← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3193/15, 30/11/2023

ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3193/15, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3193/15 Μεταξύ:

  1. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ
  2. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ Εναγόντων v.
  3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  4. ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΦΑΝΙΔΗΣ
  5. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
  6. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόμενων Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Μ. Σιαμμούτη (κα) Για την Εναγόμενη: Κλ. Πολυβίου (κα) ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1[1] (στο εξής «η Εναγόμενη»), με την οποία, η συμφωνία απόκτησης Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου, που εξέδωσε η τελευταία το 2009 (στο εξής «τα ΜΑΚ»), να κριθεί ως άκυρη, καθώς επίσης και αποζημιώσεις σε σχέση με τα χρήματα που κατέβαλαν για την απόκτηση τους. Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των Εναγόντων, εκείνο που επικαλούνται είναι ότι η Εναγόμενη, μέσω υπαλλήλου και/ή αντιπροσώπου της, τους παραπλάνησε ως προς τη φύση των αξιών αυτών, αφού τις παρουσίασε ως καταθετικό σχέδιο, άνευ ρίσκου, με μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που απολάμβαναν προηγουμένως (ως δικαιούχοι γραμματίου), αποκρύπτοντάς τους, τους κινδύνους που ελλόχευαν από μια ενδεχόμενη αγορά τους, ασκώντας επ' αυτών πίεση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τούτοι να συμβληθούν για την απόκτησή τους. Είναι η επί του προκειμένου θέση των Εναγόντων[2] ότι, κατά το 2008, χωρίς οι ίδιοι, προηγουμένως, να επιδείξουν σχετική πρόθεση, η Εναγόμενη, μέσω του τότε φίλου του, υπαλλήλου της, Εναγόμενου 2, δια ψευδών και/ή αναληθών παραστάσεων και διά μη αποκαλύψεως των υπαρκτών κινδύνων που ελλόχευαν από την αγορά των Χρεογράφων που εξέδωσε η τελευταία το 2008 (στο εξής «τα Χρεόγραφα»), τους έπεισε να χρησιμοποιήσουν τις τότε καταθέσεις τους και να αγοράσουν Χρεόγραφα αξίας €1.000.000,00, κατόπιν σχετικής αίτησης που υπέβαλαν αμφότεροι στην τελευταία. Όσον δε αφορά στα ΜΑΚ, είναι η θέση των Εναγόντων ότι, κατά το 2009, ο ίδιος λειτουργός της Εναγόμενης, επικαλούμενος ανάγκη, για νομικούς λόγους, ως ανέφερε, να αποκτηθούν τούτα σε αντικατάσταση των Χρεογράφων, αναφέροντας, επιπροσθέτως, ότι επρόκειτο απλά για παράταση του υφιστάμενου σχεδίου Χρεογράφων, με καλύτερους όρους, χωρίς ρίσκο, τους έπεισε να υποβάλουν αίτηση για απόκτησή τους, καταβάλλοντας το ίδιο κεφάλαιο (€1.000.000,00), το οποίο αποτελούσε την αξία των Χρεογράφων που κατείχαν τότε. Αποτελεί επιπρόσθετη, συναφή, δικογραφημένη, αλλά και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρία, θέση των Εναγόντων ότι, με τον τρόπο που ενήργησε η Εναγόμενη, τόσο κατά την προσέγγιση των Εναγόντων ώστε να πεισθούν να αγοράσουν τα ΜΑΚ όσον και κατά την υποβολή της αίτησης για απόκτηση τους, στην ουσία, παρείχε επενδυτικές συμβουλές, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, Ν.144

(1)/2007, ως ίσχυε κατά τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας αγωγής, (στο εξής «ο Νόμος»). Είναι η επί του προκειμένου θέση των Εναγόντων ότι, η Εναγόμενη, μολονότι παρείχε επενδυτικές συμβουλές, εντούτοις δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που της επιβάλλουν οι πρόνοιες του Νόμου και ότι ενήργησε κατά παράβαση τους, με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να ζητούν ανάλογες θεραπείες. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί επιπρόσθετη, πλην όμως επίσης συναφή, δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι, ο τρόπος δράσης της Εναγόμενης, ως ανωτέρω περιγράφεται, ισοδυναμεί με απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή σκόπιμη μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών και/ή παράβαση καθήκοντος επιμέλειας ή εμπιστοσύνης και/ή άσκηση ψυχικής πίεσης και/ή παράβαση συμφωνίας (σχετικές λεπτομέρειες δικογραφούνται). Είναι, τέλος, η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι, η ενέργεια της Εναγόμενης, από τη μια να ενεργεί ως εκδότρια των πιο πάνω αξιών και να τις θέτει προς πώληση για αποκόμιση οφέλους και, από την άλλη, να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες προς τους πελάτες της, που θα τις αποκτήσουν, είναι μεμπτή, καθότι εμπεριέχει το στοιχείο της σύγκρουσης συμφερόντων. Η Υπεράσπιση Η Εναγόμενη απορρίπτει τα όσα της προσάπτουν οι Ενάγοντες και προβάλλει τη θέση ότι, στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την έκδοση και διάθεση των πιο πάνω αξιών της, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος, καθότι δεν παρείχε οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες, ούτε και παρείχε επενδυτικές συμβουλές. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της ότι, ενόψει του περιεχομένου των αιτήσεων που υπέβαλαν οι Ενάγοντες για απόκτηση των ΜΑΚ, τούτοι κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή. Προβάλλει, επίσης, συναφώς πάντα με τα ανωτέρω, ότι, ενήργησε σε πλήρη συμμόρφωση και εντός των επιταγών του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο, Ν.114
(1)/2005 (στο εξής «ο Περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος»), οι πρόνοιες του οποίου τύγχαναν εφαρμογής. Στη βάση αυτής της θεώρησης, υποστηρίζεται, περαιτέρω, δικογραφικώς πάντα, ότι καμία ενέργεια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της δεν έγινε κατά παράβαση οποιουδήποτε Νόμου και ότι, ενόψει τούτου, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιανδήποτε θεραπεία. Ως επιπρόσθετη υπεράσπιση, προβάλλεται ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται ότι υπέστηκαν οικονομική ζημιά, καθότι, ανεξαρτήτως των συνθηκών απόκτησης των επίδικων αξιών, ενόψει των γεγονότων του 2013 και της επακόλουθης απομείωσης των καταθέσεων των πελατών της Εναγόμενης, τούτοι δεν έχουν, στην πραγματικότητα, υποστεί οποιανδήποτε ζημιά και, εν πάση περιπτώσει, η Εναγόμενη δεν είχε επιλογή να μην ενεργήσει στη βάση των σχετικών διαταγμάτων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα, η εφαρμογή των οποίων οδήγησε στην απομείωση των καταθέσεων, περιλαμβανομένων και των κεφαλαίων των ΜΑΚ. Τέλος, στο πλαίσιο της αγόρευσης της συνηγόρου της Εναγόμενης, προβάλλεται και η θέση ότι οι Ενάγοντες προωθούν διαζευκτικούς ισχυρισμούς, που δεν μπορούν να συνυπάρξουν καθότι η εφαρμογή του ενός αναιρεί την δυνατότητα εφαρμογής του άλλου. Ακροαματική διαδικασία Για σκοπούς απόδειξης της αγωγής, κατέθεσε, ενόρκως, μόνο ο Ενάγοντας, ενώ για σκοπούς αναχαίτισης της, η Εναγόμενη κάλεσε μόνο τον Εναγόμενο 2 (στο εξής «ο Θεοφανίδης»). Επίσης, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, τα οποία αποτελούν τα Τεκμήρια 1 και 2[3]. Οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες και παρέδωσαν στο Δικαστήριο[4]. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα και έγγραφα Τα παραδεκτά γεγονότα έχουν ως εξής: «1. Οι τρεις επίδικες αξίες[5] της παρούσας υπόθεσης είναι οι ακόλουθες: 1.1 Τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 το 2008 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά (Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου - 'ΧΑΚ' και Χρηματιστήριο Αθηνών - `ΧΑ') μέχρι το 2013 (εφεξής `Χρεόγραφα 2013/2018'). Σε σχέση με αυτές τις αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο το οποίο ενέκρινε η αρμόδια εποπτική αρχή (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, εφεξής '[ΚΚ') με βάση τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο του 2005 (Ν. 114
(1)/2005) και τον Κανονισμό 809/2004 της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα ενημερωτικά δελτία (εφεξής `Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων') και το οποίο συναποτελείται από πέντε βασικά έγγραφα το οποία κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία ως έγγραφα 2.3 - 2.
  1. 1.2 Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 2009 τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 το 2009 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά (ΧΑΚ και ΧΑ) μέχρι το 2013 (εφεξής `ΜΑΚ 2009'). Σε σχέση με αυτές τις αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30 Απριλίου 2009 το οποίο ενέκρινε η ΕΚΚ με βάση τη Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων και το οποίο κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως έγγραφο 2.
  2. 1.3 Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου 2011 τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 το 2011 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά (ΧΑΚ και ΧΑ) μέχρι το 2013 (εφεξής 'ΜΑΕΚ 2011'). Σε σχέση με αυτές τις αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου 2011 το οποίο ενέκρινε η ΕΚΚ με βάση τη Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων.
  3. Οι τρεις επίδικες αξίες αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα για αριθμό λόγων. Και οι τρεις επίδικες αξίες μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές. Σε σχέση με τα ΜΑΚ 2009 και τα ΜΑΕΚ 2011 σημειώνονται, μεταξύ άλλων (α) η αορίστου χρόνου διάρκεια τους, (β) η δυνατότητα κατά την επιλογή των κατόχων τους για μετατροπή τους σε μετοχές, (γ) η δυνατότητα της Εναγόμενης 1 να εξαγοράσει τούτα στην ονομαστική τους αξία μετά πάροδο πέντε ετών από την έκδοσή τους και, σε σχέση μόνο με τα ΜΑΕΚ 2011, (δ) η πιθανότητα, στη βάση δυσμενούς οικονομικής κατάστασης ή βιωσιμότητας της Εναγόμενης 1, να προέκυπτε αναγκαστική μετατροπή τους από την Εναγόμενη 1 σε μετοχές με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της Εναγόμενης
  4. Περαιτέρω, ειδικά σε σχέση με τα ΜΑΚ 2009 και τα ΜΑΕΚ 2011, η Εναγόμενη 1 δύνατο να ακυρώσει την πληρωμή τόκου εάν δεν τηρούσε τη σχετική κεφαλαιακή επάρκεια: Σε σχέση με τα ΜΑΚ 2009 η Εναγόμενη 1 θα ήταν υποχρεωμένη να ικανοποιήσει οποιαδήποτε ακύρωση πληρωμής τόκου μόνο σε περίπτωση εξαγοράς των ΜΑΚ 2009 και εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή σύμφωνα με σχετικές πρόνοιες των όρων έκδοσης. Σε σχέση με τα ΜΑΕΚ 2011, οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου θα ήταν πλήρης και αμετάκλητη και θα χανόταν (forfeited) και δεν θα καθίστατο πληρωτέα από την Εναγόμενη
  5. Αναφορικά με τα Χρεόγραφα 2013/2018, η Εναγόμενη 1 δύνατο να μην καταβάλει τόκο μόνο σε περίπτωση μη φερεγγυότητας. Τα Χρεόγραφα 2013/2018, αν και σε σύγκριση με τα ΜΑΚ 2009 και τα ΜΑΕΚ 2011 δεν ήταν τόσο πολύπλοκα και σύνθετα, εντούτοις, μεταξύ άλλων, (α) η δεκαετής διάρκειά τους σε συνδυασμό με το ότι το επιτόκιο ήταν σταθερό μόνον για το πρώτο έτος μετά την έκδοσή τους και μετά μεταβλητό και εξαρτώμενο από το EURIBOR, (β) η δυνατότητα να μετατραπούν σε μετοχές κατ' επιλογή των κατόχων τους, αλλά και (γ) το δικαίωμα που διατηρούσε η Εναγόμενη 1 να τα εξαγοράσει στην ονομαστική τους αξία μετά πάροδο πέντε ετών από την έκδοσή τους, τα καθιστούσαν πιο σύνθετα και πολύπλοκα σε σχέση με την διατήρηση ενός λογαριασμού συνήθους τύπου γραμματίου. Τα ΜΑΚ 2009 και ΜΑΕΚ 2011 ήταν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα καθότι είχαν αόριστη διάρκεια και μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές.
  6. Οι τρεις επίδικες αξίες εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 με δημόσια προσφορά στο ευρύ επενδυτικό κοινό προς το σκοπό της ίδιας άντλησης κεφαλαίων από το ευρύ κοινό, και σε σχέση με την έκδοση των Χρεογράφων 2013/2018 αντλήθηκαν Δευτεροβάθμια Κεφάλαια, και σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΚ 2009 και των ΜΑΕΚ 2011 αντλήθηκαν Πρωτοβάθμια Κεφάλαια.
  7. Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι σε σχέση με την πώληση και διάθεση των επίδικων αξιών στον Ενάγοντα από την Εναγόμενη 1 παρασχέθηκαν επενδυτικές υπηρεσίες και εφαρμόζεται: (α) Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007 (Ν. 144
(1)/2007) ο οποίος Θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης του Κυπριακού δικαίου με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive, εφεξής 'MiFID), και (β) οι σχετικές Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Κ.Δ.Π. 557/2007), και (Κ.Δ.Π. 558/2007) (συλλογικά, 'η Νομοθεσία περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών')· και είναι η θέση του Ενάγοντος ότι με βάση την ανωτέρω νομοθεσία, ο Ενάγοντας εμπίπτει στην κατηγορία των 'ιδιωτών πελάτων'.
  1. Η Εφαρμογή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω νομοθεσίας θα αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  2. Είναι η θέση των Εναγομένων, οι οποίοι ήταν οι εκδότες των αξιών, ότι η Νομοθεσία περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση καθότι δεν παρασχέθηκε καμία επενδυτική υπηρεσία στον Ενάγοντα κατά τη διαδικασία εγγραφής για απόκτηση και/ή κατά την απόκτηση από αυτούς των επίδικων αξιών. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την πολυπλοκότητα των επίδικων αξιών, αλλά είναι η θέση τους ότι αυτή είναι ουσιαστικός παράγοντας βάσει της Νομοθεσίας περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στην περίπτωση που αυτή έχει εφαρμογή, το οποίο θα αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο. Είναι έτι περαιτέρω η θέση των Εναγομένων ότι για το σκοπό της διάθεσης των επίδικων αξιών με την διαδικασία της δημόσιας προσφοράς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό και της έκδοσης των Ενημερωτικών Δελτίων βάσει των απαιτήσεων της Νομοθεσίας περί Ενημερωτικών Δελτίων, η πολυπλοκότητα των εν λόγω προϊόντων δεν έχει την οποιανδήποτε σημασία καθότι η αρμόδια Αρχή, ήτοι η [ΚΚ, ενέκρινε τη διάθεση των επίδικων αξιών με τους όρους έκδοσης τους μέσω των Δελτίων». Από αυτό το σημείο, ενόψει της φύσης τους, προβαίνω σε ευρήματα ως τα ανωτέρω παραδεκτά γεγονότα, με εξαίρεση, φυσικά, την εκεί αναφορά που θέλει τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου του 2011 (ΜΑΕΚ) να αποτελούν επίδικες στην παρούσα αγωγή αξίες, μια και αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι δεν αποκτήθηκαν τέτοιες αξίες από τους Ενάγοντες. Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας Ενάγοντας Ο Ενάγοντας[6], μέσω της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι συνήθιζε να επισκέπτεται συγκεκριμένο σωματείο της Επαρχίας Λευκωσίας και εκεί γνωρίστηκε με τον Θεοφανίδη, με τον οποίο ανάπτυξαν φιλικές σχέσεις. Στο πλαίσιο της σχέσης τους αυτής, ο τελευταίος, όντας τραπεζικός υπάλληλος της Εναγόμενης, τον παρότρυνε να μεταφέρει τις καταθέσεις του ιδίου και της συζύγου του (Ενάγουσα 2[7], στο εξής «η Ενάγουσα»), στο υποκατάστημα που εργαζόταν, πράγμα και το οποίο έπραξε περί το
  3. Ένα χρόνο μετά, ο Θεοφανίδης επικοινώνησε μαζί του και του ανάφερε ότι η Εναγόμενη προωθεί ένα νέο προϊόν, το οποίο αποτελεί, στην ουσία, καταθετικό σχέδιο, πλην όμως παρέχει μεγαλύτερο καταθετικό επιτόκιο από ότι το επιτόκιο που απολάμβαναν οι Ενάγοντες μέχρι εκείνη την ημέρα, ως δικαιούχοι γραμματίων. Του ανάφερε, ακόμη, ότι, δεν θα προέκυπτε οποιοδήποτε ρίσκο με την απόκτηση αυτού του νέου προϊόντος. Ξέροντας, ο Θεοφανίδης, ότι η Ενάγουσα αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα, ανέφερε στον Ενάγοντα ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος την ετοιμασία των εγγράφων, τα οποία, ακολούθως, θα του παρέδιδε, αφενός για τα υπογράψει ο ίδιος και αφετέρου για να τα μεταφέρει στην οικία του για να τα υπογράψει και η Ενάγουσα. Ήταν σύνηθες, στις μεταξύ τους σχέσεις που αφορούσαν τραπεζικές πράξεις και εντολές, ο Θεοφανίδης να τον επισκέπτεται είτε στο γραφείο του είτε στην οικία του για σκοπούς λήψης υπογραφών. Στην συζήτηση τους αυτή, ο Θεοφανίδης περιέγραψε τα Χρεόγραφα ως ένα ασφαλές γραμμάτιο, χωρίς ρίσκο, το οποίο είχε διάρκεια 5 ετών, με δικαίωμα των Εναγόντων, με την λήξη της περιόδου αυτής, να λάβουν πίσω το κεφάλαιο τους στο ακέραιο ή να το ανανεώσουν. Του ανάφερε ακόμη ότι, στην περίπτωση που επιθυμούσε, στο χρονικό διάστημα αυτό των 5 ετών, να δανειστεί χρήματα, θα μπορούσε τούτο να γίνει με τη δέσμευση των Χρεογράφων. Τίποτε περί κινδύνων δεν αναφέρθηκε στη συζήτηση αυτή από τον Θεοφανίδη και ούτε δόθηκε στους Ενάγοντες οποιοδήποτε επεξηγηματικό, των Χρεογράφων, έγγραφο. Ούτε και τέθηκαν στον Ενάγοντα οποιεσδήποτε ερωτήσεις που σκοπό να είχαν να διαφανεί η όποια πείρα ή γνώσεις του ιδίου και της Ενάγουσας σε σχέση με τα Χρεόγραφα. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, και όντες οι Ενάγοντες πρόσωπα άπειρα σε θέματα χρηματιστηρίου και επενδύσεων, αφέθηκαν με την εντύπωση ότι τα Χρεόγραφα ήταν ένα προϊόν τύπου γραμματίου, με πιο συμφέροντα τόκο, λόγω της πενταετούς διάρκειας τους, επιδεικνύοντας τυφλή εμπιστοσύνη στο φίλο του Ενάγοντα, Θεοφανίδη. Ως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, στη περίπτωση που ο τελευταίος του ανέφερε ότι τα Χρεόγραφα αποτελούσαν χρηματιστηριακό προϊόν και δεν είχαν την ασφάλεια των καταθέσεων, ούτε αυτός, ούτε και η Ενάγουσα θα επένδυαν τις καταθέσεις τους, οι οποίες αποτελούσαν το προϊόν του κόπου μίας ολόκληρης ζωής, για την απόκτηση τους. Με γνώμονα τα πιο πάνω, οι Ενάγοντες αποφάσισαν να υπογράψουν τη σχετική αίτηση[8], τον Ιούλιο του 2008[9] χωρίς να αναγνώσουν το περιεχόμενο της, δείχνοντας τυφλή εμπιστοσύνη στον Θεοφανίδη, με αποτέλεσμα, ακολούθως, να αποκτήσουν Χρεόγραφα αξίας €1.000.000,
  4. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Θεοφανίδης επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και τον ενημέρωσε ότι προέκυψαν κάποια ζητήματα νομικής φύσεως που κατέστησαν αναγκαία την αλλαγή του σχεδίου και ότι, για τον σκοπό αυτό, θα έπρεπε οι Ενάγοντες να υπογράψουν νέα έγγραφα τα οποία θα ετοίμαζε ο ίδιος. Στις αρχές του 2009, οι Ενάγοντες προβήκαν σε ανακαίνιση της οικίας τους και ο Ενάγοντας θα παρουσίαζε εργασία του στην Ευρωπαϊκή Ουρολογική Ένωση, της οποίας προέδρευε, καθώς επίσης, κατά το ίδιο, πάντα, χρονικό διάστημα, ο Ενάγοντας μετέφερε το ιατρείο του σε γνωστό ιδιωτικό νοσοκομείο[10]. Επίσης, πάντα κατά το ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, οι Ενάγοντες ασχολούνταν με τις προετοιμασίες του γάμου του γιού τους, και ο Ενάγοντας ετοιμαζόταν για διάλεξη την οποία θα παρουσίαζε στην Αθήνα περί τα τέλη Μαΐου. Εντός αυτού του πλαισίου δραστηριοτήτων των Εναγόντων, λήφθηκε, ταχυδρομικώς - με αποστολέα την Εναγόμενη - ένα μικρό βιβλιαράκι[11], το οποίο συνοδευόταν από μια ασυμπλήρωτη αίτηση για απόκτηση των ΜΑΚ. Αμέσως, ο Ενάγοντας, επικοινώνησε με τον Θεοφανίδη και τον πληροφόρησε για την λήψη των πιο πάνω εγγράφων και τον ρώτησε σε τι αφορούσαν. Ο τελευταίος του ανάφερε ότι θα έπρεπε οι Ενάγοντες να συμπληρώσουν επί της αίτησης το ποσό €1.000.000,00 και να την υπογράψουν, και ότι πρόκειται για τα έγγραφα του νέου σχεδίου, για το οποίο μίλησαν προηγουμένως. Τον διαβεβαίωσε και πάλι ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε κίνδυνος από την απόκτηση τους, λέγοντας, επιπροσθέτως, ότι, στην ουσία επρόκειτο για παράταση του σχεδίου το οποίο κατείχαν ήδη και δη τα Χρεόγραφα. Με δεδομένη την άγνοια των Εναγόντων περί χρηματιστηριακά και επενδυτικά θέματα και στην βάση των όσων σχετικά είχαν ενημερωθεί από τον Θεοφανίδη και τις μέχρι τότε σχέσεις τους, ο Ενάγοντας, στις 26.05.2009, ημέρα Τρίτη, συναντήθηκε με τον Θεοφανίδη. Στην συνάντηση τους αυτή, ο τελευταίος του ανάφερε ότι με το νέο αυτό σχέδιο δεν θα άλλαζε οτιδήποτε από ότι ίσχυε με τα Χρεόγραφα, και ότι η ανάγκη αντικατάστασης τους από τα ΜΑΚ, ήταν το αποτέλεσμα νομικών ζητημάτων που επιβάλλουν τούτη. Προς επιβεβαίωση της θέσης του ότι, με τα ΜΑΚ, δεν θα άλλαζε κάτι από τα όσα ίσχυαν με τα Χρεόγραφα, ο Θεοφανίδης άνοιξε το βιβλιαράκι που είχε αποσταλεί στους Ενάγοντες ταχυδρομικώς, το οποίο οι Ενάγοντες δεν είχαν αναγνώσει και υπέδειξε στον Ενάγοντα συγκεκριμένο σημείο όπου φαινόταν ότι ο τόκος που θα αποδίδετο στους Ενάγοντες ως κάτοχοι των ΜΑΚ ήταν ο ίδιος με τον τόκο που λάμβαναν ήδη ως κάτοχοι Χρεογράφων. Κατά την συνάντηση τους αυτή, η οποία κράτησε για λίγα λεπτά, ο Θεοφανίδης δεν αναφέρθηκε σε οποιουσδήποτε κινδύνους σε σχέση με τα ΜΑΚ, ούτε και έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε χρηματιστηριακά θέματα, ούτε και παρέδωσε στον Ενάγοντα οποιαδήποτε επεξηγηματικά, των ΜΑΚ, έγγραφα, ούτε και του έθεσε οποιεσδήποτε ερωτήσεις αναφορικά με το κατά πόσο ο ίδιος και η Ενάγουσα ήταν σε θέση να αντιληφθούν σε τι αφορούσαν τα ΜΑΚ, τα οποία τους παρουσίασε ως ασφαλές, καταθετικού τύπου, προϊόν. Τουναντίον, ως ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε, του ανάφερε, όπως και το 2008 σε σχέση με τα Χρεόγραφα, ότι η απόκτηση των ΜΑΚ αποτελούσε την καλύτερη επιλογή για τους Ενάγοντες. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, και αφού την αίτηση για απόκτηση των ΜΑΚ[12] είχε ήδη υπογράψει και η Ενάγουσα, ο Ενάγοντας την παρέδωσε στον Θεοφανίδη, με αποτέλεσμα, ακολούθως, οι Ενάγοντες να αποκτήσουν τα ΜΑΚ αξίας €1.000.000,00, χρησιμοποιώντας το κεφάλαιο των Χρεογράφων που κατείχαν μέχρι τότε. Περί τον Ιανουάριο του 2011, ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με βαριές επιπλοκές και δεν κατάφερε να επανέλθει τόσο σε θέματα υγείας όσο και επαγγελματικά. Περί τον Απρίλιο με Μάιο του 2011, κάποια λειτουργός της Εναγόμενης επικοινώνησε μαζί του και τον ενημέρωσε για την προώθηση ενός νέου προϊόντος, στην οποία ο Ενάγοντας ανάφερε ότι όλα τα χρήματα του ιδίου και της Ενάγουσας ήταν δεσμευμένα, εννοώντας στα ΜΑΚ. Παρά το γεγονός ότι η υπάλληλος αυτή της Εναγόμενης του ανάφερε ότι το νέο προϊόν θα είχε ευνοϊκότερο τόκο, και δη 6,5% από ότι τα ΜΑΚ, τα οποία παρείχαν τόκο 5,5,%, ο Ενάγοντας δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την απόκτηση του νέου προϊόντος, καθότι ήταν πολύ επηρεασμένος από τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και ανάφερε στην εκπρόσωπο της Εναγόμενης ότι δεν επιθυμεί να το αποκτήσει, ούτε και να έχει οποιαδήποτε συνάντηση μαζί της για τον σκοπό αυτό. Ως προς δε τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε την δεδομένη στιγμή ο Ενάγοντας, ανάφερε ότι βρισκόταν σε βαριά σηπτική μεταχειρουργική κατάσταση, και στη βάση του δεδομένου αυτού, ζήτησε από την λειτουργό της Εναγόμενης να μην τον ενοχλήσει ξανά. Περί τον Ιούλιο του 2012, κατά την επίσκεψη του σε συγκεκριμένο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα, αντιλήφθηκε ότι «κάτι δεν πήγαινε όπως έπρεπε» με τους τόκους που θα έπρεπε να λάβουν οι Ενάγοντες ως κάτοχοι των ΜΑΚ και επικοινώνησε με τον Θεοφανίδη, ο οποίος του ανάφερε «μην έχεις έγνοια εγώ είμαι εδώ» και ακολούθως δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη επαφή μεταξύ τους. Τον Οκτώβριο του 2012, κατόπιν δικών του ενεργειών, διευθέτησε συνάντηση με συγκεκριμένο λειτουργό της εταιρείας Cisco, στο πλαίσιο της οποίας του υπεδείχθη το ενημερωτικό δελτίο των ΜΑΚ, και εκεί ήταν που πρώτη φορά άρχισε να ανησυχεί ότι «ξεγελάστηκε». Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, στη βάση των όσων οι Ενάγοντες γνώριζαν περί τραπεζικών εργασιών, και όντες πρόσωπα που ουδέποτε υπήρξαν επενδυτές ή ασχολήθηκαν με το χρηματιστήριο, θεωρούσαν ότι μια τράπεζα απλά παρείχε δάνεια, καθώς επίσης δέχεται καταθέσεις και για τον σκοπό αυτό εκδίδει γραμμάτια. Δεν μπορούσαν ποτέ να υποψιαστούν ότι μια τράπεζα θα προσφέρει προς πώληση προϊόν επενδυτικού τύπου ή ότι, οι ίδιοι, θα μπορούσαν να αποταθούν σε μια τράπεζα για απόκτηση αξιών που θα τύγχαναν διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο. Ενόψει των ανωτέρω, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η ζημιά που υπέστησαν είναι η αξία του κεφαλαίου των ΜΑΚ και δη €1.000.000,00, τα οποία και απαιτούν, μέσω της παρούσας αγωγής, όπως τους επιστραφούν από την Εναγόμενη, θεωρώντας εαυτούς εξαπατημένους από την Εναγόμενη μέσω του τότε υπάλληλου της, Θεοφανίδη. Τέλος, τόνισε ότι, συνεπεία της σχέσης του με τον Θεοφανίδη, ο τελευταίος γνώριζε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε πείρα ή γνώσεις σε θέματα επενδύσεων ή χρηματιστηρίου και παρά ταύτα, δεν τους ενημέρωσε ποτέ για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση των επίδικων αξιών, ούτε και τους συμβούλεψε ποτέ να αποταθούν σε τρίτο πρόσωπο για να λάβουν σχετική πληροφόρηση. Θεοφανίδης: Ο Θεοφανίδης, στην ουσία, αποδέχθηκε την φιλική σχέση που διατηρούσε με τον Ενάγοντα, καθώς επίσης και το πλαίσιο στο οποίο αυτή δημιουργήθηκε. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η μεταφορά των καταθέσεων των Εναγόντων από άλλο τραπεζικό ίδρυμα στο υποκατάστημα που εργαζόταν να ήταν το αποτέλεσμα δικής του προτροπής προς τον Ενάγοντα, στο πλαίσιο της φιλίας τους. Ωστόσο, σε σχέση με την απόκτηση των Χρεογράφων του 2008, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας εισήλθε στο υποκατάστημα της Εναγόμενης, χωρίς προηγουμένως να είχε συνεννοηθεί μαζί του οτιδήποτε σχετικό, και ζήτησε να δει τον διευθυντή του υποκαταστήματος. Επικοινώνησε με τον διευθυντή του, ο οποίος, ωστόσο, βρισκόταν σε συνάντηση με άλλο πελάτη και του ανάφερε ότι δεν μπορούσε να δει τον Ενάγοντα την δεδομένη στιγμή και τον παρακάλεσε όπως επιληφθεί ο ίδιος του όποιου αιτήματος του. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Θεοφανίδης υπόγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών των Εναγόντων επί της αίτησης για απόκτηση των Χρεογράφων και δεν είχε οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη. Ισχυρίστηκε δε ότι δεν συμβούλεψε καθόλου τον Ενάγοντα για την απόκτηση τους, ούτε και ήταν το πρόσωπο που τον έπεισε να τα αποκτήσει. Ως προς τα ΜΑΚ, επί της αίτησης που υποβλήθηκε για την απόκτηση τους από τους Ενάγοντες, ο Θεοφανίδης δεν αναγνώρισε πουθενά την υπογραφή του και γενικότερα τον γραφικό του χαρακτήρα, και δήλωσε ότι δεν θυμάται να είχε οποιαδήποτε σχετική επαφή με τον Ενάγοντα. Αξιολόγηση: Ενάγοντας: Ο Ενάγοντας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου είπε την αλήθεια στη βάση πάντα της δικής του αντίληψης για τα όσα έζησε. Ήταν σταθερός στις τοποθετήσεις του, ευθύς και σαφής, χωρίς να παρατηρείται οποιαδήποτε αντίφαση ή διάθλαση στη μαρτυρία του, η οποία, απεναντίας, συμβαδίζει και με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Σε αρκετά δε σημεία της, αυτή υποστηρίζεται και από την ενώπιον μου γραπτή μαρτυρία. Με κάθε σεβασμό προς την αντίθετη εισήγηση της συνηγόρου της Εναγόμενης, η αξιοπιστία του Ενάγοντα δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Η εισήγηση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι δεν στέκει στη λογική οι Ενάγοντες, ιατροί, με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, να μην έχουν διαβάσει το περιεχόμενο των αιτήσεων για απόκτηση των Χρεογράφων και των ΜΑΚ αξίας €1.000.000,00, καθώς επίσης και το περιεχόμενο του συνοπτικού ενημερωτικού δελτίου των ΜΑΚ, και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι δεν διάβασε τούτο δεν πρέπει να γίνει δεκτός, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αν η απάντηση στο ερώτημα του κατά πόσο διάβασαν ή όχι οι Ενάγοντες το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, προτού υπογράψουν τις αιτήσεις, εξαρτάτο στην κοινή λογική επί τη βάσει, αποκλειστικά, ότι τούτοι ήταν ιατροί, και η αξία των αξιών αυτών ανερχόταν στα €1.000.000,00 τότε το σχετικό επιχείρημα της συνηγόρου της Εναγόμενης ενδεχομένως να ήταν ορθό. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι, το τι επέβαλε η λογική στη προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως και των λοιπών δεδομένων που περιέβαλλαν τις συνθήκες υπό τις οποίες οι συγκεκριμένες αιτήσεις υποβλήθηκαν. Τούτα τα δεδομένα, στη βάση της σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας του Ενάγοντα, έχουν ως εξής:
(1)Αμφότεροι οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε πείρα σε επενδύσεις ή γενικότερα κατοχή αξιών ως οι επίδικες.
(2)Οι όποιες εμπειρίες τους με τράπεζες, πριν τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής, περιορίζονταν σε κατοχή γραμματίων υπό μορφή καταθέσεων και υποβολές εντολών για διενέργεια απλών τραπεζικών πράξεων.
(3)Ο Ενάγοντας και ο Θεοφανίδης διατηρούσαν φιλική σχέση, με τον πρώτο να γνωρίζει ότι ο δεύτερος εργαζόταν στην Εναγόμενη και τον δεύτερο να γνωρίζει το εντελώς περιορισμένο των γνώσεων ή ακόμα και άγνοια του πρώτου, αλλά και της Ενάγουσας, σε σχέση με επενδυτικά σχέδια και τα ρίσκα που τα περιέβαλλαν.
(4)Ένα περίπου χρόνο πριν την απόκτηση των Χρεογράφων, ο Ενάγοντας, χωρίς προηγουμένως να έχει τέτοια πρόθεση, κατόπιν σχετικής προτροπής του Θεοφανίδη και μόνο, μετέφερε μεγάλο χρηματικό ποσό των Εναγόντων από άλλο τραπεζικό ίδρυμα σε τραπεζικούς λογαριασμούς του υποκαταστήματος που εργαζόταν ο τελευταίος.
(5)Ουδέποτε οι Ενάγοντες επέδειξαν, ιδία βουλήσει, ενδιαφέρον για την απόκτηση των Χρεογράφων ή των ΜΑΚ, παρά μόνο κατόπιν σχετικής πληροφόρησης που έλαβαν από τον Θεοφανίδη.
(6)Οι πληροφορίες αυτές περιορίστηκαν σε ανάδειξη των θετικών και μόνο χαρακτηριστικών των αξιών αυτών (σε σύγκριση με τα όποια οφέλη απολάμβαναν μέχρι τότε οι Ενάγοντες ως κάτοχοι γραμματίων στην Εναγόμενη), χωρίς να ενημερώνουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση τους.
(7)Μέσω του Θεοφανίδη, υπαλλήλου της Εναγόμενης, και φίλου του Ενάγοντα για χρόνια, οι αξίες αυτές παρουσιάστηκαν ως κατάλληλες και συμφέρουσες για τους Ενάγοντες για σκοπούς αντικατάστασης της μέχρι τότε μεθόδου διατήρησης των καταθέσεων τους.
(8)Χαρακτηρίστηκαν οι αξίες αυτές, ως καταθετικά σχέδια, τύπου γραμματίου, με ευνοϊκότερο επιτόκιο από αυτό που απολάμβαναν οι Ενάγοντες μέχρι τότε και
(9)Τα ΜΑΚ παρουσιάστηκαν ως συνέχεια των Χρεογράφων, τα οποία (Χρεόγραφα), για νομικούς λόγους, θα έπρεπε να αντικατασταθούν από αυτά (ΜΑΚ), διατηρώντας, όμως, οι Ενάγοντες το ίδιο, ψηλό, επιτόκιο που απολάμβαναν μέσω των Χρεογράφων, χωρίς να μεταβάλλεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, η συμβατική σχέση των μερών. Είμαι της γνώμης ότι, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ήταν για χρόνια ιατροί με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, δεν απολήγει, ως η συνήγορος της Εναγόμενης εισηγείται, ότι οι Ενάγοντες διάβασαν, στην πραγματικότητα, το περιεχόμενο των αιτήσεων και του συνοπτικού ενημερωτικού δελτίου των ΜΑΚ, προτού υπογράψουν τις αιτήσεις, και κατά συνέπεια ο Ενάγοντας επί του προκειμένου δεν είπε την αλήθεια. Είναι στη βάση όλων των ανωτέρω δεδομένων, που αποδέχομαι το σχετικό ισχυρισμό του τελευταίου, και δη ότι, ούτε αυτός, ούτε η Ενάγουσα διάβασαν το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Όσο δε αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες οι Ενάγοντες έθεσαν τις υπογραφές τους επί των εν λόγω αιτήσεων, παρά την αρχική απόλυτη συγκρουόμενη εκδοχή που προώθησε ο Θεοφανίδης (στην οποία θα επανέλθω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του), σε μεταγενέστερο στάδιο, οι σχετικές τοποθετήσεις του, δεν είναι αποκλίνουσες της εκδοχής του Ενάγοντα. Κατά συνέπεια την μαρτυρία του Ενάγοντα την αποδέχομαι στο σύνολο της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Θεοφανίδης: Ο Θεοφανίδης δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν εμφανής, καθ' όλη τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας του, η προσπάθεια του να αποφύγει να προωθήσει ισχυρισμούς που θα τον παρουσίαζαν ως το πρόσωπο, εκ μέρους της Εναγόμενης, που προσέγγισε και πληροφόρησε τους Ενάγοντες για τις επίδικες αξίες. Επιστράτευε, συνεχώς, την απώλεια μνήμης για να αποφύγει να τοποθετηθεί επί καίριων ερωτήσεων που αφορούσαν τα επίδικα ζητήματα, ενώ την ίδια στιγμή, χωρίς να δώσει εξήγηση για το πώς η μνήμη του, για το συγκεκριμένο θέμα, δεν τον πρόδιδε, προώθησε απόλυτους ισχυρισμούς, μόνο σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες υποβλήθηκε η αίτηση των Εναγόντων για απόκτηση των Χρεογράφων. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, υπεκφυγές και αλλαγή θέσεων, που σκοπό, κατά την γνώμη μου, είχαν να αποφύγει να αποδεχθεί τα όσα του απέδιδε ο Ενάγοντας σε σχέση με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, σημειώνω, συναφώς, τα εξής: Ενώ στο αρχικό στάδιο της μαρτυρίας του, και δη στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του, ανάφερε προς την συνήγορο της Εναγόμενης ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο ίδιος να εισηγήθηκε στον Ενάγοντα, κατά το 2007, να μεταφέρει τις καταθέσεις των Εναγόντων από άλλο τραπεζικό ίδρυμα στο υποκατάστημα της Εναγόμενης, στο οποίο εργαζόταν, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, όταν πλέον βρισκόταν αντιμέτωπος με τα όσα του αποδίδουν οι Ενάγοντες, άλλαξε θέση και ισχυρίστηκε, ότι δεν θυμάται να έπραξε τέτοιο πράγμα. Ενώ η σχετική βασική του θέση ήταν ότι η αίτηση των Εναγόντων για απόκτηση των Χρεογράφων υπογράφτηκε στο υποκατάστημα της Εναγόμενης, με τη δική του εμπλοκή να προκύπτει λόγω αδυναμίας του διευθυντή του υποκαταστήματος να συναντηθεί με τον Ενάγοντα, σε μεταγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του, ερωτηθείς, ειδικά, από την συνήγορο της Εναγόμενης (κατά την κυρίως εξέτασή του) κατά πόσο η υπογραφή επί της ρηθείσας αίτησης τέθηκε στο γραφείο του Ενάγοντα, απάντησε «Δεν θυμάμαι να έχω πάει στο γραφείο του, αλλά δεν το αποκλείω». Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ρωτήθηκε κατά πόσο θυμάται την Ενάγουσα, σύζυγο του Ενάγοντα, και απάντησε μονολεκτικά «Όχι». Όταν ακολούθως, πάντα στο στάδιο της αντεξέτασης του, του υποδείχθηκε ότι υπόγραψε επί της αίτησης απόκτησης των Χρεογράφων ως μάρτυρας υπογραφής και της Ενάγουσας, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι γνωρίζει την σύζυγο του Ενάγοντα και ότι αυτή δεν υπόγραψε στην παρουσία του. Παρά την αρχική ανωτέρω αναφερόμενη εκδοχή του ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες υπεβλήθη η αίτηση των Εναγόντων για απόκτηση των Χρεογράφων, σε μεταγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του, κατά την αντεξέτασή του, στην εξής ερώτηση της συνηγόρου των Εναγόντων: «Σε άλλη ερώτηση της συναδέλφου είπατε ότι δεν πήγατε στο γραφείο του Ενάγοντα για αυτή την αίτηση» - η ερώτηση αφορούσε την αίτηση για απόκτηση των Χρεογράφων -, απάντησε «Δεν θυμάμαι», και στην επόμενη ερώτηση η οποία ήταν: «Και ούτε το αποκλείεται;», απάντησε «Όχι», θέτοντας έτσι εκ βάθρων την αρχική βασική απόλυτη εκδοχή του. Όταν σε κάποιο σημείο, πάντα κατά την αντεξέτασή του, του υποδείχθηκε μια χειρόγραφη σημείωση «Χ» επί αίτησης απόκτησης των επιδίκων αξίων και ρωτήθηκε κατά πόσο αυτός κατέγραψε τούτη, όχι απλά αρνήθηκε τούτο, αλλά προέβαλε και την απόλυτη θέση ότι δεν επρόκειτο για τον γραφικό του χαρακτήρα. Ακολούθως του ειπώθηκαν τα εξής από την συνήγορο των Εναγόντων: «Είναι η θέση μου ότι αυτό το «Χ» εσείς το τοποθετήσατε, για να υπογράψει και η σύζυγος του Ενάγοντα». Η απάντηση του, σε σύγκρουση με την προγενέστερη απόλυτη τοποθέτηση του, ήταν «δεν θυμάμαι». Ακόμα, σε σύγκρουση με τη βασική θέση του, ως αυτή προβάλλει μέσα από τις σχετικές τοποθετήσεις του, ότι δεν ήταν γνώστης των συνθηκών υπό τις οποίες οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν για την προώθηση από την Εναγόμενη των επίδικων αξιών και αποφάσισαν να τις αποκτήσουν, κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, δήλωσε ότι δεν θυμάται αν είναι αυτός που ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την προώθηση από πλευράς της Εναγόμενης των αξιών αυτών, αφήνοντας, έτσι, το ενδεχόμενο αυτό ανοικτό. Όταν στο τέλος της αντεξέτασης του, του υπεβλήθη ότι η μνήμη του είναι επιλεκτική, για πρώτη φορά, χωρίς προς τούτο να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες ή πειστική εξήγηση, ισχυρίστηκε ότι πάσχει από Parkinson και έχει πρόβλημα με την μνήμη του, χωρίς, ωστόσο, να εξηγήσει γιατί το πρόβλημα αυτό, αν όντως υφίσταται, δεν επηρέασε την μνήμη του και για τις λοιπές τοποθετήσεις του για τις οποίες εξέφραζε σιγουριά ως προς την ορθότητα τους. Δεν χρειάζεται κατά την γνώμη μου να παραθέσω άλλες αντιφάσεις, αδυναμίες, διαθλάσεις ή υπεκφυγές που παρατηρούνται στη μαρτυρία του Θεοφανίδη για να καταδείξω του λόγου το ασφαλές της πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Είναι στη βάση αυτών των δεδομένων που κρίνω ότι η μαρτυρία του εν προκειμένου μάρτυρα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ευρήματα Πέραν των ευρημάτων που προέβηκα ήδη ανωτέρω στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, με γνώμονα τα παραδεκτά έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 2.1- 2.41), το περιεχόμενο των οποίων, όχι απλά δεν αμφισβητήθηκε, αλλά επί τη βάσει του προωθήθηκαν εκατέρωθεν θέσεις, αλλά και της λοιπής αποδεκτής ενώπιόν μου μαρτυρίας, προκύπτουν και τα εξής: Για όσο διάστημα οι Ενάγοντες ήταν κάτοχοι των Χρεογράφων, αλλά και των ΜΑΚ, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2011, λάμβαναν κανονικά το προνοούμενο επιτόκιο και δεν προέκυψε καμία απολύτως διαφωνία σε σχέση με αυτά. Ουδέποτε στο χρονικό αυτό διάστημα οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση περί του ότι, στην ουσία, απέκτησαν αξίες εντελώς διαφορετικού τύπου από ό,τι τα κεφάλαια σε καταθετικό λογαριασμό, ούτε και ότι, με την απόκτηση, αρχικώς των Χρεογράφων, και ακολούθως των ΜΑΚ, τα κεφάλαιά τους μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές, οι οποίες θα τύγχαναν διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και γενικότερα για τους όποιους άλλους κινδύνους ελλόχευαν από την απόκτησή τους, όπως το δικαίωμα της Εναγόμενης να αγοράσει τούτα. Τον Ιούνιο του 2012 (όταν και θα έπρεπε να καταβληθεί ο τόκος του πρώτου εξαμήνου του εν λόγω έτους) δεν έλαβαν τον προβλεπόμενο τόκο των ΜΑΚ. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκαν ότι τα χρήματά τους δεν ήταν κατατεθειμένα σε ασφαλή λογαριασμό τύπου γραμματίου, ήταν όταν αναζήτησαν την αιτία μη καταβολής του εν προκειμένω τόκου, στο πλαίσιο συνάντησης του Ενάγοντα με λειτουργό της εταιρείας Cisco. Οι Ενάγοντες, ή οιοσδήποτε εξ αυτών, δεν έτυχαν, σε καταληπτή σε αυτούς γλώσσα, ενημέρωσης είτε περί της φύσης και των χαρακτηριστικών των επίδικων αξιών πριν την αγορά τους, είτε για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτησή τους. Επίσης πέραν των όσων τους αναφέρθηκαν, και στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω, για να πεισθούν να αγοράσουν τις επίδικες αξίες, καμιά ερώτηση σχετική με αυτές του υποβλήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης, ούτε και διενεργήθηκε σε αυτούς οποιοσδήποτε σχετικός με την απόκτηση των εν λόγω αξίων έλεγχος. Οι Ενάγοντες, ως κάτοχοι και των δύο ανωτέρω χρηματοοικονομικών μέσων, έλαβαν τόκους οι οποίοι ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €186.019,44 (βλ. Τεκμήριο 2.39), ενώ στη βάση του περιεχομένου του ίδιου τεκμηρίου και της ημερομηνίας απόκτησης των ΜΑΚ, το μέρος των καταβληθέντων στους Ενάγοντες τόκου σε σχέση αποκλειστικά και μόνο με τα ΜΑΚ ανέρχεται στο ποσό των €127.706,94[13]. Κανένας λειτουργός της Εναγόμενης που κατείχε πιστοποιητικό από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για να παρέχει επενδυτικές συμβουλές δεν συνομίλησε με τους Ενάγοντες ή οιονδήποτε εξ αυτών πριν την υποβολή των αιτήσεων για την απόκτηση των Χρεογράφων και των ΜΑΚ. Νομική Πτυχή - Τελικές Καταλήξεις Προτού παραθέσω τη νομική πτυχή της παρούσας αγωγής, κρίνω ορθότερο να υπενθυμίσω ότι οι όποιες επιζητούμενες, μέσω της παρούσας αγωγής, θεραπείες, αφορούν αποκλειστικά στα ΜΑΚ και όχι στα Χρεόγραφα. Και αυτό κρίνεται λογικό για τους ακόλουθους λόγους: Για να ήταν δυνατό να εκδοθεί δηλωτική/διακηρυκτική απόφαση περί ακυρότητας της σύμβαση απόκτησης των Χρεογράφων, θα έπρεπε να διαφανεί ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η συμφωνία αυτή θα παρέμεινε σε ισχύ. Διαφορετική προσέγγιση, θα απέληγε στο να ζητείται από το Δικαστήριο να ενεργήσει επί ματαίω. Τι θα εξυπηρετήσει η δηλωτική απόφαση περί ακυρότητας μιας συμφωνίας αν η συμφωνία αυτή, κατά τον χρόνο που θα εκδοθεί η απόφαση, δεν υφίσταται και κανένας από τους διαδίκους δεν προβάλλει θέση πρόκλησης ζημιάς κατά το χρόνο εφαρμογής της; Υπενθυμίζω ότι στη βάση των κοινών θέσεων αμφότερων των πλευρών, τόσο ως αυτό προκύπτει από τη σχετική μαρτυρία που προσκόμισαν, όσο και από δηλώσεις των συνήγορων τους, (α) οι Ενάγοντες, έχουν λάβει κάθε προνοούμενο τόκο που σχετιζόταν με τα Χρεόγραφα, καθώς επίσης και (β) το αρχικό κεφάλαιο, που είχαν καταβάλει για την απόκτησή τους, χρησιμοποιήθηκε ως τίμημα αγορά των ΜΑΚ. Ειδικότερα, η σχετική συμφωνία απόκτησης των Χρεογράφων τερματίστηκε (ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες τούτη συνομολογήθηκε) κοινή συναινέσει, και το κεφάλαιο που είχε καταβληθεί για την αγορά τους, χρησιμοποιήθηκε, το 2009, για απόκτηση των ΜΑΚ. Είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι οι συμφωνίες απόκτησης των Χρεογράφων δεν υφίστανται σήμερα (έχουν τερματισθεί/διευθετηθεί και το κεφάλαιο που τις αφορούσε χρησιμοποιήθηκε για απόκτηση των ΜΑΚ), ώστε να προκύπτει αναγκαιότητα ή έστω ζήτημα εξέτασης έκδοσης δηλωτικής απόφασης περί ακυρότητάς τους. Ούτε η Εναγόμενη προωθεί οποιαδήποτε Ανταπαίτηση σε σχέση με τους όποιους τόκους καταβλήθηκαν στους Ενάγοντες για τα εν προκειμένω χρηματοοικονομικά μέσα, ώστε να προέκυπτε, ίσως, η ανάγκη να εξεταζόταν το νόμιμο ή μη της σχετικής με αυτά σύμβασης, κάτι, που εν πάση περιπτώσει, θα ήταν ανεπίτρεπτο στη βάση του λόγου της Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζα Κύπρου
(2013)1 Α.Α.Δ. 168, στο πλαίσιο του οποίου επιβεβαιώθηκε η αδυναμία αμφισβήτησης της νομιμότητας μιας συναλλαγής μετά την εξόφλησή ή διευθέτησή της, ανεξαρτήτως του λόγου που προβάλλεται. Σημειώνω, συναφώς, ότι, πέραν της θεραπείας της αποκατάστασης (resection ‑ restitutio in integrum), η οποία, στην ουσία, με την απόδοσή της, επαναφέρει τα μέρη μιας άκυρης συμφωνίας στην κατάσταση που βρισκόντουσαν πριν τη συνομολόγησή της, κάθε άλλη αιτούμενη θεραπεία αποζημίωσης, προϋποθέτει ότι οι Ενάγοντες θα αποδείξουν ότι, συνεπεία μιας παράβασης, είτε σύμβασης, είτε νομικού καθήκοντος, είτε τέλος διάπραξης αστικού αδικήματος, υπέστησαν οικονομική ζημιά. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τα κοινώς αποδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα είναι ότι, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες συνομολογήθηκε η σύμβαση απόκτησης των Χρεογράφων, αυτή δεν αναγνωρίστηκε, δικαστικώς, ως ακυρώσιμη, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να κηρυχθεί τούτη άκυρη πριν τον τερματισμό/διακανονισμό της, και σίγουρα, καθ' ον χρόνο τούτη υφίστατο, η εφαρμογή της δεν επέφερε οποιανδήποτε οικονομική ζημιά σ' αυτούς. Κατά συνέπεια, η εξέταση επί της ουσίας της παρούσας αγωγής θα περιορισθεί μόνο αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκαν τα ΜΑΚ, ως εξάλλου ζητούν, δικογραφικώς, και οι Ενάγοντες, και κάθε άλλο εύρημα το οποίο δεν σχετίζεται με αυτές, θα τύχει αξιολόγησης ως επικουρικό του βασικού αυτού ζητούμενου. Ερχόμενος τώρα στις θέσεις των Εναγόντων, τούτοι υποστηρίζουν ότι τα ΜΑΚ αποκτήθηκαν συνεπεία αμέλειας, ψευδών παραστάσεων, απάτης και ψυχικής πίεσης από μέρους της Εναγόμενης, οι πλείστες εκ των οποίων αυτών ενεργειών της τελευταίας είχαν ως αποτέλεσμα η συναίνεση που δόθηκε από πλευράς τους για σκοπούς συνομολόγησης της σχετικής σύμβασης να κρίνεται ως μη ελεύθερη και κατά συνέπεια η σύμβαση ως ακυρώσιμη κατ' επιλογή τους. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι κατά την απόκτησή τους, η Εναγόμενη παραβίασε θεσμοθετημένα καθήκοντά της. Όσον αφορά στην νομική βάση της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλει ο Νόμος[14], τούτος ρητά προνοεί ότι, οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού 1287/06 ΕΚ, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από αυτόν ή και τον πιο πάνω Κανονισμό (βλ. άρθρο 143 του Νόμου). Ο Νόμος, προστατεύει τους επενδυτές και καθορίζει ποιες υπηρεσίες και δραστηριότητες θεωρούνται επενδυτικές, των οποίων την παροχή ρυθμίζει, με ειδική αναφορά στα χρηματοοικονομικά μέσα που την αφορούν, τα οποία μέσα απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος. Στα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς. Στα πλαίσια εφαρμογής του Νόμου, εκδόθηκε, από την Κεντρική Τράπεζα, η οδηγία για τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες (βλ. Κ.Δ.Π. 557/2007) και η οδηγία για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων (βλ. Κ.Δ.Π. 558/2007). Οι επενδυτικές υπηρεσίες διακρίνονται σε κύριες και παρεπόμενες. Κύριες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες είναι οι ακόλουθες: 1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα. 2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. 3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό. 4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων. 5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών. [15] 6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. 7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. 8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (βλ. άρθρο 2 και Τρίτο Παράρτημα του Μέρους Ι του Νόμου). Οι τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, μεταξύ αυτών και η Εναγόμενη, δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες[16] και/ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, οι οποίες αφορούν οποιαδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που καθορίζονται στο Μέρος III του Τρίτου Παραρτήματος (βλ. άρθρο 118 του Νόμου). Παροχή επενδυτικής συμβουλής Η επενδυτική συμβουλή, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, συνιστά κύρια επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα (βλ. άρθρο 2 και μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Νόμου, επενδυτική συμβουλή σημαίνει: «την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
  1. i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
  2. ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό·». Ως δε αναφέρεται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ΄ έκδοση, συμβουλή είναι η έκφραση γνώμης προκειμένου να βοηθήσει, να καθοδηγήσει (άλλον) σχετικά με το πώς είναι καλύτερο να πράξει. Διακρίνεται από την πληροφορία, πλην όμως η σχέση τους είναι άρρηκτη, καθότι αφενός περιεχόμενο της συμβουλής αποτελεί και η παροχή όλων των πληροφοριών, που απαιτούνται, στον πελάτη για να λάβει μία επενδυτική απόφαση, και αφετέρου η επεξεργασία και η αξιοποίηση των στοιχείων για υποβολή σύστασης σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα. Η συμβουλή απαιτεί το στοιχείο της γνώμης από μέρους του συμβούλου. Πρόκειται για σύσταση διενέργειας κάποιας πράξης ή αποχή από κάποια πράξη και θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον του επενδυτή. Από την άλλη η πληροφορία περιλαμβάνει δηλώσεις γεγονότων ή αριθμών και σε γενικές γραμμές την παροχή πληροφοριών χωρίς σχόλια. Στο σύγγραμμα Η Ευθύνη της επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την παροχή επενδυτικών συμβουλών 2003 του Σ. Γεωργιάδη, αναφέρεται ότι η συμβουλή είναι η έκφραση γνώμης αναφορικά με μελλοντική ενέργεια, η οποία οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τόσο τις πραγματικές συνθήκες όσο και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του αποδέκτη της και να καταλήγει με βάση αυτά είτε σε μια προτροπή για την υιοθέτηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς είτε στην αποτροπή από μια σχεδιαζόμενη ενέργεια, η οποία κατά τη γνώμη του παρέχοντος τη συμβουλή ανταποκρίνεται στο συμφέρον του αποδέκτη της. Περαιτέρω η παροχή συμβουλής θα πρέπει να συγκεντρώνει τα εχέγγυα της ορθότητας, πληρότητας, σαφήνειας και καταλληλότητας. Στη βάση των προνοιών των άρθρων 118 και 120 του Νόμου, ο πάροχος οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα, να συμμορφώνεται, μεταξύ άλλων, και με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Νόμου, δηλαδή οφείλει να προβαίνει αλλά και ταυτόχρονα να απέχει από συγκεκριμένες ενέργειες. Έτσι κατ' αρχήν κρίνεται αναγκαίο, αρχικώς, να διαπιστωθεί κατά πόσο η Εναγόμενη παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Νόμο και στην περίπτωση που παρείχε, κατά πόσο παραβίασε τις υποχρεώσεις της ως αυτές προβλέπονται στον Νόμο. Στο Νόμο δεν γίνεται ειδική αναφορά στα Αξιόγραφα, πλην όμως ο νομοθέτης καθόρισε ως χρηματοοικονομικά μέσα, μεταξύ άλλων, και τις μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς (βλ. Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου). Τα ΜΑΚ πρόκειται για μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο και έτσι εμπίπτουν στα χρηματοοικονομικά μέσα που καθορίζει ο Νόμος. Πρόκειται, επίσης, για περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, για τους λόγους που αναφέρονται στα παραδεκτά γεγονότα, στη βάση των οποίων έγιναν ανάλογα ευρήματα, τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη για να αυξηθεί η κεφαλαιουχική της επάρκεια[17]. Στην προκείμενη περίπτωση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη, με την πώληση των ΜΑΚ αποκόμιζε όφελος, αφού αυξανόταν η κεφαλαιουχική της επάρκεια και ότι, με δική της πρωτοβουλία, το 2009[18], επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και τον παρότρυνε, μέσω των σχετικών προτροπών, συμβουλών, δηλώσεων και γενικότερα τοποθετήσεων του Θεοφανίδη (τις οποίες δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω), να αιτηθεί για σκοπούς απόκτησης ΜΑΚ αξίας €1.000.000, δηλαδή για μετατροπή της τότε αξίας των Χρεογράφων που κατείχαν οι Ενάγοντες σε ΜΑΚ. Προκύπτει επίσης από τα πιο πάνω ευρήματά μου, ότι η Εναγόμενη δεν περιορίστηκε στην παροχή πληροφοριών, οι οποίες δεν συνιστούν επενδυτική υπηρεσία, αλλά εξέφρασε και σχετική γνώμη και συνέστησε στον Ενάγοντα και κατ' επέκταση και στην Ενάγουσα την αγορά των πιο πάνω χρηματοοικονομικών μέσων, παρουσιάζοντας τα ως ιδανικά και κατάλληλα για αυτούς[19], συμβουλεύοντας τους, συναφώς, όπως τα αποκτήσουν. Τους διαβεβαίωσε, ακόμα, ότι, τα χρήματα που θα κατέβαλλαν για την απόκτησή τους, δεν θα εκτίθεντο σε κίνδυνο και ότι θα μπορούσαν, με ενέχυρο το κεφάλαιό τους, να δανειστούν χρήματα από αυτή. Τα πιο πάνω, αδιαμφισβήτητα, οδηγούν στην κρίση ότι η Εναγόμενη παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής (στην έννοια του Νόμου) σε σχέση με τα ΜΑΚ. Ο δε Θεοφανίδης, παρείχε, εκ μέρους της Εναγόμενης, τις πιο πάνω αναφερόμενες επενδυτικές συμβουλές στους Ενάγοντες, ενώ δεν ήταν εγγεγραμμένος στο σχετικό δημόσιο μητρώο. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, καθίσταται πλέον ανάγκη να εξεταστεί κατά πόσο η Εναγόμενη, στο πλαίσιο της παροχής της πιο πάνω επενδυτικής υπηρεσίας, ενήργησε κατά παράβαση του Νόμου και αν ναι, σε ποιο βαθμό τούτη αποτέλεσε την αιτία πρόκλησης ζημιάς στους Ενάγοντες. Οι σχετικές με το ζητούμενο πρόνοιες είναι αυτές του άρθρου 36 του Νόμου, οι οποίες εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας όπως περιγράφεται πιο πάνω (βλ. άρθρο 120 του Νόμου). Το άρθρο 36 προβλέπει ότι: «Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (
  3. i)Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (
  4. ii)τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (iii) τους τόπους εκτέλεσης, (
  5. iv)το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή·» Ως προκύπτει από τις πρόνοιες του Κανονισμού 6 6
(1)
(2)(α)(β)(γ)(δ) της Κ.Δ.Π. 558/2007, η πληροφόρηση πρέπει να είναι ακριβής και να μην δίνει έμφαση σε πιθανά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία ή ένα χρηματοοικονομικό μέσο χωρίς να παρέχει παράλληλα μια δίκαιη και εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο. Πρέπει επίσης να είναι επαρκής και να παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να είναι πιθανή η κατανόηση της από ένα μέσο μέλος της ομάδας του κοινού στο οποίο απευθύνεται ή από το οποίο είναι πιθανό να ληφθεί. Τέλος, η πληροφόρηση δεν πρέπει να αποκρύπτει, υποβαθμίζει ή συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις. Στη βάση δε των προνοιών του Κανονισμού 10
(1)
(2)της Κ.Δ.Π. 558/2007, η Τράπεζα, σε σχέση με πληροφορίες για τα χρηματοοικονομικά μέσα, παρέχει σ' αυτόν που απευθύνεται, γενική περιγραφή της φύσης τους και των κινδύνων που ελλοχεύουν από την απόκτησή τους, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την κατηγοριοποίηση του ως ιδιώτη ή επαγγελματία πελάτη. Στα πλαίσια αυτά, πρέπει να εξηγεί την φύση του σχετικού είδους χρηματοοικονομικού μέσου και τους ειδικούς κινδύνους που αυτό ενέχει με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε ο πελάτης να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βασισμένες σε σωστή ενημέρωση. Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του σχετικού χρηματοοικονομικού μέσου και την κατηγορία και το επίπεδο γνώσης του πελάτη, τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία: «(α) τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος του χρηματοοικονομικού μέσου, με επεξηγήσεις για τη σχετική μόχλευση (leverage) και τα αποτελέσματά της, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης· (β) τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου και τυχόν περιορισμούς στη διαθέσιμη αγορά για αυτό το μέσο·» Όσον τώρα αφορά στον έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των ενδιαφερομένων, ο κανονισμός 14 της Κ.Δ.Π. 558/2007 επιβάλλει στην τράπεζα τα ακόλουθα: «14
(1)Η τράπεζα λαμβάνει από τους υφιστάμενους ή πιθανούς πελάτες τέτοιες πληροφορίες που της είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης υπηρεσίας, ότι η κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή που διενεργείται στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή που συστήνεται στο πλαίσιο παροχής της υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του συγκεκριμένου πελάτη· (β) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης να μπορεί οικονομικά να επωμισθεί το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου συμβατού με τους επενδυτικούς του στόχους· (γ) είναι τέτοια ώστε ο πελάτης, με την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις που διαθέτει, να μπορεί να κατανοήσει τους κινδύνους που συνεπάγεται η συναλλαγή ή η διαχείριση του χαρτοφυλακίου του.» Στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων μου, η Εναγόμενη παρουσίασε στον Ενάγοντα, και κατ' επέκταση και στην Ενάγουσα, τα ΜΑΚ ως ασφαλή καταθετικά σχέδια, στο πλαίσιο των οποίων τα χρήματά τους δεν θα διέτρεχαν οποιονδήποτε κίνδυνο, κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού επρόκειτο για χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία ενείχαν σοβαρούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων και την απώλεια του κεφαλαίου των Εναγόντων, έξω και ανεξάρτητα από την όποια σχετική βούλησή τους. Οι αναφορές αυτές, όχι απλά δεν ήταν ακριβείς, σαφείς και επαρκείς, αλλά ήταν και παραπλανητικές, καθότι η Εναγόμενη, δεν περιορίστηκε στο να αποκρύψει το σημαντικό στοιχείο των κινδύνων που ελλόχευαν από την απόκτηση των ΜΑΚ, αλλά, επιπροσθέτως, τα παρουσίασε και ως ασφαλή προϊόντα. Κατά συνέπεια η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 36
(1)(α) του Νόμου. Ενήργησε επίσης κατά παράβαση και των προνοιών του άρθρου 36
(1)(β)(ii) του Νόμου, καθότι δεν παρείχε στους Ενάγοντες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με τα ΜΑΚ, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτησή τους, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να κατανοήσουν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας ώστε οι όποιες επενδυτικές αποφάσεις τους να ληφθούν με επίγνωση. Δεν παραγνωρίζεται, φυσικά, ότι πριν την υποβολή της αίτησης για απόκτηση των ΜΑΚ, τούτη (η αίτηση), ασυμπλήρωτη, συνοδευόμενη από συνοπτικό, σχετικό με τα ΜΑΚ, ενημερωτικό δελτίο, απεστάλη στην διεύθυνση των Εναγόντων, έγγραφα τα οποία και οι τελευταίοι παρέλαβαν. Ωστόσο, ως είδη σημειώθηκε ανωτέρω, η Εναγόμενη, μέσω του Θεοφανίδη, στο πλαίσιο προώθησης των χρεογράφων, δημιούργησε στους Ενάγοντες την εικόνα, ότι η απόκτηση των εν λόγω αξιών (Χρεόγραφα) ισοδυναμούσε με καταθετικό σχέδιο που απλά απέδιδε καλύτερο επιτόκιο, από ότι ένα γραμμάτιο, λόγω της πενταετούς διάρκειας του, καθώς επίσης και ότι οι Ενάγοντες, αποκτώντας τα, θα απολάμβαναν συγκεκριμένα πλεονεκτήματα, στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω. Ως είδη υπεδείχθη κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα, τόσο οι συνθήκες υπό τις οποίες αποκτήθηκαν τα χρεόγραφα, όσο και αυτές που περιέβαλαν την απόκτηση των ΜΑΚ, ήταν τέτοιες, που δικαιολογούσαν την ενέργεια των Εναγόντων να μην ανατρέξουν στο περιεχόμενο, είτε των αιτήσεων για την απόκτηση, είτε και στο ενημερωτικό δελτίο που αφορούσε στα ΜΑΚ και απεστάλη στους Ενάγοντες. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του Ενάγοντα, αυτός δεν παρέλαβε το συνοπτικό ενημερωτικό δελτίο και έμεινε άπραγος. Τουναντίον επικοινώνησε άμεσα με τον Θεοφανίδη, ο οποίος τον καθησύχασε και τον παρότρυνε να συμπληρώσει απλά την αίτηση για απόκτηση από τους Ενάγοντες ΜΑΚ αξίας €1.000.000,00 δηλώνοντας επίσης ότι το κεφάλαιο αυτό θα αντληθεί από το κεφάλαιο των χρεογράφων που κατείχαν, μέχρι τότε, οι Ενάγοντες, καθησυχάζοντας επίσης τους Ενάγοντες ότι η απόκτηση των ΜΑΚ ήταν αναγκαία ώστε να αντικατασταθούν τα Χρεόγραφα για νομικούς και μόνο λόγους χωρίς να μεταβάλλονται καθ' οιονδήποτε τρόπο οι συμβατικές υποχρεώσεις των μερών, αφήνοντας, ξεκάθαρα, να νοηθεί ότι όσα ανέφερε στον Ενάγοντα στο πλαίσιο προώθησης των Χρεογράφων, ίσχυαν και για τα ΜΑΚ. Σε συνάντηση δε που είχαν αργότερα, πριν την υποβολή της αίτησης των ΜΑΚ, σε μια προσπάθεια να πείσει τον Ενάγοντα ότι τα ΜΑΚ αποτελούσαν, απλά, τη συνέχιση των Χρεογράφων, χωρίς διαφοροποίηση των όρων κατοχής τους, υπέδειξε σ' αυτόν το μέρος εκείνο του ενημερωτικού δελτίου που επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό του ότι το επιτόκιο που θα απέδιδαν τα ΜΑΚ είναι το ίδιο με το επιτόκιο που απέδιδαν ήδη τα χρεόγραφα. Είναι στη βάση των πιο πάνω που κρίνω ότι η Εναγόμενη, παρά την αποστολή του συνοπτικού αυτού ενημερωτικού δελτίου, και το περιεχόμενο των αιτήσεων απόκτησης των χρεογράφων και ΜΑΚ, δεν καθοδήγησε κατάλληλα τους Ενάγοντες ούτε και τους προειδοποίησε επαρκώς σχετικά με τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτησή τους, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να κατανοήσουν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας, ώστε οι όποιες επενδυτικές αποφάσεις τους να ληφθούν με επίγνωση. Τέλος, παραλείποντας δε να λάβει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες αναφορικά με τη γνώση και την πείρα των Εναγόντων για χρηματοοικονομικά μέσα γενικότερα, καθώς επίσης και αναφορικά με την οικονομική κατάσταση και επενδυτικούς στόχους τους, ώστε να είναι σε θέση να τους συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους, η Εναγόμενη παραβίασε τις πρόνοιες του άρθρου 36
(1)(γ) του Νόμου. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω κρίσεων, αποτελεί επιπρόσθετη κατάληξή μου ότι η Εναγόμενη παραβίασε και τις πρόνοιες του άρθρου 18
(2)του Νόμου, καθότι παρέλειψε να εφαρμόσει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για επαρκή εξασφάλιση της συμμόρφωσης της με τις πρόνοιες του Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδομένων οδηγιών. Το γεγονός ότι σε σχέση με τα ΜΑΚ εξέδωσε σχετικές οδηγίες και εγκύκλιο (βλ. σχετικά τεκμήρια 13 και 14), δεν οδηγεί μονοδρομικά στη κρίση ότι εφάρμοσε τέτοιες πολιτικές και διαδικασίες. Και αυτό γιατί, ενώ από τη μια απέστελλε οδηγίες και εγκύκλιους στους υπαλλήλους της, από την άλλη, τούτοι, σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτές, παρουσίαζαν στους Ενάγοντες τα ΜΑΚ, με τον τρόπο που περιεγράφηκε πιο πάνω, κάτι που θέτει εκ βάθρων τη θέση ότι οι εφαρμοσθείσες πολιτικές και οι ληφθείσες διαδικασίες ήταν κατάλληλες για την επαρκή συμμόρφωσή της με τον Νόμο. Είναι περαιτέρω κατάληξή μου ότι, στην εν προκειμένω συναλλαγή της Εναγόμενης με τους Ενάγοντες[20], υπήρχε σύγκρουση συμφέροντος. Και αυτό γιατί, από τη μια, η Εναγόμενη, προς ικανοποίηση ίδιου οφέλους (αύξηση κεφαλαιουχικής επάρκειας), εξέδωσε τα ΜΑΚ, και από την άλλη, ως πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών, προώθησε τούτα προς τους Ενάγοντες, προς τους οποίους είχε υποχρέωση να λειτουργήσει με τρόπο που να εξασφαλίζονται τα συμφέροντά τους. Κάτι, που εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν έπραξε. Συναφώς σημειώνεται ότι στη βάση των προνοιών του άρθρου 29 σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 120 του Νόμου, η τράπεζα «οφείλει να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για εντοπισμό των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτής της ιδίας, [...] και των πελατών της, [.] κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών». Ως προς την ρηθείσα σύγκρουση, σχετικές είναι οι πρόνοιες του κανονισμού 22 της Κ.Δ.Π. 557/2007, στη βάση των οποίων η τράπεζα οφείλει να εξακριβώνει, κατ' ελάχιστον, μεταξύ άλλων, αν αυτή, ως αποτέλεσμα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι πιθανό να αποκομίσει οικονομικό κέρδος ή να αποφύγει οικονομική ζημιά σε βάρος του πελάτη. Πέραν των ανωτέρω εκφρασθεισών κρίσεών μου ως προς τις παραβιάσεις του Νόμου από πλευράς της Εναγόμενης, αποτελεί περαιτέρω κρίση μου ότι οι διάφορες αναφορές, δηλώσεις, συμβουλές, παροτρύνσεις, προτροπές κ.ο.κ., που έγιναν από την Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες, ήταν ουσιώδεις και επηρέασαν την απόφασή τους αναφορικά με την συναίνεση τους στην απόκτηση των ΜΑΚ. Υπενθυμίζω ότι, ο Ενάγοντας ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, και έγινε δεκτό, ότι το κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε για απόκτηση, αρχικώς, των χρεογράφων και ακολούθως των ΜΑΚ, αποτελούσε, στην ουσία, το εφάπαξ που έλαβαν οι Ενάγοντες ως δημόσιοι υπάλληλοι για 30 και πλέον χρόνια, πλέον χρήματα που έλαβαν από την πώληση περιουσιακών τους στοιχείων και ότι πρόθεση τους ήταν να το διαφυλάξουν στη βάση ασφαλούς μεθόδου κατάθεσης, όπως το γραμμάτιο και ότι, ως ποσό που αποτελούσε αποτέλεσμα των κόπων μιας ζωής δεν θα επιθυμούσαν να το επενδύσουν σε οποιοδήποτε χρηματιστηριακό προϊόν. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, αν η Εναγόμενη πληροφορούσε κατάλληλα τους Ενάγοντες για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την αγορά των ΜΑΚ, καθώς επίσης (κατόπιν του ελέγχου καταλληλότητας) ότι τούτοι δεν ήταν κατάλληλοι επενδυτές, δεν θα συναινούσαν στην απόκτησή τους, καθότι θα ήταν ξεκάθαρο σε αυτούς ότι, η ασφάλεια των χρημάτων τους δεν θα βρισκόταν πλέον στα δικά τους χέρια, αλλά θα εξαρτάτο από τρίτους παράγοντες, έξω και ασυνάρτητα από την όποια δική τους σχετική βούληση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι δεν θα διακινδύνευαν να απολεσθεί ή έστω να μειωθεί η αξία των χρημάτων που κατέβαλαν. Ως έχει ήδη σημειωθεί ανωτέρω, ο Νόμος επιβάλλει σε οποιονδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του και/ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και/ή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ.1287/06, να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους συνεπεία της εν λόγω παράβασης (βλ. άρθρο 143 του Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση οι Ενάγοντες, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω, υπέγραψαν την αίτηση, Τεκμήριο 2.37, και απέκτησαν τα ΜΑΚ συνολικής αξίας €1.000.000,00. Προκύπτει, επίσης, από την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, ότι οι Ενάγοντες, σε σχέση με αυτά (ΜΑΚ) λάμβαναν τόκους, ανά εξαμηνία (κάθε 6ο και 12ο μήνα εκάστου έτους), με τελευταία τέτοια απόδοση τον Δεκέμβριο του 2011. Με δεδομένη τη μη απαίτηση από πλευράς των Εναγόντων αποζημιώσεων για μελλοντική ζημιά και τον περιορισμό τούτης (απαίτησης) σε θεραπείες που εδράζονται αποκλειστικά στο αρχικό καταβληθέν κεφάλαιο, δεν καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τους τόκους που τυχόν θα δικαιούντο τούτοι αν δεν προέκυπτε η παράβαση του Νόμου από πλευράς της Εναγόμενης. Στη βάση των ανωτέρω, και επί της νομικής βάση της παράβασης νομικού καθήκοντος από πλευράς της Εναγόμενης, η ζημιά των πρώτων για την οποία δικαιούνται σε αποζημίωση, είναι το αρχικό κεφάλαιο (€1.000.000,00), αφαιρουμένων των τόκων που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο των ΜΑΚ. Το ακριβές ποσό των τόκων που έλαβαν στα πλαίσια των ΜΑΚ, είναι, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, €127.706,94. Συναφώς σημειώνω ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο τα ΜΑΚ έφεραν σταθερό επιτόκιο 5,5% (βλέπε σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο, Τεκμήριο 2.15, σελ. 10, και συνοπτικό ενημερωτικό δελτίο, Τεκμήριο 2.41, σελ. 2). Στη βάση των ανωτέρω, θεωρώ δίκαιο, για σκοπούς διακρίβωσης της πραγματικής ζημιάς των Εναγόντων, να αφαιρέσω από το αρχικό κεφάλαιο των €1.000.000,00, τους ληφθέντες από αυτούς τόκους στο πλαίσιο των ΜΑΚ, και δη το πόσο των €127.706,94. Στη βάση της απλής μαθηματικής αυτής πράξης, η πραγματική ζημιά των Εναγόντων ανέρχεται στα €872.293,06. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, οι Ενάγοντες βασίζουν την αγωγή τους και στην αμέλεια, την απάτη, τις ψευδείς παραστάσεις και την ψυχική πίεση, περισσότερο όμως υπό την έννοια ότι, συνεπεία τους, ελλείπει η αναγκαία ελεύθερη συναίνεση από πλευράς τους κατά την συνομολόγηση της σύμβασης απόκτησης των ΜΑΚ. Μία σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου και Σωκράτους ν Σιβιτανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1602). Είναι δε τέτοια (ελεύθερη), ως οι πρόνοιες του άρθρου 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ορίζουν, όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει τούτων. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 19
(1)του Κεφ. 149, στην περίπτωση που συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η επακόλουθη συμφωνία θεωρείται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση για σκοπούς του Κεφ. 149, καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του εν λόγω Νόμου, αντίστοιχα. Το βάρος απόδειξης της απάτης ή των ψευδών παραστάσεων το φέρει εκείνος που την/τις επικαλείται και πρέπει να την/τις αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Το αναίτιο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1)ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης, υπό την έννοια ότι επρόκειτο για τέτοιας φύσης και τύπου παράστασης που λογικώς θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση του ως προς το κατά πόσο θα αποτελέσει μέρος της επίδικης σύμβασης,
(2)ότι η συναίνεση του παρασχέθηκε συνεπεία της ψευδούς αυτής παράστασης, δηλαδή ότι βασίστηκε στην παράσταση του αντισυμβαλλομένου του και στη βάση της συναίνεσε να καταστεί μέρος της επίδικης σύμβασης και
(3)με δεδομένα τα ανωτέρω, ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. Όσον αφορά στην απάτη, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράστασή του ήταν ψευδής και ότι είχε πρόθεση ο Ενάγοντας να ενεργήσει βασιζόμενος σε αυτή και να υποστεί ζημιά. Πρέπει στην ουσία να αποδειχθεί: (α) η παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή, (δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) υπέστη ζημιά. Αποτελεί ουσιώδη υπεράσπιση της Εναγόμενης ότι, στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες, με την υπογραφή της αίτησης για απόκτηση των ΜΑΚ δεσμεύτηκαν από της επ' αυτής, τυποποιημένης, αποδιδόμενης σ' αυτούς δήλωσης[21], εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος (estoppel) και κατά συνέπεια η απαίτηση τους είναι έκθετη σε απόρριψη. Ως προκύπτει από τις κατωτέρω αυθεντίες[22], το κώλυμα μπορεί να είναι, κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η υπογραφή κάποιου τον δεσμεύει. Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, και αυτό προς διασφάλιση της αναγκαίας εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις εμπορικές συναλλαγές και τις γραπτές συμφωνίες. Όταν κάποιος βρίσκεται αντιμέτωπος με αποδιδόμενες σε αυτόν ευθύνες που πηγάζουν από υπογραφθέν από αυτόν έγγραφο και σκοπό έχει να επιδιώξει να αποδεσμευθεί από αυτές, θα πρέπει να καταδείξει ότι εφαρμογής τυγχάνει η αρχή του Νon Est Factum, ήτοι ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας (όπως τυφλότητα ή αναλφαβητισμός) ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε. Αν και αρχικά, με το εν λόγω δόγμα, αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα προσώπου με ειδική ανικανότητα, όπως ενός αναλφάβητου ή ενός τυφλού (βλ. Foster v. Mackinnon [1869] LR 4 CP 704) να επικαλεστεί τη φυσική του ανικανότητα για να αποφύγει τις ευθύνες του που προκύπτουν από μια γραπτή σύμβαση στην οποία έθεσε την υπογραφή του ως συμβαλλόμενος, μετέπειτα, (βλ. Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004) αναγνωρίστηκε ότι, το δόγμα αυτό, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και να επενεργήσει σε όφελος προσώπων, που είτε μονίμως, είτε προσωρινώς, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε δική τους ευθύνη, καθίστανται ανίκανοι να αντιληφθούν το σκοπό ενός συγκεκριμένου εγγράφου, το οποίο και υπογράφουν. Τονίστηκε ωστόσο ότι, η συγκεκριμένη υπεράσπιση πρέπει να περιοριστεί σε πολύ στενά πλαίσια για αποφυγή ενδεχόμενου κλονισμού της εμπιστοσύνης του κοινού στις συνήθεις συναλλαγές, αλλά και στην εγκυρότητα των γραπτών συμβάσεων, ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιπτώσεις που ελλείπει οποιοσδήποτε δόλος ή οποιοσδήποτε άλλος καλός λόγος που να επιβάλλει την ακυρότητα κάποιου εγγράφου. Στη Saunders (ανωτέρω), η Βουλή των Λόρδων, έθεσε τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει αυτός που επικαλείται, προς υπεράσπιση του, το δόγμα του non-est-factum. (
  1. i)Πρώτον, για να μπορέσει κάποιο πρόσωπο να επικαλεστεί την υπεράσπιση non est factum θα πρέπει να εμπίπτει εντός μιας προστατευόμενης κατηγορίας, δηλαδή είτε πρόσωπα που είναι τυφλά ή δεν μπορούν να διαβάσουν ή που έχουν κάποια προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα που τους εμποδίζει να κατανοήσουν τι υπογράφουν, είτε πρόσωπα που έχουν τύχει παραπλάνησης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και έχουν υπογράψει κάποιο έγγραφο τελούντα υπό πλάνη σε σχέση με το χαρακτήρα του εγγράφου. Είναι πολύ σπάνια που την υπεράσπιση θα μπορούν να επικαλεστούν πρόσωπα που δεν εμπίπτουν σε κάποια εξειδικευμένη κατηγορία που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας. (
  2. ii)Δεύτερον, η οποιαδήποτε πλάνη θα πρέπει να αφορά όχι στο περιεχόμενο αλλά στο χαρακτήρα του εγγράφου. Θα πρέπει το πρόσωπο που υπογράφει να πιστεύει ότι υπογράφει κάτι ολότελα διαφορετικό, υπό την έννοια ότι το έγγραφο που νομίζει ότι υπογράφει και το έγγραφο που υπογράφει να ανήκουν σε διαφορετικές νομικές κατηγορίες. Όπως ανέφερε ο Δικαστής Reid στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society, «There must I think be a radical difference between what he signed and what he thought he was signing - or one could use the words 'fundamental' or 'serious' or 'very substantial'.' But what amounts to a radical difference will depend on all the circumstances». (iii) Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση της υπεράσπισης non est factum δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο. Κάθε πρόσωπο, πριν υπογράψει κάποιο έγγραφο, έχει την υποχρέωση να πληροφορηθεί για τη φύση του εγγράφου που υπογράφει. Εάν κάποιος είναι έτοιμος να υπογράψει κάποιο έγγραφο απλώς και μόνο διότι το έγγραφο τέθηκε ενώπιον του, χωρίς να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ή τουλάχιστον χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου και εξακρίβωσης του τι υπέγραφε, τότε ο νόμος δεν του επιτρέπει να επικαλείται την υπεράσπιση non est factum. Ο Δικαστής Reid έθεσε το θέμα επιγραμματικά στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society: «The plea cannot be available to anyone who was content to sign without taking the trouble to try to find out at least the general effect of the document». Όπως η πιο πάνω αρχή διατυπώθηκε πιο εκτενώς από το Δικαστή Wilberforce στην ίδια υπόθεση: «A person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests on him, i.e. to prove that he acted carefully and not on the third party to prove the contrary». Συμπερασματικά, η υπεράσπιση του non est factum, στο σύγχρονο δίκαιο, είναι ιδιαίτερα περιορισμένης εμβέλειας. Το βάρος απόδειξης ότι εφαρμόζεται βρίσκεται στους ώμους του προσώπου που την επικαλείται και για να επιτύχει τούτο θα πρέπει να αποδείξει πρώτον ότι πίστευε ότι αυτό που υπέγραψε ήταν ολότελα διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά υπέγραψε και δεύτερον ότι είχε επιδείξει την απαραίτητη προσοχή και επιμέλεια πριν υπογράψει το επίδικο έγγραφο»[23]. Πάντα σε σχέση με το συγκεκριμένο δόγμα, ο Lord Wilberforce, στο λόγο του στη Saunders (ανωτέρω), σημείωσε επίσης ότι, «In other words it is the lack of consent that matters not the means by which this result was brought about. Fraud by itself may do no more than make the Contract Voidable». Και τούτο για να υποδείξει ότι, δεν αποτελεί προϋπόθεση, για να μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος, να αποδοθεί δόλια συμπεριφορά στον άλλο συμβαλλόμενο. Διευκρινίστηκε ωστόσο, εκ νέου, ότι, δεν είναι δυνατή η επίκληση του δόγματος από οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Κρίνεται επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι, στην βάση των όσων αποφασίστηκαν στην Φακοντή ν. Βρυώνη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1404, εκεί που η θέση ενός διαδίκου ότι εξαπατήθηκε ή δια ψευδών παραστάσεων ή δόλου συναίνεσε στο να υπογράψει ένα έγγραφο γίνει, δικαστικώς, δεκτή, δεν θα επιτραπεί στον αντίδικό του να επικαλεστεί την όποια αμέλεια του εξαπατηθέντος για να προβάλει ότι ο τούτος εμποδίζεται, λόγω νομικού κωλύματος (estoppel), να αποδεσμευτεί από τις ευθύνες του. Επίσης, πλην όμως συναφώς, στην υπόθεση Μακρή ν Χ»Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι εκείνο που «έχει σημασία είναι, αν στην ουσία ο ισχυριζόμενος δόλος δικαιολογούσε την άγνοια του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε». To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε επίσης, Chitty On Contract General Principles, 24th edition, par. 300 - 304, σελίδες 142 - 144, και Ewan Mckendrick, Contract Law Text, Cases, and Materials, 6th edition, σελίδα 568 -
  1. Μια σύμβαση, δυνατό να θεωρηθεί ακυρώσιμη αν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης. Το άρθρο 16 του Κεφ. 149 προβλέπει τα εξής: «16.1 H σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
  2. Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) Έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
  3. Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί της ερμηνείας των προνοιών του πιο πάνω άρθρου σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις, Χ»Αντώνη ν Μιχαήλ κ.ά., Πολ. Έφ. 323/2009, απόφαση ημερομηνίας 16.04.2014, Σεργίδη ν Χατζηπαύλου, Πολ. Έφ. 317/2010, απόφαση ημερομηνίας 16.05.2016 και Χλόη Ανδρέα Πατάτσου ν
  4. Άχμετ Χιλμί κ.ά., Πολ. Έφ. 300/2011, απόφαση ημερομηνίας 31.05.2017). Στην υπόθεση Κεφάλας κ.α ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Στο Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδ., παρ. 7-024 δίδεται ο εξής ορισμός της ψυχικής πίεσης: «Equitable doctrine of undue influence. The equitable doctrine of undue influence is a comprehensive phrase covering cases of undue influence in particular relations and also cases of coercion, domination or pressure outside those special relations. ............................... At common law, the presence of duress was traditionally justified on the ground that the duress prevented the party constrained from forming a full and independent resolution to contract. In equity however, the application of the doctrine of undue influence was intended rather to ensure that no person should be allowed to retain the benefit of his own fraud or wrongful act." Στην Allcard v. Skinner [1887] 36 Ch.D. 145, η θέση του δίκαιου της επιείκειας αναδύεται σύντομα και περιεκτικά μέσα από τις πιο κάτω γραμμές: "This is not a limitation placed on the action of the donor; it is a fetter placed upon the conscience of the recipient of the gift, and one which arises out of public policy and fair play." Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) o Cotton L.J. προσέγγισε το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μία δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» Στην βάση των δικών της γεγονότων, στην υπόθεση Lloyds Bank Ltd v. Bundy
(1974)EWCA Civ 8 (30 July 1974), κρίθηκε ότι δημιουργήθηκε τέτοια σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ώστε θα έπρεπε το Δικαστήριο να επέμβει και να μην επιτρέψει κατάχρηση της στα πλαίσια αθέμιτης επιρροής (undue influence). Στην υπόθεση Avon Finance Co. Ltd. ν Bridger [1985] 2 All E.R. 281, όπου οι γονείς, βασισμένοι στις παραστάσεις του υιού τους (πιστεύοντας ότι ενεργούσε με σκοπό να πωλήσουν την κατοικία τους), υπέγραψαν έγγραφα με τα οποία υποθήκευσαν τούτη προς όφελος των δανειστών του, κάτι που δεν είχαν πρόθεση να πράξουν, αν και κρίθηκε ότι δεν μπορούσαν να βασιστούν στην υπεράσπιση του non est factum, καθότι ήταν αμελείς, από την άλλη αποφασίστηκε ότι θα μπορούσαν να βασιστούν στην αρχή της αθέμιτης επιρροής. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από την μια υφίστατο η Εναγόμενη, ένας ηγετικός χρηματοοικονομικός οργανισμός, με μεγάλο κύκλο εργασιών, με παρουσία σε αρκετές χώρες με πολλά καταστήματα και χιλιάδες εργοδοτουμένους (βλ. Τεκμήριο 2.15,) και από την άλλη, οι Ενάγοντες, ναι μεν ιατροί, πλην όμως πρόσωπα χωρίς καμία απολύτως εμπειρία σε θέματα επενδύσεων ή χρηματιστηριακών αξιών, με ξεκάθαρη, μέχρι τότε, διατήρηση των χρημάτων τους σε ασφαλή καταθετικά σχέδια τύπου γραμματίου, με μόνο, κατά τον χρόνο που προηγείται της απόκτησης των χρεογράφων
(2008), σύμβουλο τους, για την διατήρηση των καταθέσεων τους, τον Θεοφανίδη, τις συμβουλές του οποίου ακολουθούσαν πιστά. Ως ήδη σημειώθηκε κατά την παράθεση των ευρημάτων μου, μεταξύ του Ενάγοντα και του Θεοφανίδη, υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης, τόσο στη βάση της μεταξύ τους φιλίας, όσο και της μετέπειτα συνεργασίας του υπό την ιδιότητα του πελάτη, από την μια, και την ιδιότητα του τραπεζίτη, από την άλλη. Η Εναγόμενη ήταν η τράπεζα στην οποία διατηρούσαν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους στα κατά καιρούς καταθετικά της σχέδια (τύπος γραμματίου), πάντα στη βάση των σχετικών συμβουλών του Θεοφανίδη. Η Εναγόμενη με δική της πρωτοβουλία προώθησε τα ΜΑΚ στους Ενάγοντες. Είχε ίδιον όφελος αφού με τα κεφάλαια που θα αντλούνταν από τις πιο πάνω εκδόσεις θα ενισχυόταν η κεφαλαιουχική της επάρκεια και συγκεκριμένα τα πρωτοβάθμια κεφάλαια της. Η Εναγόμενη παρουσίασε στους Ενάγοντες τα ΜΑΚ ως ασφαλή τραπεζικά καταθετικά σχέδια, προβαίνοντας, μέσω του Θεοφανίδη, στις διάφορες συμβουλές, προτροπές, παροτρύνσεις, δηλώσεις, τοποθετήσεις κ.ο.κ., που αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια κατά την παράθεση της αποδεκτής ενώπιον μου μαρτυρίας. Στην βάση της πιο πάνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης και της σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε, οι Ενάγοντες υπέγραψαν την αίτηση, Τεκμήριο 2.
  1. Κατά συνέπεια, με γνώμονα τις ανωτέρω σχετικές νομικές αρχές, οι Ενάγοντες, κατά την κρίση μου, νομιμοποιούνται να επικαλούνται τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Κεφ. 149, τόσο στη βάση ύπαρξης ειδικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων όσο και στην απουσία τέτοιας σχέσης, με αποτέλεσμα η ψυχική πίεση να τεκμαίρεται ότι υπάρχει, και η Εναγόμενη να μην έχει καταφέρει να ανατρέψει το σχετικό τεκμήριο. Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες κατάφεραν, εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, να αποδείξουν ότι η συνομολόγηση της σύμβασης για απόκτηση των ΜΑΚ, έγινε υπό ψυχική πίεση που ασκήθηκε από την Εναγόμενη, και τούτο ακόμα και στην περίπτωση που δεν θα ίσχυε το εν προκειμένω τεκμήριο, καθότι, μεταξύ άλλων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφθηκε η αίτηση, Τεκμήριο 2.37, δικαιολογούσε την άγνοια από πλευράς τους, του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψαν. Αν και τα ανωτέρω σφραγίζουν, στην ουσία, το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής, για σκοπούς πληρότητας, πλην όμως επιγραμματικώς, έχοντας κατά νου τις προϋποθέσεις για απόδειξη της σχετικής δικογραφημένης θέσης, σημειώνω ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η Εναγόμενη στα πλαίσια προώθησης των ΜΑΚ προς τους Ενάγοντες (βλ. τα όσα για λογαριασμό της, αναφέρθηκαν από τον Θεοφανίδη προς τον Ενάγοντα), δικαιολογεί και κρίση ότι η συναίνεσή των τελευταίων να συμβληθούν για απόκτησή τους, δεν ήταν ελεύθερη και γιατί λήφθηκε ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων της πρώτης. Για σκοπούς πληρότητας, κρίνω, στο σημείο αυτό, αναγκαίο να σημειώσω ότι η θέση της Εναγόμενης περί του ότι οι Ενάγοντες προώθησαν, μέσω της μαρτυρίας τους, διαζευκτικούς ισχυρισμούς, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως αβίαστα προκύπτει από την μαρτυρία του Ενάγοντα (μοναδικού μάρτυρα των Εναγόντων), η όποια απαίτηση τους για αποζημιώσεις, εδράζεται, στην ουσία, στην αρχή του restitutio in integrum, ως θεραπεία επιείκειας, που αποδίδεται στις περιπτώσεις που μια σύμβαση θα κηρυχθεί άκυρη και δη στην απόδοση σε αυτούς του αρχικού κεφαλαίου που κατέβαλαν για απόκτηση των ΜΑΚ. Δηλαδή, στην επαναφορά των διαδίκων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την συνομολόγηση της σύμβασης απόκτησης των ΜΑΚ και δεν επεκτείνεται σε απαίτηση αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας. Τέλος, με δεδομένη την κατωτέρω κρίση, η οποία ανάγεται σε γεγονότα του 2009, και δη τόσο πριν όσο και κατά την συνομολόγηση της, κρίνεται εντελώς αχρείαστη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την αιτία που προκάλεσε την μη καταβολή στους Ενάγοντες των τόκων των ΜΑΚ, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012 ή τους λόγους, που το 2013, η Εναγόμενη αδυνατούσε πλέον να ενεργήσει ως οι συμβατικές της υποχρεώσεις, λόγω των διαταγμάτων που εκδόθηκαν στη βάση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/
  2. Κατά συνέπεια, οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν ότι, στη βάση των γεγονότων που προηγούνται της υποβολής της αίτησης για απόκτηση των ΜΑΚ, κατά το 2009, η εν προκειμένω συμφωνία απόκτησης τους είναι ακυρώσιμη και δικαιολογείται η ακύρωσή της δια σχετικής διακηρυκτικής απόφασης, καθώς επίσης και ότι υπέστησαν ζημιά για το ποσό των €872.293,
  3. Στο πλαίσιο δε της αρχής της αποκατάστασης που προκύπτει ως ανάγκη, κατόπιν κρίσης περί ακυρότητας μιας συμφωνίας, οι Ενάγοντες, στην περίπτωση που κατέχουν σήμερα άλλη αξία, μετοχή ή άλλο χρηματοοικονομικό μέσο, οι/το οποίες/ο αποτελεί απόρροια των επίδικων ΜΑΚ, οφείλουν να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα και ενέργειες ώστε αυτές/ο να εγγραφούν στο όνομα της Εναγόμενης . Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση, (α) με την οποία η σύμβαση απόκτησης των επιδίκων ΜΑΚ κηρύττεται άκυρη, (β) με την οποία η Εναγόμενη οφείλει στους Ενάγοντες €872.293,06, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησής τους και (γ) με την οποία οι Ενάγοντες, άμα την προγενέστερη λήψη της πιο πάνω επιδικασθείσας υπέρ τους αποζημίωσης (πλέον τους τόκους), οφείλουν να μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν στην Εναγόμενη και/ή μεριμνήσουν ώστε η τελευταία καταστεί δικαιούχος και/ή ιδιοκτήτης των όποιων τυχόν αξιών, μετοχών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων κατέχουν σήμερα, οι/τα οποίες/α αποτελούν απόρροια των επίδικων ΜΑΚ. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να αποκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η αγωγή εναντίον των λοιπών Εναγομένων αποσύρθηκε. [2] Στη βάση της προσκομισθείσας, από αυτούς, μαρτυρίας. [3] Τεκμήριο 1 έγινε η τρισέλιδη «ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ», Τεκμήριο 2, ο πίνακας περιγραφής των παραδεκτών εγγράφων, και Τεκμήρια 2.1 - 2.41, τα παραδεκτά έγγραφα. [4] Σημειώνεται, συναφώς, ότι, στο πλαίσιο της αγόρευσης της συνηγόρου των εναγόντων, μολονότι αναλύεται η νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, προβάλλεται και επιχειρηματολογία η οποία εδράζεται επί ισχυρισμών ή κατ' ισχυρισμών γεγονότων που κρίνονται εντελώς άσχετα με τα επίδικα, επί γεγονότων, ζητήματα της παρούσας αγωγής. [5] Παρά τη σχετική, ανωτέρω, αναφορά στα παραδεκτά γεγονότα, και την μετέπειτα, εκεί, αναφορά στα ΜΑΕΚ - ως επίδικες αξίες - αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε απέκτησαν ΜΑΕΚ, παρά μόνο Χρεόγραφα 2013/1028 και ΜΑΚ. [6] Ιατρός. [7] Ιατρός, [8] Τεκμήριο 2.35 [9] Υποδείχθηκε το σχετικό τεκμήριο στον Ενάγοντα και το αναγνώρισε ως την αίτηση που υπέβαλαν, με την Ενάγουσα, για απόκτηση των Χρεογράφων. [10] Μέχρι τότε εργαζόταν σε δημόσιο νοσοκομείο. [11] Αποτελεί κοινό τόπο ότι ήταν συνοπτικό πληροφοριακό δελτίο των ΜΑΚ του 2009 (Τεκμήριο 2.41). [12] Πρόκειται για το Τεκμήριο 2.37, το οποίο ο Ενάγοντας αναγνώρισε ως την αίτηση που υπέβαλαν οι Ενάγοντες στις 26.05.2009 για απόκτηση των ΜΑΚ. [13] Πρόκειται για την διαφορά που προκύπτει από την αφαίρεση από το συνολικό ποσό καταβληθέντων τόκων, των δυο πρώτων σχετικών καταβολών, οι οποίες αφορούσαν στα Χρεόγραφα και μόνο. [14] Ορίστηκε στα αρχικά στάδια της παρούσας ότι πρόκειται για τον (περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος (Νόμος 144
(1)/2017). [15] Τονίζεται η υπό αρίθμηση 5 επενδυτική υπηρεσία, καθότι αυτήν επικαλούνται, στην ουσία, δικογραφικώς, οι Ενάγοντες ως σχετική με την παρούσα αγωγή. Σημειώνεται ότι ελλείπει από το δικόγραφο των Εναγόντων ειδική δικογράφηση λεπτομερειών παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, πλην όμως, οι όποιες σχετικές δικογραφήσεις που επιτρέπουν, παρά ταύτα, την εξέταση της αγωγής επί αυτής της βάσης (βλέπε Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 (A) Α.Α.Δ. 400 και Πολ. Εφ. 310/2011 Μελίνα Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd απόφαση ημερομηνίας 21.03.2017), εστιάζονται αποκλειστικά στην παροχή επενδυτικών συμβουλών κατά παράβαση του Νόμου, και όχι οποιαδήποτε άλλη, αναγνωρισμένη από αυτόν (το Νόμο), επενδυτική υπηρεσία. [16] Βλ. άρθρο 2 και Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου [17] Βλέπε, μεταξύ άλλων, και το Τεκμήριο 2.
  1. [18] Τα ίδια θα ίσχυαν και θα καταγράφονταν ως μέρος του σκεπτικού της παρούσας απόφασης και για τα Χρεόγραφα, αν κρινόταν αναγκαία μια τέτοια ενασχόληση του Δικαστηρίου. [19] Τα όσα, με βάση την αποδεκτή, σχετική, μαρτυρία του Ενάγοντα, του αναφέρθηκαν από τον Θεοφανίδη στο πλαίσιο προώθησης των Χρεογράφων, αποτελούν μέρος της συμπεριφοράς που επέδειξε η Εναγόμενη κατά την προώθηση των ΜΑΚ, δεδομένης της αναφορά του τελευταίου ότι η απόκτησης των ΜΑΚ αποτελούσε συνέχιση του προηγούμενου σχεδίου (Χρεόγραφα), η οποία θα έπρεπε να γίνει για νομικούς και μόνο λόγους χωρίς, κατά τα άλλα, να μεταβάλλονται τα δεδομένα που ίσχυαν για τα Χρεόγραφα. [20] Στην ίδια κρίση θα κατέληγα και σε σχέση με τα Χρεόγραφα. [21] «Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβώ/ούμε στην αξιολόγηση της επένδυσής μου/μας στα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/αστε τους Όρους Έκδοσης όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο ημερ. 30 Απριλίου
  2. Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε υπάλληλο της για τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου της παρούσας έκδοσης. [22] Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432 και Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χίνη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. [23] Σχετική περικοπή από το σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Τόμος Α, σελίδα 387 και
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.