ΑΜΑΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ ν. LJ DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2972/20, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2972/20 Μεταξύ: ΑΜΑΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ Ενάγουσας -και- 1. LJ DEVELOPERS LIMITED 2. JIE LIU 3. ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΤΜΕΡΙΔΗΣ 4. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΟΦΡΩΝΙΟΥ 5. HELIOS ESTATES LTD 6. ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ 7. ABC DOLOROU CYPRUS HOMES LTD 8. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟΡΝΙΩΤΗΣ 9. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 10. BOSCO CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD 11. ΦΩΤΗΣ ΠΑΥΟΥ 12. ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΞΥΝΟΣ Εναγομένων -και- Αρ. Αγωγή: 10/2021 Μεταξύ: LJ DEVELOPERS LIMITED 2. JIE LIU Εναγόντων -και- 1. ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΤΜΕΡΙΔΗΣ 2. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ 3. ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ 4. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΟΦΡΩΝΙΟΥ 5. ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ 6. N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATE) LTD 7. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟΡΝΙΩΤΗΣ 8. ABC DOLOROU CYPRUS HOMES LTD 9. EUROBANK CYPRUS LTD 10. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 10. BOSCO CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD 11. KYRIACOS OXYNOS ESTATES LIMITED 12. ΙΩΑΝΝΗΣ ΟΞΥΝΟΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Βελάρης με κα Μιχαήλ Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Τριλλίδης με κα Πέτρου Για Εναγόμενο 3: κα Μιχαήλ Για Εναγόμενο 4: κα Αθηαινίτη Για Εναγόμενους 5 και 6: Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 7 και 8: κα Ττόφα Για Εναγόμενη 9: Λουΐζα Γρηγορίου Για Εναγόμενο 9 στην αγωγή 10/2021: κ. Γιορδαμλής Για Εναγόμενους 10 και 11: κ. Τριλλίδης για κ. Μαπουρίδη Για Εναγόμενο 12: κ. Στεφάνου Ενδιάμεση Απόφαση Η απαίτηση Αγωγή 2972/2020 Με την αγωγή 2972/2020 (στο εξής «η πρώτη αγωγή») η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση διαφόρων αποφάσεων και διαταγμάτων στη βάση των οποίων (α) να αναγνωρίζεται ως η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου (στο εξής «το ακίνητο»), (β) να ακυρώνονται η μεταβίβασή του στην Eναγόμενη 1 και τα όποια τυχόν εμπράγματα βάρη επ' αυτού, (γ) να επαναφέρεται το ακίνητο στην προτέρα της μεταβίβασής του κατάσταση, (δ) να αίρεται η όποια επέμβαση επ' αυτού και (ε) να επιδικάζονται σε αυτήν αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη συνεπεία της αποξένωσης του. Ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης της πρώτης αγωγής, η Ενάγουσα ήταν, καθ' όλους τους ουσιώδεις, για αυτή, χρόνους, η ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Η Εναγόμενη 1, σε κάποιο χρονικό σημείο, ενεγράφη ως νέα ιδιοκτήτρια κατόπιν μεταβίβασης που διενεργήθηκε διά της χρήσης διαφόρων πλαστών εγγράφων, περιλαμβανομένου και ενός πληρεξούσιου, χωρίς ουδέποτε η ίδια (η Ενάγουσα), είτε να συγκατατεθεί στην εν λόγω μεταβίβαση είτε να λάβει οποιοδήποτε σχετικό αντάλλαγμα. Όταν και εφόσον έγινε γνώστης των γεγονότων αυτών, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή και επιζητεί τις ανωτέρω θεραπείες. Πάντα στη βάση των δικογραφήσεων της πρώτης αγωγής, η Eναγόμενη 2 είναι η μοναδικός μέτοχος/διευθυντής και γραμματέας της Eναγόμενης 1. Ο Eναγόμενος 3 είναι το πρόσωπο, που, με τη χρήση του κατ' ισχυρισμό πλαστού πληρεξουσίου, παρουσιάστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και εκ μέρους της προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, ώστε να επιτευχθεί η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 1. Ο Eναγόμενος 4 είναι πιστοποιών υπάλληλος, ο οποίος φέρεται να πιστοποιεί την ορθότητα των υπογραφών επί των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για να επιτευχθεί η εν προκειμένω μεταβίβαση. Ο Eναγόμενος 6 είναι διευθυντής της Εναγόμενης 5, η οποία, κατά τους ουσιώδεις για την πρώτη αγωγή χρόνους, παρουσιαζόταν ως ιδιωτική εταιρεία που λειτουργεί ως κτηματομεσίτης και κάτοχος σχετικής άδειας δυνάμει του οικείου Νόμου. Ωστόσο, τούτη (η Εναγόμενη 5) ουδέποτε ενεγράφη στο προβλεπόμενο από τον οικείο νόμο μητρώο ως κτηματομεσίτης, και τα σχετικά στοιχεία που παρουσίαζε ως κατέχοντα από την ίδια, αφορούσαν σε άλλα πρόσωπα. Ο Eναγόμενος 8 είναι διευθυντής της Εναγόμενης 7, η οποία είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη ως κτηματομεσίτης. O Eναγόμενος 12 είναι επίσης δεόντως εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης. Οι Εναγόμενοι 5-8 και 12, ως εκ της ιδιότητας τους ή αυτής που προέβαλαν ότι κατέχουν, ενήργησαν ώστε να επιτευχθεί η εν προκειμένω μεταβίβαση. Ο Eναγόμενος 9 ενάγεται ως ο υπεύθυνος για τις πράξεις και ή παραλήψεις των κρατικών υπηρεσιών και ειδικότερα των λειτουργών του Κτηματολογίου, μέσω του οποίου διενεργήθηκε η μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος 11 είναι διευθυντής της Εναγόμενης 10, εργοληπτική εταιρεία, η οποία συνεβλήθη με τους Εναγόμενους 1 και 2 για σκοπούς οικοδομική ανάπτυξης στο ακίνητο. Στη βάση πάντα των όσων προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης της πρώτης αγωγής, έκαστος των Eναγομένων, προέβη σε πράξεις και ή παραλήψεις και ή παραστάσεις, που χαρακτηρίζονται από την Ενάγουσα ως παράνομες και ή δόλιες και ή απατηλές και ή ψευδείς και ή αμελείς και ή ως συνομωσία και ή άλλως πως, ώστε να επιτευχθεί, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεσή της, η αποξένωση του ακινήτου και δη η μεταβίβασή του στην Εναγόμενη 1. Αγωγή 10/2021 Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην πρώτη αγωγή, καταχώρησαν (ως Ενάγοντες) την αγωγή 10/2021 (στο εξής «η δεύτερη αγωγή»), αρχικά, εναντίον 10 Eναγόμενων, και ακολούθως και εναντίον των Εναγομένων 11 και 12, επιζητώντας, στην ουσία, αποζημιώσεις, τόσο σε σχέση με τα χρήματα που κατέβαλαν για την αγορά του ακινήτου, όσο και για ζημιές που υπέστηκαν συνεπεία της έναρξης οικοδομικών εργασιών σε αυτό. Στην πορεία, η δεύτερη αγωγή, σε σχέση με τους Εναγόμενους 5, 6, 7 και 8 αποσύρθηκε, με αποτέλεσμα σήμερα να εκκρεμεί μόνο εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 και 9 - 12. Στη βάση της έκθεσης απαίτησης της δεύτερης αγωγής, οι Ενάγοντες της αποδέχονται την θέση της Ενάγουσας της πρώτης αγωγής περί πλαστότητας των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για την μεταβίβαση του ακινήτου, και επικαλούνται, με τη σειρά τους, ότι οι Εναγόμενοι της δεύτερης αγωγής, διά δόλου και ή απάτης και ή συνωμοσίας και ή ψευδών παραστάσεων και ή αμέλειας προκάλεσαν σε αυτούς τη ζημιά, για την οποία επιζητούν αποζημιώσεις. Στον Eναγόμενο 1 στην δεύτερη αγωγή (Εναγόμενος 3 στην πρώτη), αποδίδεται η ιδιότητα του ιθύνοντα νου της εξαπάτησης των Εναγόντων, αφού χαρακτηρίζεται ως το πρόσωπο που ψευδώς παρουσιάστηκε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας στην πρώτη αγωγή και ενήργησε για σκοπούς πώλησης του επίδικου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 παρουσιάζονται ως συνεργοί και συνεργάτες του Εναγόμενου 1, οι οποίοι μεσολάβησαν, ώστε να έρθει σε επαφή η Ενάγουσα 1 της δεύτερης αγωγής με τον Eναγόμενο 1. Στην ουσία, ο Eναγόμενος 2 παρουσιάζεται ως το πρόσωπο που έφερε σε επαφή την Ενάγουσα 1 της δεύτερης αγωγής με τον Eναγόμενο 1, ενώ ο Eναγόμενος 3, ως πρόσωπο που συνόδευσε τον Eναγόμενο 1 από την Ελλάδα και ήταν παρών κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης αγοράς του ακινήτου από την Ενάγουσα 1 και υπέγραψε επ' αυτής και ως μάρτυρας των υπογραφών. Ο Eναγόμενος 4 (Εναγόμενος 4 και στην πρώτη αγωγή) παρουσιάζεται ως ο πιστοποιών υπάλληλος που πιστοποίησε και ή επέτρεψε την πιστοποίηση των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για την εξαπάτηση, καταδολίευση και παραπλάνηση των Εναγόντων 1 και 2 της δεύτερης αγωγής. Η Εναγόμενη 9, είναι τραπεζικό ίδρυμα, στο οποίο η Ενάγουσα 2 της δεύτερης αγωγής διατηρεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς της και το οποίο, στο πλαίσιο της συναλλαγής για αγορά του ακινήτου, άνοιξε λογαριασμό επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 της δεύτερης αγωγής και διενήργησε διάφορες τραπεζικές εργασίες πλημμελώς και κατά παράβαση των υποχρεώσεων του έναντι των Εναγουσών, διευκολύνοντας και ή προκαλώντας έτσι την εξαπάτηση των τελευταίων. Ο Eναγόμενος 10 (Εναγόμενος 9 στην πρώτη αγωγή), ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως εκ του Νόμου υπόλογος για τις ζημιές που προκαλούν οι κρατικοί και δημόσιοι λειτουργοί και ειδικότερα τις επικαλούμενες ζημιές που προκλήθηκαν συνεπεία της ανάμειξης του Κτηματολογίου για σκοπούς απόκτησης του επίδικου ακινήτου από την Ενάγουσα 1. Ο Εναγόμενος 12, παρουσιάζεται ως κτηματομεσίτης, διευθυντής της Εναγόμενης 11 εταιρείας, η οποία ασχολείται με τα κτηματομεσιτικά. Αποδίδεται δε σε αυτούς αμέλεια και ή πλημμέλεια και ή αδιαφορία και ότι, ως εκ της ιδιότητας τους ως κτηματομεσίτες, εισέπραξαν μέρος των χρημάτων που καταβλήθηκαν από τις Ενάγουσες για σκοπούς απόκτησης του ακινήτου. Η πορεία των δύο αγωγών Ως προκύπτει από τους φακέλους των δύο αυτών αγωγών, και στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά σε αυτά, η δικογραφία τους μόλις έχει συμπληρωθεί. Αξίζει, φυσικά, να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο των δικογράφων κάποιων εκ των Εναγομένων έκαστης αγωγής προωθούνται και ανταπαιτήσεις, καθώς επίσης και ότι κάποιοι εκ των Εναγομένων απαιτούν από άλλους Εναγόμενους συνεισφορά στην όποια τυχόν απόφαση θα εκδοθεί εναντίον τους. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής, και ενώ εκκρεμούσε ακόμα η καταχώρηση δικογράφων, στις 17/05/23, το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) όρισε την υπόθεση για ακρόαση για τις 30/11/23. Ακολούθως, ωστόσο, ο ορισμός αυτός μετεβλήθη και κατά τις επόμενες δικασίμους η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες μέχρι και τη συμπλήρωση της δικογραφίας. Τέλος, και τούτο για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνεται ότι στο πλαίσιο αμφοτέρων των αγωγών καταχωρήθηκαν διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις (πέραν της επίδικης), οι οποίες και εκδικάστηκαν από το Δικαστήριο (υπό διαφορετικές συνθέσεις). Η επίδικη αίτηση Στις 13/12/23 καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 της πρώτης αγωγής η επίδικη αίτηση με την οποία επιζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να συνενώνονται οι δύο αγωγές . Στον τίτλο της καταγράφονται οι τίτλοι και οι αριθμοί αμφότερων των αγωγών και, στο κυρίως σώμα της, προβάλλεται η θέση ότι τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στο περιεχόμενο των φακέλων των δύο αγωγών, από τα οποία προκύπτει ότι μεταξύ τους υπάρχουν κοινά νομικά και ή πραγματικά στοιχεία και ζητήματα, τέτοιας σημασίας, που καθιστούν αναγκαία και επιθυμητή τη συνένωσή τους, αφού αφορούν το ίδιο ακίνητο και τις συνθήκες υπό τις οποίες επιχειρήθηκε η αγοραπωλησία του. Στη βάση αυτής της θέσης, η επίδικη αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Η αίτηση επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους και των δύο αγωγών, οι οποίοι, μέσω των συνηγόρων τους, με εξαίρεση την Ενάγουσα στην πρώτη αγωγή και την Εναγόμενη 9 στη δεύτερη (αναφορά στους οποίους θα γίνει κατωτέρω), είτε δήλωσαν ότι δεν έχουν ένσταση στο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είτε δεν καταχώρησαν οποιανδήποτε ένσταση. Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, καταχωρήθηκε μόνο από την Ενάγουσα της πρώτης αγωγής, ενώ, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης, ο συνήγορος της Εναγόμενης 9 στην δεύτερη αγωγή, μολονότι η τελευταία δεν καταχώρησε ένσταση, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενστάσεως της Ενάγουσας της πρώτης αγωγής, στο βαθμό που, μέσω της, προβάλλεται η θέση ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι, με την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα προκύψει πολυπλοκότητα, έξοδα, καθώς επίσης και καθυστέρηση στην εκδίκαση της διαφοράς. Στο πλαίσιο της μοναδικής ένστασης που καταχωρήθηκε, προβάλλονται, στην ουσία, οι εξής λόγοι για σκοπούς απόρριψης της επίδικης αίτησης: 1. ότι τούτη καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση σε βαθμό που αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 2. ότι, συνεπεία των όσων προβάλλονται σε αυτή για σκοπούς συνένωσης των αγωγών, η επίδικη αίτηση θα έπρεπε να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Δ.48 θ.9(
- e)επιτρέπει την καταχώρηση της χωρίς τέτοια συνοδεία και 3. ότι, παρά το γεγονός ότι αμφότερες οι αγωγές αφορούν στο ίδιο ακίνητο και τις συνθήκες υπό τις οποίες τούτο μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 1 της πρώτης αγωγής, τόσο οι αιτούμενες θεραπείες εκάστης αγωγής, όσο και τα πραγματικά ζητήματα που θα πρέπει να εκδικαστούν στο πλαίσιο τους, είναι διαφορετικά, όπως επίσης και διαφορετικοί είναι και διάδικοι των αγωγών. Προβάλλεται, επιπροσθέτως, πάντα στο πλαίσιο της πιο πάνω θεώρησης, ότι, στην πρώτη αγωγή εκείνο που στην ουσία επιζητείται είναι απλά η ακύρωση της μεταβίβασης και η επαναφορά του ακινήτου στην εκεί Ενάγουσα (προγενέστερη ιδιοκτήτριά του), χωρίς στο πλαίσιο της να απασχολεί ή όποια, μετέπειτα της μεταβίβασης, διακίνηση και ή καταβολή των χρημάτων απόκτησης του ακινήτου, σε αντιδιαστολή με την δεύτερη αγωγή, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται αποδεχτή από τους εκεί Ενάγοντες ή καταδολίευση της Ενάγουσας της πρώτης αγωγή, και τα εκεί επίδικα ζητήματα επεκτείνονται και στη διακίνηση των χρημάτων που κατέβαλαν οι εκεί Ενάγοντες προς τρίτους για απόκτηση και ανάπτυξη του ακινήτου. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για συνένωση αγωγών δυνάμει της Δ.14 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχουν απασχολήσει πλειστάκις το Ανώτατο Δικαστήριο. Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, είναι ότι, το όλο θέμα της συνένωσης ή μη μιας αγωγής με άλλη, βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου σε βαθμό που είναι δυνατή ακόμα και η διαταγή για μερική συνένωση αγωγών, αν με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο θεωρεί ότι εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ο βασικός σκοπός των προνοιών της Δ.14 είναι η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων δια μέσου της αποφυγής της πολλαπλότητας στην δικαστική διαδικασία. Τα ιδιαίτερα γεγονότα και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, εξαρτούν και την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το κατά πόσο θα διατάξει την συνένωση δύο ή περισσοτέρων αγωγών. Εκείνο που υπέχει σημασίας είναι το κατά πόσο, συνεπεία της συνένωσης και κατ' ακολουθία συνεκδίκασης των αγωγών, προκύπτει όφελος, υπό την έννοια ότι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των διαδίκων και η καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Ένας βασικός παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι και η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος, ως τούτα προκύπτουν μέσα από τις Εκθέσεις Απαιτήσεως των αγωγών των οποίων ζητείται η συνένωση. Κατά την εν λόγω εξέταση, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει και την πολυπλοκότητα των εγειρόμενων θεμάτων, ώστε ακριβώς να αποφευχθεί η δημιουργία εξόδων, καθυστέρησης ή ακόμα και σύγχυσης. Η αδυναμία, συνεπεία ενδεχόμενης συνένωσης αγωγών, εκπροσώπησης ενός διαδίκου μέσω του δικηγόρου που αρχικά επέλεξε να τον εκπροσωπεί, αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για την κρίση του Δικαστηρίου σε αίτηση ως η υπό εξέταση. Έχει δε αποφασιστεί ότι, στην περίπτωση που ο Ενάγοντας στη μία αγωγή, είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Εναγόμενο στην έτερη αγωγή (με την οποία επιζητείται η συνένωση), θα πρέπει να αποφεύγεται η έγκριση αιτήματος για συνένωσή τους, εκτός στην περίπτωση που είναι δυνατή και πρόσφορη η έκδοση οδηγιών του Δικαστηρίου, με τις οποίες η Απαίτηση της έτερης αγωγής, να εκδικαστεί υπό μορφή Ανταπαίτησης στην αγωγή/οδηγό. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ ν. Apak Agro Industries
(1999)1 A.A.Δ. 1721, Samata Enterprises Ltd v. Γεωργίου Σταύρου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1876, Κυριάκος Μενελάου ως διαχειριστής της περιουσίας του Γεώργιου Σπαρσή Χατζησπύρου κ.α. ν. Κώστα Ξενοφώντος κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 371, Hadjiathanasiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401, Lewis v. Faily Telegraph Ltd. (No.2)
(1964)1 All E.R. 705, Healy and Others v. A. Waddington and Sons Ltd and Others [1954] 1 All E.R.861, Halsbury's Laws of England, 4th edition, volume 37, para. 69 και Annual Practice 1966 Vol. 1 page 41). Στην τελευταία ανωτέρω αυθεντία/σύγγραμμα (Halsbury's Laws of England, 4th edition, volume 37, para. 69), αναφέρονται, ειδικότερα - ενόψει των εδώ εγειρόμενων επιδίκων ζητημάτων, τα εξής: "On the other hand, there may be circumstances which may make it undesirable or even impossible, or at least impracticable, to make an order for consolidation. Thus, two actions cannot be consolidated where the plaintiff in one action is the same person as the defendant in another action unless one action can be ordered to stand as a counterclaim in the consolidated action. Again, it is generally impossible to consolidate actions where the plaintiffs in two or more actions are represented by different solicitors. Moreover, a consolidation order will as a matter of discretion be refused where it would be likely to cause embarrassment at the trial." Τέλος, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3th edition, volume 30, para. 725, αναφέρονται και τα εξής σχετικά «When two actions raise similar issues of fact but are not appropriate for consolidation, it is not uncommon to order that one action should be tried immediately after the other and that evidence given in the first action be treated as given also in the second, any person who is a party to the second action but not the first being permitted to attend the trial of the first and cross-examine the witnesses". Υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση στο ανωτέρω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο που τα διέπει. Θα εξετάσω την αίτηση με τη σειρά των ανωτέρω αναφερόμενων λόγων ένστασης. Με κάθε σεβασμό προς τα όσα η Ενάγουσα στην πρώτη αγωγή προβάλλει περί καθυστέρησης, ο σχετικός λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Δεν μου διαφεύγει ότι, όντως, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε σε χρόνο μετά που το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) όρισε την πρώτη αγωγή για ακρόαση. Ωστόσο, ως ήδη καταγράφηκε και ανωτέρω, στο στάδιο που ορίστηκε η ρηθείσα αγωγή για ακρόαση, η δικογραφία της δεν είχε ακόμα συμπληρωθεί, ούτε και τα διαδικαστικά ζητήματα του σταδίου των οδηγιών. Κατά συνέπεια, αυστηρώς ομιλούντες, η αίτηση καταχωρήθηκε εντός του χρόνου των οδηγιών, και δη σε στάδιο, που, σύμφωνα με τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, αποτελεί τον κατάλληλο χρόνο για καταχώρηση αιτήσεως ως ή υπό εξέταση (βλέπε Μενέλαου κ.α. εναντίον Ξενοφώντος
(1989)1.ΑΑΔ (Ε) 371, Lukoil Cyprus Ltd v. Μυλωνά κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1962 και Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρά. 60). Ως δε, ειδικότερα, σημειώθηκε, συναφώς, στη Lukoil Cyprus Ltd (ανωτέρω), αίτηση, ως υπό εξέταση, μπορεί να καταχωρηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η καθυστέρηση από μόνη της, δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη αιτήσεως ως η υπό εξέταση, παρά μόνο συνυπολογίζεται ως παράγοντας, για να διαφανεί αν, συνεπεία της και ή στη βάση της, ο αιτητής, με την καταχώρηση και προώθησή της, καταχράται τη δικαστική διαδικασία. Τίποτα επί του προκειμένου δεν προβάλλεται από πλευράς της Ενάγουσας στην πρώτη αγωγή, ούτε και προκύπτει από όσα τέθηκαν ενώπιόν μου ότι η παρούσα αίτηση προωθείται επί αλλότριων κινήτρων και δη για λόγο άλλο από το να συνενωθούν οι δύο αγωγές στη βάση της θεώρησης ότι κάτι τέτοιο εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε ό,τι, τώρα, αφορά στο κατά πόσο είναι μεμπτό το ότι η επίδικη αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, πάντα με σεβασμό στη σχετική θέση που προβάλλεται από την Ενάγουσα της πρώτης αγωγής, δεν συμφωνώ με τη σχετική εισήγησή της. Τα όσα οι Αιτητές προβάλλουν ως λόγους για έγκριση της επίδικης αίτησης, χωρίς να αποφαίνομαι, στο σημείο αυτό, ως προς την όποια δυναμική ή δραστικότητά τους ως προς την έκβαση της, παρατηρώ ότι, όντως, προκύπτουν μέσα από το περιεχόμενο των φακέλων των δύο αγωγών, και ό,τι υπολείπεται, είναι η επιχειρηματολογία, η οποία μπορεί να προωθηθεί μέσω των αγορεύσεων, όπως και έγινε. Ως εκ τούτου, και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ωστόσο, σε συμφωνία με τα όσα προβάλλει η Ενάγουσα της πρώτης αγωγής και η Εναγόμενη 9 της δεύτερης, κρίνω ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί. Και ο λόγος είναι απλός. Ως έχει υποδειχθεί ανωτέρω στη σχετική με το ζήτημα νομολογία, εκεί που ο Ενάγοντας της μίας αγωγής είναι Eναγόμενος στην άλλη (ως συμβαίνει με τις Αιτήτριες), δεν θα πρέπει (κατά κανόνα) να εκδίδεται διάταγμα συνένωσης παρά μόνο στην περίπτωση που τα όσα προβάλλει στη δική του αγωγή θα μπορούσαν, ευχερώς, να εκδικαστούν εν είδει ανταπαίτησης στο πλαίσιο της άλλης. Στη προκειμένη περίπτωση, τα όσα οι Αιτήτριες προβάλλουν υπό την ιδιότητα τους ως Ενάγουσες στη δεύτερη αγωγή, δεν θα μπορούσαν να εκδικαστούν υπό τύπο ανταπαίτησης στη πρώτη, καθότι η Ενάγουσα της πρώτης αγωγής δεν αποτελεί διάδικο της δεύτερης, ούτε και επιζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της. Επίσης, με εξαίρεση τους Eναγόμενους 1, 4, 10 και 12, στην δεύτερη αγωγή, οι λοιποί Εναγόμενοι τούτης, δεν αποτελούν διαδίκους στην πρώτη αγωγή, οπότε, τα όσα επιζητούνται εναντίον τους στο πλαίσιο της, να μην μπορούν να εκδικαστούν υπό τύπο ανταπαίτησης στην πρώτη αγωγή. Τονίζεται, δια επανάληψης, ότι εκεί ακριβώς που ο Ενάγοντας της μίας αγωγής έχει την ιδιότητα Εναγόμενου στην άλλη, ο κανόνας είναι να μην εκδίδεται διάταγμα συνένωσης, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, εξαίρεση, η οποία, για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που με την επίδικη αίτηση επιδιώκεται η συνένωση των αγωγών, τούτη (η αίτηση) δεν μπορεί να επιτύχει. Ωστόσο, έχοντας υπόψη ότι στις δυο αγωγές εγείρονται, σε μεγάλο βαθμό, κοινά επίδικα ζητήματα, για τα οποία, στην περίπτωση που διεξαχθούν δυο ξέχωρες ακροαματικές διαδικασίες, εκ των πραγμάτων, θα παρουσιαστεί δύο φορές σχετική μαρτυρία και θα εκφρασθούν δυο δικαστικές κρίσεις επί των κοινών αυτών επιδίκων ζητημάτων, στη βάση των όσων σχετικών αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3th edition, volume 30, para.725 (ανωτέρω), κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να διαταχθεί όπως η δεύτερη αγωγή εκδικαστεί αμέσως μετά την πρώτη, με οδηγίες όπως η μαρτυρία που θα δοθεί στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής να αντιμετωπιστεί ως μαρτυρία που δίδεται και στο πλαίσιο της δεύτερης, με τους διάδικους της δεύτερης αγωγής που δεν αποτελούν διάδικους στην πρώτη, να έχουν δικαίωμα να παρίστανται στη δίκη της πρώτης και να αντεξετάσουν τους μάρτυρες που θα καταθέσουν. Φυσικά, το δικαίωμα αυτό της αντεξέτασης, περιορίζεται μόνο αναφορικά με τα κοινά, στις δυο αγωγές, επίδικα ζητήματα, και όχι με τα όποια άλλα επίδικα ζητήματα της δεύτερης αγωγής που δεν αποτελούν κοινά με της πρώτης. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως η παρούσα παράγραφος. Η σειρά με την οποία θα ασκηθεί το ανωτέρω δικαίωμα αντεξέτασης των μαρτύρων της πρώτης αγωγής από τους διάδικους της δεύτερης, που δεν είναι διάδικοι και στην πρώτη, να αποφασιστεί από τη σύνθεση του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει τις αγωγές, ως οι σχετικοί Κανόνες ορίζουν. Ως προς τα έξοδα αναφορικά με τις Αιτήτριες και την Ενάγουσα της πρώτης αγωγής, ενόψει της ανωτέρω κατάληξης του Δικαστηρίου και δη, από την μια να μην εκδώσει την αιτούμενη, με την επίδικη αίτηση, θεραπεία, και από την άλλη, να μην απορρίψει την αίτηση, κρίνω όπως τούτα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της πρώτης αγωγής, και δη της μόνης αγωγής στην οποία αποτελεί διάδικο η Ενάγουσα/αρχική ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Ως προς τα έξοδα της επίδικης αίτησης αναφορικά με τις Αιτήτριες και την Εναγόμενη 9 της δεύτερης αγωγής (επίσης αντιμαχόμενη διάδικος στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης), τούτα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δεύτερης αγωγής, και δη της μόνης αγωγής στην οποία η τελευταία αποτελεί διάδικο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο