← Κύπρος

ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ''ΑΡΚΤΙΝΟΣ'' ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2812/21, 26/5/2023

ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ''ΑΡΚΤΙΝΟΣ'' ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2812/21, 26/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2812/21 Μεταξύ: ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ, εκ Λευκωσίας Ενάγων ν.

  1. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ''ΑΡΚΤΙΝΟΣ'' ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ97792
  2. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
  3. ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  4. ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους ‑ Αιτητές: Κα Γεωργίου Για Ενάγοντα ‑ Καθ΄ου η Αίτηση: Κος Γενεράλης Ενδιάμεση Απόφαση Η Απαίτηση Η δημοσίευση πέντε άρθρων στην εφημερίδα Πολίτης, σε πέντε διαφορετικές ημερομηνίες, το περιεχόμενο των οποίων ο Ενάγοντας θεώρησε δυσφημιστικό και/ή συκοφαντικό για τον ίδιο, και/ή ισοδύναμο με επιζήμια ψευδολογία, αποτέλεσε τον λόγο καταχώρησης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής από πλευράς του και εναντίον των Εναγομένων 1 - 4, στους οποίους αποδίδει συγκεκριμένες ιδιότητες, όλες άρρηκτα σχετιζόμενες με την εφημερίδα Πολίτης. Η Πορεία της Αγωγής Με την αγωγή καταχωρήθηκε και ενδιάμεση αίτηση από πλευράς του Ενάγοντα, που στόχο είχε να απαγορευτεί στους Εναγόμενους να συνεχίσουν να δημοσιεύουν άρθρα, πληροφορίες, αναρτήσεις ή ανακοινώσεις δυσφημιστικού περιεχομένου και/ή αναφορών σε σχέση με αυτόν, η τύχη της οποίας δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αντίδραση εναγόμενων Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή και ακολούθως, στις 24.10.2022, καταχώρησαν και αίτηση για απόρριψη της αγωγής, λόγω μη προώθησης της, αφού, μέχρι τότε, δεν είχε ακόμα καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης. Η αίτηση των Εναγόμενων ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 14.12.
  5. Στις 26.10.2022, ο Ενάγοντας καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης του. Στις 14.12.2022, δεν τέθηκε ο φάκελος της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα τούτο να μην επιληφθεί της αίτησης των Εναγομένων. Εν τέλει, ο φάκελος της υπόθεσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10/02/2023 και ακολούθως στις 20.02.2023, ημερομηνία κατά την οποία και αποσύρθηκε η αίτηση των Εναγομένων ενόψει της καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης. Η Επίδικη Αίτηση Στις 16/12/2022, και δη 2 μέρες μετά την ημερομηνία που είχε οριστεί, για πρώτη φορά, η αίτηση των Εναγομένων για απόρριψη της αγωγής, οι τελευταίοι καταχώρησαν την επίδικη αίτηση με την οποία, τελικά[1], ζητείται η διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης (υπό στοιχείο Β αιτούμενη θεραπεία) ή η διαγραφή της παραγράφου 8 (στην ολότητα της) της Έκθεσης Απαίτησης (υπό στοιχείο Γ αιτούμενη θεραπεία). Ως δε διευκρινίστηκε κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, η απαίτηση να διαγραφεί ολόκληρη η Έκθεση Απαίτησης, εδράζεται στη συλλογιστική ότι, αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι θα πρέπει να διαγραφεί ολόκληρη η παράγραφος 8 τούτης, τότε το εν προκειμένω δικόγραφο δεν θα αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, αφού θα ελλείπει από αυτό οποιαδήποτε δικογράφηση προσδιοριστική του περιεχομένου των κατ' ισχυρισμών δυσφημιστικών δημοσιευμάτων. Στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την αίτηση και του περιεχομένου της αγόρευσης της συνηγόρου τους, εκείνο που στην ουσία οι Εναγόμενοι προβάλλουν ως λόγο για να τους αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, είναι ότι η σχετική δικογράφηση του Ενάγοντα είναι λανθασμένη, ως μη συμβαδίζουσα με τις αρχές που διέπουν γενικότερα τη δικογράφηση, αλλά και ειδικότερα τη δικογράφηση σε σχέση με αγωγές λιβέλου ή επιζήμιας ψευδολογίας. Ισχυρίζονται, συναφώς, ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτό που επιβάλλεται από τις εν προκειμένω αρχές, είναι η δικογράφηση, αυτουσίως, όλου του περιεχομένου των δημοσιευμάτων για τα οποία παραπονείται ο Ενάγοντας και όχι η αποσπασματική παράθεση τούτων. Είναι δε η σχετική θέση των Εναγομένων ότι, ο Ενάγοντας, στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης, υπό αρίθμηση 8.1 - 8.5, παραθέτει αποσπάσματα, και μόνο, των επίδικων άρθρων, καθώς επίσης και προσθέτει λέξεις και υπογραμμίσεις που δεν απαντώνται στο κείμενο τους. Τέλος, προωθούν και τη θέση ότι, με τον τρόπο που γίνεται η σχετική δικογράφηση, ο Ενάγοντας, παρουσιάζει ως μέρος των δυσφημιστικών δημοσιευμάτων και δικές του επεξηγήσεις. Στη βάση όλων των ανωτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η σχετική αυτή δικογράφηση δημιουργεί ασάφεια και τους προκαλεί αμηχανία, ταλαιπωρία, αλλά και δυσμένεια υπό την έννοια ότι δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους επαρκώς. Προς υποστήριξη δε της θέσης τους αυτής, θέτουν το εξής ερώτημα: Ο Ενάγοντας, εν τέλει, θα στηριχθεί, για σκοπούς προώθησης της παρούσας αγωγής του, μόνο επί του μέρους εκείνου των δημοσιευμάτων που δικογραφούνται ή θα απαιτήσει όπως του αποδοθούν οι τελικές θεραπείες της παρούσας αγωγής επί του περιεχομένου ολόκληρων των δημοσιευμάτων; Προχωρούν ακόμα να θέσουν υπό μορφή και πάλι ερωτήματος: αν ο σκοπός είναι να προωθηθεί η παρούσα αγωγή στη βάση των επίδικων δημοσιευμάτων στην ολότητα τους, τότε πώς το Δικαστήριο θα μπορεί να εκτιμήσει αν αποκαλύπτεται ή όχι αγώγιμο δικαίωμα αφού στη σχετική δικογράφηση δεν παρατίθενται, αυτουσίως, τα δημοσιεύματα ως έχουν; Η Ένσταση Ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην επίδικη αίτηση. Ανεξαρτήτως του αριθμού των προβαλλόμενων, στο κυρίως σώμα της, λόγων ένστασης, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που την υποστηρίζει, αλλά και της αγόρευσης του συνηγόρου του, εκείνα που στην ουσία προβάλλει ως λόγους για να απορριφθεί η επίδικη αίτηση είναι ότι: • η εν προκειμένω δικογράφηση του συνάδει πλήρως με τις σχετικές με το ζήτημα αυτό νομικές αρχές, και, κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται η οποιαδήποτε διαγραφή τούτης και • η επίδικη αίτηση προωθείται καθυστερημένα με αποτέλεσμα να είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ως ήδη υπεδείχθη ανωτέρω, οι Εναγόμενοι, διά δηλώσεως της συνηγόρου τους, εγκατέλειψαν την υπό στοιχείο A αιτούμενη θεραπεία. Ακολούθως, αμφότεροι οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις τους, υιοθετώντας έκαστος τη δική του αγόρευση. Κανένας εκ των ομνυόντων των ένορκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Νομική Πτυχή Με δεδομένη τη νομική βάση της αίτησης, παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιο το λεκτικό της Δ.19, Θ.26 και της Δ.27, Θ.3, των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Δ.19, Θ.26 «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Δ.27, Θ.3 «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, και νοουμένου ότι ισχύουν τα όσα αποφασίστηκαν, σχετικώς, νομολογιακά, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση ενός δικογράφου, ή μέρους αυτού, ή να αναστείλει ή να απορρίψει μια αγωγή. Ως προς την εξουσία αυτή, στο Halsbury's Laws of England, τέταρτη έκδοση, τόμος 37, παράγραφοι 430 και 431, γίνεται η εξής αναφορά: «These powers may be exercised on the ground:

(1)that the pleading or indorsement discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be;
(2)that it is scandalous, frivolous or vexation;
(3)that it may prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action; or
(4)that it is otherwise an abuse of the process of the court. » Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η διαγραφή δικογράφου, είτε αυτή βασίζεται στη Δ.19, Θ.26, είτε στην Δ.27, Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού, ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1Γ Α.Α.Δ. και Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316). Στην υπόθεση Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, σημειώθηκε ότι η κρίση επί αιτήσεως για διαγραφή του δικογράφου ως μη αποκαλύπτον αγώγιμο δικαίωμα ή ως επιπόλαιο και ενοχλητικό, ή ακόμα και στη βάση ότι η όλη διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, κρίνεται αποκλειστικά στη βάση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση. Ενδεικτική της ορθότητας της κρίσης αυτής, είναι και η εξής αναφορά από τον Halsbury's Laws of England, τέταρτη έκδοση, τόμος 37, παράγραφος 436: «.. If the application is based only on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible». Ως ακροθιγώς αναφέρθηκε ανωτέρω, το δικαίωμα του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή ενός δικογράφου στην ολότητά του ή, έστω, μέρους αυτού, δεν προκύπτει μόνο από τις πρόνοιες της Δ.27, Θ.3 ή Δ.19, Θ.26, αλλά μπορεί να είναι και το αποτέλεσμα κρίσης ότι ένα ένδικο μέσο προωθείται εις τρόπον που αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως τέτοια κρίνεται μια διαδικασία, η οποία προωθείται με αλλότρια κίνητρα και ή σκοπό, και ως έχει λεχθεί, αυτή μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, vol. 37 para. 434 και Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών, Πολ. Έφεση Αρ. 9173, 16/03/1995). Οι σχετικές με το υπό εξέταση ζήτημα πρόνοιες των δικών μας Θεσμών, είναι πανομοιότυπες με τους σχετικούς παλαιούς Αγγλικούς Θεσμούς, με αποτέλεσμα τα όσα αποφασίστηκαν σε σχέση με αυτούς να κρίνονται καθοδηγητικά για τα όσα εδώ ισχύουν. Στην ετήσια πρακτική του 1958 (The Annual Practise, τόμος 1, σελίδες 477 ‑ 478), πάντα αναφορικά με την σχετική παλαιά Αγγλική, σημειώθηκε ότι: «Allegations of dishonesty and outrageous conduct, etc. are not scandalous, if relevant to the issue», και «The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed» Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελίδα 477, σημειώνεται ότι, το γεγονός και μόνο, ότι ένα δικόγραφο εμπεριέχει και άσχετους ισχυρισμούς, δεν αποτελεί λόγο για να διαταχθεί η διαγραφή τους. Θα πρέπει, επιπροσθέτως, οι άσχετοι και αχρείαστοι αυτοί ισχυρισμοί να τείνουν να δημιουργήσουν έξοδα ή ταλαιπωρία ή και καθυστέρηση στην όλη διαδικασία, για να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση να εκδοθεί διάταγμα διαγραφής τους. Πιο συγκεκριμένα, σημειώνεται ότι: «... but if wholly immaterial matter be set out in such a way that the applicant must plead to it and so raise irrelevant issues which may involve, expense, trouble and delay, then the irrelevant matter will be struck out, as it will prejudice the fair trial of the action.» Ως προς το κατά πόσο οι περιλαμβανόμενοι ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο όντως τείνουν να προκαλέσουν αμηχανία, ταλαιπωρία, βλάβη ή και καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της δίκης, στο σύγγραμμα Bullen & Leake Jacobs Precedents and Pleadings, δωδέκατη έκδοση, σελ. 147, αναφέρεται ότι: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Όπως, συναφώς, σημειώθηκε στην Knowles v. Roberts, 38 CH. D. 270, η ερμηνεία που πρέπει το Δικαστήριο να δώσει στους διάφορους δικογραφημένους ισχυρισμούς, ώστε να εξετάσει κατά πόσο αυτοί προκαλούν αμηχανία ή δυσμενή επηρεασμό, ή, ακόμα, καθυστέρηση, πρέπει να είναι φιλελεύθεροι και οι διάδικοι δεν πρέπει, με μεγάλη ευκολία, να παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως ευρισκόμενο σε αμηχανία. Σημειώθηκε, συναφώς, στην πιο πάνω απόφαση ότι, το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά την σχετική ενασχόλησή του, να ερμηνεύει με τέτοιο τρόπο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, που να μην απολήγουν, μέσω της κρίσης του, σε περιορισμό του δικαιώματος ενός διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα το δικόγραφό του. Ως προς την διαμόρφωση αυτή, η Δ.19, Θ.
  1. προνοεί: «Every pleading shall contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defense as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively». Ειδικότερα τώρα, στο βαθμό που η αγωγή αφορά σε λίβελο, ως η υπό εξέταση περίπτωση, η Δ.2, Θ.9 προνοεί ότι: «In actions for libel the indorsement on the writ shall state sufficient particulars to identify the publications in respect of which the action is brought. » Με δεδομένες τις ανωτέρω πρόνοιες της Δ.2, Θ.9 και Δ.19, Θ.4, καθίσταται επάναγκες, στο σημείο αυτό, να παραθέσω τα όσα, νομολογιακά, αποφασίστηκαν σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να συντάσσεται ένα δικόγραφο αγωγής για δυσφήμιση ή και για επιζήμια ψευδολογία, και δη δικόγραφο ως η επίδικη έκθεση απαίτησης. Στην υπόθεση Ελευθέριος Γαληνιώτης v.
  2. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ. Κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 116/2008, ημερομηνίας 15/03/2011, εν είδει γενικότερου σχολίου καθοδήγησης ως προς τον τρόπο σύνταξης μιας έκθεσης απαίτησης σε υποθέσεις λιβέλου, αναφέρθηκε ότι: «Όσον αφορά την αγωγή θα πρέπει[2] το δημοσίευμα να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοια του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθεται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα (Gatley on Libel and Slander, 6η έκδ. σελ. 442)» Συναφώς, στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 9η έκδοση, σελ. 652, αναφέρεται ότι: «In a libel the words used are the material facts and must therefore be set out verbatim in the statement of claim, preferably in the form of a quotation: It is not enough to describe their substance, purport of effect. The law requires the very words of the libel to be set out in the declaration, in order that the court may judge whether they constitute a ground of action...... The rigours of this rule may be slightly relaxed when the matter complained of is part of a television, film or other radio - visual presentation where..... the material is not easily susceptible to a detailed description of its defamatory aspects. » Προκύπτει από την ανωτέρω αναφορά του συγγράμματος Gatley on Libel and Slander ότι, ζητούμενο δεν είναι μόνο το κατά πόσο η κακή δικογράφηση σε μια υπόθεση λιβέλου, θα προκαλέσει αμηχανία και ταλαιπωρία στον Εναγόμενο, ή θα προκαλέσει καθυστέρηση στη διαδικασία, αλλά και το κατά πόσο θα στερήσει από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να μπορέσει, στη βάση των σχετικών δικογραφήσεων, να αποφασίσει κατά πόσο τα όσα εκεί δικογραφούνται αποτελούν αναγνωρισμένη βάση αγωγής. Τούτο, ως δεδομένο, επιβάλλει στο Δικαστήριο όπως, κατά την εξέταση μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση, επί το ότι δεν δικογραφούνται, καθ' ολοκληρία και αυτουσίως, τα επίδικα δημοσιεύματα, να αντιπαραβάλει τις σχετικές δικογραφήσεις με ολόκληρο το κείμενο των επίδικων δημοσιευμάτων, ώστε να διαφανεί αν συνεπεία τις αποσπασματικής δικογράφησης, μετεβλήθη η ουσία του δημοσιεύματος. Συναφώς, στο ίδιο σύγγραμμα, πλην όμως στην 11η έκδοση, παράγραφος 28.11, κάτω από τον τίτλο Only relevant passages to be set out, αναφέρεται ότι: «The particular passages complained of should be clearly identified and set out. The claimant cannot confine the material of which complains to an extract from a single publication in circumstances where it is obvious that no reasonable reader would have read the extract in isolation and any reader inquiring beyond that material could possibly have drawn an inference defamatory of the claimant» ......................... However, surrounding material which is genuinely irrelevant to the claimant's complaint should be omitted. This is particularly important where the claimant is suing in respect of words contained in a book or a long "feature" article in a newspaper. Save in the exceptional circumstances where the sting of the matter can be properly be said to derive from the publication read as a whole, it will not be appropriate to set out the article or book in its entirety. ......................... Where the matter of which the claimant complains consist of related material published by the defendant on different occasions, and where there is apparent., on the face of the matter complained of itself, either an intention on the part of the defendant that it be read together or direct references internally one to the other so that the reader may reasonably be expected to read it together, it has been held to be an acceptable practice to plead all of the material in the one paragraph of the particulars of claim and to identify the imputations said to have been conveyed by the material as a whole. Where possible the claimant should give the page reference of the book or newspaper where the allegedly defamatory material is to be found. In cases in which the offending material is so long that it cannot conveniently be pleaded in the particulars of claim, the material should be pleaded in the particulars of claim, the material should pleaded in a schedule.» Προκύπτει από την ανωτέρω αναφορά, ότι, ο κανόνας σε αγωγές λιβέλου, είναι να δικογραφείται το κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικό δημοσίευμα, αυτουσίως και στην ολότητά του, και η εξαίρεση είναι να επιτρέπεται αποσπασματική δικογράφηση. Εξού και, μια αποσπασματική δικογράφηση θεωρείται ανεκτή μόνο στη περίπτωση που τούτη δεν απολήγει στο να μεταβάλει την ουσία του δημοσιεύματος. Προκύπτει, ακόμα, πάντα συναφώς, ότι αν με την αποσπασματική δικογράφηση ενός δημοσιεύματος, δεν μεταφέρεται το πραγματικό νόημα του, και ή μεταβάλλεται η ουσία του, μια τέτοια αποσπασματική δικογράφηση θα κριθεί ως ανεπίτρεπτη. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που τα διέπει Εξ' αρχής σημειώνω ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Προς επίρρωση της κρίσης μου αυτής σημειώνω ότι, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών ότι κανένα από τα επίδικα πέντε δημοσιεύματα δεν έχει δικογραφηθεί, αυτουσίως, στην ολότητα του. Επίσης αποτελεί κοινό τόπο ότι οι διάφορες υπογραμμίσεις που παρατηρούνται στα δικογραφημένα αποσπάσματα δεν απαντώνται στο κείμενο των δημοσιευθέντων άρθρων. Ακόμα, και πάντα ως κοινός τόπος μεταξύ των μερών, η φράση ''[ο 46 χρόνος]'' με την οποία αρχίζει το δικογραφημένο απόσπασμα στην παράγραφο 8.2 της Έκθεσης Απαίτησης και οι λέξεις ''και'' που παρουσιάζονται στη δικογράφηση στην παράγραφο 8.5 της Έκθεσης Απαίτησης (ως λέξεις που συνδέουν τα τρία εκεί δικογραφημένα αποσπάσματα), δεν απαντώνται στο κείμενο των δημοσιευθέντων ρηθέντων άρθρων. Η σχετική δικογράφηση, σε σχέση με όλα ανεξαιρέτως τα επίδικα άρθρα, είναι τέτοια που δημιουργεί την εικόνα στον αναγνώστη της ότι ο συγγραφέας των άρθρων αυτών και κάθε άλλο πρόσωπο που επέτρεψε τη δημοσίευση τους, στόχευε με αυτά να ασχοληθεί ειδικά, και σε κάποιες περιπτώσεις, και μόνο, με τον Ενάγοντα. Ωστόσο, από μια ανάγνωση και μόνο των επίδικων δημοσιευμάτων, στην ολότητα τους[3], προκύπτει αβίαστα ότι κανένα από αυτά δεν αφορούσε σε άρθρο που ασχολείτο αποκλειστικά με τον Ενάγοντα. Τουναντίον, το πρώτο άρθρο έχει ως βάση τα όσα ο Εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας Κύπρου ανέφερε σε δημοσιογραφική διάσκεψη αναφορικά με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα για έναρξη διερεύνησης σε σχέση με ενέργειες ή παραλήψεις διαφόρων προσώπων για αντιμετώπιση του κορονοϊού. Το δεύτερο δημοσίευμα ασχολείται, κατά κύριο λόγο, με τις κατά καιρούς καταγγελίες και παράπονα που υποβλήθηκαν, γενικότερα, σε σχέση με πρακτικές γιατρών να συνταγογραφούν, μέσω τηλεφώνου, ή να δίδουν οδηγίες για συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή για αντιμετώπιση του κορονοϊού. Όσο δε αφορά σ' αυτό τούτο το δικογραφημένο απόσπασμα, προκύπτει αβίαστα από το υπόλοιπο μέρος του δημοσιεύματος (που δεν δικογραφείται), ότι πρόκειται για μεταφορά αναφοράς φιλικού προσώπου ενός αποβιώσαντα, κάτι που δεν αναδεικνύεται μέσα από το δικογραφημένο απόσπασμα. Στα πλαίσια του τρίτου δημοσιεύματος, δεν αναδεικνύεται, συνεπεία της περιορισμένης δικογράφησης, η βασική θέση του συγγραφέα του άρθρου[4] ότι, αυτός που ευθύνεται είναι το μέρος εκείνο της κοινωνίας, που θεωρεί τον εαυτό του τυχερό σε βαθμό που δεν θα προσβληθεί από τον κορονοϊό, με αποτέλεσμα να μην απαιτεί από την πολιτεία να τον προστατεύσει. Επίσης, με τις υπογραμμίσεις που παρατηρούνται στη σχετική δικογράφηση, δημιουργείται η εικόνα στον αναγνώστη ότι ο συγγραφέας του δημοσιεύματος σκόπευε, από όλο το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, να τονίσει τις σχετικές με τον Ενάγοντα αναφορές του. Όσον τώρα αφορά στο τέταρτο δημοσίευμα, με τον τρόπο που δικογραφείται το σχετικό απόσπασμα του, αλλά και τη σχετική υπογράμμιση που εκεί παρατηρείται, και πάλι δημιουργείται η εικόνα ότι ο συγγραφέας σκοπούσε, ειδικά, να τονίσει τις αναφορές του που αφορούν στον Ενάγοντα, σε αντιδιαστολή με το τι προκύπτει από το ίδιο το δημοσίευμα (στην ολότητα του), από όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι αφορά σε άρθρο που ασχολείται, κατά κύριο λόγο, αν όχι αποκλειστικά, με τον Μητροπολίτη Μόρφου. Τέλος, σε σχέση με το πέμπτο δημοσίευμα, με τον τρόπο που έχουν γίνει οι σχετικές δικογραφήσεις, φαίνεται να προστίθενται οι ανωτέρω αναφερόμενες λέξεις (''και'') εις τρόπο που μπορεί κάποιος να παραπλανηθεί ότι τούτες αποτελούν μέρος του δημοσιευθέντος άρθρου, και δη ως αν στο κείμενο του δημοσιεύματος, το ένα απόσπασμα να ακολουθεί το άλλο, καθώς επίσης και αφήνεται, συνεπεία του τρόπου της δικογράφησης, να εκληφθεί ότι τα δικογραφημένα αποσπάσματα αποτελούν θέσεις του συγγραφέως του δημοσιεύματος, χωρίς να αναδεικνύεται αυτό που προκύπτει από το υπόλοιπο κείμενό του (που δεν δικογραφείται), ότι δηλαδή, αρκετά μέρη του, αφορούν σε μεταφορά της αναφοράς ενός τρίτου προσώπου προς κάποιο άλλο. Επίσης, πάντα σε σχέση με το πέμπτο επίδικο δημοσίευμα, με τον τρόπο που γίνονται οι δικογραφήσεις, δεν αναδεικνύεται ο προβληματισμός του συγγραφέα που κατέγραψε τούτο, ο οποίος αβίαστα προκύπτει από ανάγνωση ολόκληρου του δημοσιεύματος, ως προς το κατά πόσο ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, από πλευράς της Πολιτείας, και ο Αρχιεπίσκοπος, από πλευράς της εκκλησίας, έχοντας γνώση των θανάτων διάφορων συμπολιτών μας με αιτία τον κορονοϊό, μπορούν να ''κοιμούνται τα βράδια''. Όπως και αν αναγνώσει κάποιος την αποσπασματική αυτή δικογράφηση του πέμπτου δημοσιεύματος, αλλά και γενικότερα όλων των επίδικων δημοσιευμάτων, μολονότι φαίνεται, όντως, να αφορά σε εκείνα τα μέρη των δημοσιευμάτων που αφορούν στον Ενάγοντα, εντούτοις, με την αποσπασματική αυτή παράθεση τους, μεταβάλλεται το γενικότερο νόημα τους, χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να αποφαίνομαι στο σημείο αυτό, αν τούτα, στην ολότητα τους, είναι ή όχι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα. Κρίνω, εν προκειμένω, ότι, με τη σχετική δικογράφηση, όντως οι Εναγόμενοι βρίσκονται σε αμηχανία, καθώς επίσης και δυσμένεια, συνεπεία της ασάφειας που περιβάλλει τις προθέσεις του ιδίου του Ενάγοντα αναφορικά με το ακριβές παράπονο του. Και δη κατά πόσο τούτο εδράζεται αποκλειστικά και αποσπασματικά μόνο στα δικογραφημένα αποσπάσματα των δημοσιευμάτων ή στο γενικότερο περιεχόμενο των εν λόγω άρθρων. Η δε απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα κρίνεται πολύ σημαντική για τον τρόπο που οι Εναγόμενοι θα υπερασπιστούν την αγωγή του, μεταξύ των οποίων και θα συντάξουν με το δικόγραφο της Υπεράσπισης τους, το οποίο εκκρεμεί. Επίσης, συνεπεία της σχετικής δικογράφησης, στερείται το Δικαστήριο της δυνατότητας να εκφράσει γνώμη ως προς το κατά πόσο το όλο περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων μπορεί να αποτελέσει αναγνωρισμένη νομική βάση για προώθηση της παρούσας αγωγής, αφού μια τέτοια διεργασία από πλευράς του Δικαστηρίου μπορεί να γίνει - ως υποδείχθηκε ανωτέρω - στη βάση των σχετικών δικογραφήσεων και μόνο, χωρίς να επιτρέπεται ο συνυπολογισμός του υπόλοιπου κειμένου των δημοσιευμάτων. Οι πιο πάνω καταλήξεις του Δικαστηρίου, σφραγίζουν στην ουσία και την τύχη της επίδικης αίτηση. Και τούτο γιατί, στη βάση των ανωτέρω, δικαιολογείται η διαγραφή των σχετικών δικογραφήσεων, και δη της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης στην ολότητα της, αφού τα όσα, επιπρόσθετα, εκεί δικογραφούνται, είναι άρρηκτα και αποκλειστικώς συνδεδεμένα με τα δικογραφημένα αποσπάσματα των επιδίκων δημοσιευμάτων, τα οποία είναι έκθετα σε διαγραφή. Με την μόλις εκφρασθείσα κρίση μου περί διαγραφής της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης, στο προσκήνιο έρχεται το ερώτημα, αν οι εναπομείνασες δικογραφήσεις του εν προκειμένω δικογράφου, αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα ή όχι. Αν δεν αποκαλύπτουν, τότε, στη βάση των προνοιών της Δ.27, Θ.3, θα πρέπει να διαταχθεί και η διαγραφή του δικογράφου, στην ολότητα του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, ως είναι συνταγμένη η Έκθεση Απαίτησης, οι όποιες βάσεις αγωγής προβάλλονται, εδράζονται αποκλειστικά στο περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων, προσδιοριστικό των οποίων ήταν μόνο το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης, το οποίο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, θα πρέπει να διαγραφεί. Κατά συνέπεια, με τη διαγραφή της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης, το εν λόγω δικόγραφο, δεν αποκαλύπτει πλέον οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων και κατά συνέπεια, είναι και αυτό, στην ολότητά του, έκθετο σε διαγραφή, στη βάση της Δ.27, Θ.
  3. Με δεδομένες τις πιο πάνω κρίσεις μου, προκύπτει και το επιπρόσθετο ερώτημα, και δη κατά πόσο το Δικαστήριο, πάρα την έκδοση των ανωτέρω διαταγμάτων διαγραφής, διατηρεί εξουσία να επιτρέψει στον Ενάγοντα να διορθώσει το λάθος του δια της καταχώρησης τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Το ερώτημα αυτό απαντάται από τα όσα σχετικά καταγράφονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings and Practice (ανωτέρω), σελίδα 143, τα οποία έχουν ως εξής: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that no amendment, however ingenious, will corrector cure the defect, the pleading will be struck out and the action dismissed or judgment entered accordingly» Κρίνω, επομένως, ότι η προκείμενη περίπτωση είναι κατάλληλη για να προχωρήσω, και παρά την έκδοση του διατάγματος διαγραφής της Έκθεσης Απαίτησης, να επιτρέψω στον Ενάγοντα, όπως, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, να καταχωρήσει τροποποιημένο σχετικό δικόγραφο, το οποίο να συμβαδίζει με τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το επίδικο ζήτημα, ως αυτές προσδιορίστηκαν, ρητώς, ανωτέρω. Κατά συνέπεια, αποφασίζω ως εξής:
  4. Εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα, διαγράφεται. Στη βάση της κρίσης μου αυτής, παρέλκει η ανάγκη έκδοσης διατάγματος για διαγραφή μόνο της παραγράφου 8 του εν λόγω δικογράφου, και
  5. Εκδίδεται διάταγμα, με το οποίο παρέχεται στον Ενάγοντα δικαίωμα όπως, εντός 30 ημερών από σήμερα, καταχωρήσει τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, στην οποία, στο βαθμό που σ' αυτή θα καταγράφονται τα πέντε επίδικα δημοσιεύματα, να τα δικογραφεί αυτουσίως και στην ολότητα τους, χωρίς οποιεσδήποτε προσθήκες, τονισμούς ή υπογραμμίσεις. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία της επίδικης αίτησης εγκαταλείφθηκε η υπό στοιχείο A αιτούμενη θεραπεία. [2] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. [3] Έχουν κατατεθεί ως τεκμήριο και από τις δύο πλευρές στα πλαίσια ενόρκων δηλώσεων που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης [4] Προκύπτει από το υπόλοιπο, μη δικογραφημένο, περιεχόμενο του δημοσιεύματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.