχρι τότε, χωρίς να του επεξηγηθεί ο κίνδυνος. Αντίγραφο της σχετικής αίτησης κατατέθηκε ως τεκμήριο
  7. Όπως εξήγησε, στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι το αυξημένο επιτόκιο θα ίσχυε για τον πρώτο χρόνο και ακολούθως θα λάμβανε κάπου 2-3% και ότι επρόκειτο για επένδυση με κινδύνους αντί για συνήθη κατάθεση. Κατάθεσε ως τεκμήριο 27 επιστολή προς τους Εναγόμενους στην οποία τους ζητούσε άμεση επιστροφή των χρημάτων του, η οποία απαντήθηκε με τα τεκμήρια 28 και 29, όπου με το τεκμήριο 29 του λέχθηκε ότι η αγορά των αξιογράφων ήταν καθαρά δική του απόφαση και το αίτημα του απορρίφθηκε, για να επανέλθει με νέα επιστολή ημερ. 26/07/2009 προς τον Εκτελεστικό Αντιπρόεδρο του Ομίλου Λαϊκής, Α. Βγενόπουλο με το ίδιο αίτημα που κατάθεσε ως τεκμήριο
  8. Όπως υποστηρίζει, μετά την αποστολή του τεκμηρίου 29 του τηλεφώνησε η Διευθύντρια του υποκαταστήματος της Λαϊκής παρά το παλιό Γ.Σ.Π. και τον κάλεσε να μεταβεί στο γραφείο της, όπου του ανέφερε πως δεν ήταν δυνατόν να ακυρωθούν τα αξιόγραφα και να του επιστραφούν τα χρήματά του, ένεκα νομικού κωλύματος, αλλά του πρότεινε την επιστροφή χρημάτων υπό τύπο εικονικού δανείου ύψους €50.000- με Euribor +1% όπου σε συνδυασμό με το επιτόκιο από τα αξιόγραφα Euribor +1.5% θα είχε όφελος 0.5% και άλλο 4-5% αν έκανε τα χρήματα κατάθεση στην τράπεζα. Εκ της ψυχικής πίεσης που δήλωσε ότι υπέστηκε για να μην χάσει τα χρήματα του που είχε αποταμιεύσει αποδέχθηκε. Όπως υποστηρίζει, μόνο τους τόκους του δανείου θα πλήρωνε απευθείας από τον λογαριασμό του όπου θα καταθέτονταν οι τόκοι των αξιογράφων και το υποτιθέμενο δάνειο θα εξοφλείτο στις 2/06/2013 όταν θα έληγαν τα αξιόγραφα που δόθηκαν ως η μοναδική εξασφάλιση. Επισύναψε για το ζήτημα του τρόπου καταβολής των τόκων ως τεκμήριο 31 βεβαίωση ημερ. 11/09/2009 που φέρεται να υπογράφεται και από Λειτουργό Πωλήσεων και την εν λόγω Διευθύντρια. Ουδεμία αίτηση δανείου υπέβαλε, όπως υποστήριξε και υπέγραψε πάγια εντολή πληρωμής από τον λογαριασμό του, την οποία ουδέποτε ανακάλεσε και μπορούσαν οι Ενάγοντες να λάβουν τυχόν καθυστερημένη δόση από τον λογαριασμό του. Στην αντεξέταση του ο ΜΥ ανέφερε ότι δεν γνώριζε για τα αξιόγραφα κεφαλαίου περί τίνος επρόκειτο και έδειξε εμπιστοσύνη στον υπάλληλο της τράπεζας, ο οποίος του παρουσίασε ότι αυτό αποτελούσε ένα νέο είδος κατάθεσης για να λαμβάνει περισσότερο τόκο. Όταν διαμαρτυρήθηκε, όπως εξήγησε, η τράπεζα του πρότεινε ένα δάνειο στη ζημιά της γιατί ελάμβανε 0.5% περισσότερο, χωρίς να αιτηθεί περί τούτου και χωρίς άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυητές, εκτός από τα ίδια τα αξιόγραφα. Αυτό που εξήγησε ήταν ότι του έδωσαν δάνειο τα λεφτά του και όταν θα έληγαν τα αξιόγραφα η τράπεζα θα τα έπαιρνε και εκεί θα τέλειωνε το θέμα. Δεν θα επέστρεφε κανένα ποσό στις 2/06/
  9. Αρνήθηκε την υποβολή ότι με την τελευταία δόση η τράπεζα θα λάμβανε είτε το ποσό των €50.000- σε αξιόγραφα είτε από τον ίδιο μέσω της τραπεζικής εντολής. Για τα όσα ανέφερε ότι του είχε πει η Διευθύντρια του καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας, την οποία δεν γνώριζε από προηγουμένως, δεν είχε κάποια επιστολή που τα αποδεικνύουν, όμως παρέπεμψε στα όσα ακολούθησαν με το δάνειο με ευνοϊκούς όρους όπως υποστήριξε. Όπως δήλωσε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, στον λογαριασμό του έπρεπε να έχει υπόλοιπο, αφού μετά την καταβολή των τόκων των αξιογράφων, ήτοι Euribor +1.5% μετά την αφαίρεση των τόκων του δανείου, ήτοι Euribor +1% έπρεπε να παραμένει και υπόλοιπο προς όφελός του, ότι αυτόματα η Τράπεζα έπρεπε να παίρνει τα χρήματα και ο ίδιος ουδέποτε έπαιρνε χρήματα από τον λογαριασμό. Όπως εξήγησε, η βεβαίωση του τεκμηρίου 31 δεν είναι άσχετη με την συμφωνία τεκμήριο 10, αφού για να γίνει η εκτέλεση της έγινε πάγια εντολή και δόθηκε αυτή για τον τρόπο που θα γίνονταν οι χρεοπιστώσεις των τόκων. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Α. Νομικές αρχές αξιολόγησης:- Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057). Αναφορικά με το ζήτημα της παράλειψης αντεξέτασης, σχετική επίσης επί του ζητήματος αυτού είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 22/04/2020 στην Σκορδή ν. Λάντου κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 429/2012, όπου λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά με παραπομπές στην σχετική νομολογία (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 και Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785): «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδες μέρους της μαρτυρίας γενικά ισοδυναμεί με παραδοχή. Όμως ο κανόνας δεν είναι απόλυτος. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται.». Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον ΜΕ όσο και από τον ΜΥ. Επίσης, το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Β. Αξιολόγηση μαρτυρίας:- Προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων και της εντύπωσης που έδωσαν στο Δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ενόψει και των όποιων τεκμηρίων κατέθεσαν. B.
  1. Αξιολόγηση ΜΕ:- Όπως δήλωσε ο ΜΕ είναι λειτουργός δικαστηριακών υποθέσεων της B2Kapital Cyprus Ltd, οι οποίοι απέκτησαν την πιστωτική διευκόλυνση από την Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Ο ΜΕ δεν είχε την οποιαδήποτε εμπλοκή στα γεγονότα που απέληξαν στην υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και των τροποποιητικών αυτής, ήτοι τα τεκμήρια 10, 13 και 15 ή στην αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής-τεκμήριο 18 και της επιστολής τερματισμού-τεκμήριο
  2. Τα όσα κατάθεσε ως τεκμήρια στο Δικαστήριο εμπεριέχονταν στο φάκελο που ευρισκόταν υπό τον έλεγχο του στους σημερινούς Ενάγοντες, όπως προέκυψε από το αρχείο που παρέλαβε από την Τράπεζα Κύπρου όπως αυτό διατηρούσε η Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Αναφορικά με τα όσα τεκμήρια κατάθεσε στο Δικαστήριο, αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Εναγόμενου, εκτός της αποστολής των τεκμηρίων 18 και 19, για τα οποία δεν προέκυψε αντεξέταση του. Ο ΜΕ δεν κρίνεται αναρμόδιος να δώσει μαρτυρία και παραπέμπω στην απόφαση ημερ. 17/12/2018 στην υπόθεση ΧΧΧ Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 448/2012 ECLI:CY:AD:2018:A543 όπου λέχθηκε ότι το γεγονός ότι οι μάρτυρες δεν ήσαν εκ των προσώπων που υπέγραψαν τα συμβόλαια δεν τους καθιστούσε άσχετους με την υπόθεση και την μαρτυρία τους μεμπτή, αφού στα καθήκοντα τους περιλαμβανόταν η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών και των λογαριασμών για τις υποθέσεις που είχαν παραπεμφθεί στο Δικαστήριο και ευρίσκετο υπό την εποπτεία τους ο επίδικος λογαριασμός. Σε σχέση με τα όσα κατάθεσε αναφορικά με τις συμφωνίες δανείου και τα όσα ανέφερε περί τούτων αποτελούσαν ερμηνεία την οποία ο ίδιος έδιδε σύμφωνα με το λεκτικό των συμφωνηθέντων. Κατά τον ΜΕ ήταν δεδομένο ότι υπήρξε αίτηση δανείου το οποίο παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο με εξασφάλιση τα αξιόγραφα κεφαλαίου, ότι τα χρήματα του δόθηκαν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας για επενδυτικούς σκοπούς, ότι αυτός δεν αποπλήρωσε τις δόσεις του και κατά συνέπεια οφείλει να καταβάλει το αξιούμενο ποσό ως οι αναδομημένη κατάσταση τεκμήριο
  3. Στα πλαίσια αυτά έκρινε ότι ήταν δεδομένο πως ο Εναγόμενος αιτήθηκε το δάνειο, αλλά δεν είχε οτιδήποτε στην κατοχή του για να το καταθέσει. Τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο αποτελούσαν την δική του ερμηνεία για τον σκοπό και όρους των τεκμηρίων 10, 13 και 15 και τίποτα παραπάνω, όπως τα αντιλαμβανόταν εξ αυτών. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τίποτα περισσότερο για τις περιστάσεις, υπό τις οποίες συνομολογήθηκαν τα τεκμήρια 10, 13, 15 και
  4. Τις θέσεις που προέβαλε ο Εναγόμενος ότι το δάνειο αποτέλεσε επιστροφή των χρημάτων της αγοράς των αξιογράφων κεφαλαίου 2008 απέρριψε παραπέμποντας στα υπό αναφορά τεκμήρια όπως τα ερμήνευε ο ίδιος και απέρριψε εκ του λόγου αυτού ότι οι συμφωνίες του δανείου και ενεχυρίασης αποτελούσαν «λύση» που του την εισηγήθηκαν οι υπάλληλοι και αντιπρόσωποι της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Το Δικαστήριο δέχεται το περιεχόμενο των τεκμήριων που κατέθεσε ο ΜΕ, όμως η ερμηνεία των τεκμηρίων 10, 13 και 15, θα αποτελέσει αντικείμενο πραγμάτευσης σε επόμενο μέρος της παρούσας απόφασης. Τα όσα εξήγησε στο Δικαστήριο δεν αφορούσαν τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνομολογήθηκαν οι συμφωνίες των τεκμηρίων 10, 13 και 15, τις οποίες μόνο η Διευθύντρια του υποκαταστήματος που επικαλείται η πλευρά του Εναγόμενου και φέρεται ότι υπογράφει την βεβαίωση του τεκμηρίου 31, φαίνεται να γνώριζε και θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο πλην όμως δεν έδωσε μαρτυρία. Δέχομαι ότι ο ΜΕ ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο και δεν ήρθε με σκοπό να παραπλανήσει. Β.
  5. Αξιολόγηση ΜΥ:- Ο ΜΥ δεν κρίνω ότι υπήρξε ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Τα όσα ανέφερε και κατέθεσε στο Δικαστήριο αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση σε συνάρτηση με τα όσα ερμηνεύουν οι σημερινοί Ενάγοντες ότι προκύπτουν από τις συμφωνίες των τεκμηρίων 10, 13, 15 και
  6. Αν και επικαλέστηκε ότι εξαπατήθηκε και μετέτρεψε κατόπιν δικής του αιτήσεως μέρος των καταθέσεων του σε 50 αξιόγραφα κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, χωρίς να δικογραφήσει λεπτομέρειες απάτης και να καταφέρει να πείσει το Δικαστήριο περί τούτου, φαίνεται ότι διαμέσου των τεκμηρίων που κατέθεσε στο Δικαστήριο απαίτησε την ακύρωση της αγοράς των αξιογράφων για να πάρει πίσω τα χρήματά του επειδή δεν του απέφεραν το επιτόκιο που ο ίδιος θεωρούσε ότι θα ελάμβανε. Οι επιστολές που κατέθεσε στο Δικαστήριο, όπως και η βεβαίωση του τεκμηρίου 31 δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων. Μάλιστα τα όσα εξήγησε στο Δικαστήριο, δηλαδή ότι οι τόκοι των αξιογράφων Euribor 3m +1.5% θα καταθέτονταν στο λογαριασμό του και θα πληρωνόταν η δόση του δανείου σύμφωνα με τους όρους του τεκμηρίου 10 που καταγράφει στον σχετικό πίνακα Euribor 3m με περιθώριο 1% με τραπεζική εντολή, υποστηρίζεται από το περιεχόμενο της βεβαίωσης του τεκμήριου 31 που φέρει την ίδια ημερομηνία όπως αυτή του τεκμήριου
  7. Η θέση του ΜΥ ήταν ότι τα αξιόγραφα ήταν συνδεδεμένα με την αποπληρωμή του δανείου, κάτι που αρνήθηκε ο ΜΕ. Αυτό που προκύπτει από τα όσα δέχομαι ότι έλαβαν χώρα στις 11/09/2009 είναι ότι όντως οι αντιπρόσωποι της Marfin Laiki Popular Bank Public Co Ltd πρότειναν στον Εναγόμενο να λάβει τo ίδιο ποσό χρημάτων που ο ίδιος αιτήθηκε και μετέτρεψε σε 50 αξιόγραφα κεφαλαίου με την υπογραφή των συμφωνιών των τεκμηρίων 10, 13 και 15 με αποπληρωμή των δόσεων κατά τον τρόπο που καθορίστηκε στην βεβαίωση του τεκμηρίου 31, δηλαδή ότι με το δάνειο των €50.000- θα λάμβανε ίσο ποσό χρημάτων που ο ίδιος μετέτρεψε σε αξιόγραφα, κάτι που ο ίδιος παραδέχεται ότι θα μπορούσε να καταθέσει για να λαμβάνει το επιτόκιο που επιθυμούσε. Τα όσα υποστήριξε περί επιστροφής των χρημάτων του μέσω εικονικού δανείου έρχονται σε σύγκρουση με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσαν οι Ενάγοντες και δεν αμφισβήτησε, αλλά και με την επιστολή που κατέθεσε ο ίδιος τεκμήριο 29 στην οποία κρίνεται το παράπονο του αβάσιμο γιατί είχε πλήρη ενημέρωση για τους όρους έκδοσης και ήταν καθαρά δική του επιλογή να συμμετάσχει στην αγορά των αξιογράφων. Μάλιστα στην δική του μαρτυρία ανέφερε ότι η κα Μιχαηλίδου του ανέφερε ότι η αγορά των αξιογράφων δεν μπορεί να ακυρωθεί, ενώ το γεγονός ότι υπέγραψε τις συμφωνίες και τροποποιητικές αυτής δανείου καταδεικνύει ότι είχε πλήρη επίγνωση και δεν δικογράφησε δεόντως, αλλά ούτε και απέδειξε την ψυχική πίεση, την οποία επικαλέστηκε για να τις υπογράψει με μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύεται η άσκηση επιρροής ως αποφασιστικό παράγοντα διαμόρφωσης της κρίσης του (βλ. Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.ά.
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 961). Αυτό που διαφάνηκε εκ της μαρτυρίας ήταν ότι ο ΜΥ ήταν να πάρει ως δάνειο το ποσό των €50.000- και η ερμηνεία που δίδει στα όσα έλαβαν χώρα εκ του αποτελέσματος του δανείου ως επιστροφή των χρημάτων του αποτελεί μια υπεραπλουστευμένη και βολική αντιμετώπιση των γεγονότων πέραν από την οποιαδήποτε νομική κατάσταση των πραγμάτων, αφού προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι πήρε τα χρήματα του πίσω, καταβάλλοντας τους τόκους μόνο και παραμένοντας ιδιοκτήτης των 50 αξιογράφων κεφαλαίου με την πρόσοδο των οποίων αποπλήρωνε το δάνειο του. Ευρήματα Δικαστηρίου:- Αυτό που προκύπτει ξεκάθαρα ότι έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, εκτός της ερμηνείας των τεκμηρίων 10, 13 και 15, είναι ότι ο Εναγόμενος προέβηκε περί το έτος 2008 στην αγορά 50 αξιογράφων κεφαλαίου 2008 της Marfin Laiki Popular Bank Public Co Ltd καταβάλλοντας το ποσό των €50.000-. Με επιστολή του Εναγόμενου ημερ. 2/07/2009 προς τον Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο της εν λόγω τράπεζας απαίτησε την επιστροφή των χρημάτων του, καθότι, όπως προέβαλε διαπίστωσε ότι το αυξημένο επιτόκιο ήταν για συγκεκριμένη περίοδο μόνο, ενώ ακολούθως μειωνόταν κατά πολύ σε σχέση με την προθεσμιακή κατάθεση στην οποία διατηρούνταν τα χρήματα αυτά πριν την μετατροπή τους σε αξιόγραφα. Η Marfin Popular Bank Public Co Ltd με επιστολή της ημερ. 17/09/2009 απέρριψε το παράπονο του Εναγόμενου αναφέροντας του ότι με δική του απόφαση προέβηκε στην αγορά των αξιογράφων. Ο Εναγόμενος με νέα επιστολή ημερ. 26/07/2009 προς τον κ. Α. Βγενόπουλο απαίτησε εκ νέου την επιστροφή των χρημάτων του. Στις 11/09/2009 υπογράφηκε συμφωνία δανείου για επενδυτικούς σκοπούς μεταξύ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd με την οποία παρείχαν στον Εναγόμενο πιστωτική διευκόλυνση για ποσό €50.000- με καταβολή 15 τριμηνιαίων δόσεων προς €234.95- έκαστη, η οποία τροποποιήθηκε με τις τροποποιητικές συμφωνίες ημερ. 22/02/2010 και 27/04/2010 σε σχέση με τον αριθμό, την συχνότητα και το ποσό των δόσεων μέχρι την ημερ. 2/06/2013 που καταγραφόταν στην συμφωνία ημερ. 11/09/2009 ως η αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης. Η πιστωτική διευκόλυνση εξασφαλίστηκε με την ενεχυρίαση προς την Marfin Popular Bank Public Co Ltd των 50 αξιογράφων κεφαλαίου 2008, η οποία ενεγράφη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Οι δόσεις από πλευράς Εναγόμενου θα καταβάλλονταν με πάγια εντολή (standing order) μέσω λογαριασμού στον οποίο θα καταθέτονταν οι τόκοι που ο Εναγόμενος ελάμβανε από τα 50 αξιόγραφα κεφαλαίου 2008. Εκ της μαρτυρίας προκύπτει ότι η τελευταία δόση που καταβλήθηκε έναντι των τόκων του δανείου έγινε στις 12/10/2012 και δεν καταβλήθηκαν οι δύο τελευταίες δόσεις σε σχέση με τους τόκους. Το ποσό των €50.000- δεν επιστράφηκε στους Ενάγοντες. Με τον περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 τα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκ της πιστωτικής διευκόλυνσης μεταφέρθηκαν στην Bank of Cyprus Public Company Ltd, η οποία στις 15/07/2013 απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στον Εναγόμενο με την οποία του ζητούσε την αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου κατά την ημερομηνία εκείνη που ανερχόταν στο ποσό των €50.895,14 για καθυστερημένες δόσεις πλέον τόκοι και ακολούθως στις 18/09/2013 επιστολή τερματισμού για χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €51.243,48 πλέον 14% κατά την ημερομηνία εκείνη. Στις 10/11/2022 η B2Kapital Cyprus Ltd κατόπιν μεταβίβασης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν εκ της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης δυνάμει του άρθρου 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015 (Ν. 169(Ι)2015) και της σχετικής ειδοποίησης που ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου υποκατέστησε την Bank of Cyprus Public Company Ltd και αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ως μη καταβληθέν και οφειλόμενο το ποσό των €65.019,65 πλέον τόκους προς 1.214% ετησίως επί ποσού €64.716,15 με ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου από 19/11/2022 μέχρι εξοφλήσεως ως η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25 στην ακροαματική διαδικασία. Νομική πτυχή και δικαστική κρίση:- Κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση αποτελεί η ερμηνεία των έγγραφων συμφωνιών των τεκμηρίων 10, 13, 15 και 21, ενόψει των και όσων άλλων σχετικών τεκμηρίων κατατέθηκαν στην διαδικασία. Όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Θεολόγου Α. Θάλεια κ.ά. ν. Kτηματικής Eταιρείας Nέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.». Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 12-043 του συγγράμματος Chitty on Contracts, Vol. I, General Principles, 13th ed., 2008: «The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself: "[o]ne must consider the meaning of the words used, not what one may guess to be the intention of the parties". However, this is not to say that the meaning of the words in a written document must be ascertained by reference to the words of the document alone. In the modern law, the courts will, in principle, look at all the circumstances surrounding the making of the contract which would assist in determining how the language of the document would have been understood by a reasonable man.». Στην διαδικασία ερμηνείας των όρων μιας σύμβασης θα πρέπει αυτή να διαβάζεται συνολικά, ώστε να διαπιστωθεί το πραγματικό νόημα των όρων της και οι λέξεις έκαστου όρου της σύμβασης θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να εναρμονίζονται με τις υπόλοιπες πρόνοιες του εγγράφου εάν τέτοια ερμηνεία δεν παραβιάζει το νόημα το οποίο φυσιολογικά επιδέχεται (βλ. N.E. Ry v. Hastings [1900] A.C. 260). Το Δικαστήριο δεν δύναται να αναθεωρεί τις χρησιμοποιούμενες λέξεις των μερών ή να τους αποδίδει νόημα άλλο από αυτό το οποίο αυτές συνήθως έχουν, ώστε να τις ευθυγραμμίζει με όσα το ίδιο μπορεί να θεωρεί ότι τα μέρη έπρεπε να έχουν συμφωνήσει ή ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα ήταν μια λογική σύμβαση για να συνομολογήσουν τα μέρη (βλ. Chitty on Contracts, ανωτέρω παρ. 12-072). Τα ίδια γίνονται δεκτά και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ποιηταρίδη ν. Anopa Investment Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 260/2011, απόφαση ημερ. 25/05/2018 ECLI:CY:AD:2018:A252). Αποτελεί κανόνα ερμηνείας ότι μια σύμβαση θα πρέπει να ερμηνεύεται πιο αυστηρά ενάντια στον συντάκτη της, ο οποίος εφαρμόζεται για να αφαιρεθεί μια αμφισβήτηση ή ασάφεια, όταν το ζήτημα δεν δύναται να επιλυθεί με την εφαρμογή των συνήθων κανόνων ερμηνείας (βλ. Chitty on Contracts, ανωτέρω παρ. 12-083, στον οποίο ακολούθως δίδεται το εξής παράδειγμα με παραπομπή σε Αγγλικές αποφάσεις: «.in the case of a guarantee, if the party who drafts it uses ambiguous language, such ambiguity will be taken more strongly against himself). Όπως έχει λεχθεί, ο κανόνας αυτός τυγχάνει εφαρμογής όταν υπάρχει ασάφεια και δεν μπορεί να αποδοθεί νόημα με χρήση των υπολοίπων ερμηνευτικών εργαλείων, όταν το πρόσωπο που έχει προωθήσει τον σχετικό όρο της σύμβασης έχει υπέρτερη διαπραγματευτική δύναμη σε σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο (βλ. Π.Γ. Πολυβίου, Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο, Τόμος 3ος, 2023, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, σελ. 1313 με παράθεση αποσπάσματος από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Transocean Drilling UK Ltd ν. Providence Resources Plc [2016] E.W.C.A. Civ. 372). Στην παρ. 12-113 του Chitty on Contracts, ανωτέρω αναφέρεται σε σχέση με την αληθινή φύση μιας συμφωνίας ότι «.Extrinsic evidence is admissible to prove the true nature of the agreement, or the legal relationship of the parties even though this may vary or add to the written document», όπως για παράδειγμα «.a conveyance may be shown to be merely a mortgage, as sale and hire-purchase agreement to be an unregistered bill of sale and a sale of property to be a loan on security». Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν. Μιχάλη Θεόδουλου Καλογήρου, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου και Άλλων
(2015)1 ΑΑΔ 1953 (υπογραμμίσεις δικές μου): «Συνιστά βασικό κανόνα σε ό,τι αφορά τις γραπτές συμβάσεις ότι οι πρόνοιες που τις συναποτελούν και ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τις τροποποιήσει ή να τις αντικρούσει. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όσον αφορά σε γραπτές συμβάσεις. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι όπου τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν γραπτή σύμβαση, τότε είναι το ίδιο το περιεχόμενό της και μόνο που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Στον κανόνα αυτό έχουν αναγνωρισθεί εξαιρέσεις, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση διευκρίνισης αμφιβολίας ή ασάφειας σε κάποιο έγγραφο προς το σκοπό της αποσαφήνισης της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η αναζήτηση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής καθιστά επιτρεπτή την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου «να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντάς την από ο,τιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψή της» (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432, 1436).». Όπως αναφέρεται στον Chitty on Contracts, ανωτέρω, στην παράγραφο 12-118, η σύγχρονη τάση είναι ότι το Δικαστήριο μπορεί και δεσμεύεται να ελέγξει πέραν της γλώσσας του κειμένου και να εξετάσει ποιες ήταν οι περιστάσεις σε σχέση με τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν οι λέξεις και τον σκοπό που διαφαίνεται από εκείνες τις περιστάσεις τις οποίες το πρόσωπο που τις χρησιμοποίησε είχε ενώπιον του. Χαρακτηριστική είναι η πρόταση στο σύγγραμμα ότι «The court must place itself in the same "factual matrix" as that in which the parties were.". Εν κατακλείδι, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, Ενοχικό Δίκαιο στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο, ανωτέρω, με αναφορά στις πρόσφατες Αγγλικές αποφάσεις σε σχέση με το ζήτημα της ερμηνείας των συμβάσεων (σελ. 1310-1311): «Η αρχή πρέπει να γίνεται με το λεκτικό το οποίο χρησιμοποίησαν τα μέρη. Είναι δική τους η σύμβαση και είναι δική τους ευθύνη να τη διαμορφώσουν και να τη διατυπώσουν όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Εκεί όμως όπου υπάρχει ασάφεια ή αβεβαιότητα και δεν προκύπτει σαφές νόημα ή είναι δυνατό το ίδιο το κείμενο ή μέρος αυτού να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει πέραν του λεκτικού και να μελετήσει άλλα συναφή στοιχεία, όπως είναι το γενικότερο περιεχόμενο της σύμβασης, η όποια εμπορική λογική έχει στοιχειοθετηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και το όλο πλαίσιο των γεγονότων (matrix) που περιβάλλουν τη σύμβαση. Σε τέτοια περίπτωση, όταν δηλαδή το Δικαστήριο νομιμοποιείται να προχωρήσει πέραν και εκτός του λεκτικού της σύμβασης, το Δικαστήριο δεν αναδιαμορφώνει τη σύμβαση των μερών, αλλά προσπαθεί να αποδώσει σε αυτήν την πρέπουσα ερμηνεία, χρησιμοποιώντας την αντικειμενική μέθοδο του κοινοδικαίου..Σε τελευταία ανάλυση και παρά την ιδιαίτερη εμβάθυνση των Άγγλων Δικαστών στα θέματα ερμηνείας συμβάσεων, δεν διακρίνεται οποιαδήποτε σημαντική διαφορά μεταξύ του κοινοδικαίου γενικά και του Κυπριακού δικαίου ειδικά.». Σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 ο σκοπός ο οποίος δηλώνεται για την παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης ύψους €50.000- (αρ. λογαριασμού [ ]) στον Εναγόμενο είναι επενδυτικοί σκοποί με εξασφάλιση τα αξιόγραφα κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd της ίδιας αξίας. Σύμφωνα με τον Ειδικό όρο υπό 1 «Το Δάνειο θα αποπληρώνεται όπως αναφέρεται στον Πίνακα της παραγράφου 4 πιο κάτω.». Ο υπό αναφορά όρος παραπέμπει συγκεκριμένα στον Πίνακα της παραγράφου 4, ο οποίος είναι μέρος της υποπαραγράφου υπό (α) και καθορίζει συνολικό αριθμό 15 τριμηνιαίων δόσεων τόκων εκ €234.95- έκαστη από 2/12/2009 με περιθώριο 1,00000 % Euribor 3 μηνών, σύνολο επιτοκίου 1,88400%. Πιο κάτω, μετά την ερμηνεία του «Euribor» στην ίδια παράγραφο αναφέρεται με έντονους χαρακτήρες η πρόταση «Αναμενόμενη Ημερομηνία Εξόφλησης: 02/06/2013». Το τεκμήριο 10 στο πάνω μέρος αριστερά αναφέρεται ως «ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ». Στην τροποποιητική συμφωνία ημερ. 22/02/2010 (τεκμήριο 13) αναφέρεται ότι μεταβάλλεται μόνο η δόση/διάρκεια της τραπεζικής διευκόλυνσης σύμφωνα με τον αναφερόμενο Πίνακα σε 1 ειδική μηνιαία πληρωμή από 02/04/2010 ύψους €235- και σε 38 μηνιαίες πληρωμές τόκων εκ €70.95- έκαστη από 02/05/2010, όλα με Euribor 3 μηνών και περιθώριο 1,00000%. Όλοι οι λοιποί όροι της συμφωνίας του τεκμηρίου 10 προνοείται ότι παραμένουν σε ισχύ. Στην τροποποιητική συμφωνία ημερ. 27/04/2010 (τεκμήριο 15) γίνεται κατά ρητή αναφορά με έντονους χαρακτήρες «Αλλαγή στο πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου με αρ. [ ]» και στην επόμενη πρόταση σε έντονους χαρακτήρες προβλέπεται «Τριμηνιαία καταβολή τόκων μέχρι την εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων 2008». Στην συνέχεια αναφέρεται ότι μεταβάλλεται η δόση/διάρκεια της τραπεζικής διευκόλυνσης σύμφωνα με τον αναφερόμενο Πίνακα σε συνολικό αριθμό 13 τριμηνιαίων δόσεων τόκων εκ €204.93- έκαστη από 2/07/2010 με περιθώριο 1,00000 % Euribor 3 μηνών, σύνολο επιτοκίου 1,64400%. Για τις δύο τροποποιητικές συμφωνίες τεκμήρια 13 και 15 ο ΜΥ σε απάντηση που έδωσε ερωτώμενος σχετικά είπε ότι έγιναν προς διόρθωση επουσιωδών λαθών στις δόσεις που και να μην γίνονταν δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Στο τεκμήριο 21, ήτοι το έγγραφο ενεχυρίασης των 50 αξιογράφων κεφαλαίου του Εναγόμενου αναφέρεται υπό τον όρο 6 ότι με την ενεχυρίαση αυτή ενεχυριάζονται και θεωρούνται δεσμευμένα και ενεχυριασμένα και οποιαδήποτε ωφελήματα ή δικαιώματα που δυνατόν να καταστούν πληρωτέα από τους ενεχυριασμένους τίτλους και παρέχεται ανέκκλητη εξουσιοδότηση στην Τράπεζα όπως απαιτεί και εισπράττει από οποιαδήποτε εταιρεία οποιαδήποτε μερίσματα/τόκους που είναι πληρωτέα σε σχέση με τους ενεχυριασμένους τίτλους και καταθέτει το προϊόν τους έναντι των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται από την συμφωνία. Προς τον ίδιο σκοπό εκτελέστηκε την ίδια ημερομηνία προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και το Πληρεξούσιο Έγγραφο που αποτέλεσε μέρος του τεκμηρίου
  1. Η βεβαίωση του τεκμηρίου 31 αναφέρει ως εξής: «Με την παρούσα βεβαιώνουμε ότι οι τριμηνιαίοι τόκοι των αξιογράφων ύψους €50.000 επ' ονόματι σας, της Marfin Laiki Bank Public Co Ltd ημερομηνίας έκδοσης 30/06/2008 (euribor 3m + 1,5%) θα κατατίθενται στον λογαριασμό σας [ ] από τον οποίο θα πληρώνεται η δόση του δανείου σας με αρ. [ ] σύμφωνα με την ειδική συμφωνία δανείου ημερ. 11/09/2009 και την αντίστοιχη σχετική τραπεζική εντολή.». Αυτό που γίνεται αντιληπτό εκ της βεβαίωσης τεκμήριο 31 είναι ότι η πάγια εντολή του Εναγόμενου μετά την καταβολή του τόκου των αξιογράφων στο λογαριασμό του για πληρωμή στο δάνειο αφορά την εκτέλεση των συμφωνηθέντων σύμφωνα με τον σχετικό όρο 6 του τεκμηρίου
  2. Η έντονη αντεξέταση που υπέστηκε ο ΜΕ αφορούσε στην αναφορά σε αποπληρωμή μόνο τόκων στο τεκμήριο 10 και όχι του ποσού των €50.000- σύμφωνα με τον σχετικό Πίνακα και η υποβολή της θέσης ότι εξ αυτού προκύπτει ότι στην ουσία η Marfin Popular Bank Public Co Ltd επέστρεψε κατά τον τρόπο αυτό τα χρήματα των αξιογράφων στον Εναγόμενο. Περαιτέρω, προβλήθηκε η θέση ότι η αναφορά σε αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης στις 2/06/2013 δεν αναφέρεται και σε καταβολή του ποσού των €50.000-, κάτι με το οποίο διαφώνησε ο ΜΕ. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι όντως η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν σύμφωνα με τον Πίνακα που καθόριζε πληρωμές μόνο τόκων, ενώ στην αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης δεν γίνεται αναφορά σε καταβολή εφάπαξ ποσού €50.000- όπως απάντησε ο ΜΕ αντεξεταζόμενος. Όντως στην αναφορά αυτή διαπιστώνεται μια ασάφεια, η οποία όμως προκύπτει ότι ξεκαθαρίζει δια της τροποποιητικής συμφωνίας ημερ. 27/04/2010, ήτοι του τεκμηρίου 15 στην οποία γίνεται αναφορά σε τριμηνιαία καταβολή τόκων μέχρι την εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων
  3. Αυτό δηλαδή που διαπιστώνεται εκ του λεκτικού του τεκμηρίου 15 είναι ότι η εξόφληση του δανείου θα γινόταν στο χρονικό σημείο της εξαγοράς των αξιογράφων του Εναγόμενου, όπου μέχρι τότε θα κατέβαλε μόνο τόκους δανείου. Το γεγονός ότι η συμφωνία του τεκμηρίου 10 καθορίζεται ως ειδική συμφωνία λαμβανομένων υπόψη των λοιπών περιστάσεων της παρούσας αφορά ακριβώς στο γεγονός ότι υπήρξε μια συμφωνία εκτός των συνήθων συμφωνιών δανείου που συνάπτει μια τράπεζα που προέβλεπε καταβολή για κάποιο χρονικό διάστημα μόνο των τόκων μέχρι την εξαγορά των δεσμευμένων αξιογράφων. Προς τον σκοπό αυτό παρατηρώ ότι σε κανένα εκ των τεκμηρίων 10, 13 και 15 γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε χρηματική επιβάρυνση/χρέωση για μελέτη και σύνταξη των συμφωνιών με την αναφορά σε EUR0,
  4. Με τα όσα δεδομένα προκύπτουν από το αδιαμφισβήτητο λεκτικό των τεκμηρίων 10, 13 και 15 ο Εναγόμενος είχε την υποχρέωση να εξοφλήσει το δάνειο. Το εάν αυτό θα γινόταν με το αποτέλεσμα της εξαγοράς των δεσμευμένων αξιογράφων κεφαλαίου ίσης αξίας με την αρχική διευκόλυνση στην λήξη τους είναι κάτι που δεν αποτελεί όρο αποπληρωμής. Ιδιοκτήτης των 50 αξιογράφων κεφαλαίου καθ' όλη τη διάρκεια των συμφωνιών παρέμενε ο ίδιος, καθότι η ενεχυρίαση δεν αποτελεί διάθεση του επιβαρυμένου στον ενεχυριούχο δανειστή του περιουσιακού στοιχείου, αλλά περιορισμό στην χρήση και κάρπωση του. Ιδιοκτήτης μέχρι την λήξη των αξιογράφων παρέμενε ο Εναγόμενος, ο όποιος και έφερε τον οποιονδήποτε κίνδυνο απομείωσης της αξίας τους. Η εξαγορά των αξιογράφων αξίας €50.000- σύμφωνα με τους όρους έκδοσης τους με την υποχρέωση της Marfin Popular Bank Public Co Ltd να καταβάλει το αντίστοιχο ποσό της αξίας τους στον Εναγόμενο, εκ των πραγμάτων θα επέφερε και τον συμψηφισμό της υποχρέωσης για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης, όμως δεν παύει να αποτελεί ανεξάρτητη δικαιοπραξία, άσχετα εάν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd θα αποπλήρωνε την πιστωτική διευκόλυνση δια της εξαγοράς των 50 αξιογράφων κεφαλαίου στην αξία τους. Αν θεωρείτο ότι ο Εναγόμενος δεν υπείχε υποχρέωση να αποπληρώσει το δάνειο, αλλά το τίμημα θα καταβαλλόταν δια της εξαγοράς των 50 αξιογράφων κεφαλαίου τι θα γινόταν αν αυτά για οποιοδήποτε λόγο είχαν μηδαμινή αξία; Είχε η Marfin Popular Bank Public Co Ltd την υποχρέωση να εξοφλήσει το δάνειο και να κλείσει τον λογαριασμό, άρα να φέρει η ίδια το ρίσκο; Αυτό που διαπιστώνεται εκ της αναφοράς για τριμηνιαία καταβολή τόκων μέχρι την εξαγορά των 50 αξιογράφων κεφαλαίου δεν ήταν ότι το δάνειο δεν θα εξοφλείτο, εξ' ου και ο Εναγόμενος προέβαλε αυτή τη υπεραπλουστευμένη θέση, ότι δηλαδή του είχαν επιστρέψει τα χρήματα του από τις 11/09/
  5. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται ούτε από την δική του μαρτυρία, καθότι ο λόγος του παραπόνου του αφορούσε στον τόκο που έκρινε ότι μειωνόταν στο επόμενο χρονικό διάστημα. Αυτό που γίνεται αντιληπτό, εξ' ου και το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να ακυρωθούν και δεν ακυρώθηκαν τα 50 αξιόγραφα κεφαλαίου, ήταν ότι το δάνειο αυτό έγινε ώστε να ικανοποιηθεί ο Εναγόμενος για το ζήτημα του τόκου και μόνο, μάλιστα ο ίδιος στην μαρτυρία του ανέφερε ότι μπορούσε να καταθέσει τα χρήματα του δανείου με 4-5% επιτόκιο. Τονίζω την αναφορά στο τεκμήριο 15, με την οποία κρίνω ότι έχει διασαφηνιστεί ότι η συμφωνία αφορά σε καταβολή τόκων μέχρι την εξαγορά και σε καμία περίπτωση καθορίζει ότι η αποπληρωμή γίνεται δια των αξιογράφων στην οποιαδήποτε αξία τους και καθορίζεται ως τριμηνιαία καταβολή των τόκων από 2/07/2010 σε 13 τριμηνίες, οι οποίες συμπίπτουν με την ημερομηνία 2/06/2013 που προβλέπεται στο τεκμήριο 10 ως η αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης. Ο Εναγόμενος αν και επικαλείται εικονικότητα δανείου την οποία δεν προκύπτει ότι δικογραφεί ξεκάθαρα, προβαίνει στην μαρτυρία του σε αναφορές ψυχικής πίεσης να υπογράψει τις επίμαχες συμφωνίες, κάτι που επίσης δεν προκύπτει να έχει δικογραφήσει, ούτε και προσφέρει λεπτομέρειες και μαρτυρία για να αποδείξει, ενώ φαίνεται να εκπλήρωνε τους όρους του δανείου ως το περιεχόμενο της βεβαίωσης του τεκμηρίου 31 και ουδέποτε υπαναχώρησε από αυτές. Περαιτέρω, στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση αναφέρεται σε ακυρότητα και παρανομία των επίμαχων συμφωνιών χωρίς να παρέχει τις οποιεσδήποτε λεπτομέρειες περί τούτου (βλ. Bullen and Leakee and Jacob's Precedents of Pleadings, 12th ed., σελ. 1106). Ούτε και προβλήθηκε η υπεράσπιση του non est factum, αφού ήταν αντιληπτό στον Εναγόμενο τι συμφωνίες υπέγραφε και δεν προέβαλε δόλο ή απάτη για την υπογραφή τους. Τα όσα προέβαλε δε περί εικονικότητας και εξετάστηκαν από το Δικαστήριο ως εξωγενής μαρτυρία δεν ήσαν ικανά ώστε να επαναφέρουν το αποδεικτικό βάρος απόδειξης στους ώμους των Εναγόντων ώστε να έπρεπε να προσκομίσουν μαρτυρία για να αντικρούσουν τα όσα ο Εναγόμενος ισχυριζόταν σύμφωνα με την αρχή της Maas v Pepper [1904-07] All ER Rep Ext
  6. Το πρόσωπο που προβάλλεται από τον Εναγόμενο ως εκείνο που του εισηγήθηκε ως επιστροφή των χρημάτων του την σύναψη των επίμαχων συμφωνιών δεν προσήλθε εν τέλει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία. Όπως αποφασίστηκε στην Ζερβού Παναγιώτης και άλλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192 αν οι Εφεσείοντες θεωρούσαν ότι κάποιοι άλλοι μάρτυρες έστω και αν ήταν υπάλληλοι της Τράπεζας, θα προωθούσαν την υπόθεση τους όφειλαν οι ίδιοι να τους κλητεύσουν, ώστε να τους αντεξετάσουν σύμφωνα με τη σχετική πρόνοια του Κεφ. 9. Σε σχέση με το τι δικογράφησαν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης σε σχέση με τι διαφάνηκε από την αξιολογηθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν κρίνω ότι υπήρχε ουσιώδης απόκλιση. Οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου δυνάμει συμφωνίας δανείου, η οποία ήταν εξασφαλισμένη δια των 50 αξιογράφων κεφαλαίου και παρά το ότι διαφάνηκε ότι ο σκοπός του δανείου δεν ήταν επενδυτικός, σύμφωνα με τις περιστάσεις που περιβάλλαν την υπόθεση, αλλά αφορούσε στο να λάβει ο Εναγόμενος χρήματα επειδή διαμαρτυρήθηκε ένεκα του επιτοκίου των αξιογράφων δεν "απέχει κατά παρασάγγας από τη δικογραφημένη" θέση (βλ. Παναγιώτης Λουκά Λτδ v. Ονουφρίου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 582). Η ΜΕ παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμού-τεκμήριο 24 που αφορούσαν καταχωρήσεις σε τραπεζικό βιβλίο δυνάμει του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, στην οποία αναφέρονταν οι σχετικές χρεώσεις και πιστώσεις που καταδεικνύουν την αξίωση των Εναγόντων, καθώς και αναδομημένη κατάσταση-τεκμήριο 25, με την οποία μειώνεται η συνολική απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου. Όπως έχω ήδη εξηγήσει, δεν υπήρξε στην ουσία αμφισβήτηση στα όσα παρατίθενται στα τεκμήρια 24 και 25, αλλά ούτε και προσκομίστηκε από τον Εναγόμενο οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία ως προς τον υπολογισμό όποιων των τόκων, ανατοκισμών ή άλλων χρεώσεων (βλ. Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Πολιτική έφεση 75/2013 ημερομηνίας 28.3.2019), καθιστώντας την μαρτυρία αυτή αναντίλεκτη. Η θέση του Εναγόμενου ήταν ότι απλά δεν υπήρχε δάνειο, αλλά ότι το ποσό ήταν επιστροφή των χρημάτων του. Κατάληξη:- Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω κρίνω ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του Εναγόμενου. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €65.019,65 πλέον τόκους προς 1.214% ετησίως επί ποσού €64.716,15 με ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου από 19/11/2022 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ...................... Χαράλαμπος-Μάριος Καραπατάκης Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.