ΑΚΙΝΗΤΑ Σ.Ζ. ΗΛΙΑΔΗ ΛΤΔ κ.α. ν. ΦΩΦΗ ΗΛΙΑΔΟΥ - ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 969/22, 30/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. I-justice/Αρ. Αγωγής: 969/22 Μεταξύ:
- ΑΚΙΝΗΤΑ Σ.Ζ. ΗΛΙΑΔΗ ΛΤΔ
- ΖΗΝΩΝΑ ΣΩΚΡΑΤΗ ΗΛΙΑΔΗ Εναγόντων -ν-
- ΦΩΦΗ ΗΛΙΑΔΟΥ - ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ
- ΙΩΑΝΝΑ Κ. ΛΟΙΖΟΥ
- ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΑΚΗ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΣΩΚΡΑΤΗ ΗΛΙΑΔΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Παναγίδης Για Εναγόμενες: κ. Παπαδόπουλος με κα Κράγεμ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα 1, εταιρεία (στο εξής «η Ενάγουσα»), και ο Ενάγοντας 2 (στο εξής «ο Ενάγοντας»), (αμφότεροι, στο εξής «οι Ενάγοντες»), επιζητούν διάφορες θεραπείες εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και
- Οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι αδελφές του Ενάγοντα, ενώ ο Εναγόμενος 3 είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και
- Στην ουσία, με τις επιζητούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες, οι Ενάγοντες επιδιώκουν να εκδοθεί διάταγμα ειδικής εκτέλεσης όρου επικαλούμενης (δικογραφικώς) συμφωνίας που συνομολογήθηκε το 1997, ώστε να επιτευχθεί η συνένωση δυο ακινήτων (τα οποία προσδιορίζονται ειδικώς στην Έκθεση Απαίτησης), το ένα εκ των οποίων ανήκει στην Ενάγουσα και το άλλο στον Ενάγοντα και τους Εναγόμενους (ως συνιδιοκτήτες). Επιζητείται, επίσης, όπως εκδοθούν διατάγματα ή διακηρυκτικές αποφάσεις, με τις οποίες, στην ουσία, να αναγνωρίζεται ότι πληρεξούσια έγγραφα που οι Εναγόμενοι έδωσαν στον Ενάγοντα, στο παρελθόν, είναι έγκυρα και παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Τέλος, επιζητούνται γενικές αποζημιώσεις, είτε στη βάση μείωσης της αγοραίας αξίας κτηρίου (εμπορικού κέντρου) που ανοικοδομήθηκε εντός των δύο ακινήτων, είτε για διαφυγόντα κέρδη, είτε για παράβαση σύμβασης. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, με τις Εναγόμενες 1 και 2 να εκπροσωπούνται από κοινό συνήγορο. Προτού καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενες 1 και 2 (στο εξής «οι Εναγόμενες»), καταχώρησαν την επίδικη αίτηση με την οποία επιζητούν την απόρριψη και/ή αναστολή και/ή διαγραφή και/ή παραμερισμό της παρούσας αγωγής, επί το ότι, (α) δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, (β) συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, (γ) είναι νομικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή επιπόλαια και/ή ενοχλητική και/ή καταπιεστική και/ή σκανδαλώδης, και (δ) πρόκειται για αγωγή, την οποία το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή εξουσία να εκδικάσει και να αποδώσει τις θεραπείες που επιζητούνται, ή συναφείς με αυτές θεραπείες, λόγω κωλύματος και/ή λόγω δεδικασμένου και/ή λόγω παραγραφής. Επιπροσθέτως, και προφανώς διαζευκτικά, επιζητείται διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η παρούσα αγωγή μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Έφεσης υπ' αριθμό Ε.21/2022, με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 12.01.2022, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 2707/
- Δεν χρειάζεται να καταγράψω με λεπτομέρεια είτε το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, είτε το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την ένσταση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ο συνήγορος των Εναγομένων εγκατέλειψε το όποιο επιχείρημα προβάλλεται προς υποστήριξη της αίτησης περί παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος, και στη ουσία προώθησε την αίτηση επί τριών βάσεων:
(1)ότι στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης (το μόνο δικόγραφο από πλευράς Εναγόντων), δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα που επιτρέπει την απόδοση των αιτούμενων, μέσω της, θεραπειών,
(2)ότι η συνέχιση της προώθησης της παρούσας αγωγής αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και
(3)ότι στη βάση των δικογράφων και αποτελεσμάτων προηγούμενων δικαστικών διαδικασιών (στις οποίες γίνεται ειδική αναφορά στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση), οι Ενάγοντες κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή, καθότι εφαρμογής τυγχάνει η αρχή του δεδικασμένου. Όσον τώρα αφορά στους Ενάγοντες, μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων τους, επιζητείται η απόρριψη της αίτησης για τρείς, στην ουσία, λόγους:
(1)ότι, ενόψει της φύσης της επίδικης αίτησης και των προνοιών της Δ.27, θ.3, επί των οποίων εδράζεται τούτη, η εξέταση της θα πρέπει να γίνει αποκλειστικά στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς να είναι επιτρεπτό στο Δικαστήριο να ανατρέξει, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, και να συνυπολογίσει οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση. Είναι, εν προκειμένω, η θέση των Εναγόντων, ότι το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, όπως και αν διαβαστεί, αποκαλύπτει ξεκάθαρα αγώγιμα δικαιώματα,
(2)ότι, ακόμα και αν το Δικαστήριο νομιμοποιείται να λάβει υπόψη, για σκοπούς εξέτασης της επίδικης αίτησης, το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, αλλά και γενικότερα το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του, τότε η παρούσα αγωγή διαφοροποιείται από τις προγενέστερες δικαστικές διαδικασίες, αφού ελλείπει η αναγκαία ταύτιση των διαδίκων, και οι θεραπείες οι οποίες επιζητούνται με την παρούσα αγωγή, διακρίνονται από τις όποιες θεραπείες επιζητούντο στο πλαίσιο των προηγούμενων δικαστικών διαδικασιών, κάτι που κατά τους Ενάγοντες, στερεί στις Εναγόμενες το δικαίωμα να επικαλούνται την αρχή του δεδικασμένου και
(3)ότι η παρούσα αγωγή δεν αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού οι λόγοι που οι Εναγόμενες προβάλλουν προς υποστήριξη της σχετικής θέσης τους, δεν ισχύουν. Υποστηρίζουν, δε, ότι, με την προώθηση της παρούσας αγωγή, δεν επιδιώκεται ίδιος σκοπός με πέραν του ενός ένδικου μέσου. Προτού προχωρήσω στην ουσία της αίτησης, κρίνω σημαντικό να εξετάσω την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων, ότι η επίδικη αίτηση δεν μπορεί παρά μόνο να εξεταστεί αποκλειστικά στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης. Επί τούτου, ως θα φανεί κατωτέρω, στη νομική πτυχή που περιβάλει την επίδικη αίτηση, στο βαθμό που μέσω της επιδιώκεται η απόρριψη της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, ταυτίζομαι πλήρως με την εν προκειμένω εισήγησή του. Στο βαθμό, ωστόσο, που επιζητείται η απόρριψη της αγωγής, είτε στη βάση του ότι η προώθηση της αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, είτε στη βάση του κωλύματος επί το ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, τότε είναι επιτρεπτό, αν όχι και επιβεβλημένο, όπως το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης, συνυπολογίσει και το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει τούτη (βλ. Annual Practice 1956, σελ. 424, 2η παράγραφος, στο πλαίσιο καταγραφής της νομολογίας που διέπει αιτήσεις ως η υπό εξέταση στη βάση της παλιάς Αγγλικής Διαταγής 25, θ.4, οι πρόνοιες της οποίας είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες της Δ.27, θ.3 των δικών μας θεσμών, επί των οποίων και εδράζεται η επίδικη αίτηση). Η σχετική αναφορά στο Annual Practice 1956 έχει ως εξής: «So, if a party seeks to raise anew a question which has already been decided between the same parties by a Court of competent jurisdiction, this fact may be brought before the Court by affidavit[1], and the Statement of Claim, though good on the face of it, may be struck out, and the action dismissed; even though a plea of res judicata might not strictly be an answer to the action; it is enough if substantially the same point has been decided in a prior proceeding (MacDougall v. Knight, 25 Q. B. D. 1; Reichel v. Magrath, 14 App. Cas. p. 667; Humphries v. H.,
(1910)2 K. B. 531, C. A.; Cooke v. Rickman,
(1911)2 K. B. 1125; Greenhalgh v. Mallard,
(1947)2 All E.R. 255, C. A.; cf. Conquer v. Boot,
(1928)2 K. B. 336; Green v. Weatherill,
(1929)2 Ch. 213). Κατά συνέπεια, στο βαθμό που με την επίδικη αίτηση επιζητείται η απόρριψη της αγωγή, ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, η εξέταση της, στο βαθμό που κριθεί αναγκαία, θα γίνει αποκλειστικά στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, ενώ, στο βαθμό που αυτή (η απόρριψη) επιζητείται στη βάση του δεδικασμένου ή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου μέσω της αίτησης και της ένστασης θα συνυπολογιστεί. Με εντελώς συνοπτικό τρόπο, εκείνο που επικαλούνται οι Ενάγοντες μέσω της Έκθεσης Απαίτησης είναι ότι κατά το 1997 (δεν προσδιορίζεται μήνας και ημέρα), οι διάδικοι συμφώνησαν (δεν προσδιορίζεται αν πρόκειται για γραπτή ή προφορική σύμβαση) όπως εντός ακινήτου ιδιοκτησίας της Ενάγουσας και όμορου ακινήτου, συνιδιοκτησίας των λοιπών διαδίκων της παρούσας αγωγής (Ενάγοντα και Εναγομένων), λάβει χώρα ενιαία ανάπτυξη (εμπορικό κέντρο) και ότι στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας οι Εναγόμενες παρέδωσαν στον Ενάγοντα πληρεξούσια έγγραφα που του επέτρεπαν να προβεί σε διάφορες ενέργειες με σκοπό να υλοποιηθεί η συμφωνία αυτή. Επίσης ότι, οι αρμόδιες αρχές του κράτους, στις οποίες αποτάθηκε ο Ενάγοντας για σκοπούς υλοποίησης της ενιαίας ανάπτυξης, έθεσαν όρο, για την ανάπτυξη αυτή, την συνένωση των δυο ακινήτων. Προβάλλεται, επίσης, ότι, αφού η πρώτη φάση του εμπορικού κέντρου ολοκληρώθηκε και τούτο ενοικιάστηκε σε συγκεκριμένο όμιλο εταιρειών, η Εναγόμενη 1, αρχικά, και ακολούθως και η Εναγόμενη 2, άρχισαν να μην συνεργάζονται και ανακάλεσαν τα πληρεξούσια έγγραφα που είχαν παραχωρήσει στον Ενάγοντα, καθώς επίσης και αρνήθηκαν να υπογράψουν τα αναγκαία έγγραφα ώστε να επιτευχθεί η συνένωση των δύο ακινήτων, κάτι που ήταν απαραίτητο για να μπορεί, ακολούθως, να εκδοθεί τελική έγκριση της όλης ανάπτυξης (του εμπορικού κέντρου) και να εκδοθούν χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας, ώστε να γίνει η διανομή στους ιδιοκτήτες των δύο ακινήτων. Είναι στη βάση των ανωτέρω, που οι Ενάγοντες επιζητούν, στο πλαίσιο της αγωγής, την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων, καθώς επίσης και την έκδοση αποφάσεων που να αναγνωρίζουν ότι τα παραχωρηθέντα από τις Εναγόμενες στον Ενάγοντα πληρεξούσια έγγραφα είναι έγκυρα και επιφέρουν έννομα αποτελέσματα. Στη βάση δεν του προβαλλόμενου ισχυρισμού ότι συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγομένων έχει μειωθεί η αξία του εμπορικού κέντρου επιζητούνται και οι γενικές αποζημιώσεις. Οι Εναγόμενες, ως προς τον πρώτο πυλώνα της επιχειρηματολογίας τους, υποστηρίζουν ότι η όποια δικογράφηση περί συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων είναι εντελώς γενική, αφού αφορά σε μια αναφορά περί συμφωνίας που έλαβε χώρα κατά το 1997, χωρίς να προσδιορίζεται αν πρόκειται για γραπτή συμφωνία και ποια είναι η ημερομηνία τούτης και από ποιους, ενδεχομένως, υπογράφεται. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, προς τούτο, ότι με δεδομένη την δικογράφηση αυτή, ελλείπει απαραίτητη προϋπόθεση που θα επέτρεπε την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 76 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που θέτουν ως, σχετικό με την ειδική εκτέλεση, κριτήριο η συμφωνία να είναι γραπτή. Στη βάση αυτού του επιχειρήματος, οι Εναγόμενες ισχυρίζονται ότι δεν αποκαλύπτεται μέσω της Έκθεσης Απαίτησης αγώγιμο δικαίωμα που επιτρέπει την έκδοση απόφασης για ειδική εκτέλεση, και θα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί και/ή παραμεριστεί. Όσον τώρα αφορά στο δεδικασμένο και στην κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, οι Εναγόμενες παραπέμπουν σε 3 προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, καθώς επίσης και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο τους, για να υποστηρίξουν ότι όλα τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής απασχόλησαν και/ή θα έπρεπε να απασχολήσουν τα Δικαστήρια στις 3 αυτές προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να κωλύονται να προωθούν την παρούσα αγωγή, λόγω δεδικασμένου, αλλά τούτη (η παρούσα αγωγή) να αποτελεί και κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Από πλευράς των Εναγόντων δεν αμφισβητούνται οι προγενέστερες αυτές δικαστικές διαδικασίες, ούτε οι αποφάσεις που εκεί εκδόθηκαν, πλην όμως προβάλλεται ότι με την παρούσα αγωγή εγείρονται επιπρόσθετα ζητήματα που δεν απασχόλησαν τις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, και επιζητούνται διαφορετικές θεραπείες. Προβάλλεται, ακόμα, ότι, εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις προηγούμενες αυτές δικαστικές διαδικασίες, αναγνωρίστηκαν συγκεκριμένα δικαιώματα στους εδώ Ενάγοντες, που τους επιτρέπουν να προωθήσουν την παρούσα αγωγή επικαλούμενοι τούτα. Είναι εμφανές, και επί τούτου δεν βρίσκω διαφορετική προσέγγιση στις τοποθετήσεις των συνηγόρων των διαδίκων (στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους), ότι, το όποιο επιχείρημα των Εναγομένων προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης για απόρριψη της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, περιορίζεται μόνο στην αιτούμενη θεραπεία για ειδική εκτέλεση της επικαλούμενης συμφωνίας του
- Ως προς τις αιτούμενες θεραπείες που θέλουν τα κατά καιρούς παραχωρηθέντα πληρεξούσια έγγραφα να παραμένουν ισχυρά και να παράγουν έννομα αποτελέσματα, καθώς επίσης και τις επιζητούμενες γενικές αποζημιώσεις, τίποτα δεν προβάλλεται από πλευράς των Εναγομένων που να θέλει το ίδιο το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, στην όψη του, να μην αποκαλύπτει σχετικά αγώγιμα δικαιώματα. Τα όποια σχετικά επιχειρήματα των Εναγομένων, εδράζονται στα όσα, επιπροσθέτως, προβάλλουν μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, και δη ότι η ακύρωση των πληρεξουσίων επιβεβαιώθηκε δικαστικώς, κατόπιν εκ συμφώνου σχετικής απόφασης, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 5629/03, ενώ στο βαθμό που επιζητούνται γενικές αποζημιώσεις, αποτελεί θέση των Εναγομένων ότι τούτες δεν μπορούν να αποδοθούν, όχι γιατί δικογραφικά δεν αποκαλύπτεται σχετικό αγώγιμο δικαίωμα, αλλά γιατί τούτες επιζητούντο και/ή θα μπορούσαν να επιζητηθούν στο πλαίσιο των αγωγών 5629/03, 4675/04 και 2707/
- Στη βάση των δεδομένων αυτών, και δη ότι, ακόμα και αν οι Εναγόμενες έχουν δίκαιο να θεωρούν ότι η παρούσα αγωγή, στο βαθμό που μέσω της επιδιώκεται η έκδοσης διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, θα πρέπει να απορριφθεί ως μη αποκαλύπτουσα σχετικό αγώγιμο δικαίωμα, αυτή δεν θα απορριφθεί στην ολότητα της (παρά μόνο αναφορικά με την θεραπεία για ειδική εκτέλεση), κρίνω ορθότερο, αρχικά, να καταπιαστώ με τον 2ο και 3ο πυλώνα των επιχειρημάτων των Εναγομένων, που θέλουν την αγωγή καταδικασμένη λόγω εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου ή ότι αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, και μόνο στην περίπτωση που οι αιτιάσεις αυτές δεν γίνουν δεκτές, να προχωρήσω και να εξετάσω την αίτηση και στην βάση του 1ου πυλώνα. Νομική Πτυχή Μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος Καθίσταται επάναγκες, στο σημείο αυτό, να παρατεθούν τα όσα σχετικά με τη Δ.27 θεσμός 3 αναφέρονται στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και/ή από τα αγγλικά Δικαστήρια σε σχέση με τις αντίστοιχες παλαιές πρόνοιες των αγγλικών θεσμών. Αρχικά παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες της ρηθείσας Διαταγής. «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as maybe just». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.27 θ 3, είναι ότι, μέσω τους, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας όπως εξετάσει προκαταρκτικά κατά πόσο ένα δικόγραφο (στη συγκεκριμένη περίπτωση το ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα) αποκαλύπτει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα, και στην περίπτωση που κρίνει ότι δεν αποκαλύπτει ή ότι το δικόγραφο είναι επιπόλαιο ή ανούσιο ή ακόμα ενοχλητικό σε τέτοιο βαθμό που να μη δικαιολογείται η προώθηση του, τότε να διατάξει τη διαγραφή του. Ως δε προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, ένα τέτοιο μέτρο και δη διαγραφής δικογράφου είναι εξαιρετικό και δικαιολογείται να ληφθεί εκεί και μόνο που το δικόγραφο θα κριθεί, ξεκάθαρα, ανυπόστατο ως μη αποκαλύπτον οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο ή ως απαράδεκτα ενοχλητικό ή επιπόλαιο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να επιβάλει στα μέρη τον τρόπο με τον οποίο θα συντάξουν τα δικόγραφά τους, δικαίωμα των διαδίκων που χαρακτηρίστηκε ως ιερό (sacred). Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Annual Practice 1958, σελ. 477, Kozienskaya River Ltd v.KLCC Holding Ltd, Πολ. Εφ. Ε43/2013, απόφαση ημερομηνίας 23/3/2017, Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Ε191/2015, απόφαση ημερομηνίας 23/3/2016, Λοΐζος Λουκά & υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, In Re Pelmako Developments Ltd,
(1991)1 Α.Α.Δ. 146, Southfields Indust v. MV «Antriatika K»,
(1989)1 Α.Α.Δ. 301 και Fasili and Others v. Sun Boat,
(1984)1 C.L.R. 679. Ως προς την εξουσία αυτή, στο Halsbury's Laws of England, τέταρτη έκδοση, τόμος 37, παράγραφοι 430 και 431, γίνεται η εξής αναφορά: «These powers may be exercised on the ground:
(1)that the pleading or indorsement discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be;
(2)that it is scandalous, frivolous or vexation;
(3)that it may prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action; or
(4)that it is otherwise an abuse of the process of the court. » Στην υπόθεση Re Pelmako Development Ltd (ανωτέρω), σημειώθηκε ότι η κρίση επί αιτήσεως για διαγραφή του δικογράφου ως μη αποκαλύπτον αγώγιμο δικαίωμα ή ως επιπόλαιο και ενοχλητικό, κρίνεται αποκλειστικά στη βάση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση. Ενδεικτική της ορθότητας της κρίσης αυτής, είναι και η εξής αναφορά από τον Halsbury's Laws of England, τέταρτη έκδοση, τόμος 37, παράγραφος 436: «.. If the application is based only[2] on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible». Ωστόσο, ως σημειώθηκε ήδη ανωτέρω, όταν το αίτημα για απόρριψη της αγωγής εδράζεται στη βάση εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου ή επί το ότι αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, τότε, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, το Δικαστήριο συνυπολογίζει και το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιόν του. Δεδικασμένο και/ή estoppel Ως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και γενικά τις αυθεντίες, περιλαμβανομένων και αγγλικών συγγραμμάτων και αποφάσεων, «το κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα συνιστά μια από τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam). Υφίσταται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιδιώκεται η επανασυζήτηση θέματος που ήδη αποφασίστηκε ή υπήρξε το αντικείμενο παραδοχής σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αιτίας αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της. Σε αντιδιαστολή προς το κώλυμα αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) που αποτελεί τη δεύτερη έκφανση του (βλ. Thoday v. Thoday [1964] 1 All E. R. 341) ». Aναφέρθηκε, ακόμα, ότι, από τις αρχές του 12ου αιώνα, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνται δεσμευτικές και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Ως προς το πότε είναι δυνατόν να γίνει επίκληση του αποκλεισμού από δεδικασμένο και/ή από ημιδεδικασμένο (estoppels of record or quasi of record), σημειώθηκε ότι, τούτο είναι δυνατό να γίνει όταν ένα επίδικο γεγονός έτυχε δικαστικής κρίσης με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ συγκεκριμένων διαδίκων, από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του ζητήματος και το ίδιο ζήτημα, επανεμφανίζεται, σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Ως προς τους λόγους που εξυπηρετούνται με την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα, αναφέρθηκε ότι, τούτοι, είναι δύο. Πρώτον, «ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae, ut sit finis litium)» και δεύτερον, «κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa)». Αναφορικά τώρα με τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιούνται για να τυγχάνει εφαρμογής ο συγκεκριμένος κανόνας, σημειώθηκε ότι, πρώτον, η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, δεύτερον, θα πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και τρίτον, θα πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Στην υπόθεση Theori and Another v Djoni and Another
(1984)1 CLR 296, αποφασίστηκε ότι ο κανόνας του δεδικασμένου δεν εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία προωθήθηκε συγκεκριμένη βάση αγωγής επί της οποία εδράζεται και η νέα διαδικασία, αλλά επεκτείνεται και στην περίπτωση που η βάση αγωγής της νέας διαδικασίας θα μπορούσε να προωθηθεί, κατόπιν λογικής έρευνας, και στην προηγούμενη διαδικασία. Ποιο συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «What learned counsel for the appellants has, in essence, challenged before, this Court is the conclusion of the trial Court that res judicata applies to claims not actually included in the former action but which could properly be so included. He submitted that estoppel could only operate against a party and preclude him from raising issues which could have been raised in the previous proceedings only if the subject-matter raised in the previous proceedings was the same as the subject-matter of the subsequent proceedings; and that the real test should not be whether the issues could have been raised in the first action but whether the basis of the two actions was the same. And although, he argued, the subject-matter of the present action could be included in the first action the fact that it was not so included does not mean that the plea of res judicata applies and this because what the appellants were claiming in the first action was the ownership of the land under plots .39/2 and 40/2 of sheet-plan LIV/49 by virtue of inheritance and adverse possession and that what they are now claiming is that in addition to the above they are, on the same grounds, the owners of more property, plots 39/1 and 40/1, which, though adjacent to the above, was not included in their claim in the first action; and that this being the position res judicata does not apply in these proceedings because the subject-matter of the two proceedings was different; and he invited this Court to rule that in the circum stances the plea of res judicata should not be allowed to stand. We find ourselves unable to agree with learned councel's proposition. In our view it is contrary to the principle enunciated by Wigram V.C. in Henderson v. Henderson (supra) which, in addition to the cases cited above, was quite recently approved by the House of Lords in Vervaeke v. Smith [1982] 2 All E. R. 144. Therefore, although it is correct that the ownership of the property covered by plot 39/1 and 40/1 was not an issue between the plaintiffs and the defendants in the first action, the plaintiffs, admittedly, could have raised their contention as to the ownership of these plots in that action, in which the issue was also the ownership of parts of what previously to the institution of the first action were plots 39 and 40 and to which their present claim "property belonged", and in the circumstances it was, in our view their duty to include it in such action so as to avoid multiplicity of proceedings.» (βλέπε επίσης την Χαραλάμπους ν Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298). Στην δε Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 389 σημειώθηκε, πάντα συναφώς, ότι: «Στην υπόθεση Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, με αναφορά στις υποθέσεις Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep) 378, Hoystead and Others v. Taxation Commissioner (ανωτέρω) και Public Trustee v. Kenward [196η 2 All E.R. 870, επαναλήφθηκε πως δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψή τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί. Κατάχρηση διαδικασίας Ως ακροθιγώς αναφέρθηκε ανωτέρω, το δικαίωμα του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή ενός δικογράφου, δεν προκύπτει μόνο από τις πρόνοιες της Δ.27, Θ.3, αλλά μπορεί να είναι και το αποτέλεσμα κρίσης ότι ένα ένδικο μέσο προωθείται εις τρόπον που αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως τέτοια κρίνεται μια διαδικασία, η οποία προωθείται με αλλότρια κίνητρα και/ή σκοπό, και ως έχει λεχθεί, αυτή μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37 para. 434 και Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών, Πολ. Έφεση Αρ. 9173, 16/03/1995). Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της ALDI MARINE LTD,
(2012)1Β Α.Α.Δ 1069) λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση In re Beogradska D.D. [1996] 1 Α.Α.Δ. 911 λέχθηκε ότι η πολλαπλότητα διαδικασιών που συνίσταται στην επιδίωξη όμοιου σκοπού με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Παράλληλα επισημάνθηκε το γεγονός ότι το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να απορρίπτει διαδικασίες που συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή και να αναστέλλει τη μεταγενέστερη μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης, ανάλογα με την περίπτωση. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην εν λόγω υπόθεση έχει ως εξής: "Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας."» Κατάχρηση διαδικασίας προκύπτει όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία επιδιώκεται όμοιος σκοπός με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία προωθούνται πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία (βλ. Σοφία Κοζάκη v. Γεωργίου Κοζάκη
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1710 στην οποία γίνεται παραπομπή στην Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, Eighteeth edition, σελ.1534 § 43 - 46 κάτω από τον τίτλο «Claims which could and should have been brought previously:» αναφέρονται τα εξής: «To bring a claim that could and should have been made as part of previous litigation is a form of abuse of process. "The rule is not based on the doctrine of res judicata in a narrow sense, nor even on any strict doctrine of issue estoppel or cause of action estoppels. It is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do[3]. The distinction from even the extended doctrine of res judicata is important because abuse of process is not confined by the rules that restrict res judicata estoppels and is potentially more flexible». Ως προς την προσέγγιση του Δικαστήριο όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με αίτημα για απόρριψη αγωγής λόγω δεδικασμένου, αλλά και λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Bradford & Bingley Building Society v. Seddon Hancock and Others (third parties) [1999] 1 WLR 1482. Έχουν ως εξής: " In my judgment, it is important to distinguish clearly between res judicata and abuse of process not qualifying as res judicata, a distinction delayed by the blurring of the two in the court's subsequent application of the above dictum. The former, in its cause of action estoppels form, is an absolute bar to relitigation, and in its issue estoppel form also, save in "special cases" or "special circumstances". ...The latter, which may arise where there is no cause or issue estoppel, is not subject to the same test, the task of the court being to draw the balance between the competing claims of one party to put his case before the court and of the other not to be unjustly hounded given the earlier history of the matter". Στο ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα (PHIPSON ON EVIDENCE), πιο κάτω, αναφέρεται ότι: «A decision as to whether to strike out a claim on the basis that it should have been brought in previous proceedings is decision involving the assessment of a number of factors to which there is only one correct answer as to whether or not there is an abuse of process, as opposed to a decision involving the exercise of discretion. The court should adopt broad - merits approach». (βλ. επίσης Τime Group Ltd v. Computer 2000 Distribution Ltd [2002] EWHC 126 QBD (TCC)). Σχετική είναι επίσης και η εξής περικοπή από τη σελ. 1538 § 43 - 49 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος κάτω από την αναφορά «Should have been litigated in earlier proceedings:» "This form of abuse of process is usually relied on between the parties in previous litigation. As such it operates as, in effect, an extension of the doctrine of merger and cause of action estoppel: although the subsequent litigation does not rely on identical cause of action, the argument is that because the second claim "covers issues of facts which are so clearly part of the subject - matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the court to allow a new proceeding to be started in respect of them". In MCC Proceeds Inc v. Lehman Brothers International, Mummery L.J. treated it as critical that "the essential factual basis of the claims is the same in both cases" and that joinder of the defendants in the second action as a defendant in the first would not have "overloaded, or introduced complexity into, the first action". A party would be unlikely to be able successfully to allege that a claim "could and should" have been litigated in previous proceedings if in all likelihood the judge in the previous proceedings would have directed that it should be held over to await the conclusion of the previous claim». Κατά συνέπεια είναι μόνο στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της αντιδικίας και γενικότερα τα επίδικα ζητήματα της δεύτερης αγωγής αποτελούν ξεκάθαρα μέρος της αρχικής διαφοράς και προγενέστερης διαδικασίας ή ξεκάθαρα μπορούσαν να εγερθούν σε αυτή, που η μεταγενέστερη αγωγή θα κριθεί ως καταχρηστική. (βλ. επίσης Greenhalgh v. Mallard [1947] 2 ALL E.R. 255, 257). Διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος ο ενάγοντας της τελευταίας χρονικά αγωγής να εμποδιστεί από το να προωθήσει μια γνήσια απαίτηση του (βλ. Βoard in Brisbane City Council v. Attorney - General for Queensland [1979] A.C. 411, 425). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι δεν πρέπει να γίνεται προσπάθεια να οριστεί (define) ή να κατηγοριοποιηθεί πλήρως (categorized fully) το τι μπορεί να συνιστά κατάχρηση μιας διαδικασίας ούτε να τίθενται αυστηροί κανόνες, διότι ο σκοπός είναι να αποτρέπεται η κατάχρηση και δεν πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο η διατήρηση γνήσιων απαιτήσεων (βλ. Barrow v. Bankside Agency Ltd [1996] 1W.L.R. 257). Από μια ανάγνωση και μόνο των δικογράφων της αγωγής 4675/04 και της απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο της, και των δικογράφων της αγωγής 2707/14 (η οποία απορρίφθηκε κατόπιν δικαστική απόφασης[4]), καθώς επίσης και των διαδίκων στις δύο αυτές αγωγές, είναι αβίαστα που καταλήγω ότι η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, χωρίς να συνυπολογίζω τα σχετικά κριτήρια αναφορικά με την αγωγή 5629/03, ενόψει του γεγονότος ότι σε αυτή δεν παρατηρείται πλήρης ταύτιση των διαδίκων, αφού η Εναγόμενη 2 της παρούσας αγωγής δεν ήταν εκεί διάδικος[5]. Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση, και επί τούτου δεν προβάλλεται διαφορετική θέση από τον οποιονδήποτε, ότι τα όποια πληρεξούσια έγγραφα, στα οποία αναφέρονται οι Ενάγοντες της παρούσας αγωγής ως παραμένοντα ισχυρά και ως έγγραφα που παράγουν ακόμη έννομα αποτελέσματα, περιλαμβάνονται στην δικογραφία της αγωγής 4675/04, όπως επίσης και η συμφωνία του 1997, καθώς επίσης και ότι στην απόφαση που εκεί εκδόθηκε, το Δικαστήριο όχι απλά καταπιάνεται με αυτά, αλλά αποφασίζει και τους επ' ακριβείς όρους της συμφωνίας όπως και την εμβέλεια της πληρεξουσιοδότησης που παραχωρήθηκε μέσω των επιδίκων της παρούσας αγωγής πληρεξουσίων. Είναι δε στη βάση του λεκτικού ενός εκ των εν λόγω πληρεξουσίων, που αποφασίζεται η εμβέλεια των όρων της εν προκειμένω συμφωνίας. Η δε δικογράφηση της αγωγής 2707/14, θα τολμούσα να πω ότι είναι πανομοιότυπη με την δικογράφηση της παρούσας αγωγής, με μόνη διαφορά την απουσία ειδικής δικογράφησης για τα πληρεξούσια και απουσία αιτούμενης θεραπείας για αποζημιώσεις. Όλοι δε οι διάδικοι της παρούσας αγωγής, ήταν διάδικοι και στις αγωγές 4675/04 και 2707/14, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Ενάγοντας της παρούσας αγωγής, ήταν Εναγόμενος 2 στη πρώτη και Εναγόμενος 1 στη δεύτερη. Θα μπορούσε, ωστόσο, προφανώς, κατόπιν λογικής έρευνας και ενεργειών, αν επιθυμούσε να εξασφαλίσει, στο πλαίσιο των αγωγών αυτών (4675/04 και 2707/14), θεραπείες εναντίον των λοιπών εκεί Εναγομένων (Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή), να λάμβανε τα απαραίτητα διαβήματα για να επιτύχει τούτο. Προκύπτει ακόμα από τα δικόγραφα των δυο αυτών αγωγών, αλλά και της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 4675/04, ότι οι διαφορές των διαδίκων ήταν αποκρυσταλλωμένες μεταξύ τους τουλάχιστον από το 2002, σε χρόνο, δηλαδή, που το κτίριο είχε ήδη περατωθεί και εισπράττοντο ήδη ενοίκια από τον ενοικιαστή του. Δηλαδή, στη βάση όλων των αιτιάσεων των διαδίκων στις αγωγές αυτές (4675/04 και 2707/14), ήταν και λογικό και αναμενόμενο και σίγουρα εύκολο να επιζητηθούν οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις κατ' επίκληση παράβασης της συμφωνίας του 1997, δηλαδή οι θεραπείες που επιζητούνται με την παρούσα αγωγή και δεν επιζητούντο μέσω των προηγουμένων, καθώς επίσης και να απαιτηθεί δικαστική κρίση ως προς την ισχύ ή μη των επίδικων πληρεξούσιων εγγράφων, τα οποία, κατά τη δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής έχουν ανακληθεί από το 2002[6]. Παρά την ανωτέρω κρίση μου, η οποία σφραγίζει, στην ουσία, και την τύχη της επίδικης αίτησης, εντούτοις δεν πρέπει να λησμονείται, ότι, μολονότι δεν παρατηρείται πλήρης ταύτιση των διαδίκων της παρούσας αγωγής με τους διαδίκους της αγωγής 5629/03, οι διάδικοι της τελευταίας είναι διάδικοι και στην παρούσα αγωγή, με αποτέλεσμα σε σχέση με αυτούς, τα όσα αποφασίστηκαν στην αγωγή αυτή, και αποτελούν επίδικα ζητήματα και της παρούσας να είναι δεσμευτικά για αυτούς. Υπενθυμίζω προς τούτο, ότι στο πλαίσιο της αγωγή 5629/03, εκ συμφώνου, επιβεβαιώθηκε, δικαστικώς, η ορθότητα της ανάκλησης όλων των πληρεξουσίων που παραχώρησε η Εναγόμενη 1 στον Ενάγοντα της παρούσας αγωγής. Τέλος, με δεδομένη την εκκρεμότητα της έφεσης που ασκήθηκε ενάντια στην απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή 2707/14, παρέχεται στον εκεί Ενάγοντα, αλλά και σε οποιονδήποτε άλλο διάδικο της εν λόγω αγωγής, στην περίπτωση που επιτύχει η έφεση και η αγωγή αναβιώσει, να λάβει τα αναγκαία διαβήματα ώστε να επιδιώξει να εξασφαλίσει θεραπεία που επιζητείται μέσω της παρούσας αγωγής, αφού οι εκεί δικογραφήσεις, επιτρέπουν την απόδοση τους στην περίπτωση που οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αποδειχθούν. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι στη βάση των ανωτέρω, οι Ενάγοντες της παρούσας αγωγής κωλύονται να την προωθούν λόγω της εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου, με αποτέλεσμα αυτή να είναι έκθετη σε απόρριψη. Ανεξαρτήτως της ανωτέρω κρίσης μου, είμαι της γνώμης ότι η παρούσα αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη και γιατί η προώθηση της αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Και αυτό για πέραν του ενός λόγου. Πρώτο, με την εκκρεμότητα της έφεσης εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2707/14, επιδιώκεται, στην ουσία, η αναβίωση της εν λόγω αγωγής, μέσω της οποίας επιδιώκεται από την εκεί Ενάγουσα (Ενάγουσα και στη παρούσα αγωγή), και είναι δυνατό να επιδιωχθεί και από τον εκεί Εναγόμενο 1 (Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή), θεραπείες, ως οι θεραπείες που επιδιώκονται μέσω της παρούσας αγωγής. Δηλαδή, επιδιώκεται προσπάθεια να επιτευχθεί ίδιος σκοπός με παράλληλα ένδικα μέσα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ.1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 773). Στη τελευταία δε υπόθεση (Σοφοκλέους), η απόφανση περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εδράστηκε, ακριβώς, στη βάση της εκκρεμότητας έφεσης, το αποτέλεσμα της οποίας θα προσδιόριζε και το ενδεχόμενο να επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο προωθήθηκε η επόμενη διαδικασία που κρίθηκε καταχρηστική και, Δεύτερο, τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής είτε ταυτίζονται πλήρως με τα επίδικα θέματα των αγωγών 4675/04 και 2707/14, είτε, ευκόλως, κατόπιν λογικής έρευνας, θα έπρεπε να αποτελέσουν μέρος τους, σε τέτοιο βαθμό που κρίνω ότι αν επιτραπεί η συνέχιση της της παρούσας αγωγής αυτό θα αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως ήδη υποδείχθηκε ανωτέρω, το πλαίσιο των γεγονότων επί των οποίων εδράζονται και οι τρεις αυτές αγωγές (η παρούσα και οι 4675/04 και 2707/14), δηλαδή το αντικείμενο της αντιδικίας των διαδίκων, είναι κοινό. Αφορά, στην ουσία, στις υποχρεώσεις και δικαιώματα των διαδίκων στη βάση των όρων της συμφωνίας του 1997, στο πλαίσιο της οποίας ετοιμάστηκαν και δόθηκαν στον Ενάγοντα της παρούσας αγωγής τα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα. Βρισκόμαστε, κατά τη γνώμη μου, στην ουσία, αντιμέτωποι με την περίπτωση που η συνέχιση της παρούσας αγωγής θα αποτελούσε απαράδεκτη διαιώνιση δικαστικών διαδικασιών για διαφορές, που είτε ήδη εκδικάστηκαν (αγωγή 4675/04), είτε έπρεπε, ως θέμα λογικής έρευνας και ευκολίας να εκδικαστούν (αγωγές 4675/04 και 2707/14), είτε, τέλος, θα υπάρχει η δυνατότητα - αν επιτύχει η έφεση και αναβιώσει η αγωγή - να εκδικαστούν (αγωγή 2707/14). Για αυτόν το λόγο, εξάλλου, προωθείται η έφεση εναντίον της απόφασης απόρριψης της αγωγής 2707/14, ώστε, ακριβώς, να δοθεί η ευκαιρία στην εκεί ενάγουσα (Ενάγουσα και στη παρούσα αγωγή), αλλά και στους όποιους εκεί εναγόμενους το επιθυμούν, μετά την αναβίωση της, να επιδιώξουν να εξασφαλίσουν θεραπείες, ως οι επιζητούμενες στην παρούσα αγωγή, εναντίων των λοιπών διαδίκων στην πρώτη. Πρέπει, φυσικά, στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε μόνο από τις Εναγόμενες 1 και 2 της παρούσας αγωγής, με αποτέλεσμα τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και αποτελούν κρίσεις του Δικαστηρίου, να αφορούν αποκλειστικά στις σχέσεις των Εναγόντων με τις Εναγόμενες αυτές. Ουδόλως αποφαίνομαι μέσω της παρούσας απόφασης ως προς το απορριπτέο ή μη της αγωγής σε σχέση με τον Εναγόμενο 3, ο οποίος και δεν προώθησε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, η επίδικη αίτηση επιτυγχάνει και η παρούσα αγωγή, αναφορικά με τις Εναγόμενες 1 και 2 απορρίπτεται, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να εξετάσω και κατά πόσο τούτη, εν όλο ή έστω εν μέρη, θα απορριπτόταν, πάντα σε σχέση με τις Εναγόμενες 1 και 2, ως μη αποκαλύπτουσα, στην όψη του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης και μόνο, αγώγιμο δικαίωμα που επιτρέπει την απόδοση των αιτούμενων θεραπειών. Ως προς τα έξοδα, τόσο της αγωγής όσο και της επίδικης αίτησης, δεν έχω κανένα λόγω για να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. [1] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. [2] Υπογράμμιση δική μου. [3] Υπογράμμιση δική μου. [4] Εναντίον της οποίας καταχωρήθηκε η έφεση Ε.21/2022. [5] Ούτε ο Εναγόμενος 3 της παρούσας αγωγής ήταν διάδικος στην αγωγή εκείνη, πλην όμως, δεδομένου ότι η επίδικη αίτηση προωθείται μόνο από τις Εναγόμενες 1 και 2, το ζήτημα αυτό δεν θα απασχολήσει περαιτέρω στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης. [6] Βλέπε, παράγραφο 30 τούτης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο