Jonathan Thielman κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 801/2022, 10/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 801/2022 Μεταξύ:
(1)Jonathan Thielman,
(2)Nicholas Stewart Wood
(3)Kevin John Heilard από τον οίκο Grant Thorton UK LLP, 30 Finsbury S;Uare, London EC2P 2YU υπό την ιδιότητά τους ως από κοινού διαχειριστές της περιουσίας του πτωχεύσαντα Andrey Valerievich Chemyakov ως η απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας (High Court of Justice of England and Wales, Queen's Bench Division, Commercial Court) που εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης πτώχευσης με αριθμό ΒΡ‑2017‑000409 ημερομηνίας 04/07/
- Ενάγοντες/Αιτητές v. Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2023 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Κος Παύλου Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: Κος Ιωσήφ Ενδιάμεση απόφαση Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του κ. Chernyakov, εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης από το Ανώτερο Δικαστήριο της Αγγλίας και Ουαλίας (στο εξής «ο πτωχεύσαντας»), οι Ενάγοντες επιζητούν την έκδοση διατάγματος τύπου «Norwich Pharmacal», με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη τράπεζα (στο εξής «η Εναγόμενη»), όπως, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία επίδοσής του σε αυτήν, αποκαλύψει ενόρκως και παραδώσει σ' αυτούς και στο Δικαστήριο, δια της προσκόμισης και σχετικών εγγράφων, στοιχείων και πληροφοριών, που έχει στην κατοχή της, πληροφορίες, (α) για τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκουν ή ανήκαν, άμεσα ή έμμεσα μέσω οποιουδήποτε τυχόν τρίτου, στην εταιρεία Nord Construction Ltd, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (στο εξής, «η εταιρεία»), αναφέροντας και τους αριθμούς των λογαριασμών αυτών, καθώς επίσης και πληροφορίες σχετικά με τους τελικούς δικαιούχους της εταιρείας και τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, (β) το ιστορικό κίνησης των συναλλαγών που έγιναν προς και από τους ανωτέρω λογαριασμούς, από την ημέρα ανοίγματός τους μέχρι και την έκδοση του διατάγματος και (γ) οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή άλλες οντότητες, που μεταβίβασαν και/ή κατέθεσαν και/ή μετέφεραν και/ή προέβησαν σε εμβάσματα, προς οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η εταιρεία στην Εναγόμενη, από την ημέρα ανοίγματος των εν λόγω λογαριασμών, μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, περιλαμβανομένων και των εγγράφων ή πληροφοριών που σχετίζονται με την αιτία, λόγο ή σκοπό, που έγιναν οι εν λόγω πράξεις. Επιζητείται ακόμα και διάταγμα ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες που θα λάβουν από το ανωτέρω αναφερόμενο διάταγμα, με σκοπό να υποστηρίξουν και/ή στοιχειοθετήσουν και/ή προωθήσουν αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία εναντίον της εταιρείας ή του πτωχεύσαντα ή/και άλλου προσώπου, που ήθελε φανεί ότι εμπλέκεται σε αδικοπραξία, σε σχέση με την πτωχευτική διαδικασία, με σκοπό να επιδιωχθεί η ακύρωση της οποιασδήποτε μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων που έγινε, άμεσα ή έμμεσα, από τον πτωχεύσαντα προς την εταιρεία, με απάτη, δόλο ή συνωμοσία, καθώς επίσης και για ανάκτηση κεφαλαίων, που κατέχει η εταιρεία στην Εναγόμενη και συμπερίληψή τους στην πτωχευτική περιουσία. Η επίδικη αίτηση Mε την αγωγή, η οποία σημειώνεται ότι άρχισε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρήθηκε και η επίδικη δια κλήσεως αίτηση, στη βάση της οποίας επιζητούνται, υπό τύπο προσωρινών διαταγμάτων (μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής), οι ανωτέρω τελικές θεραπείες (στο εξής «η επίδικη αίτηση»). Η Εκδοχή των Εναγόντων Δεν καθίσταται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της εκδοχής των Εναγόντων, παρά μόνο συνοπτική παράθεση τούτης, ώστε να είναι ευχερέστερα κατανοητή η παρούσα απόφαση. Εκείνο που στην ουσία ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, στη βάση πάντα του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, είναι ότι εναντίον του πτωχεύσαντα (προ της πτώχευσής του) εκδόθηκαν διάφορες αποφάσεις, για μεγάλες χρηματικές οφειλές του, και, ακολούθως, καταχωρήθηκαν διάφορες διαδικασίες, με σκοπό την εκτέλεσή τους. Στα πλαίσια των διαδικασιών αυτών, καταχωρήθηκε και αίτηση πτώχευσης εναντίον του, που οδήγησε στην έκδοση διατάγματος πτώχευσης του και διορισμό των αιτητών ως διαχειριστές της περιουσίας του (τον Ιούλιο 2017). Στα πλαίσια, γενικότερα, των διαδικασιών εκτέλεσης, τον Δεκέμβριο του 2015, ο πτωχεύσαντας, μέσω ένορκης δήλωσης, αποκάλυψε τη σχέση του με την εταιρεία, δηλώνοντάς τη, στην ουσία, ως μέρος των περιουσιακών του στοιχείων. Ενάμιση χρόνο μετά (Ιούνιο 2017), ο πτωχεύσαντας αποκάλυψε ότι η εταιρεία κατέχει τραπεζικό λογαριασμό στην Εναγόμενη, ο οποίος φέρεται να ανοίχθηκε από τον Μάιο του
- Η τελευταία αυτή αποκάλυψή του, έγινε στα πλαίσια αιτήματός του προς τους δικηγόρους του εξ αποφάσεως πιστωτή του, όπως συγκατατεθούν στη χρήση μέρους των χρημάτων που βρίσκονταν κατατεθειμένα στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας στην Εναγόμενη, για σκοπούς κάλυψης δικηγορικών εξόδων που όφειλε. Οι Ενάγοντες, μετά τον διορισμό τους ως διαχειριστές της περιουσίας του πτωχεύσαντα[1], προώθησαν διάφορες διαδικασίες, σε πολλές, ανά το παγκόσμιο, δικαιοδοσίες, με σκοπό την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων, ώστε αυτά να περιληφθούν στην πτωχευτική περιουσία, με σκοπό, ακολούθως, να εκκαθαριστούν προς όφελος των πιστωτών του. Περί τα τέλη του 2018, με αρχές του 2019, οι Ενάγοντες επικοινώνησαν με τη δικηγορική εταιρεία που τους εκπροσωπεί στην παρούσα διαδικασία (στο εξής οι δικηγόροι των Εναγόντων) και ζήτησαν τη βοήθειά τους για να λάβουν πληροφορίες σε σχέση με τα κεφάλαια που τυχόν διατηρεί η εταιρεία στην Κύπρο, καθώς επίσης και αναφορικά με τη δυνατότητα ανάκτησής τους, ώστε να περιληφθούν στην πτωχευτική περιουσία. Στα πλαίσια της επικοινωνίας αυτής και σχετικών οδηγιών που δόθηκαν από τους Ενάγοντες, οι δικηγόροι τους απέστειλαν επιστολή προς τον το διευθυντή και μέτοχο της εταιρείας[2], ενημερώνοντάς τον περί του γεγονότος ότι εκδόθηκε διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πτωχεύσαντα (ο οποίος, στη βάση των όσων γνώριζαν, ήταν ο τελικός δικαιούχος της εταιρείας) και τον καλούσαν όπως μεταβιβάσει τις μετοχές της εταιρείας σε πρόσωπο που του υπέδειξαν, για σκοπούς της πτωχευτικής διαδικασίας. Η διεύθυνση που ανευρέθηκε στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, ως διεύθυνση του διευθυντή και μετόχου της εταιρείας, είναι η διεύθυνση της Δικηγορικής Εταιρείας Ανδρέας Γιωρκάτζης & Σία ΔΕΠΕ. Η εν λόγω επιστολή ουδέποτε απαντήθηκε. Τον Μάρτιο του 2019 υπήρξε, εν τέλει, επικοινωνία μεταξύ του διευθυντή και μετόχου της εταιρείας και των δικηγόρων των Εναγόντων και ακολούθησε συνάντηση στα πλαίσια της οποίας ο πρώτος έλαβε τα έγγραφα που σχετίζονται με τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας για να τα μελετήσει, καθώς επίσης και έγγραφο με επίσημη δήλωσή του, που να βεβαιώνει ότι δεν ενεργεί, στην ουσία, ως μέτοχος ή διευθυντής της εταιρείας, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν, τελικά, η θέση του. Σε μεταγενέστερο χρόνο, ο εν λόγω διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας ανέφερε στους δικηγόρους των Εναγόντων ότι δεν πρόκειται να υπογράψει οποιονδήποτε έγγραφο και ότι θα ενεργούσε στη βάση της όποιας συμβουλής θα του έδινε ο δικηγόρος του, κ. Α. Γιωρκάτζης, στον οποίο και τους παρέπεμψε. Στη βάση των δεδομένων αυτών, οι δικηγόροι των Εναγόντων, μετά από αρκετή προσπάθεια, κατάφεραν και επικοινώνησαν με τον κύριο Γιωρκάτζη, ο οποίος, περί τα τέλη Μαΐου του 2019, ισχυρίστηκε, τηλεφωνικώς, ότι ο πτωχεύσαντας δεν είναι ο τελικός δικαιούχος της εταιρείας, και ότι οι μετοχές της κατέχονται προς όφελος κάποιου άλλου τρίτου προσώπου, τα στοιχεία του οποίου αρνήθηκε να αποκαλύψει, επικαλούμενος το καθήκον εμπιστευτικότητας που όφειλε προς αυτό. Δήλωσε δε άγνοια ως προς το γιατί ο πτωχεύσαντας να ορκιστεί ενώπιον Αγγλικού Δικαστηρίου και να ισχυριστεί ότι είναι ο τελικός δικαιούχος της εταιρείας. Παράλληλα με τις πιο πάνω ενέργειες, οι δικηγόροι των Εναγόντων επικοινώνησαν και με την Εναγόμενη, ούτως ώστε να τύχουν σχετικής με την εταιρεία ενημέρωσης, ενέργεια η οποία δεν επέφερε οποιονδήποτε αποτέλεσμα, λόγω του αδιεξόδου που προκλήθηκε από τη στάση που ακολούθησαν ο διευθυντής της εταιρείας και ο δικηγόρος του. Το πιο πάνω αδιέξοδο οδήγησε τους Ενάγοντες στην απόφαση να διοχετεύσουν τον χρόνο τους, καθώς και διαθέσιμα κεφάλαια της πτωχευτικής διαδικασίας για ανεύρεση και εκκαθάριση άλλων περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ο πτωχεύσαντας ανά το παγκόσμιο, αφήνοντας το ζήτημα που αφορά στις όποιες καταθέσεις της εταιρείας στην Εναγόμενη να τύχει χειρισμού σε μεταγενέστερο στάδιο, αν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, για να εκκινήσουν περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες, για το θέμα αυτό. Στα πλαίσια των ενεργειών αυτών έχουν συλλεχθεί και εκκαθαριστεί διάφορα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον πτωχεύσαντα, πλην όμως δεν κατέστη εφικτό να μαζευτεί ικανοποιητικό ποσό που να καλύπτει όλες τις υποχρεώσεις του προς τους πιστωτές του, και κατά συνέπεια, θεωρήθηκε από τους Ενάγοντες καθήκον τους να εκκινήσουν και διαδικασίες εναντίον της εταιρείας, σε μία προσπάθεια να λάβουν τον έλεγχο και την κατοχή των κεφαλαίων που διατηρεί τούτη στην Εναγόμενη, με σκοπό να περιληφθούν στην πτωχευτική διαδικασία, πριν ετοιμαστούν οι τελικοί λογαριασμοί της διαχείρισης της περιουσίας του πτωχεύσαντα. Είναι η θέση των Εναγόντων, στη βάση των ανωτέρω, ότι η εταιρεία έχει συσταθεί ως όχημα για την κατοχή περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντα, με σκοπό να αποφευχθεί η χρήση των κεφαλαίων που κατέχονται από αυτήν για σκοπούς της πτωχευτικής διαδικασίας, κάτι που αποτελεί, πάντα κατά τους Ενάγοντες, καταδολίευση των πιστωτών του πτωχεύσαντα. Είναι ακριβώς στη βάση της ανωτέρω θεώρησης, που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι απαραίτητο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης, με σκοπό να ληφθούν εκείνες οι απαραίτητες πληροφορίες, που θα επιτρέψουν σε αυτούς να ενώσουν τα κομμάτια του puzzle (piece together the jigsaw), ώστε να μπορεί να προωθηθεί η αξίωση εναντίον της εταιρείας, με τις ορθές και αναγκαίες δικογραφήσεις της απαίτησης τους. Η ένσταση στην επίδικη αίτηση Η Εναγόμενη καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην επίδικη αίτηση (στο εξής «η ένσταση»), στα πλαίσια της οποίας προβάλλει διάφορους λόγους για απόρριψη της τελευταίας, στους οποίους κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να γίνει λεπτομερής αναφορά, καθότι αυτοί περιορίστηκαν, κατά πολύ, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. Περιορισμός επίδικων ζητημάτων Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ο συνήγορος της Εναγόμενης εγκατέλειψε διάφορους λόγους ένστασης, ενώ καθόρισε κάποιους άλλους ως απλά επικουρικούς, έτερου συγκεκριμένου λόγου ένστασης, περιορίζοντας, στην ουσία, τους λόγους για τους οποίους ζητείται η απόρριψη της επίδικης αίτησης στους ακόλουθους: (α) ότι, υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η απόρριψή της, για τον λόγο αυτό και μόνο, (β) ότι, τα όσα οι Ενάγοντες έθεσαν ως υπόβαθρο υποστήριξης της επίδικης αίτησης δεν αποκαλύπτουν οποιανδήποτε αδικοπραξία, από πλευράς της εταιρείας και (γ) ότι, εν πάση περιπτώσει, από τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, δεν φαίνεται να αποτελεί ειλικρινή πρόθεσή τους να χρησιμοποιήσουν την όποια πληροφορία θα ληφθεί στα πλαίσια εκτέλεσης των αιτούμενων διαταγμάτων, για σκοπούς καταχώρησης και προώθησης αγωγής εναντίον της εταιρείας ή τρίτους, παρά μόνο, για να ευκολυνθεί η εκτέλεση των ήδη εκδοθεισών από Δικαστήρια άλλων χωρών, αποφάσεων εναντίον του πτωχεύσαντα. Η εκδοχή της Εναγόμενης Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την ένσταση, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο πιστωτής, που διόρισε τους Ενάγοντες διαχειριστές της περιουσίας του πτωχεύσαντα, γνώριζε περί της κατ' ισχυρισμό σχέσης του τελευταίου με την εταιρεία από τις αρχές Δεκεμβρίου 2015[3], και ότι, τουλάχιστον από τον Ιούνιο του 2017, γνώριζε και ότι η εταιρεία διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Εναγόμενη.[4] Παρά ταύτα, χωρίς να δίδεται οποιανδήποτε λογική και πειστική εξήγηση, η επίδικη αίτηση προωθήθηκε 6½ χρόνια από την αρχική πιο πάνω ενημέρωση, και 5 χρόνια, από την τελευταία πιο πάνω ενημέρωση που θέλει την εταιρεία να διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Εναγόμενη. Σημειώνεται, ακόμα, ότι, οι Ενάγοντες έλαβαν την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντα από τον Ιούλιο
- Ισχυρίζεται, επιπροσθέτως, συναφώς, ότι, η όποια περαιτέρω αναφορά των Εναγόντων, ως προς τους λόγους που αποφάσισαν να προωθήσουν την αγωγή τόσο χρόνο μετά, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για να αποφύγουν τούτοι τη συνέπεια της αδικαιολόγητης αυτής καθυστέρησής τους, που δεν είναι άλλη, κατ' αυτόν, από την απόρριψη της επίδικης αίτησης. Ως προς την επικαλούμενη από πλευράς των Εναγόντων αδικοπραξία της εταιρείας, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αυτή δεν αποδεικνύεται στον βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο, στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Είναι, η συναφή θέση της Εναγόμενης ότι, στη χειρότερη περίπτωση αυτό το οποίο ενδεχομένως να αποκαλύπτεται μέσα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, είναι ότι ο πτωχεύσαντας ενήργησε και/ή ενεργεί καταδολιευτικά έναντι των πιστωτών του, χωρίς, ωστόσο να υποδεικνύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο, έστω και γενικά, η όποια εμπλοκή ή συνδιαλλαγή ή συνεννόηση της εταιρείας με τον εν προκειμένω τρόπο δράσης του. Είναι η επί τούτου θέση της Εναγόμενης ότι, το ζητούμενο, για το αν θα εκδοθούν τα επίδικα διατάγματα, δεν είναι η όποια καταδολιευτική ή απατηλή στάση του πτωχεύσαντα, αλλά αυτή της εταιρείας, η οποία είναι και η κάτοχος των τραπεζικών λογαριασμών, για τους οποίους επιζητείται να αποκαλυφθούν οι πληροφορίες. Με βάση τη θέση αυτή, περί μη απόδειξης της κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίας της εταιρείας, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, τυχόν αποκάλυψη από πλευράς της των επιζητούμενων λεπτομερειών, θα αποτελούσε παράνομη πράξη, τόσο στη βάση των συμβατικών ή άλλως πως καθηκόντων της έναντι των πελατών της, όσο και στη βάση των καθηκόντων της ως υπεύθυνη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Τελευταία θέση της Εναγόμενης είναι ότι, αυτό που στην ουσία επιδιώκεται μέσω της έκδοσης των επιζητούμενων διαταγμάτων, είναι να αντληθούν τέτοιες πληροφορίες, οι οποίες θα ευκολύνουν την εκτέλεση των ήδη εκδοθεισών εναντίον του πτωχεύσαντα αποφάσεων, και όχι, ως διατείνονται οι Ενάγοντες, για να αποτελέσουν τη βάση για προώθηση αγωγής εναντίον της εταιρείας ή τρίτων για δόλο ή άλλη, γενικότερα, καταδολιευτική συμπεριφορά. Ακροαματική διαδικασία Αμφότεροι οι Συνήγοροι ανάρτησαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης γραπτές αγορεύσεις, και κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, τους δόθηκε ο λόγος και τόνισαν κάποια από τα επιχειρήματά τους, περιορίζοντας, συνάμα, τα επίδικα ζητήματα. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα απορρίψει την αίτηση. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και, ακολούθως, η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Films Rover v. Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελ. 780 και 781). Ως προς τη σημασία της τυχόν καθυστέρησης από πλευράς του ενάγοντα να αποταθεί στην δικαιοσύνη για να επιδιώξει την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέριση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. (Βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co. of U.S.A.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791. Βλ. και Copinger and Skone James (πιο πάνω) παραγ. 633 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 360-61, Kerly's Law on Trade Marks and Trade Names, 12η έκδοση, παραγ. 15-68 και John Drysdale & Michael Silverleaf "Passing off Law and Practice", 2α έκδοση, παραγ. 6-16)». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Το ζήτημα όμως δε τελειώνει εδώ. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε, πρόσφατα, στην Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολ. Εφ. Ε164/2019 (απόφαση ημερομηνίας 22.01.2021), «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 , που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και τον κίνδυνο που ενέχεται από την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται με την κατοχή των επιδίκων μετοχών. Μεταξύ αυτών είναι και ο κίνδυνος παράνομης επέμβασης στις δραστηριότητες της NWCC και της αποξένωση των μετοχών αυτής.»» Ως προς δε την πιθανότητα αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του εναγόμενου, στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 αναφέρθηκε ότι «δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δέστε τις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ (ανωτέρω), Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Διαταγή 48, θεσμός 4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, σελ. 527). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Όσον τώρα αφορά στα διατάγματα αποκάλυψης, στην Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued». Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Metaquotes Software ltd κ.α. v. Dababoo, Πολ. Εφ. Ε324/2016, απόφαση ημερομηνίας 14 Νοεμβρίου 2018, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά: «Η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος και αυτής της μορφής τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τελικό ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Με αυτά ως δεδομένα, αίτημα για αποκάλυψη δεν είναι ορθό να ικανοποιηθεί εάν οι αξιούμενες πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή εάν το Δικαστήριο δεν πεισθεί περί της πραγματικής πρόθεσης έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγήσαντος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης δεν μπορεί να περιορισθεί με την επιβολή άκαμπτων κανόνων. Κύριο οδηγό στην άσκηση της διακριτικής δυνατότητας του Δικαστηρίου συνιστούν σε κάθε περίπτωση τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Περαιτέρω, η ισοζυγία αλληλοσυγκρουόμενων δικαιωμάτων είναι επιβεβλημένη και προς την κατεύθυνση αυτή η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας συνιστά χρήσιμο οδηγό στην πορεία άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Είναι χρήσιμο να υπομνήσουμε την εξελικτική πορεία και την αέναη διάπλαση των διαταγμάτων αποκάλυψης, αλλά και όλων των μορφών των θεραπειών που εδράζονται στο δίκαιο της επιείκειας, ως απότοκο της ραγδαίας εξέλιξης και της συνεχώς μεταβαλλόμενης πολυπλοκότητας των συναλλαγών, αλλά και της συνακόλουθης δυσκολίας ανίχνευσης του δαιδαλώδους πλέον πλέγματος διάπραξης και συγκάλυψης διαφόρων μορφών αδικοπραξιών. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται και η ανάγκη για ανάλογη προσαρμογή της άσκησης των εξουσιών των Δικαστηρίων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ραγδαία εξελισσόμενες αυτές καταστάσεις και να θωρακίσουν το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη προς υπεράσπιση των συμφερόντων του κάθε διαδίκου». Εκεί δε που το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα αποκάλυψης είναι τράπεζα, και οι πληροφορίες που επιζητούνται αφορούν σε πελάτη της, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Κλουκινά Πολ. Εφ. 319/2011, απόφαση ημερομηνίας 13.01.2014, υπέδειξε τα εξής: Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες. Όσον τώρα αφορά, γενικότερα, στις προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων, στην υπόθεση G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 AAΔ 1624, αναφέρθηκαν και τα εξής: «. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθηθεί την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας.» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο που την διέπει. Εξαρχής σημειώνω ότι συμφωνώ με την θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι, με την μαρτυρία που οι Ενάγοντες προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατάφεραν να αποδείξουν, στο βαθμό που τούτο να είναι αναγκαίο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, ότι η εταιρεία έχει εμπλοκή σε οποιαδήποτε αδικοπραξία. Κάτι που αποτελεί προϋπόθεση, στη βάση των ανωτέρω σχετικών νομικών αρχών, για να εκδοθεί διάταγμα ως το υπό εξέταση. Πιο συγκεκριμένα, πέραν της θέσης ότι, (α) ο πτωχεύσαντας από το Δεκέμβρη του 2015 ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία του ανήκει, (β) κατά τον Ιούνιο του 2017, δήλωσε ότι μπορεί να αντλήσει χρήματα για κάλυψη προσωπικών του οφειλών από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας στην Εναγόμενη, (γ) ο φερόμενος, στον Έφορο Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας φαίνεται να είναι πρόσωπο που δεν ασκεί οποιοδήποτε πραγματικό έλεγχο σε αυτή και ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος τρίτου και (δ) ο δικηγόρος του διευθυντή και μέτοχου της εταιρείας, ο οποίος είναι και ο δικηγόρος που παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης στην εταιρεία, ανέφερε ότι ο πτωχεύσαντας δεν είναι ο τελικός δικαιούχος της εταιρείας, τίποτα σχετικό με διενέργεια όποιας αδικοπραξίας από πλευράς της τελευταίας δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι οι Ενάγοντες, για σκοπούς υποστήριξης της επιχειρηματολογίας περί αδικοπραξίας από πλευράς της εταιρείας - την οποία παρουσιάζουν ως την αδικοπραγήσασα εναντίον της οποίας σκοπεύουν καταχωρήσουν αγωγή - έθεσαν ως δεδομένο και ως μεμπτή από πλευράς της ενέργεια, ότι, τα όποια κεφάλια κατέχονται από αυτή στον τραπεζικό λογαριασμό της στην Εναγόμενη, δεν είναι το αποτέλεσμα αυθεντικής εμπορικής συναλλαγής, αλλά χρήματα που ανήκουν στον πτωχεύσαντα, τα οποία κατέθεσε στην εταιρεία, την οποία χρησιμοποιεί ως εταιρεία «κέλυφος» ή ως «τσέπη του», με σκοπό να μη τύχουν τούτα χρήσης στην πτωχευτική διαδικασία, σε καταδολίευση των πιστωτών του. Ωστόσο, το κατά τους Ενάγοντες αυτό δεδομένο και μεμπτό, δεν προκύπτει, ούτε εν είδει συμπεράσματος από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό. Τουναντίον, πάντα στη βάση του μαρτυρικού υλικού που οι ίδιοι οι Ενάγοντες προσκόμισαν, αυτό που προκύπτει είναι ότι η εταιρεία στο παρελθόν φέρεται να έχει πωλήσει σε τρίτους περιουσιακά της στοιχεία (γιοτ) και να έχει εξασφαλίσει από την πώληση αυτή σεβαστό χρηματικό ποσό, κατά πολύ μεγαλύτερο του πιστωτικού υπολοίπου που, σε μεταγενέστερο της ρηθείσας πώλησης χρόνο, είχε ο τραπεζικός λογαριασμός της εταιρείας που διατηρείτο σε τράπεζα στην Ελβετία πριν την μεταφορά του στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό της στην Εναγόμενη, ο οποίος προηγουμένως είχε μηδενικό υπόλοιπο. Πως, επομένως, το γεγονός αυτό συνάδει με την θέση των Εναγόντων ότι τα χρήματα στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας δεν αποτελούν το αποτέλεσμα αυθεντικής εμπορικής συναλλαγής; Καμία άλλη μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που να θέλει, λόγου χάριν, τον πτωχεύσαντα να έχει σε οποιοδήποτε στάδιο καταθέσει προσωπικά, ή έστω μέσω τρίτου, χρήματά του στους λογαριασμούς της εταιρείας. Εξού, κρίνω, και οι Ενάγοντες, ως μέρος των διαταγμάτων, ζητούν να δοθούν πληροφορίες ως προς το ποια είναι τα πρόσωπα που, μεταξύ άλλων, κατέθεσαν χρήματα στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, με σκοπό, προφανώς, να διαφανεί η πηγή προέλευσής τους, ώστε να εξακριβωθεί αν πρόκειται για χρήματα που ανήκουν στον πτωχεύσαντα ή χρήματα που ανήκουν στην εταιρεία, ερωτηματικά τα οποία έρχονται, επίσης, σε πλήρη σύγκρουση με το κατά τα άλλα προβαλλόμενο από τους Ενάγοντες δεδομένο ότι η εταιρεία λειτουργεί ως τσέπη του πτωχεύσαντα κατέχοντας χρήματα τα οποία δεν είναι το αποτέλεσμα αυθεντικής εμπορικής συναλλαγής. Στην ουσία, με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, παρέμεινε άγνωστη ποια είναι η συντελεσθείσα αδικοπραξία από πλευράς της εταιρείας και ποιος εκ μέρους της την έχει διαπράξει. Είναι αβίαστα, κατά τη γνώμη μου, που προκύπτει ότι, αυτό που στην ουσία επιδιώκεται από πλευράς των Εναγόντων είναι η αλίευση μαρτυρίας ώστε να διαφανεί αν όντως η εταιρεία εμπλέκεται σε όποια αδικοπραξία, κάτι, που, ως υποδείχθηκε ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής νομολογίας, δεν επαρκεί για πλήρωση του εδώ ζητουμένου. Παρεμφερώς, ωστόσο, σημειώνω ότι, και να ικανοποιείτο η ανωτέρω προϋπόθεση, και πάλι δεν θα εξέδιδα το αιτούμενο διάταγμα, μια και θεωρώ ότι η έκδοσή του δεν θα ήταν δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα την καθυστέρηση που έχουν επιδείξει οι Ενάγοντες στο να αποταθούν στο Δικαστήριο για εξασφάλισή του. Και εξηγώ. Ως έχει υποδειχθεί ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής με το ζήτημα νομολογίας, το γεγονός ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε δια κλήσεως και όχι μονομερώς, δεν απαλλάσσει τον αιτητή να δικαιολογήσει, εκεί που ζητεί παρεμπίπτουσα προσωρινή θεραπεία, την τυχόν καθυστέρηση στην προώθηση μιας σχετικής αίτησης. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία, στη βάση πάντα των όσων ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση ισχυρίζεται, ότι εδώ και 5 και πλέον χρόνια[5] οι Ενάγοντες είναι γνώστες της πληροφορίας που θέλει τον πτωχεύσαντα να είναι ο τελικός δικαιούχος της εταιρείας και την τελευταία να διατηρεί συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό στη Εναγόμενη. Καμία δικαιολογία δεν έχει δοθεί, με δεδομένη την πηγή άντλησης των σχετικών πληροφοριών[6], γιατί δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία από τότε. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, καμία εξήγηση δεν δόθηκε, γιατί οι Ενάγοντες περίμεναν μέχρι και το τέλος του 2018, με αρχές του 2019 να επικοινωνήσουν με τους δικηγόρους τους στην Κύπρο για να επιδιώξουν την όποια σχετική επικοινωνία. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και μετά τον Μάιο του 2019, όπου πλέον ήταν αποκρυσταλλωμένη και η στάση που τηρούσε ο μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας, καθώς επίσης και ο δικηγόρος του, η όποια αντίδραση των Εναγόντων χαρακτηρίζεται από αδιαφορία ως προς την όποια ενδεχόμενη προώθηση διαδικασίας, ως η υπό εξέταση. Κρίνεται εντελώς γενική, αόριστη και στερούμενη πειστικού υποβάθρου η αναφορά του ομνύοντα για λογαριασμό των Εναγόντων, ότι οι τελευταίοι αποφάσισαν να στρέψουν την προσοχή τους προς αναζήτηση και ανάκτηση περιουσίας προς άλλες δικαιοδοσίες, αφήνοντας την όποια διαδικασία, ως η υπό εξέταση, να ληφθεί στο μέλλον, και τούτο στη βάση του κατά πόσο θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, για την προώθησή της. Σημειώνω, συναφώς, ότι, ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να θέλει τους Ενάγοντες, κατά το εν λόγω χρονικό σημείο (μετά τον Μάιο του 2019), να έχουν λόγο να πιστεύουν ότι η όποια άλλη προσπάθεια ανάκτησης περιουσίας ανά το παγκόσμιο, θα επέφερε τέτοιο αποτέλεσμα που στο τέλος της ημέρας, θα καθιστούσε μη αναγκαία την προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Ελλείπει, ακόμα, ισχυρισμός, που να θέλει τούτους, στη βάση οποιασδήποτε, ενδεχομένως, πληροφόρησης ή γνώσης είχαν τότε, να πιστεύουν ότι δεν υπήρχαν, τότε, διαθέσιμα κεφάλαια, για προώθηση διαδικασίας ως η υπό εξέταση. Ούτε ότι υπήρχε περιορισμός των εν λόγω κεφαλαίων και ότι επιλέγηκε η προώθηση άλλων διαδικασιών, σε άλλες δικαιοδοσίες έναντι της παρούσας. Ούτε ότι οι άλλες διαδικασίες που προτιμήθηκαν για να προωθηθούν έναντι της παρούσας, είχαν καλύτερη προοπτική να επιφέρουν το αποτέλεσμα που ήταν η ανάκτηση περιουσίας του πτωχεύσαντα, προς όφελος της πτωχευτικής διαδικασίας. Στην ουσία, για λόγους που παρέμειναν εντελώς άγνωστοι στο Δικαστήριο, οι Ενάγοντες επέλεξαν από τον Μάιο του 2019, και για 3 ολόκληρα χρόνια να μην επιδιώξουν να προωθήσουν μία διαδικασία, ως η υπό εξέταση, έχοντας όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, που θα τους επέτρεπαν να πράξουν τούτο. Ούτε η σχετική θέση του ομνύοντα για λογαριασμό των Εναγόντων ότι το άγνωστο του ύψους των κεφαλαίων που διατηρούνται στον επίδικο λογαριασμό της εταιρείας αποτέλεσε ένα εκ των λόγων που αποφασίστηκε να μην προωθηθεί η διαδικασία ως η υπό εξέταση σε προγενέστερο χρόνο, μπορεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να θεωρηθεί επαρκής δικαιολογία. Και τούτο γιατί, τα όσα σχετικά, με το ζήτημα αυτό, δεδομένα, ο Πιστωτής που διόρισε τους Ενάγοντες τα γνώριζε από το 2017. Ούτε και σήμερα οι Ενάγοντες δηλώνουν ότι γνωρίζουν το όποιο υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού. Εν πάση περιπτώσει, ως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που οι ίδιοι οι Ενάγοντες προσκόμισαν, ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός στην Εναγόμενη είχε μηδενικό υπόλοιπο και σε κάποια στιγμή πιστώθηκε με τα κεφάλαια που κατέχονταν από την εταιρεία σε τραπεζικό λογαριασμό στην Ελβετία, τα οποία πρόκειται για ένα ποσό περί τα €260.000, πληροφορία η οποία ήταν γνωστή, ως πάντα προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που προσκόμισαν οι Ενάγοντες, στους ιδίους εδώ και χρόνια. Είναι στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων, και με γνώμονα πάντα τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της καθυστέρησης σε αιτήσεις δια κλήσεως, μέσω των οποίων επιζητούνται παρεμπίπτουσες προσωρινές θεραπείες, που κρίνω ότι η πιο πάνω ειδικώς προσδιορισθείσα αδικαιολόγητη, θεωρώ, καθυστέρηση από πλευράς των Εναγόντων, θα είχε, στα πλαίσια του ισοζυγίου της ευχέρειας του δικαστηρίου, καταλυτική σημασία στην τύχη της επίδικης αίτησης. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, χωρίς να καθίσταται ανάγκη να εξετάσω και τον τρίτο λόγο που προβάλλει η Εναγόμενη, περί μη ειλικρινούς πρόθεσης των Εναγόντων να χρησιμοποιήσουν τις όποιες πληροφορίες θα λάμβαναν μέσω των επίδικων διαταγμάτων για καταχώρηση αγωγών ή άλλων διαδικασιών εναντίον της εταιρείας και άλλων προσώπων. Κατά συνέπεια η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ο οποίος υπενθυμίζω ότι έγινε τον Ιούλιο 2017. [2] Τα στοιχεία του τα βρήκαν από πληροφορίες που αντλήθηκαν στα πλαίσια των διαφόρων διαδικασιών εκτέλεσης και από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. [3] Από αποκάλυψη του ίδιου του Πτωχεύσαντα. [4] O ενόρκως δηλών για λογαριασμό της Εναγόμενης, παραπέμπει, ειδικά, σε συγκεκριμένα έγγραφα και αναφορές του ομνύοντα για λογαριασμό των Εναγόντων, για σκοπούς στοιχειοθέτησης των ισχυρισμών του. [5] Πέντε περίπου χρόνια μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. [6] Οι σχετικές πληροφορίες λήφθηκαν στα πλαίσια των διαδικασιών εκτέλεσης των εναντίον του πτωχεύσαντα εκδοθεισών αποφάσεων και από τον Έφορο Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο