Μιχάλης Αβραάμ, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Siborio Holdings Limited ν. Milmbreno Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3590/2021, 28/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3590/2021 Αίτηση Ημερομηνίας: 22.2.2023 Αίτηση Ημερομηνίας: 20.10.2023 Μεταξύ: Μιχάλης Αβραάμ, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Siborio Holdings Limited Ενάγουσα -και- Milmbreno Limited από Κύπρο Khudoliy Roman Nikolaevich από Ρωσια Povarenkin Siman Viktorovich από Ρωσια Linkov Alexey Andreevich από Ρωσια Evgeny Kislitsa από Ρωσια Eduard Harif από Ισραήλ Jetmore Global Investments Limited από Βρετανικές Παρθένους Νήσους Norter Investing Inc. από Βρετανικές Παρθένους Νήσους Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Ιουνίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Οικονόμου Για Εναγόμενους 2 και 3: κ. Αδαμίδης Για Εναγόμενο 5: κ. Δημητρίου Ενδιάμεση Απόφαση επί δύο αιτήσεων Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το οποίο καταχωρήθηκε στις 27.12.2021, η Siborio Holdings Ltd (στο εξής «η Ενάγουσα»), μέσω του εκκαθαριστή της Μιχάλη Αβραάμ (στο εξής «ο εκκαθαριστής»), επιζητεί, εναντίον όλων των Εναγομένων, την επιδίκαση αποζημιώσεων (για συγκεκριμένα ποσά) για ζημιά που υπέστη, επί των νομικών βάσεων της συνομωσίας και/ή δόλου και/ή απάτης. Στη βάση των σχετικών δικογραφήσεων της, η Ενάγουσα αποδίδει σε συγκεκριμένους Εναγόμενους την ιδιότητα του τελικού δικαιούχου της και/ή μετόχου της, ενώ σε άλλους, την ιδιότητα προσώπου που ενήργησε με τους λοιπούς Εναγόμενους δολίως και συνωμοτικά ώστε τούτη (η Ενάγουσα) να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για την συνομολόγηση και/ή συντέλεση διαφόρων παράνομων και/η άνευ ανταλλάγματος και/ή εικονικών και/η επαχθών συμφωνιών και/ή συναλλαγών, που σκοπό είχαν να εξαπατηθεί η ίδια και οι καλόπιστοι πιστωτές της και να προκληθεί ζημιά σ' αυτούς. Άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας Δεδομένου του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι 2 - 8 είναι αλλοδαπά φυσικά και νομικά πρόσωπα[1], η Ενάγουσα, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησής της, εξασφάλισε, στις 02.03.2022, διάταγμα που της παρείχε άδεια για να επιδώσει την παρούσα αγωγή εκτός δικαιοδοσίας. Σε ότι αφορά στους Εναγόμενους 2, 3 και 5, που εδώ αφορά, οι οποίοι είναι Ρώσοι υπήκοοι, η σχετική άδεια δόθηκε για να διενεργηθεί η επίδοση μέσω των προβλεπόμενων, στη Σύμβαση της Χάγης για την Επίδοση και Κοινοποίηση στο Εξωτερικό Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις (στο εξής «η Συνθήκη της Χάγης») και στη Διμερή Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (στο εξής «Η Διμερής Συνθήκη»)[2] μεθόδων, και δη μέσω των Κεντρικών Αρχών και/ή των Υπουργείων Δικαιοσύνης της Κύπρου και της Ρωσίας και/ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο προβλέπουν οι εν λόγω Συνθήκες. Υποκατάστατη επίδοση Στις 30.09.2022, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησής της, η Ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της παρούσας αγωγής, μεταξύ άλλων και στους Εναγόμενους 2, 3 και 5 (αιτητές των επίδικων αιτήσεων[3]), δια της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, της μονομερούς αίτησής για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, του εκδοθέντος, μέσω της, διατάγματος, της μονομερούς αίτησής για υποκατάστατη επίδοση, του εκδοθέντος, μέσω της διατάγματος, και των μεταφράσεων όλων των δικαστικών εγγράφων στη ρωσική γλώσσα (στο εξής «τα δικαστικά έγγραφα»), τόσο μέσω συγκεκριμένων διευθύνσεων ηλεκτρονικών ταχυδρομείων (emails), όσο και δια επίδοσης μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών και/ή Ρωσικής εταιρείας ταχυμεταφορών (courier) η οποία λειτουργεί στην επικράτεια της Ρωσίας, σε συγκεκριμένες διευθύνσεις στη Ρωσία και/ή σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση ήθελαν βρεθούν οι εν λόγω Εναγόμενοι στη Ρωσία. Η ερήμην εκδοθείσα απόφαση εναντίον του Εναγομένου 5 Στις 20.02.2023, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης της, επί τη βάση ότι η αγωγή επιδόθηκε στον Εναγόμενο 5, ο οποίος δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, η Ενάγουσα εξασφάλισε ερήμην απόφαση εναντίον του ως η Απαίτηση (στο εξής «η απόφαση» ή «η απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 5») Οι επίδικες αιτήσεις Οι Εναγόμενοι 2 και 3, αποδεχόμενοι ότι έλαβαν γνώση όλων των δικαστικών εγγράφων μέσω των emails που αναφέρονταν στο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, αφού, προηγουμένως, κατόπιν άδεια του Δικαστηρίου, εμφανίστηκαν υπό διαμαρτυρία, καταχώρησαν, στις 22.02.2023, την επίδικη αίτηση τους, με την οποία επιζητούν την ακύρωση και/ή την απόρριψη και/ή τον παραμερισμό, (α) του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, (β) του διατάγματος για υποκατάσταση επίδοση, (γ) του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και (δ) των «φερόμενων» επιδόσεων μέσω emails (στο εξής «η αίτηση των Εναγομένων 2 και 3»). Ο Εναγόμενος 5, επικαλούμενος ότι καμία εκ των υποκατάστατων επιδόσεων διενεργήθηκε, με αποτέλεσμα να μην έχει λάβει γνώση, πριν την έκδοση της εναντίον του απόφασης, περί της εκκρεμότητας της παρούσας αγωγής και γενικότερα των δικαστικών εγγράφων που την αφορούν, και προβάλλοντας και την επιπρόσθετη θέση ότι, περί τούτων, γνώση έλαβε μέσω σχετικής ενημέρωσης που έτυχε από τον Εναγόμενο 2 περί τις αρχές Ιουνίου 2023, καταχώρησε, στις 20.10.2023, την επίδικη αίτηση του, με την οποία επιζητεί την ακύρωση και/ή παραμερισμό, (α) της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης, (β) του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, (γ) του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, (δ) του διατάγματος για υποκατάσταση επίδοση, (ε) της «φερόμενης» επίδοσης μέσω email, (στ) της «φερόμενης» επίδοσης μέσω συγκεκριμένης Ρωσικής εταιρείας ταχυμεταφορών και (ζ) της ένορκης δήλωσης επίδοσης του εκκαθαριστή, ημερομηνίας 22.12.2022, σε σχέση με την «φερόμενη» διενεργηθείσα επίδοση μέσω της Ρωσικής εταιρείας ταχυμεταφορών, (στο εξής «η αίτηση του Εναγόμενου 5»). Οι ενστάσεις της Ενάγουσας Η Ενάγουσα, καταχώρησε ένσταση σε κάθε επίδικη αίτηση, προβάλλοντας διάφορους λόγους, κοινούς ως επί το πλείστο[4], για απόρριψη τους, στους οποίους θα αναφερθώ, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, κατωτέρω. Ακροαματική διαδικασία Ενόψει της συνάφειας των επίδικων ζητημάτων των δύο αιτήσεων, το Δικαστήριο επιλήφθηκε αμφοτέρων την ίδια ημέρα. Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προβαίνοντας σε διάφορες δηλώσεις, με τις οποίες περιόρισαν τα επίδικα ζητήματα. Στη βάση των αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών και των σχετικών δηλώσεων τους κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, οι λόγοι που προβάλλονται από τους Εναγόμενους για απόδοση των αιτούμενων θεραπειών μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:
(1)Αν και τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν, παράλληλη, με Δικαστήρια άλλων χωρών, δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει κατά τόπο δικαιοδοσία να το πράξει, καθότι τέτοια δικαιοδοσία, στην Κύπρο, έχει μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, και η Ενάγουσα δεν εκπλήρωσε το, από πλευράς της, ως διάδικος που αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς για σκοπούς εξασφάλισής της άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών για την κρίση της κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, γεγονότων. Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο, πριν την παραπομπή της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού[5], θα πρέπει να παραμερίσει το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, και συστημικά, και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, τις όποιες τυχόν διενεργηθείσες, στη βάση του, επιδόσεις και την απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 5.
(2)Διαζευκτικώς με το
(1)ανωτέρω, το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης θα πρέπει να παραμεριστεί λόγω, (
- i)μη διενέργειας της επίδοσης μέσω της Ρωσικής εταιρείας ταχυμεταφορών, (
- ii)πρόωρης και καταχρηστικής προώθησης της σχετικής με αυτό αίτησης, (iii) ανεπίτρεπτων, στη βάση των προνοιών των Συνθηκών, μεθόδων υποκατάστατης επίδοσης και διαζευκτικώς τούτου, (
- iv)κατά τον χρόνο που εξασφαλίστηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, ήταν δυνατή η επίδοση των δικαστικών εγγράφων μέσω των προβλεπόμενων στις Συνθήκες μεθόδων, και
(3)Στο βαθμό που αφορά στον Εναγόμενο 5, τούτος δικαιούται στον παραμερισμό και της εναντίον του απόφασης και λόγω κακής και/ή μη διενεργηθείσας επίδοσης των δικαστικών εγγράφων και/ή επί το ότι έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή[6]. Η εκδοχή της Ενάγουσας Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει τις ενστάσεις της Ενάγουσας στις δυο αιτήσεις, η εκδοχή της, συνοπτικώς, είναι η εξής: Δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι 2 - 8 είναι αλλοδαπά φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαμένουν και/ή έχουν την έδρα τους εκτός Κύπρου, ήταν αναγκαία η εξασφάλιση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Στο πλαίσιο της σχετικής μονομερούς αίτησης που καταχώρησε, αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη για την κρίση του γεγονότα, τα οποία, αφού συνυπολογίστηκαν από αυτό, κρίθηκε ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου, και ειδικότερα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, είχε κατά τόπο και καθ' ύλη δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθώς, επίσης, και ότι, η Ενάγουσα αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων και/ή, εν πάση περιπτώσει, ενόψει των νομικών βάσεων της αγωγής, ότι οι Εναγόμενοι αποτελούσαν αναγκαίους διάδικους σε αυτή. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, η Ενάγουσα, μέσω του εκκαθαριστή της, ομνύοντα των ένορκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις ενστάσεις της, παραπέμπει στο μαρτυρικό υλικό που υποστήριξε την αίτηση της για λήψη άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Προτάσσει, επίσης, ότι, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι, κατά τόπο δικαιοδοσία έχει μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δεν θα πρέπει, το παρόν Δικαστήριο, να παραμερίσει τα διατάγματα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης, ενόψει των προνοιών του άρθρου 21
(4)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, που επιτρέπουν στο μη έχον κατά τόπο δικαιοδοσία Δικαστήριο να παραπέμψει την υπόθεση στο έχον τέτοια δικαιοδοσία, και κατά συνέπεια το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει, απλώς, να παραπέμψει την παρούσα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, χωρίς να παραμερίσει, προηγουμένως, τα εν προκειμένω διατάγματα. Αναφορικά, τώρα, με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, με παραπομπή σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Δικαστηρίων Κοινοδικαίου και Πρωτόδικων Κυπριακών Δικαστηρίων, προβάλλει τη θέση ότι οι πρόνοιες των Συνθηκών δεν αποστερούν από τα ημεδαπά Δικαστήρια την εξουσία, που τους παρέχουν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, να διατάσσουν, στις κατάλληλες περιπτώσεις, την διενέργεια επίδοσης με υποκατάστατο τρόπο. Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστήριξε την αίτηση της για υποκατάστατη επίδοση, δεν ήταν δυνατή η επίδοση των δικαστικών εγγράφων, στους Εναγόμενους, με τις προνοούμενες στις Συνθήκες μεθόδους, και δεδομένης της παρόδου εννέα μηνών από όταν και καταχωρήθηκε η αγωγή, με κίνδυνο το κλητήριο να εκπνεύσει, ορθώς το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Σχετικώς με την επίδοση που διενεργήθηκε μέσω Ρωσικής εταιρείας ταχυμεταφορών, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, στη βάση του σχετικού με αυτή μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, τα δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν, δεόντως, στους Εναγόμενους, σύμφωνα με τη διαταχθείσα υποκατάστατη επίδοση. Αναφορικά με την επίδοση που διενεργήθηκε μέσω emails, σημειώνει την αποδοχή από πλευράς Εναγομένων 2 και 3 ότι έλαβαν, με τη μέθοδο αυτή, γνώση των δικαστικών εγγράφων, ενώ σε σχέση με τον Εναγόμενο 5, προβάλλει την θέση ότι, τα όσα, σχετικώς, ισχυρίζεται ο τελευταίος περί μη πρόσβασης, από πλευράς του, στην ηλεκτρονική διεύθυνση που αποστάλθηκαν τούτα, είναι γενικά, αόριστα και μη πειστικά και κατά συνέπεια θα πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει ότι τούτος έλαβε γνώση των δικαστικών εγγράφων μέσω της ρηθείσας μεθόδου. Ως προς τα όσα αιτιώνται οι Εναγόμενοι, περί δυνατότητας, κατά τον χρόνο εξασφάλισης του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, επίδοσης των δικαστικών εγγράφων δια των προνοούμενων, στις Συνθήκες, μεθόδων, η Ενάγουσα προβάλει τη θέση ότι, στη βάση των τότε σε ισχύ επίσημων σχετικών ανακοινώσεων του αρμόδιου Υπουργείου της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Υπηρεσίας Κυπριακών Ταχυδρομείων και των εταιρειών ταχυμεταφορών, με τις οποίες συνεργάζονται οι πρώτοι, δεν ήταν δυνατή η αποστολή δικαστικών εγγράφων μέσω του διπλωματικού σάκου, ούτε και μέσω των Υπουργείων Δικαιοσύνης των δυο χωρών (Κύπρου και Ρωσίας[7]), με αποτέλεσμα να μην ήταν αναγκαία, πριν την προώθηση της αίτησης για υποκατάστασή επίδοση, η επιδίωξη επίδοσης των δικαστικών εγγράφων δια των προνοούμενων στις Συνθήκες μεθόδων επίδοσης ή η αναζήτηση περαιτέρω πληροφόρησης ως προς την όποια τέτοια δυνατότητα. Η εκδοχή των Εναγομένων Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει και τις δύο αιτήσεις, στο βαθμό, που, μέσω τους, προωθούνται κοινές θέσεις από τους Εναγόμενους, η εκδοχή τους έχει ως εξής: Τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, όσο και από το μαρτυρικό υλικό που υποστήριξε την αίτηση για λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, στο βαθμό που αφορά στα Κυπριακά Δικαστήρια, κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή έχει μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Προς τούτο, υποδεικνύουν ότι, μοναδικός ημεδαπός Εναγόμενος είναι η Εναγόμενη 1, Κυπριακή εταιρεία, η οποία, κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους, δεν είχε το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λευκωσία, αλλά στη Λεμεσό, και ότι, οι συμφωνίες που χαρακτηρίζονται από την Ενάγουσα ως παράνομες και/ή εικονικές, επί των οποίων, τούτη, εδράζει τις αιτίες/βάσεις της παρούσας αγωγής, συνομολογήθηκαν, επίσης, στη Λεμεσό. Είναι, επί τούτου, η θέση των Εναγομένων ότι όλα τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που επικαλείται η Ενάγουσα, ως υπόβαθρο για τις αιτίες της αγωγής της, στο βαθμό που αφορούν την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, έλαβαν χώρα στην Επαρχία Λεμεσού, και σε καμία περίπτωση δεν συνδέονται με την Επαρχία Λευκωσίας, στην οποία και καταχωρήθηκε τούτη. Προβάλουν, επιπροσθέτως, πλην όμως συναφώς, ότι, η Ενάγουσα, μολονότι αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς, του απέκρυψε και/ή δεν του αποκάλυψε τα ουσιώδη αυτά γεγονότα που θα προσδιόριζαν την κατά τόπο δικαιοδοσία του, με αποτέλεσμα το τελευταίο να παραπλανηθεί και να μην εξετάσει, στο εν λόγω στάδιο, το εν προκειμένω ζήτημα. Είναι στη βάση αυτής της θέσης, που οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι δικαιολογείται ο παραμερισμός του διατάγματος για παραχώρηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και, κατά συνέπεια, συστημικώς, και κάθε άλλου, επόμενου, εκδοθέντος διατάγματος, καθώς επίσης και η παραπομπή της αγωγής στο κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο της Επαρχίας Λεμεσού. Προτάσσουν, συναφώς, ότι, στην περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο θα κρίνει ότι δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή, δεν μπορεί παρά να ακυρώσει αμφότερα τα διατάγματα και ακολούθως να παραπέμψει την αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Λεμεσού. Όσον, τώρα, αφορά στο διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, και τούτο διαζευκτικώς με τα ανωτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν ήταν επιτρεπτό στο Δικαστήριο να το εκδώσει, γιατί οι μέθοδοι επίδοσης που επιζητούντο και εγκρίθηκαν, δεν είναι επιτρεπτοί από τις πρόνοιες των Συνθηκών, στη βάση των οποίων, η επίδοση δικαστικών εγγράφων σε Ρώσους υπηκόους που διαμένουν στη Ρωσία (τέτοιοι είναι οι Εναγόμενοι), μπορεί να διενεργηθεί μόνο μέσω των αρμοδίων αρχών της Κύπρου και της Ρωσίας, ως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες[8]. Προσθέτουν, επίσης, ότι, η Ενάγουσα, μολονότι και σε αυτή τη περίπτωση αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς, δεν αποκάλυψε ότι ήταν δυνατή η επίδοση των δικαστικών εγγράφων με τις προνοούμενες στις Συνθήκες μεθόδους, κάτι που μπορούσε εύκολα να το γνωρίζει αν, απλώς, προέβαινε, στη λογική και αναμενόμενη σχετική έρευνα. Τουναντίον, ως προτάσσουν, η Ενάγουσα, περιορίστηκε στο να υποδείξει στο Δικαστήριο κάποιες ανακοινώσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, των Κυπριακών Ταχυδρομείων και μίας εταιρείας ταχυμεταφορών, που εκδόθηκαν κατά το Μάρτιο και Απρίλιο του 2022, χωρίς, αφενός να αναζητήσει κατά πόσο τα όσα εκεί αναφέρονται διαφοροποιήθηκαν στο μεταξύ[9], και αφετέρου, να επιδιώξει, από τον Μάρτιο του 2022, όταν και εξασφάλισε την άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μέχρι και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, όταν και καταχώρησε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, να επιδώσει τα δικαστικά έγγραφα με τον τρόπο που προβλέπεται στις Συνθήκες, ώστε, αν μη τι άλλο, να διαφαινόταν αν ήταν δυνατή η επίδοση με τους εκεί προβλεπόμενους τρόπους. Με παραπομπή σε τοποθετήσεις διάφορων κρατικών υπαλλήλων, στους οποίους αποτάθηκαν οι συνήγοροι των Εναγόμενων, οι τελευταίοι προβάλλουν τη θέση ότι, η αδυναμία επίδοσης δικαστικών εγγράφων ως οι Συνθήκες προνοούν, ήταν προσωρινή και διήρκησε μόνο για κάποιες μέρες, και ότι, ακολούθως, με την ανάμειξη του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Πρεσβείας της χώρας μας στη Ρωσία, ήταν πλέον δυνατή η επίδοση δικαστικών εγγράφων σε Ρώσο υπήκοο στη Ρωσία, για αρκετό χρονικό διάστημα πριν την καταχώριση της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση. Τέλος, αποτελεί κοινή θέση των Εναγόμενων ότι, παρά την αντίθετη θέση της Ενάγουσας, τόσο στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τούτοι (οι Εναγόμενοι) έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και στη βάση του ελλιπούς και συγκεχυμένου περιεχομένου του σχετικού πιστοποιητικού που εξέδωσε η εταιρεία ταχυμεταφορών της Ρωσίας, η φερόμενη, μέσω της εταιρείας αυτής, επίδοση στους Εναγόμενους, ουδέποτε διενεργήθηκε. Όσο τώρα αφορά στον Εναγόμενο 5 και μόνο, τούτος ισχυρίζεται ότι, ούτε η επίδοση μέσω του email διενεργήθηκε. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς και παραπέμπει και σε σχετικά τεκμήρια, με σκοπό να καταδείξει ότι, εδώ και χρόνια, δεν έχει πρόσβαση στη συγκεκριμένη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην οποία απεστάλησαν από την Ενάγουσα τα δικαστικά έγγραφα, με αποτέλεσμα να μην λάβει ποτέ γνώση περί την εκκρεμότητας της παρούσας αγωγής, μέχρι τις αρχές Ιουνίου 2023, όταν και ενημερώθηκε, σχετικώς, από τον Εναγόμενο 2. Είναι δε, περαιτέρω, η θέση του Εναγόμενου 5 ότι, μετά που πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο 2 σχετικώς, διόρισε δικηγόρους στην Κύπρο, οι οποίοι ερεύνησαν τον φάκελο της υπόθεσης, ενημερώθηκαν σχετικώς, και ακολούθως προώθησε αίτηση για να λάβει άδεια για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, καθώς επίσης και για να οριστεί συγκεκριμένη χρονική περίοδο εντός της οποίας θα έπρεπε να καταχωρήσει αίτηση ως η επίδικη. Αφού, ως ισχυρίζεται, ο φάκελος της υπόθεσης είχε απολεσθεί - με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησής του - ακολούθως, εντός εύλογου χρόνου, ο οποίος αναλώθηκε στην αναζήτηση εγγράφων και συμπληρωματική μαρτυρία που θα υποστήριζε το σχετικό αίτημα του, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την επίδικη αίτηση του. Ως προς το βάσιμο του αιτήματος του για παραμερισμό της απόφασης, ο Εναγόμενος 5 προβάλλει τη θέση ότι ουδέποτε ήταν τελικός δικαιούχος της Ενάγουσας ή οποιωνδήποτε Εναγομένων εταιρειών, ούτε και άλλων εταιρειών στις οποίες αναφέρεται η Ενάγουσα ως νομικά πρόσωπα που συμμετείχαν στην εναντίον της κατ' ισχυρισμό, συνομωσία, ούτε και στενός συνεργάτης του Εναγομένου 3. Διετέλεσε, απλώς, υπάλληλός και ακολούθως εμπορικός διευθυντής της Ρωσικής εταιρείας Upravliayuschaya Kompaniya Zagorskogo Lakokrasochnogo Zavoda Limited (στο εξής «η ZLKZ») από τις 24.01.2013 μέχρι και τις 06.08.2014, όταν και παραιτήθηκε οικειοθελώς, με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατό, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, να είχε ανάμειξη στα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που επικαλείται η Ενάγουσα για στοιχειοθέτηση των αίτιων της παρούσας αγωγής της, τα οποία ανάγονται σε χρόνους πριν και μετά τη περίοδο που εργαζόταν στη ZLKZ και όχι κατά τη περίοδο αυτή. Στη βάση όλων των ανωτέρω, ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι δικαιούται στον παραμερισμό της απόφασης, τόσο δικαιωματικώς (ex debito justitiae), αφού ουδέποτε του επιδόθηκαν τα δικαστικά έγγραφα, είτε νομοτύπως, είτε άλλως πως, αλλά και επί το ότι, εν πάση περιπτώσει, έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως, καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Εξέταση των αιτήσεων στη βάση των προβαλλόμενων από τους Εναγόμενους λόγων, ως αυτοί προσδιορίστηκαν ανωτέρω, υπό αρίθμηση 1, 2 και 3. Υπ' αριθμό 1, ανωτέρω, λόγος Ως έχει νομολογηθεί, εκεί που επιζητείται παραμερισμός διατάγματος με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ο Ενάγοντας, προς υποστήριξη της θέσης του ότι ορθώς εκδόθηκε τούτο, μπορεί να στηριχθεί μόνο στη μαρτυρία η οποία στοιχειοθέτησε τη σχετική μονομερή αίτηση του. Ως συναφώς σημειώθηκε στην υπόθεση Amathus Ltd v. Concord Liners κ. α.
(1993)1 Α.Α.Δ 1030: «Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης (δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με το πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Για αυτό η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό.». Επίσης, δεδομένης της νομικής βάσης των επίδικων αιτήσεων, και ειδικότερα ότι τούτες εδράζονται επί των προνοιών της Δ.48 θ.
(8)
(4), ως, νομολογιακώς, υποδείχθηκε, στόχος του εν λόγω διαδικαστικού Κανονισμού «είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε εξ πάρτε, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίησή του» (βλ. Έλλη Νικολαΐδου v. Nίκου Αττίπα κ. α.
(1999)1 Α.Α.Δ 1620). Ως δε σημειώθηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Ltd v. Κρίνου Μακρίδη κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ
(1918), το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης που εδράζεται στον ανωτέρω αναφερόμενο Κανονισμό, δεν επιτρέπεται να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του ή άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου, ούτε και θα πρέπει να εξετάζει αν ορθώς δόθηκε το υπό αμφισβήτηση διάταγμα μονομερώς. Εκείνο που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, είναι αν στο πλαίσιο της αίτησης του προσώπου που θεωρεί ότι τα δικαιώματά του επηρεάστηκαν από το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, έχει τεθεί «ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό» του εν λόγω διατάγματος. Προχωρώ επομένως να εξετάσω, με βάση τις ανωτέρω αρχές, κατά πόσο οι Εναγόμενοι δικαιούνται στη σχετική θεραπεία αναφορικά με το διάταγμα δια του οποίου παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Ενόψει της αποδοχής από πλευράς των Εναγομένων, και ορθώς κατά την γνώμη μου, ότι, το μαρτυρικό υλικό που υποστήριξε την μονομερή αίτηση της Ενάγουσας για λήψη άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, αποκάλυπτε επαρκή στοιχεία και γεγονότα που στοιχειοθετούσαν την κατά τόπο δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων γενικότερα, με το μόνο, σχετικό, παράπονο τους να περιορίζεται στο κατά πόσο τούτο (το εν προκειμένω μαρτυρικό υλικό), δικαιολογούσε κρίση περί στοιχειοθέτησης κατά τόπο δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στο οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, δεν θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ στις πρόνοιες της Διαταγής 6, που διέπουν την γενικότερη εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να παραχωρούν άδεια για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας τους. Θα αρκεστώ, σχετικώς, να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα υπό τον ανωτέρω περιορισμό, και δη την κατά τόπο ή μη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Σχετικές με την κατά τόπο δικαιοδοσία ενός Κυπριακού Δικαστηρίου είναι οι πρόνοιες του άρθρου 21
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, οι οποίες, στον βαθμό που εδώ ενδιαφέρουν, προβλέπουν ότι: «Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγή συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει[10] εντός των ορίων της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη, (β) ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της Επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη, ..». Εκείνο που η Ενάγουσα επικαλείται για σκοπούς υποστήριξης της θέσης της ότι το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, είναι ότι στο μαρτυρικό υλικό που υποστήριξε την εν προκειμένω αίτησή της περιέχονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, θέσεις και έγγραφα, που καταδείκνυαν ότι οι βάσεις της αγωγής έχουν προκύψει εν μέρει εντός των ορίων της Επαρχίας Λευκωσίας. Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι, στον βαθμό που αφορά γενικότερα τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, προβάλλουν τη θέση ότι από το μαρτυρικό υλικό που υποστήριξε τούτη, η μόνη Επαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία φαίνεται να έχει διενεργηθεί πράξη για την οποία παραπονείται η Ενάγουσα, είναι η επαρχία Λεμεσού, στην οποία βρίσκεται και το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 1 (η μόνη ημεδαπή διάδικος), και ότι τίποτα από τα όσα προέβαλε η πρώτη δεν συσχέτιζε την Επαρχία Λευκωσίας με τα επίδικα ζητήματα της διαφοράς των διαδίκων. Έχω ανατρέξει στην ένορκη δήλωση και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν τεκμήρια που υποστήριξαν την εν προκειμένω αίτηση της Ενάγουσας, και σε συμφωνία με τη θέση που αυτή προβάλλει, κρίνω ότι, στη βάση της εκεί αναγραφόμενης εκδοχής της, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθότι συγκεκριμένες ενέργειες, τις οι οποίες η Ενάγουσα εντάσσει στην αντικειμενική υπόσταση (actus reus) των αστικών αδικημάτων της συνομωσίας, απάτης, και ψευδών παραστάσεων, τα οποία αποτελούν τις αιτίες αγωγής της, έλαβαν χώρα στην Επαρχία Λευκωσίας, όπως και η επικαλούμενη από την Ενάγουσα ζημιά της, ούσα Κυπριακή εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο στη επαρχία αυτή (βλ. Metall & Rohstoff A.G. v. Donaldson Lufkin & Jenrette [1990] 1 Q.B. 39). Ως προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 6, 9, 25 και 28 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, οι διάφορες μεταβιβάσεις μετοχών της Ενάγουσας, από έναν μέτοχό της σε άλλο, που, κατά την Ενάγουσα, αποτελούν ουσιώδες μέρος του όλου συνωμοτικού, εναντίον της, σχεδίου, εκτελέστηκαν και διεκπεραιώθηκαν μέσω συγκεκριμένης εταιρείας παροχής εταιρικών υπηρεσιών (Dema Services Ltd) στην Επαρχία Λευκωσίας, και τούτο κατόπιν ειδικών εντολών που δόθηκαν σε αυτή από τον Εναγόμενο 4, ο οποίος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως τελικό δικαιούχο της Ενάγουσας. Επίσης, από τα ανωτέρω τεκμήρια, σε συνδυασμό και με την παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε τη συναφή με το υπό εξέταση ζήτημα μονομερή αίτηση της Ενάγουσας, κατά τον Σεπτέμβριο του 2012, στην Επαρχία Λευκωσίας, ετοιμάστηκε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 28 της εν προκειμένω ένορκης δήλωσης), με το οποίο η Ενάγουσα πληρεξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 2, όπως, δια λογαριασμό της, ενεργήσει, ώστε τούτη να αποκτήσει το μετοχικό κεφάλαιο της ZLKZ, κάτι, που, ακολούθως, έλαβε χώρα. Η ενέργεια αυτή, κατά την Ενάγουσα, αποτελούσε ουσιώδες μέρος του εναντίον της συνωμοτικού σχεδίου, αφού, ακολούθως, με ενέργειες των Εναγόμενων, επωμίστηκε τις οφειλές της ZLKZ, προς Ρωσική Τράπεζα, χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό αντάλλαγμα, σε χρόνο, που τούτη (η ZLKZ), ήταν αφερέγγυα. Είναι, επίσης, εμφανές από το περιεχόμενο των ανωτέρω τεκμηρίων, αλλά και γενικότερα του μαρτυρικού υλικού που υποστήριξε την εν προκειμένω μονομερή αίτηση της Ενάγουσας, ότι στη βάση της εκδοχής της, αρκετές από τις αποδιδόμενες στους Εναγόμενους παράνομες και/ή εικονικές και/ή δόλιες ενέργειες (π.χ. μεταβολές μετοχικής δομής της Ενάγουσας), διεκπεραιώθηκαν μέσω προσώπων που κατείχαν θέσεις αξιωματούχων στην Ενάγουσα, οι οποίοι διέμεναν, λειτουργούσαν, αλλά και ενεργούσαν, σχετικώς, στην Επαρχία Λευκωσίας. Αυτά, εξάλλου, προβάλλει και η Ενάγουσα, τόσο μέσω των ενστάσεών της στις επίδικες αιτήσεις των Εναγομένων, όσο και μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της, χωρίς να ανευρίσκω οτιδήποτε, που να θέτει εν αμφιβόλω ή να μεταβάλλει το δεδομένο ότι συγκεκριμένες ενέργειες που κατά την Ενάγουσα αποτελούν ουσιαστικό μέρος του εναντίον της, κατ' ισχυρισμό, συνωμοτικού σχεδίου, έλαβαν χώρα στη Λευκωσία. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, και παρά τις αντίθετες αιτιάσεις των Εναγομένων, κρίνω ότι, μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστήριξε την εν προκειμένω μονομερή αίτηση της Ενάγουσας, παρέχονταν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που του επέτρεπαν, ακριβώς, να εξετάσει και το κατά πόσο είχε κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εξέταση στην οποία σίγουρα προέβη. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ο υπ' αριθμό 1, ανωτέρω, αναφερόμενος λόγος που προβάλλεται από τους Εναγόμενους για παραμερισμό των δύο διαταγμάτων, των διενεργηθεισών επιδόσεων, ως επίσης, και της απόφασης, από τον Εναγόμενο 5, δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Υπ' αριθμό 2 λόγος που προβάλλεται από τους Εναγόμενους. Εξαρχής σημειώνω ότι η απόλυτη θέση που προβάλλεται από τους Εναγόμενους, κατά μία εκδοχή τους, ότι, συνεπεία των προνοιών των Συνθηκών, δεν είναι δυνατή η επίδοση εγγράφων σε Ρώσο υπήκοο, που διαμένει στη Ρωσία, με μέθοδο άλλη (περιλαμβανομένης και της υποκατάστατης μεθόδου), από τις, ειδικώς, αναφερόμενες στις εν λόγω Συνθήκες μεθόδους επίδοσης, στην ουσία εγκαταλείφθηκε από τους ίδιους τους Εναγόμενους, και κατά συνέπεια παρέλκει η ανάγκη να εξεταστεί. Σημειώνω, εν προκειμένω, ότι, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, σε πλήρη σύγκρουση με την εν προκειμένω, απόλυτη, θέση τους, παραπέμπουν στα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις, Content Union S.A. v. CJSC "TV Company Stream κ.α., Πολ. Έφ. 96/2018 και 97/2018, απόφαση ημερομηνίας 24.01.2021, Richard John Slade v. Deepak Abbhi [2020] EHWC 935 (QB), Bayat Telephone Systems International Inc & Ors v. Lord Michael Cecil & Ors [2011] EWCA Civ 135, Marashen Ltd v Kenvett Ltd [2017] EWHC 1706 (Ch) και Kamaneva v. Τράπεζα Κύπρου, Πολ. Έφ. αρ. Ε102/2015, ημερομηνίας 29.03.2021, ECLI:CY:AD:2021:A107, προβάλλοντας, στην ουσία, ότι τα όσα εκεί αποφασίστηκαν αποτελούν τις ορθές και νομολογιακώς αποδεκτές αρχές που διέπουν το κατά πόσο, παρά τις όποιες ρητές, σχετικές, πρόνοιες των Συνθηκών, είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης σε πολίτη συμβαλλόμενου κράτους. Σε όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις, αναγνωρίστηκε η εξουσία των Δικαστηρίων που εκδικάζουν τη διαφορά, παρά τις σχετικές με την επίδοση πρόνοιες των Συνθηκών, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να εκδίδουν τέτοιο διάταγμα για σκοπούς επίδοσης των δικαστικών εγγράφων σε εναγόμενο που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας τους, με αποτέλεσμα η εν προκειμένω, απόλυτη, αντίθετη, θέση των Εναγομένων να μην μπορεί να γίνει δεκτή. Όσον τώρα αφορά στην έτερη, διαζευκτική προφανώς, θέση των Εναγομένων, που θέλει την παρούσα περίπτωση να την περιβάλλουν τέτοια δεδομένα που δεν επιτρέπουν στην Ενάγουσα να επικαλείται τον λόγο των ανωτέρω αποφάσεων προς υποστήριξη της θέσης της ότι ορθώς εκδόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, παρατηρώ τα εξής: Οι σχετικές αιτιάσεις των Εναγομένων θέλουν, στην ουσία, την δυνατότητα έκδοσης διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης σε Ρώσο υπήκοο να παρέχεται μόνο όταν, ο αιτητής αποδείξει, σωρευτικώς, ότι, (α) η υποκατάστατη επίδοση θα διενεργηθεί σε πρόσωπο που βρίσκεται εκτός της επικράτειας της Ρωσίας, και όχι στον ίδιο τον Εναγόμενο εντός της επικράτειας της εν λόγω χώρας, και (β) προκύπτουν εξαιρετικές περιστάσεις, που δικαιολογούν την παράκαμψη των σχετικών διατάξεων των Συνθηκών. Είναι, εν προκειμένω, η θέση των Εναγομένων ότι και οι δύο τρόποι υποκατάστατης επίδοσης που επετράπησαν από το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, αφενός αφορούν σε επίδοση σε Ρώσο υπήκοο εντός της επικράτειας της Ρωσίας, και αφετέρου, τα όσα επικαλέστηκε η Ενάγουσα για σκοπούς εξασφάλισης του εν λόγω διατάγματος, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξαιρετικές περιστάσεις. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, με κάθε σεβασμό στις σχετικές εισηγήσεις των Εναγομένων, τούτες δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Και τούτο γιατί, η προβλεπόμενη, στο εν προκειμένω διάταγμα υποκατάστατη επίδοση δια αποστολής των δικαστικών εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), είναι εντελώς ασύνδετη με οποιοδήποτε γεωγραφικό περιορισμό, ενόψει της αδιάλειπτης και χωρίς γεωγραφικούς φραγμούς, δυνατότητας πρόσβασης στο σχετικό ηλεκτρονικό μέσο (email) και κατά συνέπεια και η λήψη κάθε απεσταλμένου, μέσω του, μηνύματος με τη χρήση κάποιου ηλεκτρονικού υπολογιστή ή έξυπνου τηλεφώνου (smart phone) ή άλλης συσκευής που παρέχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο όπου και αν ο παραλήπτης βρίσκεται. Συνεπώς, ακόμα και αν δεχθώ τη σχετική εισήγηση των Εναγομένων ότι δεν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση δικαστικών εγγράφων όταν αυτή θα διενεργηθεί με επίδοση τους σε Ρώσο υπήκοο εντός της επικράτειας της Ρωσίας, στη βάση του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη, εγκριθείσα, υποκατάστατη μέθοδος, δεν προϋποθέτει, εκ προοιμίου, επίδοση εντός της επικράτειας της Ρωσίας, η σχετική αιτίαση των Εναγόμενων δεν βρίσκει έρεισμα. Επομένως, στο βαθμό που αφορά τούτον τον τρόπο υποκατάστατης επίδοσης, το εν προκειμένω διάταγμα δεν υπόκειται σε παραμερισμό για τον συγκεκριμένο λόγο που προβάλλουν οι Εναγόμενοι, και δη ότι τούτο εκδόθηκε κατά παράβαση των προνοιών των Συνθηκών. Εν πάση περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι η ερμηνεία που δίδουν οι Εναγόμενοι στα όσα αποφασίστηκαν στις ανωτέρω, αναφερόμενες υποθέσεις, στις οποίες παρέπεμψαν προς υποστήριξη της εν προκειμένω θέσης τους, δεν είναι ορθή. Εκείνο, που εκεί αποφασίστηκε, στη βάση των γεγονότων που περιέβαλλαν την κάθε εκεί περίπτωση, ήταν ότι, δεδομένης της μεθόδου της εκεί διαταχθείσας υποκατάστατης επίδοσης, και δη δια της επίδοσης, π.χ., σε δικηγόρους των αλλοδαπών εναγομένων, οι οποίοι δεν βρίσκονταν εντός της επικράτειας της χώρας διαμονής των τελευταίων, δεν νομιμοποιούντο οι εκεί εναγόμενοι/αιτητές να επικαλούνται ότι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των Συνθηκών. Θεωρώ, εν προκειμένω, ότι, δεδομένης της κοινής αντίληψης και κρίσης όλων των Δικαστηρίων που εκδίκασαν τις ανωτέρω υποθέσεις, ότι, παρά τις σαφείς, σχετικές με την επίδοση δικαστικών εγγράφων, διατάξεις των Συνθηκών, τα Δικαστήρια, που εκδικάζουν τη διαφορά, διατηρούν την εξουσία, που τους παρέχουν οι νόμοι τους, να διατάζουν, σε εξαιρετικές περιστάσεις, υποκατάστατο τρόπο επίδοσης, τυχόν αποδοχή της απόλυτης, εν προκειμένω, θέσης των Εναγομένων, θα απέληγε στο να στερείτο ένας Ενάγοντας τη δυνατότητα προώθησης του ένδικου μέσου του, στην περίπτωση που δεν θα ήταν εφικτή η επίδοση των δικαστικών εγγράφων με τον προνοούμενο, στις Συνθήκες, τρόπο επίδοσης, παρά μόνο με υποκατάστατη επίδοση στον αλλοδαπό Εναγόμενο στην επικράτεια της χώρας διαμονής του. Είμαι της γνώμης ότι, αν τα Δικαστήρια, που εξέδωσαν τις ανωτέρω αποφάσεις, ήθελαν, ειδικώς, να αποκλείσουν έναν τέτοιο υποκατάστατο τρόπο επίδοσης, παρά την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, θα το αποφάσιζαν ρητώς, και δεν θα περιορίζονταν στις παρεμφερείς, ως τις αντιλαμβάνομαι, πλην όμως αναγκαίες - ενόψει των εκεί δεδομένων - για την δική τους κρίση, σχετικές τοποθετήσεις τους, επί των οποίων εδράζουν οι εδώ Εναγόμενοι τα σχετικά επιχειρήματα τους. Επί του προκειμένου, υιοθετώ ως ορθά τα όσα σχετικώς αποφασίστηκαν στις υποθέσεις, Sergei Petrovich Poumanov v. Aletarro Limited κ.α., αρ. Αγωγής 3463/13, απόφαση ημερομηνίας 29.04.2014 από την κα Ψαρά - Μιλτιάδου (Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε), Evison Holdings Ltd v. Finvision Holdings Ltd κ.α., Πρωτογενής Αίτηση αρ. 80/2019, απόφαση ημερ. 15.07.2020, Eurogal Surveys Ltd κ.α. v. Engen' evich Shashkin κ.α., αρ. Αγωγής 909/2019, απόφαση ημερ. 11.11.2019 από την κα Εφραίμ (Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε), Fonds Rusnano Capital SA v. Joint Stock Commercial Bank of Charity Spiritual Development of Fatherland "PERESVET" κ.α., αρ. αγωγής 1772//2014, απόφαση ημερ. 10.03.2017 από τον κ. Ιωαννίδη (Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε) και Maritime Bank (OJSC) v. Hetnet Consulting LLC κ.α., αρ. Αγωγής 1446/2015, απόφαση ημερ. 02.02.2016 από την κα Πούγιουρου (Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε). Εξάλλου, επί του ζητήματος αυτού, το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με το θέμα και να εκφράσει όμοιες κρίσεις, ως οι ανωτέρω, στην υπόθεση Limited Liability Company «Antracite Trade» v. Filippovich Shchukin, αρ. Αίτηση 378/2017, απόφαση ημερ. 21.05.2019. Κρίνω, κατά συνέπεια, ότι το Δικαστήριο, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, διατηρεί, την εξουσία, παρά τις σαφείς, σχετικές, πρόνοιες των Συνθηκών, να επιτρέπει, στη βάση της σχετικής ημεδαπής νομοθεσίας του, της επίδοση των δικαστικών εγγράφων σε εναγόμενο υπήκοο άλλης συμβαλλόμενης χώρας με υποκατάστατο τρόπο εκεί που ο ενάγοντας αποδείξει ότι την περίπτωσή του περιβάλλουν εξαιρετικές περιστάσεις. Κατά συνέπεια, στη βάση της ανωτέρω κρίσης, το μόνο ζητούμενο που παραμένει να εξεταστεί για σκοπούς απόφανσης ως προς το κατά πόσο θα πρέπει να παραμεριστεί το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, είναι το αν, στη βάση του σχετικού μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς έκδοσης του, η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι υφίσταντο εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την έκδοση του. Επί του προκειμένου, σε αντίθεση με τα όσα προβάλλουν οι Εναγόμενοι, τα δεδομένα που είχε υπόψιν της η Ενάγουσα, στη βάση των σχετικών ανακοινώσεων της αρμόδιας, κατά τις Συνθήκες, Αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας, των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών της χώρας μας, αλλά και μεγάλης διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών, μέσω των οποίων το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας διενεργούσε τις επιδόσεις στη βάση των διατάξεων της Συνθήκης της Χάγης, από το Μάρτιο - Απρίλιο του 2022 (κατά το χρόνο, δηλαδή, που παραχωρήθηκε η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας), δεν ήταν δυνατό να διενεργηθούν επιδόσεις με τον τρόπο που προβλέπεται στις Συνθήκες. Οι ανακοινώσεις αυτές, ουδέποτε διαφοροποιήθηκαν ή μεταβλήθηκαν μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν και αποτάθηκε η Ενάγουσα στο Δικαστήριο για εξασφάλιση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Έρεισμα δε για την έκδοση των σχετικών αυτών ανακοινώσεων, αποτέλεσε η πολεμική διένεξη μεταξύ της Ρωσίας και της Ουκρανίας, η οποία, καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα (Μάρτιος 2022 - Σεπτέμβριος 2022), υφίστατο, και υφίσταται μέχρι και σήμερα. Επίσης, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.12.2021, με αποτέλεσμα, αν δεν επιδίδετο στους Εναγόμενους, το κλητήριο της θα εξέπνεε τρεις περίπου μήνες αργότερα, και δη στις 26.12.2022. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής, ότι, κάθε Ενάγοντας έχει καθήκον όπως ενεργεί με σπουδή ώστε να επιδίδει το συντομότερο δυνατό την αγωγή του στους εγκαλούμενους Εναγόμενους, στο πλαίσιο του καθήκοντος του να προωθεί τούτη εντός σύντομου και εύλογου χρόνου (βλ. The Cyprus Potato Marketing Board v. Thetis Shipping Co. Pte Ltd a.o.
(1988)1 C.L.R. 397 και Πολ. Εφ. Ε210/2018 μεταξύ Glencore Energy UK Ltd v. Χριστάκη Ιακωβίδη υπό την ιδιότητά του ως Εκκαθαριστής των Εναγόντων Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd, απόφαση ημερομηνίας 27.11.2023). Στη βάση όλων των ανωτέρω, αφενός δεν θα ήταν λογικό, ως οι Εναγόμενοι διατείνονται, η Ενάγουσα να επιδίωκε την επίδοση των δικαστικών εγγράφων με τους προβλεπόμενους στις Συνθήκες τρόπους, απλώς και μόνο για να διακριβώσει αν ήταν δυνατή μια τέτοια επίδοση, ούτε και να αναζητούσε, μέσω σχετικών διαβημάτων της, αν θα ήταν δυνατή η επίδοση με τους εκεί προβλεπόμενους τρόπους. Οι ανακοινώσεις, στις οποίες η Ενάγουσα παρέπεμψε το Δικαστήριο με την σχετική, μονομερή, αίτησή της, είχαν εκδοθεί από τα πλέον αρμόδια όργανα του κράτους και τους συνεργάτες τους, και ήταν αρκούντως διαφωτιστικές περί της αδυναμίας επίδοσης δικαστικών εγγράφων με τους προβλεπόμενους στις Συνθήκες τρόπους. Επίσης, ο λόγος που προβαλλόταν από τα αρμόδια αυτά όργανα, στις σχετικές ανακοινώσεις τους, για την αδυναμία διενέργειας επιδόσεων, και δη η πολεμική διένεξη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, και το υφιστάμενο της, καθ' όλο τον ουσιώδη, για την υπό εξέταση περίπτωση, αυτό, χρόνο, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη θέση των Εναγομένων, ευκόλως δικαιολογούσε κρίση ότι την περίπτωση περιέβαλλαν εξαιρετικές περιστάσεις που επέτρεπαν την, κατά παρέκκλιση, άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την επίδοση των δικαστικών εγγράφων με υποκατάστατο τρόπο. Παρεμφερώς σημειώνω πως, το γεγονός ότι, μεταγενέστερα, στη βάση έρευνας, στην οποία προέβησαν οι συνήγοροι των Εναγομένων, διεφάνη ότι η αρμόδια, κατά τις Συνθήκες, Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας επέλυσε το ζήτημα δια της μεσολάβησης του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της πρεσβείας της χώρας μας στη Ρωσία, δεν μεταβάλλει την εικόνα που μετέφερε η εν λόγω αρμόδια Αρχή και οι συνεργάτες της, προς κάθε ενδιαφερόμενο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθότι, ως υποδείχθηκε ήδη ανωτέρω, ουδέποτε μετέβαλαν ή διαφοροποίησαν τις σχετικές ανακοινώσεις τους, οι οποίες αποτελούσαν την επίσημη πηγή ενημέρωσης κάθε ενδιαφερόμενου ως προς την δυνατότητα ή μη επίδοσης δικαστικών εγγράφων σε Ρώσους υπηκόους. Κατά συνέπεια κρίνω ότι, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που η Ενάγουσα παρουσίασε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης της για εξασφάλιση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, κατάφερε να καταδείξει ότι την περίπτωση της, περιέβαλλαν εξαιρετικές περιστάσεις που παρείχαν στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει υποκατάστατο τρόπο επίδοσης των δικαστικών εγγράφων. Τα πιο πάνω, απαντούν και στην έτερη, συναφή, θέση των Εναγομένων ότι η προώθηση της αίτησης για εξασφάλιση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ήταν πρόωρη και καταχρηστική, αλλά και στην επιπρόσθετη θέση τους, ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε, ως όφειλε, όλα τα ουσιώδη γεγονότα για σκοπούς δικαστικής κρίσης επί της αιτήσεως της. Τέλος, το κατά πόσο διενεργήθηκε ή όχι η επίδοση των δικαστικών εγγράφων μέσω της Ρωσικής εταιρείας ταχυμεταφορών που λειτουργεί στην επικράτεια της Ρωσίας, με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση των Εναγομένων 2 και 3, η διενέργειά της ή μη, δεν έχει τη σημασία που της αποδίδουν, δεδομένης της παραδοχής τους ότι η επίδοση, σ' αυτούς, των δικαστικών εγγράφων επιτεύχθηκε μέσω της έτερης διαταχθείσας υποκατάστατης επίδοσης, και δη της αποστολής τους μέσω email. Όσον τώρα αφορά στον Εναγόμενο 5, το αν, εν τέλει, επιτεύχθηκε η επίδοση των δικαστικών εγγράφων σε αυτόν μέσω των δυο υποκατάστατων τρόπων που διέταξε το Δικαστήριο, δεν αποτελεί λόγο για παραμερισμό του εν προκειμένω διατάγματος του Δικαστηρίου, αλλά ζήτημα που θα απασχολήσει, κατωτέρω, για το κατά πόσο αυτός δικαιούται σε παραμερισμό της εναντίον του απόφασης. Εν ολίγοις, το κατά πόσο, στο τέλος της ημέρας, δεν επιτεύχθηκε η επίδοση δικαστικών εγγράφων με τον υποκατάστατο τρόπο που διέταξε ένα Δικαστήριο, δεν αποτελεί λόγο για να παραμεριστεί το σχετικό διάταγμα, αν κατά τα άλλα, στη βάση των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογείτο η έκδοση του, αλλά ζήτημα που μπορεί να επικαλεστεί ο Εναγόμενος για να δικαιολογήσει την αδράνεια του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο εντός του προβλεπόμενου χρόνου μετά την εν προκειμένω επίδοση και γενικότερα για σκοπούς παραμερισμού τυχόν εκδοθείσας, ερήμην, απόφασης εναντίον του. Εξάλλου, μολονότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται διαφορετικά, καμία αυθεντία ή νομολογία παρουσίασαν που να θέλει την μη επίτευξη της επίδοσης με τον υποκατάστατο τρόπο που αποφάσισε το Δικαστήριο, να αποτελεί λόγο για παραμερισμό του εν προκειμένω διατάγματος. Συνεπώς και ο δεύτερος ανωτέρω λόγος, τον οποίον προβάλλουν οι Εναγόμενοι για παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, δεν ευσταθεί και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Υπ' αριθμό 3, ανωτέρω λόγος, που προβάλει ο Εναγόμενος 5 για παραμερισμό της, εναντίον του, εκδοθείσας απόφασης. Οι ανωτέρω κρίσεις, εν πολλοίς, απαντούν στο μεγαλύτερο μέρος των όσων ο Εναγόμενος 5 προβάλλει ως λόγους για παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης, και ειδικότερα την κατά τόπο δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και την εξουσία του να εκδώσει το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Εκείνο που μένει να εξεταστεί ως προς τον λόγο αυτό, είναι, αφενός, αν, στη βάση της θέσης του ότι καμία εκ των δυο υποκατάστατων επιδόσεων δεν διενεργήθηκε, νομιμοποιείται, δικαιωματικώς (ex debito justitiae) να επιζητεί τον παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, χωρίς το Δικαστήριο να οφείλει να εξετάσει αν τούτος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν καταχώρησε την επίδικη αίτησή του καθυστερημένα, και αφετέρου, στην περίπτωση που δεν νομιμοποιείται, δικαιωματικώς, να ζητά τον παραμερισμό της, κατά πόσο έχει αποκαλύψει, μέσω της επίδικης αίτησης του, τέτοια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, που του επιτρέπει να επιζητεί τούτον. Στη τελευταία αυτή περίπτωση, σημαντικό είναι να εξεταστεί και το κατά πόσο ο Εναγόμενος, καθυστέρησε να αποταθεί, σχετικώς, στο Δικαστήριο, εις τρόπο που η εν γένει, συναφής, συμπεριφορά του, να κρίνεται ως περιφρονητική και καταφρονητική προς τις δικαστικές διαδικασίες, κάτι που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της αίτησης του, έστω και αν αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση (για τις αρχές που διέπουν τα ανωτέρω ζητήματα, βλέπε, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, NSM Democars Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.2015 και Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646). Στην υπόθεση Ηλία Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Εφ. 413/2011, απόφαση ημερομηνίας 03.02.2017, ECLI:CY:AD:2017:A37, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με τις επιπτώσεις μη δέουσας επίδοσης εναρκτήριου ένδικου μέσου: «Παράδειγμα πρόκλησης ακυρότητας ως εκ της μη επίδοσης της διαδικασίας, η οποία ως εκ τούτου δεν περιέρχεται σε γνώση του εναγομένου, παρέχει η υπόθεση Craig v. Kanssen [1943] K.B. 256, [1943] 1 All ER 108, στην οποία εξηγήθηκε ως κατωτέρω ο λόγος που η παράλειψη επίδοσης εγείρει θεμελιακό ζήτημα: «. it is beyond question that failure to serve process where service of process is required goes to the root of our conceptions of the proper procedure in litigation. Apart from proper ex parte proceedings, the idea that an order can validly be made against a man who has had no notification of any intention to apply for it has never been adopted in this country.» Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Pritchard η φράση ex debito justitiae δεν ταυτίζεται κατ΄ανάγκη με περιπτώσεις ακυρότητας, όπως αφέθηκε να νοηθεί στην υπόθεση Craig, αλλά καλύπτει κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό. Όπως το έθεσε ο Upjohn, L.J.: «The phrase means that the [defendant] is entitled as a matter of right to have it set aside ... This means no more than that, in accordance with settled practice, the court can only exercise its discretion in one way, namely by granting the order sought.» Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά την παράλειψη δέουσας επίδοσης, στην υπόθεση White v. Weston [1968] 2 W.L.R. 1459, που αφορούσε ακριβώς παράλειψη επίδοσης με συνεπακόλουθη έλλειψη γνώσης της διαδικασίας από τον εναγόμενο, ελέχθη ότι υπό τέτοιες περιστάσεις η απόφαση θα έπρεπε να παραμεριστεί ex debito justitiae και ότι η περαιτέρω συζήτηση ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η περίπτωση να χαρακτηριστεί ως ακυρότητα ή ως αντικανονικότητα, θα είχε μόνο ακαδημαϊκή σημασία. Η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία υιοθέτησε την αντίληψη του αγγλικού δικαίου πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Έτι περαιτέρω μάλιστα, η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα τη συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητά του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του. Το ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω, αφορά το κατά πόσο, σε περίπτωση που διαπιστώνεται δικαίωμα παραμερισμού υπό την παραπάνω έννοια, μπορεί να υπάρξει απεμπόληση του δικαιώματος τούτου (waiver) ή να δημιουργηθεί κώλυμα, ως εκ της συμπεριφοράς του εναγόμενου, στην άσκησή του (estoppel). Προς αυτή την κατεύθυνση κατέτεινε η προσπάθεια του Lord Denning M.R. στην απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Pritchard, με αναφορά, μάλιστα, στην περίπτωση διαδίκου ο οποίος, όπως εν προκειμένω ο εφεσείοντας, ενώ λαμβάνει γνώση της διαδικασίας, αφήνει την εκτέλεση της απόφασης να προχωρήσει εναντίον του χωρίς παράπονο και χωρίς να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης εντός εύλογου χρόνου. Κατά την πλειοψηφία, όμως, σε περίπτωση ακυρότητας και ειδικά σε περίπτωση κακής επίδοσης, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ελαττώματος ή η απεμπόληση του δικαιώματος προς παραμερισμό. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Craig, όπως και στην υπόθεση Hamp-Adams v. Hall [1911] 2 K.B. 942, C.A. Πιο πρόσφατα και στο υψηλότερο δικαστικό επίπεδο της Κοινοπολιτείας, λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) Strachan v. The Gleaner Co Ltd and Another [2005] UKPC 33: «The distinction between orders which are often (though in their Lordships' view somewhat inaccurately) described as nullities and those which are merely irregular is usually made to distinguish between those defects in procedure which the parties can waive and which the court has a discretion to correct and those defects which the parties cannot waive and which give rise to proceedings which the defendant is entitled to have set aside ex debito justitiae. The leading example is Craig v Kanssen [1943] kb 256, where the proceedings were not served on the defendant at all. The Court of Appeal held that the proceedings were a nullity which the defendant was entitled as of right to have set aside.» Ευθυγραμμισμένα με την προαναφερθείσα αγγλική νομολογία και με αναφορά σε αυτή, είναι τα όσα είχαν αναφερθεί από τον Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε), στην υπόθεση Gesico Photographic Ltd v. J.K. Video Art Co. Ltd,
(1991)1 ΑΑΔ 134, ότι δηλαδή διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στην υπόθεση Hewitson v. Fabre 21 Q.B.D. 6, στην οποία επιδόθηκε εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο, που δεν ήταν βρετανός υπήκοος, το ίδιο το κλητήριο ένταλμα και όχι η προνοούμενη ειδοποίηση του κλητηρίου. Αποφασίστηκε ότι τούτο ισοδυναμούσε με μη επίδοση και ότι η όλη διαδικασία ήταν άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio). Το Δικαστήριο δε, απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος δεν εδικαιούτο σε παραμερισμό λόγω του ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα. Το πρωτόδικο, εν προκειμένω, Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ακόλουθη αναφορά του Wills J., τονίζοντας την φράση που φαίνεται υπογραμμισμένη, θέλοντας να υποδείξει ότι θα υπήρχε ευχέρεια διάσωσης ανάλογα με τη συμπεριφορά του εναγομένου: «The defendant was here improperly served with the writ itself, which was no service, and accordingly he has been dealt with by our Courts without having been served with our process. He has done nothing to disentitle him in any way to relief; he did not appear or evince any willingness to be treated as a British subject. This is not a mere irregularity in the proceedings which we can cure under Order LXX. rule 2, but a defect in the jurisdiction.» Οι παρατηρήσεις όμως αυτές αφορούσαν την επιλογή του εναγομένου, παρά το ότι δεν έτυχε δέουσας επίδοσης, να καταχωρίσει εμφάνιση (appearance gratis) πριν την έκδοση της απόφασης, η οποία θα νομιμοποιούσε την περαιτέρω διαδικασία στην παρουσία του και την τελική απόφαση. Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου.» Συναφώς, στην Πολ. Εφ. Ε129/2016, μεταξύ Μιχαήλ Διονυσίου ν. Dafnis Insurance Agencies & Consultants Ltd, απόφαση ημερομηνίας 16.05.2024, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων, ακριβώς, με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλει ως λανθασμένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αυτός έλαβε γνώση της αγωγής ως εκ της επικόλλησης του κλητηρίου εντάλματος στην είσοδο της κατοικίας που διέμενε με τον πατέρα του. Σημειώνεται ότι, η τέτοια θυροκόλληση του κλητηρίου εντάλματος, προφανώς, διενεργήθηκε στη βάση δικαστικού διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση, το οποίο εκτελέστηκε από αρμόδιο επιδότη. Το γεγονός τούτο, όμως, από μόνο του, δεν προδικάζει ότι ο εφεσείων έλαβε, οπωσδήποτε, γνώση για την αγωγή. Πάντως, ο ίδιος διαφωνεί. Το ζητούμενο, επομένως, είναι κατά πόσο αυτός έλαβε, όντως, γνώση σε σχέση με αυτή, πριν από την έκδοση της απόφασης, εναντίον του, ερήμην. Υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο, βασικά, είχε ενώπιον του δύο αντίθετες εκδοχές. Ωστόσο, δεν επεδίωξε να διερευνήσει το θέμα περαιτέρω, ώστε να ήταν σε θέση να προβεί το ίδιο σε ασφαλές συμπέρασμα, προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση, (βλ. Μaslenikova v. M. Χατζηχάννα ως Παραλήπτη/Διαχειριστή της Εταιρείας Realback Management Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε197/2019, 15.1.2021), ECLI:CY:AD:2021:A6. Παρέμεινε, έτσι, αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του πατέρα του εφεσείοντος ότι δεν τον πληροφόρησε για την ανεύρεση από αυτόν του κλητηρίου εντάλματος, καθώς επίσης, ο ισχυρισμός, συναφώς, του εφεσείοντα, ότι ο ίδιος δεν έλαβε, εγκαίρως, γνώση αυτού, ώστε η εκδοθείσα απόφαση εναντίον του, να στερείτο εγκυρότητας. Παρόμοια ήταν τα γεγονότα και στην υπόθεση Σωτήρης Διακουρής ν. Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε61/2016, 9.10.2023, όπως και σε άλλη νομολογία που αναφέρεται σε αυτή. Το θέμα της επίδοσης της διαδικασίας σε αστικές υποθέσεις δεν τυγχάνει, προφανώς, της δέουσας προσοχής. Στην περίπτωση που εκδίδεται απόφαση ερήμην, αφού επιχειρήθηκε κοινοποίηση της αγωγής στον εναγόμενο με υποκατάστατη επίδοση, η μη αμφισβήτηση της από τον τελευταίο, εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι αυτός έλαβε γνώση για την ύπαρξη της. Όταν, όμως, η γνώση τούτη αμφισβητείται με εύλογους ισχυρισμούς, τότε πρέπει να αποδεικνύεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε δεόντως στον εναγόμενο και έτσι αυτός έλαβε γνώση για την αγωγή, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει προαναφερθεί, ο ισχυρισμός του πατέρα του εφεσείοντος, ότι δεν πληροφόρησε τον τελευταίο για το συγκεκριμένο γεγονός, ουσιαστικά, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εφεσιβλήτων. Αυτοί περιορίστηκαν να υποστηρίξουν ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε, όπως η σχετική παρατήρηση, προηγουμένως, του Δικαστηρίου, δηλαδή με τη επικόλληση του στην είσοδο της κατοικίας που διέμεναν ο εφεσείων και ο πατέρας του, εναγόμενο 1 στην αγωγή. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43, κρίθηκε ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο εγγεγραμμένο γραφείο της εκεί εναγομένης εταιρείας, χωρίς να παραδοθεί σε κάποιο αξιωματούχο της, όπως προβλέπεται από τη Δ.5 κ.7, των εφαρμοζομένων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν ήταν ικανοποιητική ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι η αυτή είχε λάβει γνώση της αγωγής. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ορθή η πρωτόδικη απόφαση με την οποία παραμερίστηκε η απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον της, ερήμην. Υποδείχθηκε, ότι δεδομένων των πιο πάνω περιστάσεων, παραβιάστηκε το συνταγματικό δικαίωμα της να είχε λάβει, δεόντως, γνώση της αγωγής. Αναφέρθηκαν, συναφώς, στις σελίδες 48 έως 49 τα εξής: «Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το Άρθρο 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος.» Όπως και στην υπόθεση εκείνη, λοιπόν, έτσι και εδώ, το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του μαρτυρία ότι ο εφεσείων είχε, πράγματι, λάβει γνώση της αγωγής, μέσω της επιχειρηθείσας υποκατάστατη επίδοση. Η απόφαση που εκδόθηκε, ως άνω, εναντίον του, έπρεπε να παραμεριστεί, δικαιωματικά, (ex debito justitiae). Η ενασχόληση του Δικαστηρίου, στη συνέχεια με τη, δήθεν, καθυστέρηση του εφεσείοντος να προβεί στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, εκ των πραγμάτων, ήταν άνευ αντικειμένου. Εξ΄ αρχής σημειώνω ότι, τα όσα ο Εναγόμενος 5 αιτιάται προς υποστήριξη της θέσης του ότι μέσω των υποκατάστατων επιδόσεων δεν έλαβε γνώση για το εκκρεμές, εναντίον του, της παρούσας αγωγής, αφού ουδέποτε του γνωστοποιήθηκαν τα δικαστικά έγγραφα, κρίνονται επαρκή για απόσειση του σχετικού βάρους που έφερε. Συναφώς, τα όσα η Ενάγουσα προτάσσει προς αναχαίτησή της εν προκειμένω θέσης του Εναγόμενου 5, αποτελούν, απλώς, αίολες τοποθετήσεις, οι οποίες δεν υποστηρίζονται από επαρκή μαρτυρία, ούτε και θέτουν, πειστικά, εν αμφιβόλω τούτη. Προς επίρρωση της ανωτέρω εκφρασθείσας κρίσης μου, σημειώνω ότι, ως προς την κατ' ισχυρισμό διενέργεια της επίδοσης των δικαστικών εγγράφων μέσω της Ρωσικής εταιρείας ταχυμεταφορών, η Ενάγουσα, στην ουσία, επικαλείται το περιεχόμενό του σχετικού πιστοποιητικού που φέρεται να εκδόθηκε από την εν λόγω εταιρεία (Τεκμήριο 12 της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης, ημερομηνίας 22.12.2022), από το περιεχόμενο του οποίου, δεν καταδεικνύεται τι ακριβώς επιδόθηκε, σε ποιον ακριβώς επιδόθηκε, και με ποιον τρόπο. Η γενική, εκεί, αναφορά «please note that on 30.11.22 we have effected service to Khudoliy Roman NIkolaevich at the following address Dmitriya Ulianova street 28, appartment 35, 117292 Moscow, Russia», δεν διευκρινίζει τι παραδόθηκε μέσω της εταιρείας αυτής και αν τούτο παραδόθηκε προσωπικώς στον Εναγόμενο 5, παρά μόνο εκφράζει τη θέση ότι επιτεύχθηκε (effected) η επίδοση. Επίσης, το πιστοποιητικό αυτό δεν αποτελεί ένορκη δήλωση επιδότη, παρά μόνο μία βεβαίωση που εκδόθηκε από την εν λόγω εταιρεία, και κατά συνέπεια δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Ltd v. Ανδρούλλας Γεωργίου Κωστή
(2012)1 Α.Α.Δ. 1528, περί του ότι δεν πρέπει να αγνοείται το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης επιδότη που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, όταν ο τελευταίος δεν αντεξετάζεται σχετικώς. Ούτε το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε ο εκκαθαριστής της Ενάγουσας, που προέβη στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ημερομηνίας 22.12.2022, μεταβάλλει, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, τα πιο πάνω δεδομένα, αφού, η όποια σχετική εκεί θετική αναφορά του ως προς το ότι διενεργήθηκε η εν προκειμένω υποκατάστατη επίδοση, δεν εδράζεται σε ειδική προσωπική γνώση του, παρά μόνο στα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 12 τούτης, και δη την ανωτέρω αναφερόμενη, ανεπαρκή, βεβαίωση που εξέδωσε η ρωσική εταιρεία ταχυμεταφορών. Στη βάση των πιο πάνω, η θέση του Εναγόμενου 5 ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν τα δικαστικά έγγραφα μέσω της εν λόγω Ρωσικής εταιρείας, παρέμεινε, στην ουσία, αναντίλεκτη, και ως εκ τούτου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, γίνεται δεκτή. Τα ίδια, περίπου, ισχύουν και αναφορικά με τον έτερο υποκατάστατο τρόπο που επιχειρήθηκε να επιδοθούν τα δικαστικά έγγραφα, και δη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η μόνη σχετική αναφορά, από πλευράς της Ενάγουσας, είναι ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία απέστειλε τα έγγραφα με βάση τα διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης στον Εναγόμενο 5, ανευρέθηκε από αυτήν μέσω της Ρωσικής διαδικασίας εκκαθάρισης της ZLKZ, και τούτο στη βάση σχετικής πληροφόρησης που φέρεται να προκύπτει από κάποιο ηλεκτρονικό μήνυμα (στη Ρωσική, προφανώς, γλώσσα) ημερομηνίας 25 Μαρτίου 2015 (βλέπε Τεκμήριο 11 της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε της μονομερή αίτησή της, μέσω της οποίας εξασφάλισε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης). Αξίζει, δε, να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι, και η ίδια η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση, κατά τον χρόνο που αποτάθηκε στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσει το διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης, να επιβεβαιώσει ότι ο Εναγόμενος 5 συνέχιζε να έχει πρόσβαση στην εν λόγω ηλεκτρονική διεύθυνση. Τούτο προκύπτει, αβίαστα, από τη σχετική αναφορά της στην παράγραφο 17iv της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριξε την εν προκειμένω αίτησή της, όπου αναφέρεται «... και παρά το γεγονός ότι η ZLKZ είναι υπό εκκαθάριση, μπορεί να εικαστεί[11] ότι ο Εναγόμενος 5 εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στην προαναφερθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση». Εν πάση περιπτώσει, τα όσα, συναφώς, ο Εναγόμενος 5 προβάλλει, στην ουσία, παρέμειναν αναντίλεκτα, αφού τίποτα σχετικό δεν προβάλλεται, προς αναχαίτισή τους, από την Ενάγουσα. Στην ουσία, παρέμεινε, ως αναντίλεκτο και κατά συνέπεια αποδεκτό για σκοπούς της παρούσας απόφανσης, ότι από το 2014, ο Εναγόμενος 5 δεν διατηρεί οποιανδήποτε θέση στη ZLKZ, με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον πρόσβαση στην εν προκειμένω ηλεκτρονική διεύθυνση, η οποία ανήκει στην εν λόγω εταιρεία, και την οποία χρησιμοποιούσε κατά τον χρόνο που ήταν υπάλληλος και/ή εμπορικός διευθυντής της. Στη βάση των πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 5 ότι, παρά τις ενέργειες της Ενάγουσας να επιδιώξει την επίδοση των δικαστικών εγγράφων σε αυτόν με τους δύο προβλεπόμενους, στο διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης, τρόπους, τούτος δεν έλαβε γνώση περί της εκκρεμότητας της παρούσας αγωγής και γενικότερα των δικαστικών εγγράφων μέσω τους. Όσον τώρα αφορά στο πότε και υπό ποιες συνθήκες ο Εναγόμενος 5 ενημερώθηκε για την εκκρεμότητα της παρούσας αγωγής εναντίον του, ο μόνος που προβάλλει σχετική θέση είναι ο ίδιος, με τις σχετικές, ακριβώς, αναφορές του, να παραμένουν, επίσης, αναντίλεκτες. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα η Ενάγουσα προβάλλει ως προς τη γενικότητα που χαρακτηρίζει τις σχετικές αναφορές του Εναγόμενου 5, και ειδικότερα το ότι, τούτος, δεν επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτησή του, οποιαδήποτε τεκμήρια προς υποστήριξη των σχετικών θέσεων του. Το ιδανικό θα ήταν να παρουσίαζε τέτοια τεκμήρια, αν και εφόσον υπήρχαν, πλην όμως η απουσία τους, δεν καθιστά τη σχετική μαρτυρία του μη αποδεκτή ή ανεπαρκή. Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με την έτερη θέση της Ενάγουσας ότι, στη βάση του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 2 είχε ενημερωθεί για την εκκρεμότητα της παρούσας αγωγής από τις 22.12.2022, όταν και απέκτησε πρόσβαση στον δικαστικό φάκελο της, λογικό θα ήταν να ενημέρωνε τον Εναγόμενο 5 από τότε και όχι 6 μήνες μετά ως ισχυρίζεται ο τελευταίος. Με κάθε σεβασμό στη σχετική εισήγηση, δεν μπορεί να επιρριφθεί ευθύνη στο Εναγόμενο 5 για το πως ενήργησε ο Εναγόμενος 2, ούτε και τέθηκε ενώπιον μου κάτι που να θέλει τον τελευταίο, με τη πρώτη πρόσβασή του στο φάκελο της υπόθεσης, να έγινε γνώστης των όσων αφορούν στον Εναγόμενο 5. Επαναλαμβάνω ότι, επί του προκειμένου, η μοναδική μαρτυρία προέρχεται από τον Εναγόμενο 5, και παρά τη γενικότητά της, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί είτε ως μη αποδεχτή είτε ως ανεπαρκής για σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης. Εξάλλου, και η ίδια η Ενάγουσα, προς υποστήριξη της θέσης της ότι ο Εναγόμενος 5 έλαβε γνώση για την εκκρεμότητα της παρούσας αγωγής, δεν παραπέμπει σε οτιδήποτε άλλο, παρά μόνο στη διενέργεια των υποκατάστατων επιδόσεων, οι οποίες, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν επέφεραν αυτό που η Ενάγουσα αιτιάται. Στη βάση δε του λόγου των Ηλία Μανώλη και Μιχαήλ Διονυσίου (ανωτέρω), δεδομένου του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος 5 δεν έλαβε γνώση για την εκκρεμότητα της παρούσας αγωγής μέσω των υποκατάστατων επιδόσεων, η όποια ενασχόληση του Δικαστηρίου με την όποια, τυχόν, καθυστέρηση που επέδειξε στην προώθηση της επίδικης αίτησης του θα ήταν άνευ αντικειμένου. Δεδομένης της κρίσης μου αυτής, το ζητούμενο είναι αν ο Εναγόμενος 5, δικαιωματικώς (ex debito justitiae) επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να εξεταστεί η όποια καθυστέρηση στην προώθηση της επίδικης αίτησής του και το αν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στη βάση του λόγου της Ηλία Μανώλη (ανωτέρω) και Μιχαήλ Διονυσίου (ανωτέρω), κρίνω ότι, συνεπεία της μη δέουσας επίδοσης των δικαστικών εγγράφων της παρούσας αγωγής στον Εναγόμενο 5, τούτος, δικαιωματικά, επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης, η οποία και παραμερίζεται, χωρίς να παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της όποιας καθυστέρησης από πλευράς του να προωθήσει την επίδικη αίτησή του, ή αν, μέσω της, αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Pat Jone, ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος David Jones v. Ξένιας Δημητρίου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ευσταθίου Κυριάκου,
(1998)1 ΑΑΔ 1526, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της Ενάγουσας για να υποστηρίξει ότι, δεδομένης της διενέργειας των επιδόσεων με τον υποκατάστατο τρόπο που επέτρεψε το Δικαστήριο, η επίδοση θα πρέπει να κριθεί ως νομότυπη, και ο Εναγόμενος 5, για να επιτύχει στο παραμερισμό της απόφασης, θα πρέπει να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην προώθηση της επίδικης αίτησής του και να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Δεδομένου, ωστόσο, ότι οι Ηλία Μανώλη και Μιχαήλ Διονυσίου (ανωτέρω) εκδόθηκαν μετά την Pat Jone (ανωτέρω), εφαρμογής τυγχάνουν τα όσα αποφασίστηκαν στις τελευταίες, αυτές, χρονικά, αποφάσεις, με το σκεπτικό των οποίων συμφωνώ, αφού ο κύριος παράγοντας επί του οποίου βασίζεται η σχετική δικαστική κρίση είναι το κατά πόσο, στο τέλος της ημέρας, ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας ώστε να έχει την ευκαιρία να αποταθεί στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του, σε αντιδιαστολή με το σκεπτικό της Pat Jone (ανωτέρω), όπου η δικαστική κρίση εξαρτήθηκε, αποκλειστικώς, από τον τρόπο που διενεργήθηκε η επίδοση, έξω και μακριά από το κατά πόσο, μέσω της, επιτεύχθηκε το ζητούμενο, και δη η γνωστοποίηση στον εγκαλούμενο της εναντίον του εκκρεμούσας διαδικασίας (βλ. Ιωσηφίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1988)3 Α.Α.Δ. 490) Για σκοπούς πληρότητας, και για να είναι καταγραμμένη η σχετική θεώρησή μου, στην περίπτωση, που, εφετειακώς, ανατραπεί η κρίση μου περί δικαιωματικού παραμερισμού, σημειώνω ότι, η ενάγουσα, μέσω σχετικών δηλώσεων του συνηγόρου της κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης, εγκατέλειψε το σχετικό με την όποια καθυστέρηση από πλευρά του Εναγόμενου 5 να προωθήσει την αίτησή του από τις αρχές Ιουνίου 2022 (όταν, ως ισχυρίστηκε, έμαθε για την εκκρεμότητα της παρούσας αγωγής) μέχρι και τον Οκτώβριο, του ίδιου έτους, όταν και την καταχώρησε, λόγο, δηλώνοντας, ευθαρσώς, ότι, στη βάση του δεδομένου ότι τούτος, πριν την καταχώρηση της επίδικης αίτησής του, καταχώρισε μονομερή αίτηση για εξασφάλιση άδειας καταχώρησης εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και καθορισμού χρόνου για να καταχωρήσει αίτηση ως, η υπό εξέταση, την οποία εν τέλει δεν προώθησε καθότι είχε απολεσθεί, στο μεταξύ, ο δικαστικός φάκελος της αγωγής, δεν μπορεί να του επιρριφθεί αδράνεια αντίδρασης τέτοιου βαθμού που να μπορούσε να χαρακτηριστεί ως περιφρόνηση και/ή καταφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Εκ του περισσού σημειώνω ότι η πιο πάνω τοποθέτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας με βρίσκει σύμφωνο, αφού, με τις ανωτέρω ενέργειες του ο Εναγόμενος 5 απέδειξε ότι, εντός εύλογου χρόνου, από όταν και ενημερώθηκε για την εκκρεμότητα της παρούσας αγωγής και της εναντίον του, ερήμην, εκδοθείσας απόφασης, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να του επιτραπεί να παραμερίσει τούτη. Ως προς το αν ο Εναγόμενος 5 αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, είμαι της γνώμης ότι, με τη σχετική μαρτυρία του, απέσεισε το σχετικό βάρος που έφερε, θέτοντας, ενώπιον του Δικαστηρίου, αρκούντως λεπτομερείς ισχυρισμούς που ικανοποιούν την εν προκειμένω προϋπόθεση. Επιγραμματικά, και μόνο, συναφώς, σημειώνω ότι, στη βάση της σχετικής μαρτυρίας του Eναγόμενου 5, τούτος δεν ήταν τελικός δικαιούχος της Ενάγουσας ή των οποιωνδήποτε άλλων - κατά την εκδοχή της τελευταίας - εμπλεκόμενων στη συνωμοσία εταιρειών, και η όποια υπαλληλική ή διευθυντική θέση κατείχε στην ZLKZ, αφορούσε το χρονικό διάστημα από 24.01.2013 ‑ 06.08.2014, και δη περίοδο εντός της οποίας δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε πράξη, την οποία η Ενάγουσα να εντάσσει εντός του κατ' ισχυρισμόν, εναντίον της, συνωμοτικού σχεδίου. Επίσης, αιτιάται, και επί τούτου η όποια αντίθετη θέση της Ενάγουσας κρίνεται εντελώς γενική και αόριστη, αφού ελλείπει οποιαδήποτε υποστηρικτική τούτης μαρτυρία, ότι ουδέποτε υπήρξε τελικός δικαιούχος οποιασδήποτε εκ των εταιρειών που κατά την Ενάγουσα συμμετείχαν στην εναντίον της συνωμοσία και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να επηρεάσει και/ή να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων της Ενάγουσας ή των άλλων εταιρειών, για τις οποίες παραπονείται τούτη. Θεωρώ ότι, με τη μαρτυρία του αυτή, ο Εναγόμενος 5, αν αυτό ήταν ζητούμενο, θα κατάφερνε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Με γνώμονα τα ανωτέρω, οι επίδικες αιτήσεις, στον βαθμό που μέσω τους επιδιώκεται ο παραμερισμός του διατάγματος λήψης άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, του διατάγματος υποκατάστασης επίδοσης, των υποκατάστατων επιδόσεων και της ένορκης δήλωσης επίδοσης, απορρίπτονται. Στο πλαίσιο, της επίδικης αίτησης του Εναγόμενου 5, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η εναντίον του απόφαση, ημερομηνίας 20.02.2023. Ο Εναγόμενος 5 να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του εντός 20 ημερών από σήμερα. Ως προς τα έξοδα, σε σχέση με την επίδικη αίτηση των Eναγόμενων 2 και 3, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς την επίδικη αίτηση του Eναγόμενου 5, συνεπεία της μερικής και μόνο επιτυχίας της, με τις περισσότερες εκεί αιτούμενες θεραπείες να μην αποδίδονται, το 1/3 των εξόδων της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπογρ.).......... Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Εναγόμενη 1 είναι Κυπριακή εταιρεία. [2] Όπου θα γίνεται αναφορά και στις δύο Συνθήκες σωρευτικώς, θα αναφέρονται ως «οι Συνθήκες». [3] Όπου θα γίνεται αναφορά στους Εναγόμενους 2, 3 και 5 σωρευτικώς, θα αναφέρονται ως «οι Εναγόμενοι». [4] Αναφορικά με την αίτηση του Εναγόμενου 5, οι λόγοι ένστασης της Ενάγουσας καλύπτουν και την αιτούμενη θεραπεία για παραμερισμό της απόφασης. [5] Στη βάση των προνοιών του άρθρου 21
(4)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960. [6] Η έτερη θέση του Εναγόμενου 5 ότι δικαιούται στον παραμερισμό της απόφασης επί ότι δεν αποκαλύπτεται, από το κλητήριο ένταλμα, καλή, εναντίον του, βάση αγωγής, στη βάση των δηλώσεων του συνηγόρου του, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία των επίδικων αιτήσεων, εγκαταλείφθηκε. [7] Τα εν λόγω Υπουργεία ορίζονται στις Συνθήκες ως οι Αρμόδιες Αρχές για σκοπούς διενέργειας επιδόσεων δικαστικών εγγράφων σε πολίτες των συμβαλλομένων χωρών. [8] Η Ρωσία δεν αποδέχθηκε τις προβλεπόμενες στο Άρθρο 10 της Συνθήκης της Χάγης μεθόδους επίδοσης. [9] Πριν τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν και καταχωρήθηκε η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση. [10] Υπογράμμιση δική μου. [11] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο