← Κύπρος

Anna Aleksandrova Chernobay κ.α. ν. Inna Leonova κ.α., Αρ. Αγωγής: 1653/21, 5/5/2023

Anna Aleksandrova Chernobay κ.α. ν. Inna Leonova κ.α., Αρ. Αγωγής: 1653/21, 5/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1653/21 Μεταξύ:

  1. Anna Aleksandrova Chernobay
  2. Alexander Vladimirovich Chernobay
  3. Maria Vladimirova Chernobay
  4. Vladimir Vladimirovich Chernobay Ενάγοντες v.
  5. Inna Leonova
  6. Sergei Shamraev Εναγόμενοι Ημερομηνία: 05 Μαΐου, 2023 Για τους Ενάγοντες: Μαππουρίδης (κος) Για τους Εναγόμενους: Μαστίχη (κα) Ενδιάμεση Απόφαση Η Απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, οι ενάγοντες[1] επιδιώκουν την έκδοση διαφορών διακηρυκτικών αποφάσεων, καθώς επίσης και την απόδοση γενικών αποζημιώσεων, εναντίον των εναγομένων 1 και
  7. Ως δεσπόζουσα αιτούμενη θεραπεία, επιζητείται η διακηρυκτική απόφαση ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της ενάγουσας 1 και πατέρας των εναγόντων 2, 3 και 4 (στο εξής «ο αποβιώσαντας»), είχε, προ του θανάτου του, την μόνιμη διαμονή και κατοικία του στην Ρωσική Ομοσπονδία (στο εξής «η Ρωσία»), και κατά συνέπεια, στο βαθμό που αφορά στη διαχείριση της εν Κύπρω κινητής περιουσία του, εφαρμογής τυγχάνουν οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες της Ρωσίας και όχι της χώρας μας. Η Επίδικη Αίτηση Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, η οποία σημειώνεται ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στη βάση των προνοιών της Δ.12, θ.13, οι ενάγοντες καταχώρησαν και την επίδικη αίτηση, με την οποία επιδιώκουν την έκδοση τριών προσωρινών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, που στόχο έχουν να απαγορευθεί στους εναγόμενους 1 και 2, διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, να διαχειρίζονται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την εν Κύπρω κινητή περιουσία του τελευταίου. Εκδοχή εναγόντων Στη βάση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 1, που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, η εκδοχή των εναγόντων έχει ως εξής: Ο αποβιώσαντας, κάτοχος κυπριακού διαβατηρίου, απεβίωσε, αφήνοντας περιουσία, μεταξύ άλλων και στην Κύπρο. Η εν Κύπρω περιουσία του, είναι ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό (στο εξής το διαμέρισμα), το οποίο αποτελεί την μόνη εδώ ακίνητη περιουσία του, και ένα χρηματικό πόσο (€3.261.980,41) κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό, καθώς επίσης και μετοχές κυπριακής εταιρείας, τα οποία αποτελούν την εδώ κινητή περιουσία του. Οι εναγόμενοι 1 και 2, κατόπιν σχετικής συγκατάθεσης των εναγόντων, διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα στα πλαίσια της Γενικής Διαχείρισης 590/
  8. Δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι ορθώς οι εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν έγγραφα γενικής διαχείρισης. Εκεί που εστιάζεται η διαφωνία τους, στη βάση, πάντα, της σχετικής θέσης που προβάλλουν οι ενάγοντες, είναι ότι οι συγκαταθέσεις τους, για σκοπούς διορισμού των εναγομένων ως διαχειριστές, δόθηκαν εν αγνοία τους ότι οι τελευταίοι θα δήλωναν ως συνήθη χώρο διαμονής του αποβιώσαντα (προ του θανάτου του) το διαμέρισμα στη Λεμεσό. Είναι η συναφής θέση των εναγόντων ότι ο αποβιώσαντας, προ του θανάτου του, διέμενε μόνιμα στη Ρωσία, γεγονός, που περιορίζει την εφαρμογή του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ.195, μόνο στη ρύθμιση της διαδοχής της ακίνητη περιουσία του που βρίσκεται στην Κύπρο, και δη το διαμέρισμα[2]. Στη βάση της θεώρησης αυτής, οι ενάγοντες προβάλουν την θέση ότι η εγγραφή επ' ονόματι των εναγομένων, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, των μετοχών που κατείχε ο τελευταίος σε κυπριακή εταιρεία, καθώς επίσης και η μεταφορά του χρηματικού ποσού που βρισκόταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό στη Τράπεζα Κύπρου επ' ονόματι του αποβιώσαντα, σε λογαριασμό που άνοιξαν τούτοι, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, στην Ελληνική Τράπεζα, αλλά και οποιαδήποτε άλλη διαχείριση της κινητής περιουσίας του αποβιώσαντα, αποτελούν παράνομες πράξεις, καθότι δικαίωμα διαχείρισης της θα έχουν τα πρόσωπα που θα διοριστούν ως διαχειριστές της περιουσίας του στη Ρωσία και όχι στην Κύπρο[3]. Προβάλουν, επίσης, τη θέση ότι, οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι υπάλληλοι και αξιωματούχοι της κυπριακής εταιρείας του αποβιώσαντα[4], κάτι που δημιουργεί σύγκρουση συμφέροντος με δεδομένη και την νέα ιδιότητα που απόκτησαν ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, μέρος της οποίας, κατ' αυτούς (τους ενάγοντες), αποτελεί και η κυπριακή εταιρεία, εργοδότρια τους. Θεωρούν, συναφώς, οι ενάγοντες ότι, οι εναγόμενοι, στην ουσία, εκμεταλλευόμενοι την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, ενεργούν προς ίδιο όφελος και δη με μόνο στόχο την προστασία των ιδίων και/ή της εταιρείας, εργοδότριας τους, και όχι προς το συμφέρων των κληρονόμων του αποβιώσαντα, που θα έπρεπε να αποτελεί πρώτιστο μέλημα τους ως εκ της ιδιότητας τους ως διαχειριστές. Αυτό που οι ενάγοντες αποδίδουν στους εναγόμενους, μέσω της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 1, που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, είναι ότι οι τελευταίοι, επί σκοπό, απόκρυψαν από την ενάγουσα 1 και τους λοιπούς ενάγοντες την πρόθεση τους να δηλώσουν, για σκοπούς λήψης των εγγράφων γενικής διαχείρισης στην Κύπρο, ως μόνιμη διαμονή και κατοικία του αποβιώσαντα το διαμέρισμα στη Λεμεσό. Παραπέμπουν δε σε κάθε σχετικό έγγραφο που τους δόθηκε από τους εναγόμενους προτού συγκατατεθούν στο διορισμό τους ως διαχειριστές, για να καταδείξουν ότι πουθενά στα έγγραφα αυτά δεν φαίνεται η εν προκειμένω πρόθεση τους, προσθέτοντας, περαιτέρω, ότι, αν γνώριζαν αυτή την πρόθεση των εναγομένων θα αντιδρούσαν, καθότι η δήλωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, ο αποβιώσαντας, προ του θανάτου, είχε τη μόνιμη διαμονή του στη Μόσχα της Ρωσίας. Είναι η, επί τούτου, θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι απέκρυψαν, από αυτούς την πρόθεση τους να δηλώσουν ως μόνιμη διαμονή και κατοικία του αποβιώσαντα την Κύπρο, ώστε, ακολούθως, να λάβουν έγγραφα γενικής διαχείρισης της περιουσίας του και να φέρουν, με τον τρόπο αυτό, υπό τον πλήρη έλεγχο τους και την κινητή περιουσία του αποβιώσαντα, και κατά συνέπεια και την εργοδότρια τους εταιρεία. Τέλος, πάντα στα πλαίσια της εκδοχής των εναγόντων, και πάντα συναφώς και υπό τύπο επιπρόσθετου επιχειρήματος, τούτοι ισχυρίζονται ότι, αν δηλωνόταν ως μόνιμη διαμονή και κατοικία του αποβιώσαντα η Μόσχα, Ρωσίας, τότε κληρονόμος του αποβιώσαντα με δικαίωμα επί της περιουσίας του στην Κύπρο θα ήταν και ο πατέρας του, ο οποίος, ωστόσο, δεν δηλώθηκε ως τέτοιος από τους εναγόμενους στα πλαίσια της γενικής διαχείρισης 590/19, καθότι, με βάση το Κυπριακό δίκαιο, τούτος δεν αποτελεί κληρονόμο του. Αυτά, σε αδρές γραμμές, αποτελούν την εκδοχή των εναγόντων και τη βάση επί της οποίας εδράζεται η επίδικη αίτηση. Διατάγματα που επιζητούντο μέσω της επίδικης αίτησης, με σκοπό οι εναγόμενοι, ενόρκως, να παρέχουν πληροφορίες και/ή λεπτομέρειες σε σχέση με τις όποιες ενέργειες τους και/ή γενικά την περιουσία του αποβιώσαντα (τύπου Norwich Pharmacal), εγκαταλείφθηκαν κατόπιν δηλώσεως της συνηγόρου των εναγομένων ότι εντός 15 ημερών από την ημέρα της ακρόασης της επίδικης αίτησης θα καταχωρηθεί από πλευράς των εναγομένων 1 και 2 απογραφή στα πλαίσια της Διαχείρισης 590/
  9. Η ένσταση Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην επίδικη αίτηση. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ με λεπτομέρειες στους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο κυρίως σώμα τούτης, ούτε και στη μαρτυρία που την υποστηρίζει. Και τούτο γιατί, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία περιορίστηκαν κατά πολύ τα επίδικα ζητήματα. Συναφώς, η συνήγορος των εναγομένων, δια σχετικής δήλωσής της, ζήτησε όπως η επίδικη αίτηση απορριφθεί για δυο, στην ουσία, και μόνο λόγους, εγκαταλείποντας κάθε άλλο προβαλλόμενο λόγο ένστασης. Έχουν ως εξής: (α) ότι δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960 (στο εξής «το άρθρο 32»), καθότι η παρούσα αγωγή αποτελεί λανθασμένο ένδικο μέσο για εξασφάλιση των αιτούμενων θεραπειών, οι οποίες, κατά τους εναγόμενους, θα έπρεπε να επιδιωχθούν στα πλαίσια της Γενικής Διαχείρισης 590/19, και (β) ότι δεν πληρούται η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, καθότι η όποια τυχόν ζημιά θα υποστούν οι ενάγοντες είναι οικονομική και κατά συνέπεια μπορούν, ευχερώς, να αποζημιωθούν σε χρήμα. Όσο δε αφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι, μέσω της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2, που υποστηρίζει την ένσταση, προβάλουν την θέση ότι οι ενάγοντες, μέσω της ενάγουσας 1, ήταν γνώστες, εξαρχής, της πρόθεσης των εναγομένων να ζητήσουν και να λάβουν έγγραφα γενικής διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα στην Κύπρο, και μέσα από αυτή την διαδικασία να τύχει διαχείρισης και η εν Κύπρω κινητή περιουσία τούτου. Αναφέρονται σε συγκεκριμένες συναντήσεις που έγιναν με την ενάγουσα και διάφορα άλλα πρόσωπα στην Κύπρο, στα πλαίσια των οποίων συζητήθηκε κάθε σχετικό, με το ζήτημα αυτό, θέμα, καθώς επίσης και ότι οι ενάγοντες ήταν γνώστες του γεγονότος ότι, τόσο η κυπριακή εταιρεία του αποβιώσαντα, όσο και τα όποια χρήματα διέθετε τούτος στην Κύπρο, θα εντάσσονταν εντός της διαχειριστικής περιουσίας που θα τύγχαναν διαχείρισης από τους εναγόμενους. Αναφέρουν, ακόμα, ότι, στη βάση των όσων οι ίδιοι γνώριζαν κατά τον χρόνο που αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να λάβουν τα έγγραφα γενικής διαχείρισης, ο αποβιώσαντας είχε ως συνήθη διαμονή του το διαμέρισμα στη Λεμεσό, καθότι, λόγω ποινικής δίωξης που αντιμετώπιζε στην Ρωσία, είχε κηρυχθεί ως καταζητούμενο πρόσωπο και εγκατέλειψε το 2018 τον εκεί χώρο διαμονής του. Δηλώνουν άγνοια ως προς το κατά πόσο τούτος (ο αποβιώσαντας), σε οποιοδήποτε χρόνο μετά, επέστρεψε στην Ρωσία. Ισχυρίζονται, ακόμη, ότι, η ενάγουσα 1, γνωρίζοντας περί της ποινικής δίωξης που αντιμετώπιζε ο αποβιώσαντας στη Ρωσία και με σκοπό να αποφευχθεί η όποια τυχόν κατάσχεση της περιουσίας του στην Κύπρο από τις Ρωσικές Αρχές, ζήτησε από τους ίδιους, να αναλάβουν την διαχείριση της περιουσία μέσω της κληρονομικής διαδικασίας στην Κύπρο. Ως προς δε τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες της επίδικης αίτησης, είναι η θέση των εναγομένων ότι δεν πρέπει να αποδοθούν, καθότι με την τυχόν απόδοση τους, η εταιρεία αυτή, η οποία λειτουργεί κατόπιν άδειας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, θα καταστεί ανενεργή αφού θα απωλέσει την συγκεκριμένη άδεια, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την λειτουργό της. Οι δε μετοχές της που ανήκαν στον αποβιώσαντα, μεταβιβάστηκαν στο όνομά τους υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του και αυτό στα πλαίσια της εκτέλεσης των σχετικών καθηκόντων τους. Όσο δε αφορά στα χρήματα του αποβιώσαντα, ισχυρίζονται ότι, ως όφειλαν, άνοιξαν τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα τους, ως διαχειριστές της περιουσίας του, και μετέφεραν εκεί τα χρήματα, ώστε αυτά να αποτελέσουν μέρος της διαχειριστικής περιουσίας. Αναφέρουν, ακόμη, συναφώς, ότι, από τα χρήματα αυτά προβαίνουν σε όλες τις απαραίτητες πληρωμές σχετικά με χρέη ή οφειλές του αποβιώσαντα, αλλά και καταβολή άλλων διαδικαστικών εξόδων, και σκοπό έχουν, τα όποια εναπομείναντα χρήματα, μετά την πληρωμή των οφειλών του, να διανεμηθούν στους κληρονόμους του και ακολούθως ο λογαριασμός να κλείσει. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα απορρίψει την αίτηση. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και, ακολούθως, η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd

(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Films Rover v. Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελ. 780 και 781). Ως προς τη σημασία της τυχόν καθυστέρησης από πλευράς του ενάγοντα να αποταθεί στην δικαιοσύνη για να επιδιώξει την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέριση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. (Βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co. of U.S.A.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791. Βλ. και Copinger and Skone James (πιο πάνω) παραγ. 633 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 360-61, Kerly's Law on Trade Marks and Trade Names, 12η έκδοση, παραγ. 15-68 και John Drysdale & Michael Silverleaf "Passing off Law and Practice", 2α έκδοση, παραγ. 6-16)». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Το ζήτημα όμως δε τελειώνει εδώ. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε, πρόσφατα, στην Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολ. Εφ. Ε164/2019 (απόφαση ημερομηνίας 22.01.2021), «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 , που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και τον κίνδυνο που ενέχεται από την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται με την κατοχή των επιδίκων μετοχών. Μεταξύ αυτών είναι και ο κίνδυνος παράνομης επέμβασης στις δραστηριότητες της NWCC και της αποξένωση των μετοχών αυτής.»» Ως προς δε την πιθανότητα αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του εναγόμενου, στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 αναφέρθηκε ότι «δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δέστε τις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd (ανωτέρω), Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Διαταγή 48, θεσμός 4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, σελ. 527). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλουν την επίδικη αίτηση στο πιο πάνω νομική πλαίσιο που τα διέπει. Στη βάση των επίδικων ζητημάτων ως αυτά προσδιορίστηκαν ανωτέρω, κρίνω ως ακολούθως: Ως προς την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, κρίνω ότι οι ενάγοντες ικανοποίησαν τούτη. Η σχετική με το ζήτημα αυτό θέση των εναγομένων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως έχει υποδειχθεί στη σχετική με το ζήτημα νομολογία: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (In re E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189. Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου.» Εν πάση περιπτώσει, και ειδικότερα με θέματα που άπτονται κληρονομικών δικαιωμάτων καθώς επίσης και καθηκόντων των διαχειριστών, στην Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.,75 , με αναφορά στους Halsbury's Laws of England 4η εκδ. Τόμος 17, Παραγρ. 780, σελ. 414 και τόμος 37 σελ.84, αναφέρθηκε ότι ο ορθός δικονομικός τρόπος επίλυσης κληρονομικών διαφορών και αναγνώρισης κληρονομικών δικαιωμάτων, είναι η αγωγή. Εάν και το Ανώτατο Δικαστήριο διαφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι μια πρωτογενής αίτηση αποτελεί το ορθό Δικονομικό μέσο για επίλυση τέτοιων θεμάτων μόνο εκεί που είναι αδιαμφισβήτητα, εντούτοις έκρινε ότι τα ζητήματα που εκεί αφορούσαν, εξέφευγαν της εμβέλειας του άρθρου 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, και κατά συνέπεια ενέπιπταν εντός της εμβέλειας του ένδικου μέσου της αγωγής. Εκείνο δε που επιζητείτο στην περίπτωση εκείνη ως θεραπεία, ήταν, μεταξύ άλλων, και η έκδοση διακηρυκτικής/δηλωτικής απόφασης του Δικαστηρίου ότι ο εκεί διαχειριστής είχε διοριστεί συνεπεία δόλου ή ψευδών παραστάσεων, θέση που προβάλλεται και στην υπό εξέταση περίπτωση. Κρίθηκε δε, στη βάση των ανωτέρω, ότι τα εγερθέντα εκεί ζητήματα μπορούσαν να επιλυθούν μόνο μέσω του ένδικου μέσου της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι αποδίδεται στους εναγόμενους (διαχειριστές) δόλος και ψευδείς παραστάσεις για σκοπούς διορισμού τους εις τρόπον που να μπορούν να διαχειρίζονται όλη την περιουσία του αποβιώσαντα (ακίνητη και κινητή), επίσης παρατηρείται και διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τον διορισμό των εναγομένων ως διαχειριστές. Υποδεικνύω, ενδεικτικά, την άρνηση της ενάγουσας 1 και γενικότερα των εναγόντων ότι γνώριζαν περί του ότι οι εναγόμενοι θα δήλωναν ως μόνιμη κατοικία και/ή ως συνήθη διαμονή του αποβιώσαντα το διαμέρισμα στη Λεμεσό. Στη βάση των ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας και μόνο διαδικασίας, κρίνω ότι η επιλογή του ένδικου μέσου της αγωγής για επίλυση των επίδικων διαφορών δεν αποτελεί καλό λόγο για να κριθεί ότι οι ενάγοντες δεν εγείρουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης, περί μη πλήρωσης της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, εδράζεται αποκλειστικά και μόνο στην ορθότητα του ένδικου μέσου που επέλεξαν οι ενάγοντες για επίλυση των επίδικων διαφορών. Έχοντας δε υπόψη τα όσα εγείρονται ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  1. Όσον τώρα αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, κρίνω ορθή την ενέργεια της συνηγόρου των εναγομένων να μην επιμένει στους σχετικούς λόγους ένστασης. Και τούτο γιατί, η μόνιμη κατοικία του αποβιώσαντα προ του θανάτου του ή, έστω, η συνήθης διαμονή του[5], αποτελούν παράγοντα προσδιοριστικό της εμβέλειας των εξουσιών των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα ως τούτο προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 5 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ.195[6]. Υπενθυμίζεται ότι η έννοια της πιθανότητας εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. Υπενθυμίζω ακόμα ότι, σ' αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρά και να επιλέγει κάποια εκ των διιστάμενων εκδοχών που προβάλλουν οι διάδικοι. Περί ικανοποίησης των προϋποθέσεων ο λόγος (βλ. Παύλος Διγκλής κ.α. (ανωτέρω)). Στη βάση δε του γεγονότος ότι, ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ο αποβιώσαντας, μέχρι το 2018, διέμενε στη Ρωσία και κατ' εκείνο το έτος, λόγω προβλημάτων υγείας, μετέβη στο Βερολίνο της Γερμανίας, όπου και παρέμεινε μέχρι και τον θάνατό του, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη θέση των εναγομένων, που θέλει, όντως, τον αποβιώσαντα να εγκαταλείπει τη Ρωσία το 2018, κρίνω, χωρίς να αποφαίνομαι επί της ορθότητας των εκδοχών ότι οι ενάγοντες δικαιολογούνται να ελπίζουν ότι είναι δυνατόν να τους αποδοθούν κάποιες, τουλάχιστον, από τις αιτούμενες, με την παρούσα αγωγή, τελικές θεραπείες. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, κρίνω ότι τούτη δεν την ικανοποίησαν οι ενάγοντες. Η επί του προκειμένου θέση των εναγομένων περί του ότι η όποια τυχόν ζημιά θα υποστούν οι πρώτοι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι χρηματική και δυνατόν να αποζημιωθεί σε χρήμα, με βρίσκει σύμφωνο. Προς επίρρωση της κρίσης μου αυτής και για σκοπούς περαιτέρω αιτιολογίας και πληρότητας σημειώνω τα εξής: Οι όποιες αναφορές των εναγόντων περί κατάχρησης από πλευράς των εναγομένων της κινητής περιουσίας του αποβιώσαντα παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας. Τίποτα δεν έχει τεθεί από πλευράς τους που να θέλει τους εναγόμενους να έχουν πράξει οτιδήποτε πέραν του τι αναμενόταν να πράξουν οι διαχειριστές της περιουσίας ενός αποβιώσαντα κατά τη διαχείριση της κινητής του περιουσία. Τόσο η εγγραφή των μετοχών της κυπριακής εταιρείας στο όνομά τους, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές, όσο και η μεταφορά των χρημάτων του αποβιώσαντα από λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου σε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα, που ανοίχθηκε στο όνομα των εναγομένων υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές, αποτελούν επιτρεπόμενες ενέργειες εάν και εφόσον έχουν δικαίωμα να διαχειρίζονται και την κινητή περιουσία του αποβιώσαντα. Το κατά πόσο, ωστόσο, έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα, είναι ζήτημα που θα επιλυθεί στα πλαίσια της τελικής κρίσης της παρούσας αγωγής και όχι σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Υπόκεινται δε, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, και δη του ότι ενεργούν ως διαχειριστές, στις ασφαλιστικές δικλείδες που παρέχει η σχετική κυπριακή νομοθεσία και δη υπό την υποχρέωση να καταχωρήσουν απογραφή και ακολούθως, κατόπιν, ενδεχομένως, σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου Διαχειρίσεων, μέχρι και την τελική περάτωση της διαχείρισης, ενδιάμεσους λογαριασμούς. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο Διαχειρίσεων επιβλέπει την πορεία μιας διαχείρισης. Στη βάση δε του περιεχομένου των εγγράφων αυτών θα μπορεί ευκόλως να προσδιοριστεί η οποιαδήποτε ζημιά θα προκληθεί στους ενάγοντες, στην περίπτωση που η τελική κρίση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή θα είναι ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να διαχειρίζονται και την κινητή περιουσία του αποβιώσαντα. Κατά συνέπεια, η όποια ζημιά θα προκληθεί στους ενάγοντες, εάν ήθελε φανεί ότι τα όσα διατείνονται είναι ορθά, είναι μετρήσιμη σε χρήμα και η αποζημίωση αποτελεί επαρκή θεραπεία για κάλυψή τους. Υπενθυμίζω, επί τούτου, ότι, εν πάση περιπτώσει, η όποια άσκηση των καθηκόντων από πλευράς ενός διαχειριστή χωρίς εύλογη επιμέλεια, τόσο προς όφελος των δικαιούχων της περιουσίας όσο και προς όφελος των όποιων πιστωτών του αποβιώσαντα, μπορεί να τον καταστήσει υπεύθυνο για διασπάθιση της περιουσίας και υπόλογο προσωπικά προς το πρόσωπο που θα υποστεί τη ζημιά (βλ. Πολιτική Έφεση 222/2020 Αναφορικά με την Elena Baboynnikova , απόφαση ημερομηνίας 11.03.2021 και τη σχετιζόμενη με αυτήν Πολιτική Αίτηση 40/2021 Αναφορικά με την Έλενα Baboynnikova, απόφαση ημερομηνίας 15.09.2021). Τίποτα δεν έχει τεθεί από πλευράς των εναγόντων που να αποδεικνύει, στο βαθμό που είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο, ότι εάν δεν εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα θα υποστούν οποιανδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Η μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου περί μη πλήρωσης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 σφραγίζει, στην ουσία, και την τύχη της επίδικης αίτησης που δεν μπορεί παρά να είναι η απόρριψή της. Έχει δε νομολογηθεί ότι, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει ότι δεν πληρώθηκε έστω και μια εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 32, τότε δεν θα πρέπει να αποφαίνεται, ούτε παρεμφερώς, ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δη ως προς το κατά πόσο είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, καθ' ότι μια τέτοια διεργασία του Δικαστηρίου προϋποθέτει την προγενέστερη κρίση του περί πλήρωσης και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου
  2. (Βλ. Πόλα Ιορδάνους ν. PS Seamlee Gutters Ltd, Πολ. Έφ. 4/2022, απόφαση ημερομηνίας 08.11.2022, Αναφορικά με την αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α., Πολ. Έφ. Ε6/2014, απόφαση ημερομηνίας 27.02.2015 και Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουηλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, η απαίτηση, για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψη (Norwich Pharmacal) εγκαταλείφθηκε με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αναγκαία η όποια ενασχόληση του Δικαστηρίου με το ζήτημα αυτό. Στη βάση όλων των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων 1 - 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και/ή θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρχικά η αγωγή προωθήθηκε από τους ενάγοντες 1, 2 και 3 και ακολούθως, κατόπιν σχετικού αιτήματος, το οποίο και εγκρίθηκε, προστέθηκε και ο ενάγοντας 4. [2] Παραπέμπουν στις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ,195 οι οποίες προβλέπουν ότι: «Ο Νόμoς αυτός ρυθμίζει, (α) τη διαδoχή στηv κληρovoμιά κάθε πρoσώπoυ πoυ έχει τηv κατoικία (domicile) τoυ στη Δημoκρατία, (β) τη διαδoχή σε ακίvητη ιδιoκτησία κάθε πρoσώπoυ πoυ δεv έχει τηv κατoικία (domicile) τoυ στη Δημoκρατία.» [3] Παραπέμπουν στις πρόνοιες του άρθρου 12 του Κεφ,195 οι οποίες προβλέπουν ότι: «Διαδoχή σε κιvητή ιδιoκτησία πρoσώπoυ πoυ απεβίωσε στη Δημoκρατία, αλλά πoυ δεv έχει τηv κατoικία (domicile) τoυ σε αυτή ρυθμίζεται από τo δίκαιo της χώρας στηv oπoία είχε τηv κατoικία (domicile) τoυ κατά τo χρόvo τoυ θαvάτoυ τoυ.» [4] Της οποίας τις μετοχές κατείχε εξολοκλήρου ο αποβιώσαντας και οι οποίες μεταβιβάστηκαν στους εναγόμενους μετά που διορίστηκαν διαχειριστές. [5] Στη βάση του επιχειρήματος της συνηγόρου των εναγομένων ότι συνεπεία της ισχύουσας ευρωπαϊκής σχετικής νομοθεσίας το ζητούμενο δεν αποτελεί η μόνιμη κατοικία (domicile) του αποβιώσαντα, προ του θανάτου του, αλλά η συνήθης διαμονή του. [6] Δείτε ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.