Olympic Insurance Company Limited, υπό Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της Επίσημο Παραλήπτη και Παύλο Νακούζη ν. DEN SOLDONCYPRUS DOT LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3395/15, 6/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3395/15 Μεταξύ: Olympic Insurance Company Limited Αγαπήνορος 1 και Λεωφ. Μακαρίου ΙΙΙ, Γρ. 202, 1076 Λευκωσία Ενάγοντες -και- DEN SOLDONCYPRUS DOT LIMITED (HE 155913) Cape Greco Avenue, 410, Πρωταράς, Παραλίμνι, Αμμόχωστος Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε Δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/07/2020 Μεταξύ: Olympic Insurance Company Limited, υπό Εκκαθάριση δια των Εκκαθαριστών της Επίσημο Παραλήπτη και Παύλο Νακούζη Ενάγοντες -και- DEN SOLDONCYPRUS DOT LIMITED (HE 155913) Cape Greco Avenue, 410, Πρωταράς, Παραλίμνι, Αμμόχωστος Εναγόμενοι -------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 06/12/2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ε. Χατζηευτυχίου με κα Μ. Κωνσταντίνου Για Εναγόμενο: κ. Γ. Πιττάτζης για κ.κ. Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων €5.041- ως καταβληθέν ποσό σε τρίτους για υλικές ζημιές που προκλήθηκαν στα οχήματά τους και/ή ως αποζημίωση για παράβαση ουσιωδών όρων συμφωνίας ημερ. 20/07/2012 και/ή συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η αξίωση των Εναγόντων εκπηγάζει από την έκδοση του Πιστοποιητικού Ασφάλισης με αριθμό ΜΟ [ ] για το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] («το όχημα») για την περίοδο 20/07/2012 μέχρι 19/07/2013 και τους όρους του Ασφαλιστηρίου Εγγράφου ημερ. 20/07/2012 και Γενικού Ασφαλιστηρίου που συνομολογήθηκαν στην Λευκωσία, το οποίο, κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι παραβίασαν, καθότι επέτρεψαν στον οδηγό του οχήματος να το οδηγήσει ενώ ήταν υπό επήρεια αλκοόλης και/ή ενώ γνώριζαν ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης ή όφειλαν να το γνωρίζουν, ο οποίος αμελώς και κατά παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα, όπως δικογραφείται από τους Ενάγοντες, ο οδηγός του οχήματος David Anthony Kay στις 24/03/2013 με εντολή και εξουσιοδότηση των Εναγομένων συγκρούστηκε με το όχημα υπ' αριθμούς εγγραφής [ ], το οποίο ήταν σταθμευμένο στη αριστερή πλευρά του δρόμου της οδού Ανταίου στο Παραλίμνι, ενώ κινείτο με κατεύθυνση την οδό Ιωνά Νικολάου. Συνεπεία της σύγκρουσης το όχημα [ ] μετακινήθηκε προς τα πίσω και συγκρούστηκε με το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής [ ] που ήταν σταθμευμένο στην ίδια πλευρά του δρόμου. Αποτέλεσμα ήταν η πρόκληση ζημιών και εξόδων. Όπως προβάλλουν οι Ενάγοντες, το τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του οδηγού του οχήματος των Εναγομένων, εναντίον του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραθέτουν λεπτομέρειες αμέλειας. Ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες στις 10/07/2013 κατέβαλαν στους ιδιοκτήτες των οχημάτων που υπέστησαν ζημιές το συνολικό ποσό των €5.041-, εκ των οποίων ποσό €85- αποτελούν έξοδα αστυνομικής έκθεσης. Τα ποσά αυτά τα απαίτησαν από τους Εναγόμενους, οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν. Στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι προβάλλουν ότι η υπογραφή της συμφωνίας ασφάλισης έγινε στην Ελεύθερη Αμμόχωστο και όχι στην Λευκωσία και ότι αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, γιατί το τροχαίο ατύχημα έγινε στην Επαρχία Αμμοχώστου και η έδρα των Εναγομένων ευρίσκεται εκεί. Αρνούνται ότι υπήρξε παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου εγγράφου και ότι ο David Anthony Kay οδηγούσε το όχημα με την συγκατάθεση τους, όπως επίσης ότι το εν λόγω πρόσωπο οδηγούσε αμελώς ή υπό τη επήρεια αλκοόλης με την συγκατάθεση τους. Οι Εναγόμενοι δεν παραδέχονται ότι επέτρεψαν στο εν λόγω πρόσωπο να οδηγεί το όχημα υπό την επήρεια αλκοόλης και αρνούνται τις λεπτομέρειες αμέλειας, προβάλλοντας ότι εσφαλμένα οι Ενάγοντες κατέβαλαν σε τρίτους για τους Εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό και αρνούνται τις ζημίες όπως δικογραφούνται. Στην Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση πέραν της άρνησης των θέσεων των Εναγομένων και επανάληψης των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αρμόδιο κατά τόπο να εκδικάσει την διαφορά, καθότι το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει συμφωνηθεί και υπογραφεί στην Λευκωσία. Το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου δεν προωθήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ακροαματική διαδικασία, ούτε και αποτέλεσε αντικείμενο της γραπτής αγόρευσης της πλευράς των Εναγόμενων. Η ακροαματική διαδικασία περιστράφηκε γύρω από την μαρτυρία ενός μάρτυρα για τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, μαρτυρία έδωσε ο κ. Γιώργος Ερωτοκρίτου (ΜΕ), ο οποίος όπως δηλώνει στην Γραπτή του Δήλωση-Έγγραφο Α' είναι Λειτουργός Απαιτήσεων στους Ενάγοντες από την έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, με πλήρη εξουσιοδότηση από τους Εκκαθαριστές και με προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας. Προβαίνει σε αναφορά στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες ευρίσκονται υπό εκκαθάριση και στο διάταγμα ημερ. 30/01/2020 με το οποίο δόθηκε άδεια για συνέχιση της αγωγής, όπως άλλωστε δικογραφείται στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Επανέλαβε τα όσα δικογραφούνται στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και κατέθεσε διάφορα τεκμήρια. Ειδικότερα κατέθεσε ως τεκμήριο 1 το Πιστοποιητικό Ασφάλισης του οχήματος υπ' αριθμό KTC941 και ως τεκμήριο 2 το Ασφαλιστήριο Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Σε σχέση με την διερεύνηση του τροχαίου ατυχήματος κατέθεσε ως τεκμήριο 3 αντίγραφο της Αστυνομικής Έκθεσης με σχεδιαγράφημα της σκηνής. Ως τεκμήριο 4 κατάθεσε το Έντυπο Ειδοποιήσεως Ατυχήματος ημερ. 18/04/2013 που συμπλήρωσε ο οδηγός του οχήματος, ως τεκμήριο 5 και τεκμήριο 6 κατέθεσε το έντυπο εκτίμησης και αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος για το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής [ ], αντίστοιχα, ενώ ως τεκμήριο 7 και τεκμήριο 8 κατέθεσε το έντυπο εκτίμησης και αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκινήτου οχήματος για το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής [ ], αντίστοιχα. Σε σχέση με τις ζημιές του οχήματος υπ' αριθμό εγγραφής [ ] κατέθεσε ως τεκμήριο 9 αντίγραφο τιμολογίου ημερ. 12/04/2013 για το ποσό των 761.10, ως τεκμήριο 10 αντίγραφο τιμολογίου ημερ. 08/04/2013 για το ποσό των €554.60, ενώ για το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής [ ] κατάθεσε ως τεκμήριο 11 αντίγραφο τιμολογίου ημερ. 15/05/2013 για ποσό €528.88, ως τεκμήριο 12 αντίγραφο τιμολόγιου ημερ. 22/04/2013 για ποσό €984.18 και ως τεκμήριο 13 αντίγραφο τιμολογίου ημερ. 14/06/2013 για ποσό €2.262- με απόδειξη είσπραξης. Ως τεκμήριο 14 κατατέθηκε αντίγραφο διατακτικού πληρωμής των ποσών που αναφέρονται στα υπό αναφορά τιμολόγια στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των €85 για την αστυνομική έκθεση-τεκμήριο 3. Όπως υποστήριξε ο ΜΕ, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 25/08/2014 προς τους Εναγόμενους, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο 15, αποκήρυξαν την ευθύνη τους για τον λόγο ότι ο οδηγός οδηγούσε το όχημα υπό την επήρεια αλκοόλης και με επιστολή ημερ. 02/10/2014, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο 16, πληροφόρησαν τους Εναγόμενους για το συνολικό ποσό των €5.046,02 ζημιών στα οχήματα και εξόδων, τα οποία κατέβαλαν και τους κάλεσαν να προβούν σε παραστάσεις εντός 10 ημερών, σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσαν σε πληρωμή και θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους για ανάκτηση, άνευ όμως ανταπόκρισης. Η αντεξέταση του ΜΕ ολοκληρώθηκε με υποβολή άρνησης συγκεκριμένων παραγράφων της γραπτής δήλωσης και με μια μόνο ερώτηση, ήτοι το κατά πόσο ο ΜΕ γνωρίζει τους διοικητικούς συμβούλους των Εναγομένων στην οποία απάντησε αρνητικά. Ακολούθησαν οι γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291: «Η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίνεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Αντίθετα το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα». Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Ενόψει του γεγονότος ότι η πλευρά των Εναγομένων επέλεξε να μην προσκομίσει την οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη των όσων δικογράφει στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην αξιολόγηση του μαρτύρα της Ενάγουσας, ενόψει του βάρους απόδειξης που αυτή φέρει, τόσο αναφορικά με το τι αυτός παράθεσε στο Έγγραφο Α' και κατέθεσε ως τεκμήρια σε συνδυασμό με ευρήματα ως προς το κατά πόσο οι θέσεις του κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει κανόνας ότι ανεξάρτητα από το πόσο αναξιόπιστη φαίνεται να είναι μια μαρτυρία το Δικαστήριο οφείλει να τη δεχθεί εφόσον η άλλη πλευρά δεν προσκομίσει μαρτυρία πάνω στα σημεία που κάλυψε (βλ. Παναγιώτης Χαραλάμπους Μουζέ ν. Λουρέντζου Λαμπρή
(1994)1. Α.Α.Δ. 216). Προχωρώ στην συνέχεια στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ΜΕ. Εκ των τεκμηρίων 15 και 16 διαπιστώνω ότι ο ΜΕ είχε χειριστεί το ζήτημα για το οποίο αξιώνουν οι Ενάγοντες. Από την μια, οι ισχυρισμοί του ότι ο οδηγός του οχήματος των ασφαλισμένων οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης και αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρτικό έλεγχο, ο οποίος καταγράφηκε στην Αστυνομική Έκθεση, ήτοι το τεκμήριο 3, όπου αναφέρεται ότι σχηματίστηκε ποινικός φάκελος εναντίον του, δεν αμφισβητήθηκε ειδικά κατά την αντεξέταση, πέρα της γενικής διαφωνίας με την παράγραφο στην οποία παρατέθηκε η Αστυνομική Έκθεση. Από την άλλη όμως αυτή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και η νομολογία σε σχέση με το πως πρέπει να τυγχάνει από τα δικαστήρια η εξ ακοής μαρτυρία τονίζει ότι αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα, ώστε αυτός να υποστεί τον βάσανο της κριτικής αντεξέτασης και η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για τον καλό λόγο (βλ. Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1711). Στην Paakistan Cables Ltd, ανωτέρω, λέχθηκε χαρακτηριστικά το εξής: «Όσον αφορά τη βαρύτητα που το Δικαστήριο απέδωσε στη μαρτυρία του Bolden, ορθή ήταν η κρίση του ότι δεν ήταν δυνατόν να δοθεί ουσιαστική βαρύτητα σ' αυτήν υπό το φως των παραμέτρων που καθορίζει το Άρθρο 27 του Κεφ. 9. Αναμφίβολα, η απλή κατάθεση των πρακτικών της προηγούμενης διαδικασίας ήταν εξ ακοής μαρτυρία και δεν θα ήταν δυνατό για το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να προβεί σε οποιοδήποτε είδος ουσιαστικής αξιολόγησης των πρακτικών απογυμνωμένων και αποσυνδεδεμένων από τη ζώσα μαρτυρία. Τα κριτήρια ή παράγοντες που νομίμως λαμβάνονται υπόψη κατά το Άρθρο 27 περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το εύλογο ή εφικτό της παρουσίασης του μάρτυρα από το διάδικο που καταθέτει την εξ ακοής μαρτυρία. Εδώ, οι εφεσείοντες δεν εξήγησαν την αδυναμία τους να κλητεύσουν τον Bolden. Ούτε και επιχείρησαν να προβούν σε διαβήματα για κάθοδο του Bolden στην Κύπρο, είτε εθελοντικώς, είτε διά εξαναγκασμού, και αν επιχείρησαν κάτι τέτοιο, δεν ανέφεραν τίποτε σχετικό στην αίτηση τους.». Στην προκείμενη περίπτωση, καμία δικαιολογία δεν έχει δοθεί γιατί δεν κλητεύθηκε ο αρμόδιος αστυνομικός, ούτε και το κατά πόσο δεν ήταν εύλογο και εφικτό να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Ούτε και κατά πόσο υπήρξε ποινική δίωξη του οδηγού ή ποια η κατάληξη τέτοιας δίωξης. Αυτό είναι συνυφασμένο και με το ζήτημα της εξαίρεσης κάλυψης του οδηγού σύμφωνα με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που όπως θα παρατεθεί κατωτέρω απαιτεί να πληρούται είτε η προϋπόθεση καταδίκης από Ποινικό Δικαστήριο ή επαρκής μαρτυρία για καταδίκη, είτε ότι ο οδηγός αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης. Τα όσα περί τούτου παραθέτει ο μάρτυρας στηρίζονται στο τεκμήριο 3 και όχι σε προσωπική του γνώση, ενώ η θέση του ότι οι Εναγόμενοι επέτρεψαν στον οδηγό να οδηγήσει ενώ ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης αποτελεί μια αυθαίρετη θέση που δεν γίνεται δεκτή και δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Αυτό που προκύπτει εκ των όσων παράθεσε ο ΜΕ, ειδικότερα εκ του τεκμηρίου 4, φαίνεται ότι το τροχαίο ατύχημα που είχε ενεχόμενο όχημα αυτό των Εναγόμενων και τα οχήματα για τα οποία οι Ενάγοντες κατέβαλαν τα ποσά που αναφέρονται στην μαρτυρία του έλαβε χώρα. Το επίδικο ζήτημα για το οποίο όμως μέσω της μαρτυρίας τους δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης οι Ενάγοντες που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την απαίτηση τους σε βάρος των Εναγομένων είναι η οδήγηση του οχήματος των Εναγομένων από τον David Anthony Kay υπό επήρεια αλκοόλης. Όπως παρατίθεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 2014, σελ. 198, αν ο Ενάγων αποτύχει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το Δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ασχέτως αν ο Εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει εμφάνιση ή λαμβάνοντας μέρος στη διαδικασία, επιλέγει να μην προσφέρει μαρτυρία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλη Ματσούκα και Άλλου
(2014)1 ΑΑΔ 1377: «Ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μια και μόνο εκδοχή, οπότε και η αξιολόγηση της μαρτυρίας και το έργο του ήταν πολύ πιο δύσκολο και πιο λεπτό από το σύνηθες. Σε μια τέτοια περίπτωση, σκοπός αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας είναι να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένα να εξεταστεί στη συνέχεια αν αυτός που έχει το βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» (Wynne v. Mavronicolas κ.ά.
(2009)1 A.A.Δ. 1138).». Συνεπώς εκ των όσων παρατέθηκαν ανωτέρω αυτό που μπορώ να παραθέσω ως ευρήματα Δικαστηρίου είναι ότι στις 24/03/2013 επισυνέβηκε τροχαίο ατύχημα στο Παραλίμνι στο οποίο ενεμπλάκη το ασφαλισμένο στους Ενάγοντες όχημα [ ] με οδηγό τον David Anthony Kay και τα οχήματα [ ] και [ ], όπου το όχημα [ ] συγκρούστηκε με τα εν λόγω αυτοκίνητα προκαλώντας τους ζημιές για τα οποία οι Ενάγοντες κατέβαλαν συνολικά για επιδιορθώσεις και άλλα έξοδα το ποσό των €5.041-. Το ποσό αυτό αξιώθηκε από τους Εναγόμενους με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό ότι ο οδηγός του [ ] οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, χωρίς την οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους τους. Εκ των όσων έχω ήδη επεξηγήσει με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και της βαρύτητας που απέδωσα στα κατατιθέμενα τεκμήρια οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που φέρουν, καθότι η αξίωση τους εδράζεται στη θέση ότι ο οδηγός του οχήματος [ ] οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Ως εκ τούτου η αγωγή τους εναντίον των Εναγομένων υπόκειται σε απόρριψη. Εν πάση όμως περιπτώσει, ακόμη και αν προέβαινα σε εύρημα ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος των Εναγομένων οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης προκαλώντας εκ της αμέλειας του ζημιές στα άλλα οχήματα και πάλι η αγωγή θα υπόκειτο σε απόρριψη για τους λόγους που παρατίθενται κατωτέρω και αφορούν τα όσα προκύπτουν εκ του τεκμηρίου 2, ήτοι των όρων του ασφαλιστηρίου που διέπει την σχέση ασφάλισης με τους Ενάγοντες. Για τους σκοπούς ερμηνείας παραπέμπω στα όσα έχουν αποφασιστεί στην υπόθεση χχχ χχχ Λιπερή, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθερίου Γεώργιου Πουντζιουρή τέως εξ Αραδίππου ν. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά. ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολ. Έφ 42/2013, ημερ. 19/7/2019, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.
(1998)1 W.L.R. 896).». Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. II, 30th edition, παρ. 41-060 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «ambiguities in conditions or warranties will usually be construed against the insurer». Στην Re Brandly and Essex v. Suffolk Accident Indemnity Society [1912] 1 K.B. 415 o Farwell L.J. χαρακτήρισε συνήθεις όρους που αναγράφονται σε ασφαλιστήρια ως «objectionable», επισημαίνοντας τα εξής: «Ιt is especially incumbent on insurance companies to make clear, both in their proposal forms and in their policies, the conditions which are precedent to their liability to pay, for such conditions have the same effect as forfeiture clauses, and may inflict loss and injury to the assured and those claiming under him out of all proportion to any damage that could possibly accrue to the company from non-observance or non-performance of the conditions. Accordingly, it has been established that the doctrine that policies are to be construed "contra proferentes" applies strongly against the company[.]. [.]the policy states that the due observance and performance of the conditions of this policy "shall be a condition precedent to any liability of the society under this policy[.]. I think it is the duty of all insuring companies to state in clear and plain terms, as conditions precedent, those provisions only which are such, not to wrap them up in a number of clauses which are not conditions precedent at all;». Πράγματι, όπως εξηγείται στο πρόσφατο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου Ερμηνεία στο Κυπριακό Δίκαιο, 2023, σελ. 177, ο κανόνας ερμηνείας «contra proferentem" ακολουθείται ιδιαίτερα στην περίπτωση όρων εξαίρεσης και απαλλακτικών ρητρών κυρίως όταν οι σχετικοί όροι έχουν προωθηθεί από το μέρος που έχει το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα και το δεύτερο μέρος δεν έχει την επιλογή διαπραγμάτευσης παρά το να τους αποδεχθεί. Στη σελίδα 3 του τεκμηρίου 2 υπό τον γενικό τίτλο «Γενικές Εξαιρέσεις» προβλέπονται τα εξής: «Η Εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη: Όσον αφορά θάνατο, ανικανότητα, απώλεια, ζημιά, καταστροφή, ή οποιαδήποτε νομική ευθύνη, έξοδα και δαπάνες συμπεριλαμβανομένης της επακόλουθης ζημιάς (consequential) οποιασδήποτε φύσης, η οποία προκαλείται άμεσα ή έμμεσα ή απορρέει από ή σε σχέση με τα πιο κάτω, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη αιτία που συμβάλλει, είτε ταυτόχρονα, είτε με οποιαδήποτε σειρά στη ζημιά. ................................................. 7. Να παρέχει κάλυψη (to indemnify), α) στον οδηγό αν αυτός βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή φαρμάκων ή ναρκωτικών, και ο οδηγός αυτός καταδικάστηκε από Ποινικό Δικαστήριο ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αυτή ή υπήρχε επαρκής μαρτυρία βάσει της οποίας θα μπορούσε να καταδικαστεί. Το ασφαλιστήριο εξαιρεί επίσης απώλεια ή ζημιά ή έξοδο ή κόστος οποιασδήποτε φύσης ή μορφής που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα ή που απορρέει σε σχέση με οποιοδήποτε μέτρο ή πράξη που λαμβάνεται ή εκτελείται με σκοπό τον έλεγχο, την παρεμπόδιση ή την καταστολή με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο των όσων έχουν σχέση με τα πιο πάνω. Σε περίπτωση που η Εταιρεία αρνηθεί να πληρώσει απαίτηση επικαλούμενη την παρούσα εξαίρεση, το βάρος απόδειξης ότι η παρούσα εξαίρεση δεν ισχύει και εφαρμόζεται ανήκει στον ίδιο τον Ασφαλισμένο. β) στον Ασφαλισμένο, αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή φαρμάκων ή ναρκωτικών. γ) στον οδηγό που μετά από ατύχημα στο οποίο ενέχεται αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης στο αίμα.». Στην σελίδα 10 του τεκμηρίου 2 υπό τον τίτλο «Αναίρεση Ορισμένων Όρων και Δικαίωμα Ανάκτησης» προβλέπεται ότι σε περίπτωση που η Εταιρεία καταβάλει οποιοδήποτε ποσό βάσει των διατάξεων του Νόμου, το οποίο δεν θα ήταν υπόλογη να καταβάλει δυνάμει των Όρων του Ασφαλιστηρίου αυτού, τότε ο Ασφαλισμένος και/ή ο οδηγός οφείλει να επιστρέψει το ποσό αυτό στην Εταιρεία και η Εταιρεία δικαιούται ανάκτησης του ποσού αυτού από τον Ασφαλισμένο και/ή τον οδηγό. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι ο Ασφαλισμένος και/ή ο οδηγός αναλαμβάνει επίσης να επιστρέψει στην Εταιρεία οποιοδήποτε ποσό που κατέβαλε η Εταιρεία δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας που βρίσκεται σε ισχύ, μεταξύ άλλων, μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ταμείου Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων ή μεταξύ της Εταιρείας και του πιο πάνω Ταμείου ή μεταξύ της Εταιρείας και των άλλων Ασφαλιστικών Εταιρειών μελών του Ταμείου. Στην σελ. 1 του τεκμηρίου 2 υπό τον τίτλο «Ορισμοί» ο «Ασφαλισμένος» ορίζεται ως το «νομικό ή φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το Ασφαλιστήριο, το όνομα του οποίου αναγράφεται στον Πίνακα του Ασφαλιστηρίου.». Εξετάζοντας τα όσα αποτελούν την σχέση ασφαλιστικής κάλυψης μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, ως αποτυπώνονται στα τεκμήρια 1 και 2, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ως τέτοια κατά την ακροαματική διαδικασία και ερμηνεύοντας τον σχετικό όρο 7 διαπιστώνω ότι γίνεται διάκριση μεταξύ του οδηγού και του Ασφαλισμένου. Όπως προκύπτει ο Ασφαλισμένος σύμφωνα με τον ορισμό είναι οι Εναγόμενοι, το όνομα των οποίων ρητά αναγράφεται στο τεκμήριο 1 ως το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το Ασφαλιστήριο και στον επισυνημμένο Πίνακα. Ο όρος 7 αναφέρει στο υπό (β) ότι η Εταιρεία δεν υποχρεούται να παρέχει κάλυψη στον Ασφαλισμένο αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός ευρισκόταν υπό την επήρεια, μεταξύ άλλων, οινοπνευματωδών ποτών. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση δεν προκύπτει ότι ισχύει η εξαίρεση κάλυψης, αφού οι λοιπές περιπτώσεις υπό (α) και (γ) αναφέρονται σε μη υποχρέωση κάλυψης στον οδηγό. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του επίδικου όρου 7 με τις τρείς παραγράφους του, ώστε να εξαιρείται η ευθύνη κάλυψης των Εναγόντων προς τον Ασφαλισμένο δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο λεκτικό, ενώ ακόμη και αν θεωρηθεί ως ασάφεια θα πρέπει να ερμηνευτεί «contra proferentem», αφού προωθήθηκαν οι Γενικοί Όροι Ασφάλισης από τους Ενάγοντες, χωρίς να προκύπτει η οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Συνεπώς, μόνο με την προσκόμιση θετικής μαρτυρίας ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι ο David Anthony Kay ευρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών θα μπορούσαν να προβάλουν ότι πληρείται η εξαίρεση κάλυψης των Εναγόμενων, κάτι που κρίνω ότι απέτυχαν να αποδείξουν. Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 6 του Τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος οι Ενάγοντες ισχυρίζονται τα εξής που κρίνω σημαντικό να παραθέσω αυτούσια: «Οι Εναγόμενοι και/ή διευθυντές και/ή αντιπρόσωποι και/ή εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και/ή υπάλληλοι τους, κατά παράβαση του πιο πάνω αναφερόμενου μεταξύ αυτού και των Εναγόντων συμβολαίου και του Γενικού Ασφαλιστηρίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο επέτρεψαν στον οδηγό του οχήματος να οδηγήσει ενώ ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και/ή ενώ γνώριζαν ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και/ή ενώ όφειλαν να γνωρίζουν ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης, ενέργεια η οποία συνιστά παραβίαση των όρων του ρηθέντος ασφαλιστηρίου εγγράφου και παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.». Στην παράγραφο 10 του Εγγράφου Α' που κατέθεσε ο ΜΕ αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι και/ή εξουσιοδοτημένα πρόσωπα κατά παράβαση του συμβολαίου και Γενικού Ασφαλιστηρίου επέτρεψαν στον οδηγό του οχήματος να οδηγήσει ενώ ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης ή ενώ όφειλαν να γνωρίζουν ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης, ενέργεια η οποία συνιστά παραβίαση των όρων του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Στην υπόθεση Νεοφύτου Πανίκος και Άλλη ν. Ανδρέα Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25 λέχθηκε ότι η συμφωνία που αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της υπεράσπισης σε εκείνη την υπόθεση έπρεπε να είχε σαφώς και περιεκτικώς δικογραφηθεί κατ' επιταγή της Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό που διαπιστώνω εκ της παραγράφου 6 του Τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος είναι ότι ο όρος που προβάλλεται ως παράβαση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και των όρων του, ήτοι του τεκμηρίου 2 αφορά στην εν γνώση των Εναγομένων χρήση του οχήματος από τον οδηγό, ο οποίος τελούσε υπό επήρεια αλκοόλης και τίποτα παραπάνω, καθιστώντας τα όσα άλλα παρατέθηκαν ως μαρτυρία που παρείσφρησε εκτός δικογράφων, μη δυνάμενης να ληφθεί υπόψη. Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και σε μεταγενέστερη νομολογία όπου αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης επισημαίνοντας ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα (βλ. Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 και Βαριάνου Αθηνά ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541[1]). Στην Παπαχριστοδούλου Γεώργιος ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2016)1ΑΑΔ 1502 αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν ασχολείται με θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται και στην περίπτωση που παρεισφρήσει μαρτυρία εκτός δικογράφων την αγνοεί. Συνεπεία των όσων ανάφερα πιο πάνω οι Ενάγοντες διαμέσου των δικογράφων τους, περιόρισαν την αξίωση τους για ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών στους τρίτους ένεκα της παραβίασης του όρου 7 (β) του τεκμηρίου 2, ώστε να απαιτείται να προσκομίσουν μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Ούτε κρίνω ότι συντρέχει η περίπτωση του όρου 7(α) του τεκμηρίου 2 που μετατοπίζει το βάρος απόδειξης στους ώμους των Εναγόμενων να αποδείξουν ότι η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει. Εν πάση όμως περιπτώσει, η αξίωση των Εναγόντων όπως προβάλλεται στα δικόγραφα εδράζεται στο γεγονός ότι κατέβαλαν για τις ζημιές που προκλήθηκαν στα οχήματα τρίτων δικογραφώντας στην παράγραφο 9 του Τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος ότι συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος που προκάλεσε ο David Anthony Kay και βάσει του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με τους Εναγόμενους υπέστησαν ζημιά και έξοδα τα οποία καταβλήθηκαν στους ιδιοκτήτες των οχημάτων υπ' αριθμούς εγγραφής KSV520 και KSA695 για τις ζημιές που υπέστηκαν ως όφειλαν να πράξουν λόγω των υποχρεώσεων τους εκ του Ασφαλιστηρίου και/ή βάσει του Νόμου και/ή της υφιστάμενης Νομοθεσίας και/ή πρακτικής. Η υποχρέωση καταβολής αποτελεί την νομιμοποιητική βάση της διεκδίκησης των Εναγόντων σε βάρος των Εναγομένων ως η ζημιά που έχουν υποστεί επειδή υποχρεώθηκαν να καταβάλουν. Από που προκύπτει ξεκάθαρα τέτοια υποχρέωση δεν έχει δικογραφηθεί όπως θα έπρεπε ως ουσιώδες και αναγκαίο γεγονός με σκοπό τη διαμόρφωση της αιτίας αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο (βλ. Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 ΑΑΔ 28), αφήνοντας τον πυρήνα της αξίωσης νεφελώδη και αόριστο (βλ. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλη Ματσούκα και Άλλου
(2014)1 ΑΑΔ 1377). Ούτε και δικογραφήθηκε ότι το δικαίωμα ανάκτησης εναντίον των Εναγομένων ενδεχόμενα να προκύπτει εκ του σχετικού αναιρετικού όρου όπως παρατίθεται στην σελίδα 10 του τεκμηρίου 2 και παρατίθεται ανωτέρω. Ουσιώδες ζήτημα αποτελεί το δικαίωμα ανάκτησης των όποιων καταβληθέντων ποσών και όχι μόνο η καταβολή των ποσών στους τρίτους, κάτι που δεν φαίνεται να δικογραφείται. Στην δε μαρτυρία όπως παρατίθεται στο Έγγραφο Α' γίνεται απλή επανάληψη της δικογραφημένης θέσης και τίποτα παραπάνω και μόνο στην γραπτή αγόρευση των Εναγόντων γίνεται αναφορά στην πρόνοια στην σελίδα 10 του τεκμηρίου 2 για δικαίωμα ανάκτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω η αγωγή των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «Στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα αν προβλήθηκαν κατά την αντεξέταση διάφορες θέσεις, δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στον Εφεσίβλητο στη μαρτυρία του να αναφερθεί σε γεγονότα και θέσεις που δεν είχε προβάλει προηγουμένως στην Έκθεση Υπεράσπισής του. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν διάφορα γεγονότα και θέσεις είχαν τεθεί στη μαρτυρία του, χωρίς ένσταση, το δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε στηριχθεί σ' αυτή τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου, με την οποία προβάλλονται ζητήματα και θέσεις που δεν είχαν προηγουμένως δικογραφηθεί. Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd. v. Ψάκη κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 στις οποίες έκανε αναφορά ο δικηγόρος της Εφεσείουσας.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο