Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας κ.α. ν. HYSTORE TECHNOLOGIES LTD, Αρ. Αγωγής: 6795/2015, 13/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6795/2015 Μεταξύ: Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας δια του (α) κ. Γεώργιου Γεωργίου, εκ Λευκωσίας, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και (β) κ. Σταυριάνας Κοφτερού, εκ Λευκωσίας, ως Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Ενάγοντα -και- HYSTORE TECHNOLOGIES LTD (HE 140503) Εναγόμενη ------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ. 27/01/23 για προδικασία νομικών σημείων (προδικαστικών ενστάσεων) και για απόρριψη της αγωγής για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και ένεκα estoppel δια συμπεριφοράς). Ημερομηνία: 13/11/23 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κα Γεωργίου με κα Δεκατρή για κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Παρούτη για κ.κ. Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ο Ενάγων αξιώνει από την Εναγόμενη ποσό εκ €47.840,84 (Λ.Κ. 28,000-) ως η καταβληθείσα χρηματοδότηση του Ερευνητικού Έργου με αρ. Πρωτοκόλλου ΝΕΠΡΟ/0204/09 ένεκα παράβασης των όρων του συμβολαίου ημερ. 12/11/04 πλέον €19.208,55 συσσωρευμένους τόκους από την 31/12/04 (ημερ. έκδοσης της επιταγής της πρώτης δόσης χρηματοδότησης) μέχρι την 31/08/15, πλέον νόμιμο τόκο από 1/09/
- Στην παράγραφο Α της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης εγείρονται προδικαστικές ενστάσεις ως ακολούθως: «
- Ο Ενάγων εμποδίζεται να εγείρει την παρούσα αγωγή καθ' ότι ευρίσκεται προ ESTOPPEL δημιουργούμενου δια συμπεριφοράς.
- Η Αγωγή του Ενάγοντα αποτελεί κατάχρηση δικαστικής εξουσίας και διαδικασίας (ABUSE OF THE PROCESS OF THE COURT).
- .................
- ................». Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη/Αιτήτρια ζητά όπως το νομικό σημείο που εγέρθηκε στις παραγράφους Α.1 και Α.
- της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της προδικαστεί και/ή αποφασιστεί προ της ακρόασης της αγωγής, καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή για τους λόγους που προβάλλονται στις προδικαστικές της ενστάσεις. Θεμελιώνουν δε τις αξιούμενες θεραπείες, μεταξύ άλλων, στην Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης/Αιτήτριας Χριστόδουλου Χριστοδούλου («Χ.Χ.») προβάλλεται ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 30/12/15 και ότι αν καταχωρείτο μερικές ώρες αργότερα το όποιο αγώγιμο δικαίωμα θα είχε παραγραφεί. Το χρονικό σημείο αυτό σύμφωνα με τον Χ.Χ. τους έδωσε την εντύπωση ότι η όποια μεταξύ τους διαφορά είχε ολοκληρωθεί. Όπως υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Χ.Χ., ενώ στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά στο έργο ΝΕΠΡΟ/0204/09 και στην απόφαση στην υπ' αριθμό αγωγή 4743/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας («αγωγή 4743/07»), αποκρύπτεται τεχνηέντως ότι το επίδικο έργο στο οποίο αφορά η παρούσα αγωγή είναι επακριβώς το ίδιο με αυτό της αγωγής 4743/07, ως εκ τού λόγου αυτού ο Ενάγων κωλύεται και καταχράται την δικαστική διαδικασία με την προώθηση της παρούσας αγωγής. Παραθέτει δε, αντίγραφο των δικογράφων και της απόφασης ημερ. 20/06/14 στην αγωγή 4743/14 υποστηρίζοντας ότι από τα όσα προκύπτουν εξ αυτών, αλλά και εκ των δικογράφων της παρούσας αγωγής εξάγεται αναντίλεκτα το συμπέρασμα ότι μεταξύ της παρούσας αγωγής και της αγωγής 4743/14 υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, ταυτότητα του επίδικου έργου και συμφωνίας, τα ίδια επίδικα ζητήματα, ήτοι οι τυχόν παραβάσεις σε όρους της επίδικης συμφωνίας, καθώς και ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα αγωγή και στην αγωγή 4743/07 στηρίχθηκαν στον οικονομικό έλεγχο που διενήργησε η KPMG. Όπως υποστηρίζει ο Χ.Χ. στην απόφαση ημερ. 20/06/14 η Έντιμη Δικαστής Τ. Παρασκευαίδου-Καρακάννα (Α.Ε.Δ όπως ήταν τότε) εξέτασε και κατέληξε σε ευρήματα για τα ίδια με την παρούσα αγωγή επίδικα γεγονότα, σε τέτοια έκταση που το παρόν Δικαστήριο θα καταστεί Εφετείο για να διαφοροποιηθεί σε οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα, κάτι που θα αποτελέσει υπέρβαση εξουσίας. Στην συνέχεια ο Χ.Χ. παραθέτει αποσπάσματα από την απόφαση ημερ. 20/06/14 στην αγωγή 4743/07 που αποτέλεσαν ευρήματα του δικάσαντος Δικαστηρίου, ως ακολούθως: · Ότι το Δ.Σ. του Ενάγοντα (στην παρούσα αγωγή) ήταν το μόνο αρμόδιο σώμα να κρίνει το ικανοποιητικό της υλοποίησης του έργου. · Ότι η εκπρόθεσμη καταχώρηση της ενδιάμεσης έκθεσης δεν τέθηκε ως ζήτημα κατά τον επίδικο χρόνο γιατί αυτή εξετάστηκε και έγιναν παρατηρήσεις, καθώς και ότι κατά την συνάντηση που έγινε στις 18/04/06 μεταξύ του συντονιστή του έργου και του κ. Νίκου Καραγιώργη διαφάνηκε ότι αυτός δεν ήταν σε θέση να τους διαφωτίσει για σημαντικές πτυχές του έργου. · Ότι στις 28/09/06 η Εναγόμενη (στην παρούσα αγωγή) υπέβαλε μερικά από τα στοιχεία που της είχαν ζητηθεί, τα οποία αφορούσαν του οικονομικούς της λογαριασμούς. · Ότι η μαρτυρία των μαρτύρων της Υπεράσπισης (του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή) ήταν θετική, είχε συνοχή και δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις βασιζόμενη κυρίως σε έγγραφα που κατατέθηκαν και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. · Ότι οι ισχυρισμοί των μαρτύρων των Εναγόντων (της Εναγόμενης στην παρούσα αγωγή) περί καταπίεσης, ειρωνείας, υποτίμησης της εργασίας, περί προβολής εμποδίων , καθώς και για προσπάθεια επίρριψης ευθυνών από τους λειτουργούς της Εναγόμενης (Ενάγων στην παρούσα αγωγή) δεν έπεισαν το Δικαστήριο. · Ότι δεν τερματίστηκε η επίδικη συμφωνία παρά την παράβαση κάποιων όρων της και η επιθυμία για διασφάλιση ότι η χρηματοδότηση που δόθηκε θα δαπανηθεί για τους σκοπούς της. · Ότι πολλά από τα στοιχεία που καταγράφηκαν στην ενδιάμεση έκθεση που υποβλήθηκε προς έγκριση ήταν παραπλανητικά, ιδίως αυτά για τους μισθούς και σύμφωνα με παραδοχές τα ποσά δεν είχαν καταβληθεί στις ημερομηνίες που αναγράφηκαν στην ενδιάμεση έκθεση, η οποία δεν περιλάμβανε όλα τα στοιχεία που προνοούσε η συμφωνία και η Εναγόμενη (Ενάγων στην παρούσα αγωγή) δεν ήταν υποχρεωμένη να την εγκρίνει. Συνεχίζοντας, ο Χ.Χ. προβάλλει ότι η βασική αξίωση του Ενάγοντα αφορά την παράβαση των όρων του έργου ΝΕΠΡΟ/0204/09, κάτι που εκ της ανάγνωσης των παρατιθέμενων αποσπασμάτων της απόφασης ημερ. 20/06/14 το επίδικο ζήτημα έχει συνολικά και ξεκάθαρα αποφασιστεί. Συνεπώς, όπως εξηγεί, η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί τις προδικαστικές ενστάσεις και να απορρίψει την αγωγή. Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση προβάλλονται σειρά λόγων ένστασης στην υπό κρίση αίτηση, οι οποίοι, πέραν της γενικής θέσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων, συνοψίζονται στις ακόλουθες αναφορές: · Ότι καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση και προωθείται κακόπιστα και κακόβουλα. · Ότι παραβιάζονται τα δικαιώματα του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση όπως εκπηγάζουν από το άρθρο 30 του Συντάγματος και ότι σκοπείται να αποστερηθεί αυτός του δικαιώματος του να προσκομίσει μαρτυρία προβάλλοντας τις θέσεις του στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της αγωγής. · Ότι επιδιώκεται η πρόκληση υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της αγωγής και παρέκκλιση της διαδικασίας. · Ότι τα ζητήματα τα οποία επιδιώκεται να προδικαστούν δεν αποτελούν αμιγώς νομικά σημεία, ότι δεν εγείρουν σοβαρά νομικά θέματα που να έχουν καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της αγωγής και δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο και παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο για την επίλυση τους και θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία. · Ότι τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται τα προδικαστικά σημεία τίθενται υπό αμφισβήτηση. · Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις δημιουργίας δεδικασμένου μεταξύ της αγωγής 4743/07 και της παρούσας αγωγής, καθότι η Ανταπαίτηση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση στην αγωγή 4743/07 κρίθηκε πρόωρη και ως εκ του λόγου αυτού είχε δικαίωμα καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Στην ένορκη δήλωση της Επιστημονικής Λειτουργού Α' και υπαλλήλου του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση Κάτιας Νικολαΐδου («Κ.Ν.») που συνοδεύει την Ένσταση προβάλλεται ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Χ.Χ. περί καταχώρησης της αγωγής λίγες ώρες πριν τα δικαιώματα παραγραφούν σκοπό έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και παραθέτει την θέση της επ' αυτού, υποστηρίζοντας ότι η αξίωση δεν έχει παραγραφεί. Όπως εξηγεί, η έκδοση της απόφασης στην αγωγή 4743/07, όπου κρίθηκε ως πρόωρη η ανταπαίτηση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση χωρίς να εξεταστεί η ουσία της προμήνυε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Όπως προβάλλει, η απόφαση στην αγωγή 4743/07 δεν δημιούργησε δεδικασμένο αναφορικά με την ανταπαίτηση και με την έγερση της παρούσας αγωγής το Δικαστήριο δεν θα επανεκδικάσει τα ίδια επίδικα θέματα, αλλά για πρώτη φορά την Ανταπαίτηση του Καθ' ου η Αίτηση. Εκ του ίδιου λόγου, η Κ.Χ. διαφωνεί με την θέση ότι το παρών Δικαστήριο καλείται να ενεργήσει ως Εφετείο στα ευρήματα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση στην αγωγή 4743/
- Στην ένορκη δήλωση της Κ.Ν. τονίζεται η αναφορά στην απόφαση στην αγωγή 4743/07, οπού λέχθηκε πως η ανταπαίτηση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση για επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ως προκαταβολή στην Εναγόμενη/Αιτήτρια ήταν πρόωρη εφόσον δεν είχε προηγηθεί ο τερματισμός της σύμβασης, προβάλλοντας ότι αυτό αποτελεί και το καίριο σημείο για το όλο ζήτημα, το οποίο αποσιωπείται από την ένορκη δήλωση του Χ.Χ. με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Το ίδιο σημείο, όπως θεωρεί η Κ.Ν. προδικάζει και την αποτυχία της υπό κρίση αίτησης, καθότι στην απόφαση στην αγωγή 4743/07 δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφανση επί της ουσίας της αξίωσης του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση για επιστροφή της προκαταβολής, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής, μη δημιουργούμενου κατά τον τρόπο αυτό δεδικασμένου. Ως εκ του λόγου αυτού, τυχόν απόρριψη της παρούσας αγωγής θα πλήξει ανεπανόρθωτα το δικαίωμα του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση προχωρήσει με την διάγνωση των δικαιωμάτων του. Στη συνέχεια τονίζει το γεγονός της ανυπαρξίας παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου για την εκδίκαση των εγειρόμενων νομικών σημείων και της αμφισβήτησης σωρείας γεγονότων. Σε σχέση με την προβαλλόμενη θέση περί καθυστέρησης, η Κ.Χ. υποστηρίζει ότι η παρούσα αγωγή εκκρεμεί από το έτος 2015 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση 8 ετών, χωρίς να εξηγείται γιατί δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα. Αυτό, όπως προβάλλει η Κ.Ν. καταδεικνύει ότι μοναδικός σκοπός της υπό κρίση αίτησης είναι να καθυστερήσει η εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Τα μέρη παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους τις οποίες μελέτησα μετά της δέουσας προσοχής, όμως δεν κρίνω σκόπιμο να κάνω ειδικότερη αναφορά σε αυτές. Η εφαρμοστέα διαταγή αναφορικά με την εξέταση αιτήσεων της φύσης της υπό κρίση αίτησης είναι η Δ.27 ΘΘ 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Ο Θ. 1 της εν λόγω διαταγής προνοεί ότι οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να εγείρει με το δικόγραφό του οποιοδήποτε νομικό σημείο και οποιοδήποτε σημείο εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο θα φαινόταν κατάλληλο σε αυτό, ενώ σύμφωνα με τον Θ. 2, εάν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σε τέτοιο νομικό σημείο κρίνει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε βάση υπεράσπισης ή ανταπαίτηση, το Δικαστήριο μπορεί κατόπιν τούτου να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα σε αυτή που θα ήταν δίκαιο. Προκύπτει ότι η επίλυση τέτοιου ζητήματος προδικαστικά αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και μόνο όπου τα γεγονότα δεν επιδέχονται αμφισβήτησης ή είναι παραδεκτά το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε τέτοια επίλυση. Όπως έχει αποφασιστεί, η επίκληση της Δ.27 είναι δικαιολογημένη προς τον σκοπό αυτό μόνο αν το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ 225). Στην υπόθεση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 αναφορικά με τον χρόνο που πρέπει να καταχωρούνται τέτοιας φύσης αιτήσεις και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εγκριθούν λέχθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.». Όπως έχει νομολογηθεί, για να ακουστεί προδικαστικά νομικό σημείο θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασιστεί να μην τίθενται υπό αμφισβήτηση, ενώ ένα νομικό σημείο πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και η απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά θα πρέπει να επιλύει ολόκληρη την αγωγή (βλ. Liberty Life Insurance Public Co. Ltd v. N. Terzian κ.α. Πολ. Έφεση 151/2010, απόφαση ημ. 7/03/2014). Στην ίδια υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να απορρίψει την αίτηση των εφεσειόντων για προδίκαση νομικών σημείων με το εξής σκεπτικό: «Η αιτιολογία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε αρνούμενο να τα επιληφθεί είναι λανθασμένη. Στην αίτηση καθορίζονταν με σαφήνεια τα νομικά σημεία, επισυνάπτονταν τόσο η απόφαση στην αγωγή 4953/00 όσο και η κατ΄ έφεση. Βάση του αγώγιμου δικαιώματος και στις δύο αγωγές συνιστούσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου και ως εκ της ιδιότητας τους ως κληρονόμων και δικαιούχων διεκδικούσαν οι ενάγοντες στην αγωγή 4953/00 και στην επίδικη αγωγή. Το δεδικασμένο και η τελεσιδικία ως εκ της περάτωσης της αγωγής 4953/00 συνιστούν στερεό υπόβαθρο γεγονότων, στα οποία το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις που αποδοχή τους θα επέφερε το τέλος της αγωγής.». Για το πόσο ξεκάθαρα πρέπει να είναι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εκδικαστούν προδικαστικά καθοδήγηση αντλείται από την Bauer Spezialtienfbau GMBH και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ 685, όπου τονίστηκαν τα εξής σημαντικά: «Όμως ενώ υπάρχει τέτοια δικαιοδοσία, δεν θεωρώ ότι η παρούσα θα ήταν πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα 89. Η νομολογία δείχνει μάλλον ότι ο Κανόνας 89, παρά τη διατύπωσή του, ερμηνεύεται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται η Δ.25 θ.2 και η Δ.27 θ.1, δηλαδή σαν εφαρμοζόμενος μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εγείρονται καθαρά και αποκλειστικά νομικά σημεία και όχι θέματα τα οποία αφορούν γεγονότα ή ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία. Και αν ακόμα δηλαδή το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει προδικαστικά θέματα γεγονότων όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Κανόνα 89, η δικαιοδοσία αυτή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εκδικασθούν προδικαστικά δεν είναι απλά αλλά είναι περίπλοκα και εξαρτώνται από την προσαγωγή και αξιολόγηση εκτεταμένης μαρτυρίας, τοσούτω μάλλον όταν είναι ανάμεικτα με περίπλοκα και αβέβαια νομικά θέματα. Μάλιστα ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση. Στην υπόθεση Overseas Shipping & Forwarding Co of Lebanon v. Kappa Shipping Co Ltd and Others
(1977)1 C.L.R. 248, ο Δικαστής Α. Λοΐζου (όπως ήταν τότε) αν και αναγνώρισε τη διαφορά διατύπωσης μεταξύ του Κανόνα 89 και της Δ.25 θ.2 και Δ.27 θ.1, είπε τα εξής στη σελίδα 252: "It is true that such an order should not be made in respect of matters which, on account of their nature, factual or legal, have to be decided at the trial and should be made only in respect of matters "on which no further light would be thrown at the trial". (See Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. p. 391, applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243). "Nor should such an order be made where there are facts in dispute".». Στην Ετήσια Πρακτική 1958 υπό τον τίτλο "Objection in Point of Law" αναφέρονται τα εξής αναφορικά με το πώς μπορεί να γίνει αίτηση υπό την Δ.27 Θ. 2 αντίστοιχη της Ο. 25 r. 3 (σελίδα 571): "If a party intends to apply under r. 2 for determination of a point of law he must raise it on his pleading.", Στη σελίδα 572 υπό τον τίτλο "Application for Hearing before Trial" η Ετήσια Πρακτική 1958 αναφέρεται ότι τέτοια αίτηση πρέπει να γίνεται στο στάδιο της κλήσης οδηγιών και ότι τέτοιο διάταγμα προδίκασης εκδίδεται όταν εγείρεται τέτοιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, θα καταστεί αχρείαστη η περαιτέρω δίκη ή η δίκη ενός ουσιαστικού μέρους της αγωγής, ενώ τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται για ζητήματα ".which by reason of the obscurity either of the facts or the law ought to be decided at the trial.", αλλά μόνο για ζητήματα για τα οποία ".no further light would be thrown at the trial". Στις αιτήσεις της φύσεως της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο, αφού έχει καταχωρηθεί ένσταση σε αυτή, θα πρέπει πρώτα να αποφασίζει αν θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης (βλ. Χρίστος Χατζηπαύλου & Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 Α.Α.Δ 2046). Η υπό κρίση αίτηση όπως παρατηρώ εκ του φακέλου του Δικαστηρίου αφορά την προδικασία του νομικού σημείου που εγείρεται με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης/Αιτήτριας, όπως επ' ακριβώς καθορίζεται σε αυτή, ήτοι ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως κατάχρηση διαδικασίας ένεκα κωλύματος του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση εκ συμπεριφοράς και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας προβάλλοντας ότι τα ζητήματα που προβάλλονται στην παρούσα αγωγή έχουν αποφασιστεί στην αγωγή 4743/
- Από την άλλη, η πλευρά του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ότι στην αγωγή 4743/07 η ανταπαίτηση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση όπως εγέρθηκε ως απαίτηση στην παρούσα αγωγή για επιστροφή της προκαταβολής που έδωσε για το έργο ΝΕΠΡΟ/0204/09 κρίθηκε ως πρόωρη ένεκα μη τερματισμού της σύμβασης και δεν αξιολόγησε την μαρτυρία που δόθηκε για τερματισμό αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής: «Η εναγομένη με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ1, Λεωνίδα Αντωνίου, αποφάσισε να τερματίσει την επίδικη συμφωνία αρκετό χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα την 5.2.
- Κοινοποίησε δε την απόφαση της στην ενάγουσα με επιστολή, ημερομηνίας 7.4.2008, αρκετούς μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και τρεις περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της Ανταπαίτησης. Η παρούσα υπόθεση όμως, τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση θα κριθούν με βάση τα γεγονότα που ίσχυαν κατά το χρόνο καταχώρησης της δικογραφίας και όχι με βάση γεγονότα τα οποία έλαβαν χώραν αργότερα και τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν περιλαμβάνονται στη δικογραφία.». Περαιτέρω, εκ της υπό κρίση αιτήσεως προβάλλεται μια σειρά από ζητήματα στα οποία δόθηκε μαρτυρία και το Δικαστήριο κατέληξε σε ευρήματα υποστηρίζοντας ότι αυτά αποτελούν συμπεράσματα και ευρήματα για το σύνολο των επίδικων θεμάτων, ενώ στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του Χ.Χ. υποστηρίζεται ότι η βασική αξίωση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση αφορά στην παραβίαση των όρων του Ερευνητικού Έργου ΝΕΠΡΟ/0204/09, ζήτημα που έχει στο σύνολό του αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής 4743/07 στις 20/06/
- To ζήτημα της ανταπαίτησης του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση δεν θίγεται στην υπό κρίση αίτηση, αλλά ούτε και η θέση του μετά την καταχώρηση της Ένστασης έχει τεθεί στην όποια συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αν βεβαίως ζητείτο και χορηγείτο τέτοια άδεια στα πλαίσια της Δ.48 θ. 4
(2)για καλό λόγο. Η πλευρά της Εναγόμενης/Αιτήτριας προβάλλει μόνο την θέση στις γραπτές της αγορεύσεις ότι το ζήτημα του δεδικασμένου παρά την απόφανση περί του πρόωρου της ανταπαίτησης εμμένει. Επίσης προβάλλει ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να απασχολήσει το ζήτημα της απόρριψης της αγωγής, καθότι η υπό κρίση αίτηση αφορά μόνο σε άδεια για να εξεταστούν προδικαστικά τα νομικά αυτά ζητήματα, την στιγμή που διαπιστώνεται ότι η υπό κρίση αίτηση συμπεριλαμβάνει πέραν των αιτητικών για άδεια εξέτασης προδικαστικά και σχετικά αιτητικά απόρριψης της αγωγής. Στην ουσία η πλευρά της Εναγόμενης/Αιτήτριας ζητά από το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι η περίπτωση αυτή είναι σύμφωνα με τις κείμενες αρχές κατάλληλη να προδικαστεί άνευ ακροαματικής διαδικασίας προβάλλοντας ότι όλα τα επίδικα ζητήματα έχουν καθοριστεί δια της απόφασης στην αγωγή 4743/07 θέτοντας κατά τον τρόπο αυτό ζήτημα δεδικασμένου που αποτελεί την ίδια την προδικαστική ένσταση που εγείρει δια της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, χωρίς να σχολιάζει την κατάληξη της απόφασης ημερ. 20/06/14 για την απόρριψη της ανταπαίτησης εκ της πρόωρης έγερσης της, υποστηρίζοντας ότι η παρούσα αίτηση αφορά μόνο το ζήτημα της παραχώρησης άδειας και μόνο αυτό, παρά τις κείμενες νομολογιακές αρχές και τις ίδιες τις θεραπείες που εξαιτείται ως τα αιτητικά υπό Γ και Δ της υπό κρίση αίτησης. Αυτό που διαπιστώνω είναι ότι ο τρόπος που τίθεται το εν λόγω ζήτημα με δεδομένη την προϋπόθεση της πλήρους αποσαφήνισης των πραγματικών περιστατικών και του αδιαμφισβήτητου αυτών, καθιστά την παρούσα ακατάλληλη να προδικαστεί. Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της παρούσας, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν προκύπτει να έχει αξιολογηθεί η μαρτυρία του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση περί τερματισμού της σύμβασης, η οποία αποτέλεσε και τον λόγο της απόρριψης της ανταπαίτησης στην αγωγή 4743/07 και την βάση της παρούσας αγωγής, δεν κρίνω ότι, παρά την ύπαρξη ευρημάτων για την παράβαση των όρων της σύμβασης στα πλαίσια της αγωγής 4743/07 ότι έχω ενώπιον μου το σύνολο των αδιαμφισβήτητων γεγονότων για να δοθεί άδεια για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων, αντί να προχωρήσει το Δικαστήριο σε κανονική δίκη. Περαιτέρω, οφείλω να επισημάνω ότι ανατρέχοντας στις παραγράφους 24 και 27 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, το γεγονός του τερματισμού της σύμβασης ημερ. 7/04/08 τυγχάνει άρνησης όπως δικογραφεί ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση. Άλλωστε, όπως έχει τονιστεί, η συγκεκριμένη διαδικασία αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ και κατ' εξαίρεση. Εν πάση όμως περιπτώσει, εκ της νομολογίας η οποία παρατέθηκε προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, η οποία ουδόλως επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί από πλευράς Εναγόμενης/Αιτήτριας. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε το ζήτημα της καθυστέρησης από την πλειοψηφία (Μιχαηλίδου, Δ., Οικονόμου, Δ.) στην υπόθεση Ρέας Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενούς τους, Πολ. Έφεση αρ. 168/10, ECLI:CY:AD:2016:D117, απόφαση ημερ. 24/02/16: «Γενικότερα δε, όποτε τίθεται ζήτημα απόρριψης της αγωγής, η σχετική αίτηση πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Kατά τη νομολογία τέτοια αίτηση: «Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» (Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772).». Στην ίδια υπόθεση η απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισήμανε τα εξής αναφορικά με αιτήσεις δυνάμει της Δ.27 Θ. 3 (υπογραμμίσεις δικές μου): «Έχοντας καταγράψει τις εκατέρωθεν θέσεις, θα πρέπει κατ΄αρχάς να λεχθεί πως η ουσία έγκειται στη διαπίστωση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την εξαιρετική δικαιοδοσία του για προδικαστική απόρριψη αγωγής επί τω ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής, κατά τα προβλεπόμενα από τη Δ.27, κ.3. Αναφορικά με το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι οι υποθέσεις Mepa και Αλωνεύτης δεν αποτελούν δεσμευτικά προηγούμενα για την υπό εξέταση περίπτωση, σημειώνεται ότι, επιπρόσθετα προς τις υποθέσεις εκείνες, στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, υπό παρόμοιες περιστάσεις όπως στην παρούσα, κρίθηκε, ευθέως και επί τούτου, ότι η αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει και λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, επί της αρχής ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες. Το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλ. Annual Practice 1958, ανωτέρω και Russian Commercial and Industrial Bank, ανωτέρω) προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών. Με αυτό το σκεπτικό, με το δέοντα σεβασμό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση των εφεσειόντων ότι ο μόνος περιορισμός που η νομολογία αναγνωρίζει είναι να μην υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις κατά την ημέρα της ακρόασης. Η σχετική εισήγηση έγινε με αναφορά στις υποθέσεις The heirs of late Theodora Panayi v.The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 CLR 167 και Michaelides v. Diakou
(1968)1 CLR 392, στις οποίες το Εφετείο δια στόματος Ιωσηφίδη, Δ., υπέδειξε τα εξής: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and be should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.». Η αναφορά όμως αυτή δεν μπορεί, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, να ερμηνευθεί τόσο στενά ως η εισήγηση των εφεσειόντων. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ταυτόχρονη υπενθύμιση από τον Ιωσηφίδη, Δ., πως ο κατάλληλος κανονικά χρόνος είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες, κάτι που υποδηλώνει εμμονή στην παγιωμένη αρχή περί εγκαίρου διαβήματος.». Η ως εκ των ανωτέρω διατυπωθείσα δικαστική κρίση σε σχέση με τα όσα αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης, αλλά και το δικονομικό χρονικό σημείο που αυτή καταχωρήθηκε, ήτοι πέραν των 6 ετών μετά που η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες (21/11/2016) και μετά που ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση, με πρώτη ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση την 7/06/17 προδιαγράφουν και την τύχη της. Η προσπάθεια δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης/Αιτήτριας και όχι στην ένορκη δήλωση του Χ.Χ. σε σχέση με την αλλαγή δικηγόρου (βλ. El Fath Co. for International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd και Άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255, όπου λέχθηκε ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν είναι παραδεκτή μέθοδος για εισαγωγή μαρτυρίας) δεν δύναται να ληφθεί υπόψη και εν πάση περιπτώσει δεν κρίνεται ως ικανοποιητική δικαιολογία. Εξάλλου, ακόμη και αν το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, για τους λόγους που έχει ήδη επεξηγήσει θα υπόκειτο και πάλι σε απόρριψη. Η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας και θα είναι καταβλητέα με το πέρας της αγωγής. (Υπ.)................................. Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο