Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ, Αρ. Αγωγής: 7060/2014, 22/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7060/2014 Μεταξύ: Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Ενάγοντες -και- ΜΑΡΙΟΣ ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ψήφιση καταλόγου εξόδων ημερ. 23/11/22 («ο κατάλογος εξόδων») στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή από τους δικηγόρους κ.κ. Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σια εναντίον των πελατών τους Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Ημερομηνία: 22/11/2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Ν. Χατζηιωάννου για κ.κ. Α.Κ. Χαζτηιωάννου & Σια Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Στρόππος για κ.κ. Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου που τέθηκε ενώπιον μου και ειδικότερα από τα πρακτικά της Επιτετραμμένης επί της Ψήφισης Εξόδων Ανώτερης Πρωτοκολλητή κας Μαρίας Χριστοδούλου προκύπτει ότι στις 14/12/22 στην διαδικασία ενώπιον της αναφορικά με τον υποβληθέντα κατάλογο εξόδων των κ.κ. Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σια δόθηκαν οδηγίες για να καταχωρηθεί ένσταση από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση και ακολούθως η θέση των Αιτητών και περαιτέρω απάντηση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Όπως προκύπτει από το πρακτικό ημερ. 14/12/22 εκ του γεγονότος ότι το θέμα που εγέρθηκε με την παρούσα ψήφιση είναι παρόμοιο με τα θέματα που εγείρονται σε άλλες υποθέσεις για τις οποίες έχουν καταχωρηθεί κατάλογοι εξόδων κρίθηκε ορθότερο να προχωρήσει η ψήφιση του καταλόγου εξόδων στα πλαίσια άλλης αγωγής και οι υπόλοιπες να ακολουθήσουν την πορεία της ως προς τις ημερομηνίες. Η πλευρά των Αιτητών ζήτησε με επιστολή τους ημερ. 10/04/23 όπως προωθηθεί η παρούσα και συνεπώς δόθηκαν οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης στην παρούσα από πλευράς Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Η Ένσταση στον κατάλογο εξόδων από πλευράς Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 4/05/23. Εκ του πρακτικού της Πρωτοκολλητή ημερ. 8/05/23 αναφέρονται τα εξής: «Ο κος Χρ. Στρόππος, δικηγόρος από το δικηγορικό Γραφείο Τάσσου Παπαδόπουλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. στην ένσταση του, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην ύπαρξη ειδικής και/ή γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ότι η οποιαδήποτε ψήφιση καταλόγου εξόδων σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι άδικη ή/και αδικαιολόγητη ή/και παράλογη και αντίθετη με την καθιερωμένη πρακτική και ότι το θέμα θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο για να το επιληφθεί, στηριζόμενος στη Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει των ανωτέρω, και των θεμάτων τα οποία προκύπτουν θεωρώ ορθότερο στηριζόμενη στη Διάταξη 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως παραπέμψω το θέμα στο Δικαστήριο για τα περαιτέρω, ως η θέση του κου Χρ. Στρόππου.». Όπως προκύπτει εκ του χειρόγραφου πρακτικού της αδελφής Δικαστού ημερ. 11/05/23 η παρούσα ορίστηκε στις 25/5/23 για οδηγίες ημερομηνία κατά την οποία δόθηκαν οδηγίες στην πλευρά των Αιτητών να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση και περαιτέρω απαντητική ένορκη δήλωση στην πλευρά των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Η απαντητική ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Κώστα Χατζηιωάννου για τους Αιτητές καταχωρήθηκε στις 30/05/23, ενώ στις 2/06/23 καταχωρήθηκε η περαιτέρω απαντητική ένορκη δήλωση από πλευράς των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Στις 8/06/23 μετά από κοινό αίτημα και των δύο πλευρών εκδόθηκαν εκατέρωθεν διατάγματα αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια των οδηγιών του Δικαστηρίου. Στις 29/09/23 το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση έθεσε στις δύο πλευρές το ζήτημα της ενεργοποίησης της διαδικασίας της Δ.59 θ. 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή αν ορθώς η υπόθεση παραπέμφθηκε από την Επιτετραμμένη της Ψήφισης στο Δικαστήριο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο θεσμό. Το Δικαστήριο, αφού έθεσε τους προβληματισμούς του παρά το ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, ζήτησε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους να αγορεύσουν επί του ζητήματος εστιάζοντας στην ενεργοποίηση της διαδικασίας της παραπομπής στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.59 θ. 25 και σε όσα αυτή διαλαμβάνει ως ζήτημα αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις τις οποίες μελέτησα μετά της δέουσας προσοχής. Σημειώνεται ότι από όσα προκύπτουν από τον φάκελο στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής στις 15/10/15 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.841,62 πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 3/12/14 μέχρι 31/12/14 και τόκο 4% ετησίως από 1/1/15 μέχρι εξόφλησης πλέον €313 έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων ων εξόδων της απόφασης, πλέον τόκο 5,5% ετησίως από 3/12/14 μέχρι 31/12/14 και τόκο 4% ετησίως από 1/1/15 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €29 έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Τα έξοδα αυτά επιδικάστηκαν απευθείας από το Δικαστήριο άνευ της βοήθειας του Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τις σχετικές κλίμακες εξόδων (Παράρτημα Β') που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ακολούθησε αίτηση έρευνας εναντίον του Εναγόμενου από τους Αιτητές εκ μέρους των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, η οποία απέληξε στην έκδοση διατάγματος ημερ. 7/11/17 για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων δια μηνιαίων δόσεων πλέον έξοδα αίτησης στο ποσό των €142 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €22- που επιδικάστηκαν και πάλι απευθείας από το Δικαστήριο άνευ της βοήθειας του Πρωτοκολλητή σύμφωνα με τις σχετικές κλίμακες εξόδων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στον φάκελο της αγωγής υπάρχει διοριστήριο με το οποίο οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση είχαν διορίσει τους Αιτητές να τον εκπροσωπήσουν στην αγωγή. Σύμφωνα με το διοριστήριο, οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση δήλωσαν ότι «Δεν έχω κάνει οιανδήποτε ρητήν συμφωνία μετά του εν λόγω δικηγόρου σχετικώς προς την αμοιβή του αλλά θα πληρώσω αυτόν συμφώνως προς τας κλίμακας των Διαδικαστικών Θεσμών.». Η θέση που προβάλουν οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση στην Ένσταση τους είναι ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση του Καταλόγου Εξόδων στην βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι υφίσταται άλλη γραπτή και/ή προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών και ότι η ψήφιση των εξόδων δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι άδικη και/ή αδικαιολόγητη και/ή παράλογη. Αυτό αποτέλεσε και την αιτιολογία στην απόφαση της Επιτετραμμένου της Ψήφισης Πρωτοκολλητή κρίνοντας ότι κατά τον τρόπο αυτό ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.59 θ. 25 για να παραπέμψει την παρούσα στο Δικαστήριο. Από την άλλη, η πλευρά των Αιτητών προβάλλει ότι εκ του Διοριστήριου που υπεγράφη από τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση δηλώνεται ότι δεν έχει γίνει οποιαδήποτε ρητή περί της αμοιβής συμφωνία και αυτή θα γίνει δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τονίζοντας ότι επιδικάστηκαν ήδη στην αγωγή υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση έξοδα σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας. Η Δ.59 Θ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ως εξής: «Where on taxation between advocate and client the advocate relies upon any agreement and the client objects that it is unfair and unreasonable, the Registrar may enquire into the facts and certify the same to the Court; and if, upon such certificate, it shall appear to the Court or Judge that cause has been shown either for cancelling the agreement or for reducing the amount payable under the same, the Court or Judge shall have power to order such cancellation or reduction, and to give all such directions necessary or proper for the purpose of carrying such order into effect, or otherwise consequential thereon, as to the Court or Judge may seem fit.». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νεοκλή Ε. Νεοκλέους
(2007)1 ΑΑΔ 477 λέχθηκε ότι η συγκεκριμένη διάταξη αφορά περιπτώσεις στις οποίες ο δικηγόρος ζητά ψήφιση των εξόδων του βασισμένος σε συμφωνία που έχει συνάψει με τον πελάτη («the advocate relies upon any agreement») και ο πελάτης εγείρει ένσταση γιατί η συμφωνία είναι άδικη και παράλογη («objects that it is unfair and unreasonable»). Αυτό που προκύπτει από αυτή την πρόνοια ώστε να ενεργοποιηθεί η παραπομπή μιας υπόθεσης ψήφισης εξόδων στο Δικαστήριο είναι ο Πρωτοκολλητής να ερευνήσει και να είναι σε θέση να πιστοποιήσει τα γεγονότα («enquire into the facts and certify the same to the Court»). Η δυνατότητα αυτή παρέχεται στον Πρωτοκολλητή από τη διάταξη αυτή. Εάν ο Πρωτοκολλητής επιλέξει ή είναι σε θέση να προβεί σε τέτοια πιστοποίηση, είναι σε αυτή την πιστοποίηση για τα γεγονότα που θα βασιστεί στο Δικαστήριο για να προχωρήσει («upon such certificate»). Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το πρακτικό ημερ. 8/05/23 η Πρωτοκολλητής στην απόφαση της καταγράφει μόνο την θέση της πλευράς των Εναγόντων/Καθ' ου η Αίτηση περί ύπαρξης ειδικής συμφωνίας και ότι η αιτούμενη ψήφιση με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι άδικη και παράλογη και προβαίνει στην παραπομπή κρίνοντας ορθότερο να πράξει τούτο υιοθετώντας την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Δεν προβαίνει σε πιστοποίηση των ουσιαστικών γεγονότων όπως επιτάσσει η Δ.59 θ. 25, αλλά απλά παραθέτει την θέση της μιας πλευράς. Περαιτέρω, συμφώνως με την Δ.59 θ. 25 αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη συμφωνίας και η ένσταση ότι αυτή είναι άδικη και αδικαιολόγητη («unfair and unreasonable»). Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται ότι το να αμείβονται οι Αιτητές σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί συμφωνία, η οποία είναι άδικη και αδικαιολόγητη, όχι με οποιαδήποτε αναφορά σε περιστάσεις του άδικου και αδικαιολόγητου, αλλά επειδή υπάρχει άλλη ειδική γραπτή ή προφορική συμφωνία. Αυτό κρίνω ότι εκφεύγει των προνοιών της Δ.59 θ. 25, καθότι η πρόνοια αυτή προνοεί για συμφωνία η οποία προβάλλεται ότι είναι άδικη και αδικαιολόγητη και καλείται το Δικαστήριο, νοουμένου ότι ο Πρωτοκολλητής πιστοποιήσει τα γεγονότα, να κρίνει αν ο ισχυρισμός αυτός ευσταθεί και να ακυρώσει ή μειώσει δίδοντας σχετικές οδηγίες όπως κρίνει σκόπιμο. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται μεν η ύπαρξη συμφωνίας χρέωσης σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, αλλά στην ουσία αμφισβητείται η ισχύς αυτής ένεκα άλλης συμφωνίας, κάτι που κρίνεται ότι εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της Δ.59 θ. 25 για να ενεργοποιηθεί η παραπομπή με αυτή την διαδικασία στο Δικαστήριο. Από την μια δηλαδή προβάλλεται ότι υπάρχει συμφωνία άλλη από την συμφωνία χρέωσης σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και από την άλλη προβάλλεται ότι η συμφωνία χρέωσης σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι άδικη και παράλογη. Προς επίρρωση της ανωτέρω θέσης, ήτοι το ότι η συμφωνία την οποία δύναται να παραπέμψει ο Πρωτοκολλητής για να κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι άδικη και αδικαιολόγητη δεν αποτελεί αυτή που προβλέπει ότι η όποια χρέωση δικηγόρου γίνεται με τις κλίμακες που προβλέπουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, αλλά οποιαδήποτε άλλη συμφωνία δικηγόρου-πελάτη, παραπέμπω στην πρόνοια του άρθρου 12 των Advocates Rules όπου προβλέπεται ότι συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη μπορεί να εφαρμοστεί δια αιτήσεως που υποβάλλεται από τον δικηγόρο στο Δικαστήριο, αφού δοθεί ειδοποίηση στον πελάτη και αν φανεί στο Δικαστήριο ότι τέτοια συμφωνία είναι δίκαιη και εύλογη, τότε το Δικαστήριο θα διατάξει τον πελάτη να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την συμφωνία («if it shall appear to the Court that such agreement was fair and reasonable, the Court shall order the client o pay the sum due under the agreement»). Στην Αγγλική νομολογία και στις υποθέσεις που μου παρέθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση επιβεβαιώνεται ότι η εξουσία για έλεγχο από το Δικαστήριο, του κατά πόσο μια συμφωνία δικηγόρου-πελάτη για τα έξοδα είναι δίκαιη και εύλογη αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα για την προστασία του πελάτη (βλ. Clare v. Joseph [1907] 2 K.B. 369[1]). Στην υπόθεση EVX v. Smith [2022] EWHC 1607 (SCCO) επιβεβαιώνεται η θέση του Δικαστηρίου ότι η εξέταση του δίκαιου και εύλογου αφορά σε ξεχωριστές συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ δικηγόρων-πελατών και υπογραμμίζεται η ανάγκη για παροχή προστασίας του πελάτη εάν τα ποσά που προβλέπουν αυτές είναι αδικαιολόγητα («In short, the provisions confer a substantial degree of protection on the client against written agreements that are unfairly obtained, and without informed consent, or (importantly for these purposes) are unreasonable in amount.»). Αυτό που στην ουσία προκύπτει ότι επιδιώκουν οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση είναι να καταλήξει το Δικαστήριο αναφορικά με το ποια τελικά είναι η συμφωνία που διέπει την σχέση τους με τους με τους Αιτητές, προβάλλοντας ότι η υπογραφή του διοριστήριου όπου δηλώνεται ότι δεν υπάρχει ρητή συμφωνία για την αμοιβή των Αιτητών και τέτοια θα ακολουθήσει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν υφίσταται γιατί υφίσταται άλλη γραπτή και/ή προφορική συμφωνία και ότι αυτό καθιστά την χρέωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας άδικη και αδικαιολόγητη. Δηλαδή, αυτό που προβάλλεται είναι η διακρίβωση του τι τελικά ισχύει και όχι αν το διοριστήριο για αμοιβή των Αιτητών σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι άδικο και παράλογο. Ούτε και προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι/Αιτητές προβάλλουν ότι παραπλανήθηκαν ή εξαπατήθηκαν στην υπογραφή των διοριστήριων. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι δεν υπάρχει περιθώριο άσκησης της όποιας παρέμβασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια και υπό τις συνθήκες παραπομπής της παρούσας, καθότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της Δ.59 θ. 25 έχει την αρμοδιότητα να ελέγξει μια συμφωνία άλλη από αυτή που προβλέπει ότι η χρέωση θα γίνει σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αν είναι άδικη και αδικαιολόγητη. Κάτι τελευταίο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση στην γραπτή του αγόρευση προβάλλει ότι σε περίπτωση που δεν προχωρήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση θα παραμείνουν χωρίς θεραπεία και θα αναγκαστούν να καταβάλουν υπέρογκα ποσά σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, επισημαίνει το υπέρογκο κόστος για την όποια καταχώρηση αγωγών αν επιλέξουν αυτή την δικονομική οδό. Πέραν του ότι παρατηρώ εκ του φακέλου ότι το διοριστήριο προβλέπει χρέωση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και η απόφαση για τα έξοδα εκδόθηκε υπέρ των πελατών τους με βάση τις κλίμακες αυτές, αλλά και ότι άρχισε η εκτέλεση της για τα ίδια αυτά έξοδα με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, οφείλω να επισημάνω ότι στην υπόθεση Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1),
(1996)1 ΑΑΔ 49 τονίστηκε η ανάγκη ύπαρξης θεσμοθετημένων κανόνων ως θεμέλιο της παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία δεν πρέπει απλά να επαφίεται στη βούληση των Δικαστών με το να παρέχουν τέτοιες θεραπείες εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου. Η πιο πάνω επισήμανση θεωρώ απαντά και την όποια προβληθείσα θέση ότι αν το Δικαστήριο παραπέμψει την υπόθεση στον Πρωτοκολλητή στην ουσία θα καταστεί Εφετείο της απόφασης του να την παραπέμψει στο Δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο έχει αυτεπάγγελτο καθήκον να εξετάσει αν μια υπόθεση που τίθεται ενώπιον του γίνεται σύμφωνα με την ορθή κατά την κρίση του τύπο και διαδικασία, ώστε να κρίνεται κατά τον τρόπο αυτό και η αρμοδιότητά του να της επιληφθεί προς αποφυγή του να καταστεί, στην αντίθετη περίπτωση το ίδιο νομοθέτης θεραπειών και ένδικων μέσων. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω, ο φάκελος της αγωγής και ο κατάλογος εξόδων επιστρέφεται στον Πρωτοκολλητή για ασκήσει τις εξουσίες του είτε να προχωρήσει στην ψήφιση του καταλόγου εξόδων είτε να τον απορρίψει. Τα διατάγματα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων ημερ. 8/06/23 ακυρώνονται. Σε σχέση με τα οποιαδήποτε προκληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου έξοδα, εκ του καινοφανούς της υπόθεσης, κάθε πλευρά να φέρει τα έξοδα της. (υπ.)................. Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «Instead of saying that the solicitor might enter into an agreement as to costs which should, as before, be subject to review of the Court, it provided that he might enter into an agreement in writing as to his costs, and went on to enact that, if he did so, there should be a further safeguard for the protection of the client, who should be entitled to have the agreement examined by the taxing Master to see if it was fair and reasonable, and if that officer was of opinion that it was not fair and reasonable he could require the opinion of the Court or a judge upon the point. The section is an empowering section, and in my opinion it does not affect the position of a client who sets up an agreement as to costs with a solicitor.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο