← Κύπρος

Magadeev Yulay Basyrovich ν. Magadeev Yulay Basyrovich, Αγωγή Αρ. 391/2023, 29/12/2023

Magadeev Yulay Basyrovich ν. Magadeev Yulay Basyrovich, Αγωγή Αρ. 391/2023, 29/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Κλίμακα: Άνω των €2.000.000- Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 391/2023 Μεταξύ: Magadeev Yulay Basyrovich Ενάγοντας v.

  1. Bank of Cyprus Company Limited
  2. Astrobank Public Company Limited Εναγόμενες Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Κος Πίττας με Κος Πίττας Για Eναγόμενη 1: Κος Βερζανλής Για Eναγόμενη 2: Κα Φωκά Ενδιάμεση Απόφαση Με την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον αμφοτέρων των Εναγόμενων τραπεζών, με την οποία τούτες να διατάσσονται όπως του αποκαλύψουν πληροφορίες και έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους, υπό την ιδιότητα τους ως τράπεζες, στις οποίες 3 Κυπριακές εταιρείες, που ανήκουν σε όμιλο εταιρειών στον οποίο ο ίδιος έχει μετοχικό και συμμετοχικό συμφέρον, διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς. Επιζητεί, επίσης, όπως, οι πληροφορίες και έγγραφα που θα του αποκαλυφθούν, αν και εφόσον επιτύχει στην αγωγή του, να μπορούν να τύχουν χρήσης από τον ίδιο για σκοπούς καταχώρησης διαδικασιών, τόσο εναντίον των τριών αυτών Κυπριακών εταιρειών, όσο και άλλων προσώπων που δυνατό να διαφανεί ότι έχουν προβεί σε αδικοπραξία εναντίον του. Στο πλαίσιο της αγωγής του αυτής, ο Ενάγοντας καταχώρησε και την επίδικη αίτηση, την οποία προώθησε μονομερώς, μέσω της οποίας επιζητούσε, υπό μορφή προσωρινών διαταγμάτων, τις ανωτέρω, στην ουσία, τελικές θεραπείες, καθώς επίσης και διάταγμα φίμωσης των Εναγόμενων, ως επικουρικό της εκτέλεσης των διαταγμάτων αποκάλυψης αλλά και για σκοπούς μελέτης των πληροφοριών και των εγγράφων που θα αποκαλυφθούν μέχρι και την καταχώρηση των όποιων τυχόν δικαστικών διαδικασιών που θα ακολουθήσουν. Το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα φίμωσης και έδωσε οδηγίες όπως η επίδικη αίτηση, σε σχέση με τις λοιπές αιτούμενες θεραπείες, επιδοθεί στις Εναγόμενες. Η Εναγόμενη 1, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, ενώ η Εναγόμενη 2 δεν έπραξε ομοίως, αναφέροντας, ωστόσο, μέσω της συνηγόρου της, ότι θα σεβαστεί την όποια απόφαση του Δικαστηρίου. Κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, οι συνήγοροι του Ενάγοντα δήλωσαν ότι, στην περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο Ενάγοντας δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει τις οποιεσδήποτε πληροφορίες ή έγγραφα που θα του αποκαλυφθούν για σκοπούς ποινικής δίωξης οποιασδήποτε εκ των Εναγόμενων. Η συνήγορος της Εναγόμενης 2, δήλωσε ότι καλύπτεται από την πιο πάνω δήλωση των συνηγόρων του Ενάγοντα και επανέλαβε την τοποθέτηση της ότι η Εναγόμενη 2 θα σεβαστεί την οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης. Ο δε συνήγορος της Εναγόμενης 1, περιόρισε τους λόγους ένστασης της τελευταίας με την εξής αναφορά: «Ανεξαρτήτως του αριθμού των λόγων ένστασης που αναφέρονται στο κύριο σώμα της ένστασης μας, και όσων εκεί καταγράφονται, τρείς είναι οι λόγοι για τους οποίους θεωρούμε ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Πρώτος, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την αίτηση, δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αδικοπραξία σε σχέση με τις τρείς Κυπριακές εταιρείες, για τις οποίες ζητείται να παραχωρήσουμε τις όποιες πληροφορίες. Δεύτερον, τουναντίον, προκύπτει ότι ο αιτητής, γνωρίζει πλήρως ποια είναι τα πρόσωπα τα οποία συνωμότησαν, ως ισχυρίζεται, ή εν πάση περιπτώσει, ενήργησαν ή ενεργούν με δόλο εναντίον του, και έχει ήδη καταχωρήσει διαδικασίες σε άλλες δικαιοδοσίες και στην ουσία, αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εδώ, δεν έχει σκοπό να ακολουθήσουν νέες αγωγές εναντίον των τριών κυπριακών εταιρειών, αλλά να αλιευθεί μαρτυρία με σκοπό να υποστηριχθούν περαιτέρω οι αλλοδαπές διαδικασίες και, Τρίτο, υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση του παρόντος αιτήματος, κάτι που σύμφωνα, με την νομολογία, δικαιολογεί να μην αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Κάθε τι άλλο που προβάλλεται, είτε με το κύριο σώμα της ένστασης, είτε με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, εγκαταλείπεται εκτός που αν τούτο μπορεί να λειτουργήσει επικουρικά προς υποστήριξη των τριών πιο πάνω λόγων ένστασης». Τόσο οι συνήγοροι του Ενάγοντα, όσο και ο συνήγορος της Εναγόμενης 1, ζήτησαν όπως τονίσουν κάποια σημεία των γραπτών αγορεύσεων τους, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό και ακολούθως ανήρτησαν τις αγορεύσεις τους στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. Προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, η ομνύουσα της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει αναφέρει, στην ουσία, τα ακόλουθα: Κατά τη δεκαετία του 1990, ο Ενάγοντας, Ρώσος υπήκοός, μαζί με άλλο φυσικό πρόσωπο, επίσης Ρώσο υπήκοο, (στο εξής «ο αρχικός συνέταιρος του Ενάγοντα»), κατείχαν από 50% των μετοχών της ιθύνουσας εταιρείας του ομίλου εταιρειών Delrus, ο οποίος ασχολείται με την εμπορεία ιατρικού εξοπλισμού (στο εξής «ο όμιλος»). Το 1998, για σκοπούς επίλυσης των όποιων τυχόν διαφόρων των δύο συνεταίρων, έκαστος μεταβίβασε 5% των μετοχών του στον πατέρα του αρχικού συνεταίρου, πρόσωπο στο οποίο αμφότεροι είχαν εμπιστοσύνη, με αποτέλεσμα έκαστος εκ των αρχικών δυο συνεταίρων να κατέχει 45% των μετοχών του Ομίλου και ο πατέρας του αρχικού συνεταίρου το υπόλοιπο 10%. Το 2000, ο πατέρας του αρχικού συνέταιρου μεταβίβασέ τις μετοχές που κατείχε στον δεύτερο γιο του, και αδερφό του αρχικού συνέταιρου, με αποτέλεσμα η μετοχική η δομή του ομίλου να διαμορφωθεί σε 45% έκαστος των αρχικών συνεταίρων και 10% ο αδερφός του αρχικού συνεταίρου. Περί το 2014, κατόπιν εξάσκησης, από πλευράς ενός συνιδιοκτήτη τμήματος του ομίλου στην Μόσχα, του δικαιώματός του να μετατρέψει το ιδιοκτησιακό του καθεστώς σε μετοχές, οι τρεις, τότε, συνέταιροι, μεταβίβασαν, έκαστος, μέρος των μετοχών τους σε αυτόν (στο εξής «ο τελευταίος μέτοχος»), με αποτέλεσμα η μετοχική δομή του ομίλου να μετατραπεί σε 41,85%, έκαστος, οι αρχικοί συνέταιροι, 9,3%, ο αδελφός του αρχικού συνεταίρου και 7% ο τελευταίος μέτοχος. Ο τελευταίος μέτοχος, ήταν πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να του μεταφέρει τις επιχειρησιακές εξουσίες του στον όμιλο, αναμένοντας ότι θα διηύθυνε τον όμιλο προς το συμφέρον και του ίδιου. Παρά ταύτα, με δεδομένο το γεγονός ότι ο αρχικός συνέταιρος και ο αδερφός του τελευταίου, διατηρούσαν το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών του ομίλου, με αποτέλεσμα να μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να απολύσουν τον τελευταίο μέτοχο από την διευθυντική θέση που κατείχε, ο τελευταίος συμπορεύτηκε με αυτούς και συντασσόταν με τις εκάστοτε αποφάσεις τους ως προς την λειτουργία του ομίλου, καθιστώντας έτσι τον Ενάγοντα μέτοχο μειοψηφίας, χωρίς αυτός να κατέχει αποτελεσματικούς μηχανισμούς για την εξισορρόπηση των εξουσιών των μετόχων της πλειοψηφίας. Σ' εκείνο περίπου το χρονικό σημείο, επιδεινώθηκαν οι σχέσεις των συνεταίρων και ο Ενάγοντας άρχισε να νιώθει ότι αποκόπτεται από τον έλεγχο του ομίλου. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, ακόμα και μετά που ο πατέρας του αρχικού συνεταίρου μεταβίβασέ τις μετοχές του στον άλλο γιο του, ο Ενάγοντας διατηρούσε τον έλεγχο του ομίλου αφού, ως αντιστάθμισμα για την μεταβίβαση μετοχών, αρχικώς, στον πατέρα του αρχικού συνεταίρου και ακολούθως στον αδελφό του τελευταίου, ανέλαβε τον ανεπίσημο ρόλο του διευθύνοντα συμβούλου λειτουργίας του ομίλου (chief operating officer) και κατείχε και τον επίσημο ρόλο του γενικού διευθυντή την ρωσικής ιθύνουσας εταιρείας του ομίλου, LLC Delta (στο εξής «η Delta»). Ο λόγος, που το 2014, ο Ενάγοντας αποφάσισε να διορίσει τον τελευταίο μέτοχο ως επαγγελματία διευθυντή (professional manager) για διαφύλαξη των δικών του συμφερόντων, ήταν γιατί οι αρχικοί συνέταιροι αποφάσισαν να αποστασιοποιηθούν από την καθημερινή διαχείριση του ομίλου και να αναλάβουν ρόλους απλών μελών του διοικητικού συμβουλίου. Ωστόσο, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο τελευταίος συνέταιρος συμπαρατασσόταν με τις απόψεις των άλλων δύο συνεταίρων, εις βάρος των συμφερόντων του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταστεί, στην ουσία, μέτοχος μειοψηφίας. Από την έναρξη της λειτουργίας του ομίλου, τούτος αποτελείτο από μεγάλο αριθμό νομικών οντοτήτων οι οποίες εκτείνονται σε διάφορες δικαιοδοσίες. Μπορούν δε να κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως:
  3. Oι ρωσικές ιθύνουσες εταιρείες, μέσω των οποίων οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι του ομίλου διατηρούν την συμμετοχή τους στον όμιλο και διαχειρίζονται αυτόν, στις οποίες ιθύνουσες εταιρείες κατέχουν και τα ποσοστά των μετοχών τους, ως ανωτέρω αναφέρθηκαν,
  4. Οι υπεράκτιες εμπορικές εταιρίες, ο ρόλος των οποίων ήταν και είναι η αγορά του ιατρικού εξοπλισμού από ξένους κατασκευαστές και η πώληση αυτών σε ρωσικές εμπορικές εταιρίες του ομίλου,
  5. Οι υπεράκτιες εταιρίες αποθεματικού, οι οποίες έχουν ως ρόλο να συγκεντρώνουν τα κέρδη του ομίλου και να παρέχουν δάνεια με επιτόκιο σε άλλες εταιρείες του ομίλου και
  6. Οι ρωσικές εμπορικές εταιρίες, οι οποίες λαμβάνουν τον εξοπλισμό από τις υπεράκτιες εμπορικές εταιρίες του ομίλου και τον πωλούν σε πελάτες του ομίλου στην Ρωσία, παρέχοντας, επίσης, υπηρεσίες συντήρησης του. Πάντα κατά την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, ο αριθμός των νομικών οντοτήτων που αποτελούν τον όμιλο ξεπερνά τις
  7. Οι μετοχές των υπεράκτιων εταιρειών του ομίλου, ουδέποτε κατέχονταν από τις ιθύνουσες ρωσικές εταιρείες του ομίλου, αλλά αντίθετα, κατέχονται από αντιπροσώπους ή εμπιστευματοδόχους των πραγματικών τελικών δικαιούχων του ομίλου. Για σκοπούς αποφυγής κάποιων κανονιστικών κινδύνων στη Ρωσία, περί το 2016 με 2017, οι ρωσικές εμπορικές εταιρίες αποκοπήκαν από την ιθύνουσα εταιρεία Delta και τοποθετήθηκαν κάτω από δύο άλλες ιθύνουσες ρωσικές εταιρείες του ομίλου (LLC IMG (στο εξής «η IMG») και LLC KDM (στο εξής «η KDM»)) κατόπιν συναινετικής απόφασης των πραγματικών τελικών δικαιούχων του ομίλου. Στην IMG, τα ανωτέρω τέσσερα φυσικά πρόσωπα, μέτοχοι του ομίλου, έλαβαν μετοχές ως τα μερίδια τους στον όμιλο. Στην KDM, το 93% των μετοχών της ενεγράφησαν στο όνομα τρίτου προσώπου, αντιπροσώπου των τριών πρώτων μετόχων του ομίλου, και το υπόλοιπο 7% στον τελευταίο μέτοχο. Υπήρχε ωστόσο δικαίωμα προαίρεσης στους τρεις πρώτους μετόχους του ομίλου να αγοράσουν το μερίδιο τους από τον αντιπρόσωπο αυτό, δικαίωμα το οποίο εξάσκησε ο Ενάγοντας κατά το 2021, με αποτέλεσμα, έκτοτε, ο τελευταίος να παρουσιάζεται στο σχετικό μητρώο της KDM ως ο κάτοχος του 41,85% των μετοχών της. Κατά το 2018, και δη σε χρόνο πριν ο Ενάγοντας εγγραφεί στο μητρώο της KDM ως μέτοχος της, οι βασικοί μέτοχοι του ομίλου αποφάσισαν να αναδιοργανώσουν τούτον διά της μεταφοράς όλων των ρωσικών εμπορικών εταιρειών κάτω από μία ιθύνουσα εταιρεία του ομίλου, στην οποία τούτοι θα είχαν είτε άμεσα είτε έμμεσα μετοχικό μερίδιο. Αν και δεν είχαν κατονομάσει, ρητώς, την ιθύνουσα αυτή εταιρεία, που θα κατείχε τις ρωσικές εμπορικές εταιρίες του ομίλου, η κοινή αντίληψη όλων ήταν ότι αυτή θα ήταν η KDM. Το ίδιο χρονικό σημείο, ο αρχικός συνέταιρος του Ενάγοντα πρότεινε την σύσταση ενδιάμεσων ιθυνουσών εταιρειών, οι οποίες θα ενεργούσαν μεταξύ της τελικής ιθύνουσας εταιρείας και των ρωσικών εμπορικών εταιριών του ομίλου. Λόγω διαφωνίας του Ενάγοντα και του αρχικού συνεταίρου του ως προς τον τύπο των ενδιάμεσων αυτών ιθυνουσών εταιρειών, ανατέθηκε η εξουσία έκδοσης απόφασης επί της διαφωνίας αυτής στον αδερφό του αρχικού συνεταίρου και στον τελευταίο μέτοχο, οι οποίοι επέλεξαν την εισήγηση του αρχικού συνεταίρου του Ενάγοντα. Κατόπιν της εξέλιξης αυτής, και χωρίς την γνώση και έγκριση του Ενάγοντα, αποφασίστηκε όπως οι μετοχές των ενδιάμεσων ιθυνουσών εταιρειών εγγραφούν σε μία εταιρεία LLC IΜΕD (στο εξής «η IMED»), στην οποία ο Ενάγοντας δεν είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον ή έστω δικαίωμα προαίρεσης, αντί στην KDM, στην οποία ο Ενάγοντας είχε τέτοιο συμφέρον. Ακολούθως, σταδιακά, οι ρωσικές εμπορικές εταιρείες μεταφέρθηκαν από την IMG και KDM στις ενδιάμεσες ιθύνουσες εταιρείες, οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα αντιπροσώπων, και όχι των τελικών πραγματικών δικαιούχων του ομίλου, οι οποίοι, αντιπρόσωποι, ακολούθως, μετέφεραν τις μετοχές των ενδιάμεσων αυτών εταιρειών στην IMED. Κατά το ίδιο, πάντα, χρονικό σημείο, η IMED ανέλαβε και το ρόλο του κέντρου διαχείρισης του ομίλου. Με την ενέργεια αυτή των τριών συνεταίρων του Ενάγοντα, ο τελευταίος αποστερήθηκε το μερίδιο του από την όλη επιχείρηση του ομίλου. Και αυτό γιατί, παρά την ξεκάθαρη, μεταξύ των συνεταίρων, αντίληψη ότι, ανεξαρτήτως της δομής του ομίλου, τούτοι θα διατηρούσαν τα μετοχικά τους μερίδια ως ίσχυαν, ουδέποτε εγγράφηκε στο όνομα του Ενάγοντα το 41,85% των μετοχών της IMED. Πέραν τούτων, οι συνέταιροι του Ενάγοντα, σε πλήρη σύγκρουση με προγενέστερη συνεννόηση τους με αυτόν, το 2021 καταχώρησαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον εταιρείας συμφερόντων του Ενάγοντα, διαδικασία την οποία υπερασπίστηκε η εκεί Εναγόμενη εταιρεία (συμφερόντων του Ενάγοντα) και τελικά, κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου, απορρίφθηκε. Μέρος των υπεράκτιων εταιρειών του ομίλου, είναι και τρεις κυπριακές εταιρείες, και δη η Nechita Investments Limited, η Montanari Investments Limited και η Anchia Trading Limited, με τις δύο πρώτες να ανήκουν στις βασικές υπεράκτιες εταιρίες αποθεματικού του ομίλου και την τελευταία, στις βασικές υπεράκτιες εμπορικές εταιρίες του ομίλου (στο εξής «οι κυπριακές υπεράκτιες εταιρίες»). Γενικότερα οι υπεράκτιες εταιρίες του ομίλου, περιλαμβανομένων και των κυπριακών υπεράκτιων εταιρειών, ουδέποτε κατέχονταν απευθείας από οποιανδήποτε ιθύνουσα εταιρεία του ομίλου ή από τους ίδιους τους πραγματικούς τελικούς δικαιούχους του, τις οποίες, ωστόσο, διαχειριζόταν, ανεπίσημα, ο αρχικός συνέταιρος του Ενάγοντα, ο οποίος όφειλε να τις διευθύνει σύμφωνα με τις κοινές οδηγίες των πραγματικών τελικών δικαιούχων του ομίλου. Προς υποστήριξη δε της θέσης του αυτής, ο Ενάγοντας, μέσω της ομνύουσας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, παραπέμπει σε γραπτή δήλωση του αρχικού συνεταίρου του, ημερομηνίας 01.06.2010, μέσω της οποίας ο τελευταίος αναγνωρίζει και επιβεβαιώνει ότι το 45% των μετόχων συγκεκριμένης υπερακτιας εταιρείας του ομίλου (ως ήταν, τότε, το ποσοστό μετόχων του Ενάγοντα στον όμιλο), καθώς επίσης και των περιουσιακών της στοιχείων, κατέχονται προς όφελος του Ενάγοντα. Προς περαιτέρω υποστήριξη των πιο πάνω, πάντα μέσω της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, ο Ενάγοντας παραπέμπει σε πρακτικά εταιρείας του ομίλου, ημερομηνίας 07.10.2016, από όπου προκύπτει ότι οι μέτοχοι του ψήφισαν όπως εξασφαλιστεί το μερίδιο του Ενάγοντα στις υπεράκτιες εταιρείες του ομίλου μέσω αναγνώρισης χρέους των δύο πρώτων, ανωτέρω αναφερομένων, κυπριακών υπεράκτιων εταιριών, προς τρίτη εταιρεία συμφερόντων και υπό τον πλήρη έλεγχο του Ενάγοντα, για ένα ποσό της τάξης των €300.000.
  8. Παρά την απόφαση αυτή των συνεταίρων του ομίλου, τα αναγκαία, προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων, έγγραφα, δεν υπογράφθηκαν, πλην όμως, πάντα κατά τον Ενάγοντα, τούτη (η απόφαση των συνεταίρων του 2016), αποδεικνύει ότι τα μερίδια εκάστου συνεταίρου στον όμιλο επεκτείνονταν και επί των υπεράκτιων εταιρειών του ομίλου. Αν και ο αρχικός συνέταιρος του Ενάγοντα, μέχρι και το 2017, εν γνώση του τελευταίου, ως μέρος της δομής του ομίλου, παρουσιαζόταν ως ο δηλωμένος τελικός πραγματικός δικαιούχος των υπεράκτιων εταιρειών του, ακολούθως αποφάσισε να αποκρύψει το συμφέρον του αυτό, διορίζοντας συγκεκριμένη αντιπρόσωπο του, η οποία και κατονομάζεται, και η οποία, έκτοτε, κατέχει τις μετοχές των εταιρειών αυτών κάτω από καταπίστευμα εκ μέρους του αρχικού συνεταίρου του Ενάγοντα. Προς υποστήριξη της θέσης του Ενάγοντα ότι το κέρδος το οποίο δικαιούνται οι συνέταιροι του ομίλου επεκτείνεται και στα κέρδη αλλά και περιουσιακά στοιχεία όλων των οντοτήτων που αποτελούν τον όμιλο, περιλαμβανομένων και των υπεράκτιων εταιρειών του, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα, που, είτε εκτελέστηκαν/υπογράφηκαν μεταξύ των συνεταίρων, είτε ετοιμάστηκαν με σκοπό να εκτελεστούν και να υπογράφουν, πλην όμως για λόγους που ειδικά αναφέρονται, δεν επιτεύχθηκε τούτο. Επίσης, επισυνάπτεται και συγκεκριμένη έκθεση, η οποία ετοιμάστηκε, κατόπιν εντολής του Ενάγοντα, από συγκεκριμένο ελεγκτικό οίκο, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται ανάλυση της δομής και του τρόπου λειτουργίας του ομίλου, ανά κατηγορία οντοτήτων που τον αποτελούν, η οποία έκθεση εδράζεται επί διαφόρων εγγράφων, λογαριασμών, αποδείξεων και άλλων συναφών εγγράφων. Μέρος της έκθεσης αυτής, αποτελεί και το Παράρτημα 12, το οποίο αφορά σε κατάλογο περιπτώσεων που στο παρελθόν αναγνωρίστηκε στον Ενάγοντα δικαίωμα μερίσματος από υπεράκτιες οντότητες του ομίλου, μεταξύ των οποίων και οι τρεις κυπριακές. Η έκθεση αυτή των ελεγκτών, με ειδική αναφορά και στο Παράρτημα 12 τούτης, αποτελεί μέρος της ραχοκοκαλιάς του επιχειρήματος του Ενάγοντα ότι, παρά το γεγονός ότι οι ιθύνουσες εταιρείες του ομίλου, στις οποίες ο ίδιος είναι μέτοχος συγκεκριμένου ποσοστού, δεν αποτελούν μετόχους των υπεράκτιων οντοτήτων του ομίλου, εντούτοις, ο όμιλος, λειτουργούσε με τέτοια δομή, που στην πραγματικότητα, οι τελικοί δικαιούχοι, ως ο ίδιος, είχαν δικαίωμα σε μέρισμα, σε κάθε οντότητα του ομίλου, ίσο με το ποσοστό μετοχών που κατείχαν στην ιθύνουσα ρωσική εταιρεία του ομίλου και δη στην Delta. Όπως δε προκύπτει από τις πληροφορίες που κατέχει ο Ενάγοντας, οι τρεις κυπριακές υπεράκτιες εταιρίες έχουν να λαμβάνουν από άλλες οντότητες του ομίλου τουλάχιστον $125.000.
  9. Παρά τα ανωτέρω δεδομένα, που καθιστούσαν επιβεβλημένη την εγγραφή στον Ενάγοντα του 41,85% των μετοχών της IMED, και παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις του αρχικού συνεταίρου του ότι αυτό θα γίνει, μέχρι και σήμερα οι μετοχές που του αναλογούν στην εταιρεία αυτή κατέχονται από τον αρχικό του συνέταιρο και τον αδελφό του. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα, περί τα μέσα του 2020, να αρχίσουν διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών με σκοπό να καταλήξουν σε συμφωνία αναδιοργάνωσης και διευθέτησης του καθεστώτος ιδιοκτησίας του ομίλου, ώστε να καθοριστεί επίσημα το ποσοστό που ο Ενάγοντας δικαιούτο στις βασικές οντότητες του ομίλου, περιλαμβανομένων της IMED και των υπεράκτιων οντοτήτων του. Το κείμενο της σχετικής συμφωνίας ετοιμάστηκε από τους ίδιους τους συνεταίρους του και απεστάλη σ' αυτόν ως ένδειξη αναγνώρισης ότι είναι δικαιούχος όλων των οντοτήτων του ομίλου, πλην όμως αυτή η συμφωνία ουδέποτε εκτελέστηκε επίσημα (αντίγραφό της επισυνάπτεται, ως τεκμήριο, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση). Παρά ταύτα, τα μέρη ενεργούσαν ως αν και η συμφωνία αυτή ήταν μια υπάρχουσα συμφωνία. Σε κάποιο, όμως, σημείο, οι συνέταιροι του Ενάγοντα απέτυχαν να τηρήσουν τους όρους της συμφωνίας και καταχώρησαν, το 2021, την δικαστική διαδικασία, στην οποία έγινε αναφορά ανωτέρω, εναντίον εταιρείας του Ενάγοντα, η οποία και απορρίφθηκε. Από τον Απρίλιο του 2021 και μετά, οι συνέταιροι του Ενάγοντα έπαψαν πλέον να μοιράζονται πληροφορίες μαζί του σχετικά με τα οικονομικά αποτελέσματα της IMED, καθώς επίσης και να διανέμουν τους λογαριασμούς διαχείρισης της εν λόγω επιχείρησης, αλλά και να αποδίδουν μερίσματα σε αυτόν. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο Ενάγοντας, να καταχωρήσει ενώπιον Ρωσικών Δικαστηρίων διαδικασίες μέσω των οποίων κατάφερε να λάβει πληροφορίες σε σχέση με κάποιες εκ των οντοτήτων του ομίλου. Εκκρεμούν, δε, ακόμα, άλλες διαδικασίες, τις οποίες προώθησε ο Ενάγοντας ή συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα, για λήψη πληροφοριών σε σχέση με άλλες οντότητες του ομίλου που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των συνεταίρων του και για τις οποίες εξακολουθεί να έχει μετοχικό ή συμμετοχικό συμφέρον. Παρά τις δικαστικές αυτές διαδικασίες, τα μέρη συνέχισαν να διαπραγματεύονται για αρκετό διάστημα, κατά το 2021 και 2022, με τις διαπραγματεύσεις αυτές, κατά καιρούς, να θεωρούνται και ελπιδοφόρες. Έφτασαν, δε, στο σημείο, οι τρεις συνέταιροι του Ενάγοντα να συμφωνήσουν να αγοράσουν το μερίδιο του, στην αγοραία τιμή των περιουσιακών του στοιχείων, και ο Ενάγοντας να υπέγραφε, ως αντάλλαγμα, συμφωνία μη ανταγωνισμού, αλλά και ανάληψη άλλων σημαντικών βημάτων. Ωστόσο, λόγω άρνησης των συνεταίρων του Ενάγοντα να αποκαλύψουν τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να γίνει ορθή αξιολόγηση ως προς την αγοραία τιμή του μεριδίου του, καθώς επίσης και της διαφωνίας των μερών ως προς την αγοραία τιμή σχετικών ακινήτων του ομίλου, τα οποία θα μεταβιβάζονταν στον Ενάγοντα, ως μέρος του τιμήματος αγοράς του μεριδίου του, η συμφωνία αυτή δεν επιτεύχθηκε. Η οποία ελπίδα του Ενάγοντα για εξώδικη διευθέτηση των διαφόρων του με τους συνεταίρους του εξανεμίστηκε στις 05.12.2022, όταν και ενημερώθηκε ότι ο αρχικός συνέταιρος του, από τις 25.11.2022, αποξένωσε τις μετοχές του στην IMED, μεταβιβάζοντας τες σε μια ρωσική οντότητα, ο μέτοχος της οποίας είναι άγνωστος στον Ενάγοντα. Στη βάση του γεγονότος αυτού ο Ενάγοντας θεώρησε ότι οι συνέταιροι του δεν έχουν, πλέον, καμία πραγματική πρόθεση να του αποδώσουν οποιοδήποτε μέρισμα ή να τον αποζημιώσουν για την αξία του συμμετοχικού του συμφέροντος στον όμιλο. Με βάση την έκθεση των ελεγκτών που διόρισε ο Ενάγοντας, μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2021, δεν του καταβλήθηκαν $12,700.000 δεδουλευμένα μερίσματα, σε αντίθεση με τα πολύ λιγότερα μη καταβληθέντα στον αρχικό συνεταίρο του και τον αδερφό του, όμοια, μερίσματα, τα οποία ανέρχονται, μόλις, στα $2.800.000 και $500.000, αντίστοιχα. Μετά το πρώτο τρίμηνο του 2021, ο Ενάγοντας δεν λαμβάνει καμία απολύτως πληροφορία ως προς τα αποτελέσματα της επιχείρησης του ομίλου και τα μερίσματα που δυνατόν να δικαιούται, ενώ ο αρχικός συνέταιρος του και ο αδερφός του συνεχίζουν να λαμβάνουν τα σχετικά μερίσματα τους. Κατά καιρούς αποδόθηκαν στον Ενάγοντα μικρές πληρωμές με αποτέλεσμα, σήμερα, τα μη καταβληθέντα σ' αυτόν μερίσματα από τις επιχειρήσεις του ομίλου, για μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2021, να ανέρχονται στο ποσό των $10.300.
  10. Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται τα οποία τυχόν μερίσματα θα δικαιούτο ο Ενάγοντας αν, εξαρχής, εγγράφονταν σε αυτόν το 41,85% των μετοχών της IMED. Ως δε προκύπτει από την έκθεση των ελεγκτών που διόρισε τούτος, το εκτιμώμενο μερίδιο του Ενάγοντα στην IMED αξίζει έως και $150.000.
  11. Στη βάση νέων πληροφοριών που έλαβε ο Ενάγοντας, οι συνέταιροι του έχουν δημιουργήσει μια νέα ρωσική εταιρεία, την LLC Smart, στην οποία παρουσιάζονται σημαντικές οικονομικές επενδύσεις στους λογαριασμούς της, που, κατά τον Ενάγοντα, πρόκειται για τα εισπρακτέα των κυπριακών υπεράκτιων εταιρειών του ομίλου. Με γνώμονα τα ανωτέρω, τον Δεκέμβριο του 2022, Ενάγοντας έδωσε οδηγίες τους Ρώσους δικηγόρους του όπως προχωρήσουν και μελετήσουν το όλο υλικό της υπόθεσης και να το συμβουλέψουν για το πώς να ενεργήσει για προάσπιση των συμφερόντων του, με αποτέλεσμα τούτοι να προσεγγίσουν το δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων του Ενάγοντα στην Κύπρο και να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή και αίτηση μετά τον Φεβρουάριο του 2023, όταν και ολοκληρώθηκε η έκθεση των ελεγκτών, η οποία και επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Σκοπός της παρούσας αίτησης, πάντα κατά την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που την συνοδεύει, είναι να ληφθούν εκείνες οι απαραίτητες πληροφορίες από τις εναγόμενες τράπεζες, στις οποίες διατηρούνται λογαριασμοί των τριών κυπριακών υπεράκτιων εταιρειών, με σκοπό να λάβει γνώση ως προς τα πρόσωπα που ελέγχουν τις εταιρείες αυτές, τους τραπεζικούς λογαριασμούς των εν προκειμένω εταιρειών και γενικότερα τα περιουσιακά τους στοιχεία, ώστε να εντοπιστούν τυχόν συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα και να εντοπιστούν οι όποιοι αδικοπραγήσαντες. Οι όποιες πληροφορίες κατέχει ο Ενάγοντας ως προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς των τριών κυπριακών υπεράκτιων εταιρειών, βασίζονται σε πληροφορίες που του δόθηκαν από τους συνεταίρους του, οι οποίες, ωστόσο, δεν υποστηρίζονται ή επιβεβαιώνονται ως προς την ακρίβεια τους από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο και συνέπεια του τρόπου που λειτούργησαν οι συνέταιροι του, ως ανωτέρω περιγράφηκε, τούτος έχει βάσιμους λόγους να αμφισβητεί την ακρίβεια, γνησιότητα και πληρότητα αυτών των πληροφοριών. Ο μόνος τρόπος για να μπορεί να εξετάσει αν οι πληροφορίες αυτές είναι ορθές και ακριβείς είναι με τη βοήθεια των Εναγόμενων τραπεζών μέσω των πληροφοριών που θα αποκαλυφθούν αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Στη βάση όλων των πιο πάνω, είναι η θέση της ομνύουσας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να εκδοθούν όλα τα αιτούμενα διατάγματα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Εναγόμενης 1, στο βαθμό που αφορά στους περιορισμένους, πλέον, ανωτέρω αναφερόμενους, λόγους ένστασης, επαναλαμβάνονται τούτοι πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία, και με αναφορά σε διάφορα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αλλά και σε συγκεκριμένες αναφορές της ομνύουσας για λογαριασμό του Ενάγοντα. Τίποτα δεν προβάλλεται που να θέτει εν αμφιβόλω τα όσα ο ενάγοντας αποδίδει στους συνεταίρους του ή σε νομικές οντότητες του ομίλου. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο διάδικος που ζητά το προσωρινό διάταγμα δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως διαδικασία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα, το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει ότι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, διαφορετικά θα απορρίψει την αίτηση. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και, ακολούθως, η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd

(1996)1 Α.Α.Δ. 788 και Films Rover v. Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελ. 780 και 781). Ως προς τη σημασία της τυχόν καθυστέρησης από πλευράς του Ενάγοντα να αποταθεί στην δικαιοσύνη για να επιδιώξει την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, στην Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του Ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του Ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. (Βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Zein κ.ά. v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co. of U.S.A.
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Βλ. και Copinger and Skone James (πιο πάνω) παραγ. 633 και Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, σελ. 360-61, Kerly's Law on Trade Marks and Trade Names, 12η έκδοση, παραγ. 15-68 και John Drysdale & Michael Silverleaf "Passing off Law and Practice", 2α έκδοση, παραγ. 6-16)». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος της καθυστέρησης στην διεκδίκηση παρεμπίπτοντος διατάγματος, ακόμα και όταν αυτή επιδιώκεται δια, δια κλήσεως αίτηση, δείτε και τα όσα αναφέρθηκαν στην Rapp v. Sinden και Άλλου, Πολ.Εφ. Ε191/14, απόφαση ημερομηνίας 20.03.20 και Dababov v. Metaquotes Software Ltd κ.α. Πολ. Εφ. Ε32/2021, απόφαση ημερομηνίας 16.02.
  2. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Το ζήτημα όμως δε τελειώνει εδώ. Όπως, συναφώς, αναφέρθηκε, πρόσφατα, στην Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολ. Εφ. Ε164/2019 (απόφαση ημερομηνίας 22.01.2021), «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 , που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. Τhe Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του και τον κίνδυνο που ενέχεται από την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται με την κατοχή των επιδίκων μετοχών. Μεταξύ αυτών είναι και ο κίνδυνος παράνομης επέμβασης στις δραστηριότητες της NWCC και της αποξένωση των μετοχών αυτής.»» Ως προς δε την πιθανότητα αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του εναγόμενου, στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λιμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 αναφέρθηκε ότι «δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Ο σκοπός ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος που εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32, είναι βασικά η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων ως αυτή είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. Αναφορικά, τώρα, με τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, περιορίζομαι να επισημάνω πως οι πρόνοιες τους ρυθμίζουν ειδικά τις περιπτώσεις που εκεί αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δέστε τις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557, Αcropolo Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 AAΔ σελ. 38, Νational Bank of Greece v. Matovia [1987] 1 AAΔ.303, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή [1989] 1 ΑΑΔ(Ε) 152 και Α.Β.Ρ. Ηοldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων [1994] 1 ΑΑΔ 694, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων [1995] 1 ΑΑΔ 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd [1996] 1 AAΔ.799, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη [1989] 1 (Ε) ΑΑΔ 152, Α. Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου και ΄Αλλοι [1996]1 ΑΑΔ 253, Αντωνία Παναγίδου και άλλων ν. Μάριος Παναγίδου και άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ (ανωτέρω), Χ. Κουνούνας ν. G. & A. Simons Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, Larticon Vo. v. Dedergenta Development Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1121. To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Διαταγή 48, θεσμός 4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520, σελ. 527). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της κυρίως διαδικασίας, ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του, να αποφασίσει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η κυρίως, ενώπιον του, διαδικασία. Αντικείμενο εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις, είναι μόνο το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες, για την έκδοση του διατάγματος και/ή τη διατήρηση της ισχύος του, προϋποθέσεις και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα, είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικασθεί η ουσία της υπόθεσης, και τούτο στα πλαίσια της ρηθείσας εκδίκασης (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 663, Γρηγορίου & ΄Αλλων ν. Χριστοφόρου & άλλων (ανωτέρω), Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD
(1999)1(Α) AAΔ 225 και Πολ. Εφ. Ε135/2015 Παύλος Δίγκλης κ.α. ν. Total Fit Ltd, απόφαση ημερομηνίας 12.09.2018). Όσον τώρα αφορά στα διατάγματα αποκάλυψης, στην Avila Management Services Limited κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον Ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του Ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του Ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued». Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Metaquotes Software ltd κ.α. v. Dababoo, Πολ. Εφ. Ε324/2016, απόφαση ημερομηνίας 14 Νοεμβρίου 2018, αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά: «Η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος και αυτής της μορφής τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τελικό ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Με αυτά ως δεδομένα, αίτημα για αποκάλυψη δεν είναι ορθό να ικανοποιηθεί εάν οι αξιούμενες πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή εάν το Δικαστήριο δεν πεισθεί περί της πραγματικής πρόθεσης έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγήσαντος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης δεν μπορεί να περιορισθεί με την επιβολή άκαμπτων κανόνων. Κύριο οδηγό στην άσκηση της διακριτικής δυνατότητας του Δικαστηρίου συνιστούν σε κάθε περίπτωση τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Περαιτέρω, η ισοζυγία αλληλοσυγκρουόμενων δικαιωμάτων είναι επιβεβλημένη και προς την κατεύθυνση αυτή η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας συνιστά χρήσιμο οδηγό στην πορεία άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Είναι χρήσιμο να υπομνήσουμε την εξελικτική πορεία και την αέναη διάπλαση των διαταγμάτων αποκάλυψης, αλλά και όλων των μορφών των θεραπειών που εδράζονται στο δίκαιο της επιείκειας, ως απότοκο της ραγδαίας εξέλιξης και της συνεχώς μεταβαλλόμενης πολυπλοκότητας των συναλλαγών, αλλά και της συνακόλουθης δυσκολίας ανίχνευσης του δαιδαλώδους πλέον πλέγματος διάπραξης και συγκάλυψης διαφόρων μορφών αδικοπραξιών. Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται και η ανάγκη για ανάλογη προσαρμογή της άσκησης των εξουσιών των Δικαστηρίων προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ραγδαία εξελισσόμενες αυτές καταστάσεις και να θωρακίσουν το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη προς υπεράσπιση των συμφερόντων του κάθε διαδίκου». Εκεί δε που το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα αποκάλυψης είναι τράπεζα, και οι πληροφορίες που επιζητούνται αφορούν σε πελάτη της, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Κλουκινά Πολ. Εφ. 319/2011, απόφαση ημερομηνίας 13.01.2014, υπέδειξε τα εξής: «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες». Όσον τώρα αφορά, γενικότερα, στις προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων, στην υπόθεση G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 AAΔ 1624, αναφέρθηκαν και τα εξής: «. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθηθεί την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας.» Έχοντας υπόψη τους περιορισμένους πλέον λόγους ένστασης, ως αυτοί προσδιορίστηκαν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία από τον συνήγορο της Εναγόμενης, και οι οποίοι καταγράφηκαν, ρητώς, ανωτέρω, θα προχωρήσω, ευθύς, αμέσως, να εξετάσω την αίτηση εντός του πιο πάνω αναφερόμενου πλαισίου. Κρίνω, εν προκειμένω, ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης άπτονται, στην ουσία, των προϋποθέσεων που οφείλει να ικανοποιήσει ο Ενάγοντας, η ουσία της αίτησης μπορεί να εξεταστεί σε συνάρτηση με την βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων αυτών λόγων. Εξ αρχής σημειώνω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας, με την μαρτυρία που προσκόμισε προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, δεν κατάφερε να αποδείξει την απαραίτητη αδικοπραξία τρίτου. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, ως προβάλλεται ο σχετικός λόγος ένστασης, θέλει τον Ενάγοντα να μην έχει αποδείξει αδικοπραξία από πλευράς των τρίτων Κυπριακών υπεράκτιων εταιρειών, και όχι των όποιων τυχόν φυσικών προσώπων ή άλλων νομικών προσώπων που έχουν έδρα, είτε την Ρωσία, είτε γενικότερα την αλλοδαπή. Κατά συνέπεια, η, περαιτέρω, συναφής θέση που προβάλλεται, μέσω τις ενστάσεως της Εναγόμενης, ότι ο Ενάγοντας δεν παρουσίασε μαρτυρία για το Ρωσικό δίκαιο, δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο, αφού η όποια αδικοπραξία τυχόν αποδίδεται στις τρείς Κυπριακές εταιρείες αφορά ενέργειες και/ή παραλήψεις τους εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς να προβάλλεται οποιαδήποτε θέση που να θέλει τις ενέργειές ή παραλήψεις τους (των Κυπριακών υπεράκτιων εταιρειών) να διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο, και κατά συνέπεια το ζήτημα επιβάλλεται να εξεταστεί υπό το Κυπριακό δίκαιο, για το οποίο δεν είναι αναγκαίο, αλλά ούτε και επιτρεπτό να προσκομιστεί μαρτυρία προς απόδειξη του. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, έχοντας υπόψη τα όσα σχετικά τέθηκαν ενώπιον μου, και τα οποία δεν αμφισβητούνται από την Εναγόμενη, οι τρείς Κυπριακές εταιρείες φέρονται να κατέχουν χρηματικά ποσά, που αποτελούν απόρροια κερδών του ομίλου, μέρος των οποίων δικαιούται ο Ενάγοντας ως μέρισμα στη βάση του ποσοστού που κατέχει στον όμιλο, και οι εταιρείες αυτές (Κυπριακές), δεν του το αποδίδουν. Τουναντίον, φέρονται να ενεργούν με σκοπό τούτος να αποστερηθεί των όποιων δικαιωμάτων του επί των χρημάτων αυτών. Χρησιμοποιούνται, δηλαδή, από τα πρόσωπα που τις ελέγχουν, ως μη προσβάσιμο στον Ενάγοντα χρηματοκιβώτιο του ομίλου, στο οποίο φυλάττονται τα κέρδη του ομίλου, με σκοπό να στερηθεί ο Ενάγοντας της δυνατότητας είσπραξης των μερισμάτων που δικαιούται ως μέτοχος του. Κατά συνέπεια, και χωρίς προς τούτο να προβαίνω σε οποιαδήποτε τελικά ευρήματα, είτε ως προς την τύχη της παρούσας αγωγής είτε ως προς τη διάφορά του Ενάγοντα με τους συνεταίρους του, κάτι που θα ήταν ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο, ως η ανωτέρω νομολογία καθορίζει, κρίνω ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την αναγκαία αδικοπραξία από πλευράς των τριών Κυπριακών εταιρειών, τη μόνη δηλαδή αδικοπραξία που κατά τον σχετικό προβαλλόμενο λόγο ένστασης δεν αποδείχθηκε. Επιπροσθέτως, στη βάση πάντα της μαρτυρίας που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, χωρίς, και πάλι, τούτο να αμφισβητείται από τις εναγόμενες, οι τρείς Κυπριακές εταιρείες διατηρούν στις τελευταίες τραπεζικούς λογαριασμούς, με αποτέλεσμα οι εναγόμενες, αθώα, ως ο Ενάγοντας προβάλει, να υποβοηθούν και/ή γενικότερα να εμπλέκονται στην διατήρηση ή μεταφορά ή αποδοχή, ή άλλως πως, χρημάτων στους λογαριασμούς των εταιρειών αυτών και κατά συνέπεια του ομίλου. Συνεπεία της ανωτέρω κρίσης μου, ο σχετικός λόγος ένστασης, δεν γίνεται δεκτός, και, ταυτόχρονα, στη βάση πάντα της, ανωτέρω, σχετικής με τα διατάγματα αποκάλυψης, νομολογίας, κρίνω ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Ως προς τον δεύτερο λόγο ένστασης, με κάθε σεβασμό προς την σχετική εισήγηση, ούτε αυτός με βρίσκει σύμφωνο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ενάγοντας είναι γνώστης αρκετών γεγονότων, τέτοιων που του επιτρέπουν να προβάλλει τη θέση περί δόλου και απάτης από πλευράς των συνεταίρων του, τόσο στη βάση των ενεργειών και παραλήψεων τους, όσο και στη βάση ενεργειών και παραλήψεων συνδεδεμένων με αυτών, νομικών και φυσικών προσώπων, περιλαμβανομένων και των τριών Κυπριακών εταιρειών. Ωστόσο, ελλείπουν πολλά στοιχεία από την γνώση του Ενάγοντα, τα οποία θα αποκρυσταλλώσουν το εύρος της εναντίον του επικαλούμενης αδικοπραξίας, την ταυτότητα όλων των εμπλεκομένων, στην εναντίον του επικαλούμενη απάτη και δόλια συμπεριφορά, προσώπων, καθώς επίσης και θα οδηγήσουν στην ανίχνευση και διασφάλιση των χρημάτων που κατέχουν σήμερα οι τρείς Κυπριακές εταιρείες, τα οποία, ως προβλήθηκε από αυτόν και δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη, αποτελούν μέρος των κερδών του ομίλου επί των οποίων δικαιούται σχετικό μέρισμα. Ελλείπουν ακόμα πληροφορίες, οι οποίες αναμένετε να ληφθούν μέσα από τα όσα θα αποκαλυφθούν, αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι οποίες θα προσδιορίσουν και την ακριβή εμπλοκή των τριών Κυπριακών εταιρειών στην όλη αδικοπραξία που αποδίδεται στους συνεταίρους του. Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι η Εναγόμενη, αλλά γενικότερα και οι δυο εναγόμενες, μέσω την υπηρεσιών που παρέχουν στις τρείς Κυπριακές εταιρείες, αθώα έστω, υποβοηθούν με την παροχή των υπηρεσιών αυτών (π.χ., άνοιγμα λογαριασμών, διαχείριση των εκεί κατατεθειμένων χρημάτων, εκτέλεση τυχόν εντολών για μεταφορά τους, αποδοχή εμβασμάτων από τους τρίτους στους εν λόγω λογαριασμούς και ούτω καθεξής), διευκόλυναν και διευκολύνουν τις ανωτέρω αναφερόμενες αδικοπραξίες. Πρόκειται δηλαδή στην ουσία για πληροφορίες οι οποίες θα βοηθήσουν των Ενάγοντα, ως και αυτός προβάλλει, να δικογραφήσει και να αποδείξει ότι οι τρείς αυτές Κυπριακές εταιρείες, αλλά, ίσως, και άλλα πρόσωπα, συμβάλουν στην αδικοπραξία που εκτελείται εναντίον του. Είναι δηλαδή ουσιώδες μαρτυρικό υλικό που αφορά στην τυχόν ανάμειξη των τριών Κυπριακών εταιρειών, αλλά και άλλων, ενδεχομένως, προσώπων, το οποίο ο Ενάγοντας, την δεδομένη στιγμή, δεν κατέχει και ούτε φαίνεται να είναι δυνατό να φέρει εις γνώση του με άλλο τρόπο, παρά μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να δεχθώ την θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι αυτό που ο Ενάγοντας επιχειρεί με την επίδικη αίτηση του είναι να αλιεύει μαρτυρία, κάτι, που αποτελεί κοινό τόπο, ότι αν συνέβαινε, θα αποτελούσε λόγο για να απορριφθεί η αίτηση. Συνακόλουθα, κρίνω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω επίσης ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι, αν κριθεί ότι λαθεμένα εκδόθηκαν τα αιτούμενα διατάγματα, η ζημιά που θα υποστούν οι εναγόμενες από την έκδοση τους είναι κατά πολύ μικρότερη από τη ζημιά που θα υποστεί αυτός από την μη έκδοσή τους, δεδομένης και της ιδιότητας των πρώτων (τράπεζες), οι οποίες δεν αποτελούν μέρος του των επιχειρήσεων του ομίλου, ενώ ο Ενάγοντας δεν θα δυνηθεί να συμπληρώσει το μωσαϊκό που θα του επιτρέψει να δικογραφήσει και να αποδείξει την υπόθεσή του εναντίων, τουλάχιστον, των τριών κυπριακών εταιρειών. Ερχόμενος τώρα στον τρίτο και τελευταίο λόγο ένστασης, και δη στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της παρούσας αγωγής και κατά συνέπεια και της επίδικης αίτησης, επίσης κρίνω ότι αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση για απόρριψη της αίτησης. Ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω (βλ. σχετική νομική πτυχή), η όποια τυχόν καθυστέρηση περιβάλει την επιδίωξη διεκδίκησης προσωρινών διαταγμάτων δεν οδηγεί, άνευ άλλου, στην απόρριψη της σχετικής, ως η επίδικη, αίτησης. Θα πρέπει, ταυτόχρονα, να εξετάζεται ο παράγοντας αυτός και στη βάση, μεταξύ άλλων, του λόγου που παρατηρείται η καθυστέρηση, της δυναμικής της υπόθεσης του αιτητή, καθώς επίσης και της όποιας, τυχόν, δυσμενούς επίπτωσης στον αντίδικο του. Στην προκειμένη περίπτωση, αντίδικοι του Ενάγοντα δεν είναι οι συνεταίροι του, ούτε οι τρείς Κυπριακές εταιρείες ή άλλες νομικές οντότητες του ομίλου[1], αλλά οι δύο τράπεζες, οι οποίες κατέχουν τις πληροφορίες που επιδιώκει ο Ενάγοντας να γνωρίζει για σκοπούς συμπλήρωσης του μωσαϊκού που θα του επιτρέψει να δικογραφήσει και να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των αδικοπραγησάντων που φέρονται να ενήργησαν κατ' εντολή και/ή σε συμπόρευση με τους συνεταίρους του. Συνεπεία της ιδιότητας αυτής των Εναγόμενων/αντιδίκων του Ενάγοντα, και της μη, κατά συνέπεια, εμπλοκής τους στην δομή και γενικότερα λειτουργεία του ομίλου, δεν φαίνεται να προκύπτει, είτε εξόφθαλμα, είτε στη βάση, έστω, υπόνοιας, οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός τους, από την, κατά τα άλλα, εμφανή παρατηρούμενη καθυστέρηση στη προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Παρεμβάλω, εδώ, ότι, τα όσα ο Ενάγοντας προβάλει για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μόλις το 2023, δεν μεταβάλουν το βασικό δεδομένο ότι κατά τον Απρίλιο 2021 καταχώρησε όμοιου τύπου διαδικασίες, σε Ρωσικά δικαστήρια, χωρίς να κατέχει τις όποιες πληροφορίες έλαβε έκτοτε και χωρίς, το γεγονός αυτό (οι Ρωσικές διαδικασίες), να αποτελέσουν εμπόδιο στο να συνεχίσουν οι μεταξύ των μερών διαπραγματεύσεις για εξώδικη διευθέτηση της όλης διαφοράς τους, τις οποίες επικαλείται για σκοπούς δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Επανερχόμενος, ωστόσο, στην εξέταση του παράγοντα καθυστέρηση, σημειώνω, επιπροσθέτως, ότι η δυναμική της υπόθεσης του Ενάγοντα έναντι των εδώ Εναγόμενων (αυτό είναι το σημαντικό στην υπό κρίση αίτηση), κρίθηκε ήδη ανωτέρω κατά την εξέταση των δυο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
  3. Κατά συνέπεια, κρίνω, εν προκειμένω, ότι, μολονότι παρατηρείται η διετής αυτή καθυστέρηση, για σκοπούς της υπό εξέταση αίτηση, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, στη βάση πάντα των σχετικών, με το υπό εξέταση ζήτημα, παραγόντων (βλ. σχετική νομική πτυχή ανωτέρω), τούτη (η καθυστέρηση) δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση για να απορριφθεί η επίδικη αίτηση. Με γνώμονα τις ανωτέρω κρίσεις μου, κρίνω ότι ο Ενάγοντας κατάφερε να αποσείσει το βάρος που έφερε και, ως αποτέλεσμα, δικαιούται στη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον αμφοτέρων των Εναγόμενων. Έχοντας δε υπόψη τα όσα ο Ενάγοντας αποδίδει στους συνεταίρους του, ειδικότερα για τον τρόπο δράσης τους, μέσω της οποίας αλλάζουν τη δομή του ομίλου και δημιουργούνται νέες ιθύνουσες εταιρείες, στις οποίες ο Ενάγοντας δεν έχει συμμετοχικό ή μετοχικό συμφέρον, οι οποίες αναλαμβάνουν την κεντρική διαχείριση του ομίλου, κρίνω ότι το ήδη εκδοθέν διάταγμα φίμωσης θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ για διάστημα μέχρι και 90 ημέρες από την ημερομηνία συμμόρφωσης των Εναγόμενων με το διάταγμα αποκάλυψης, ως αναγκαίο, επικουρικό της εκτέλεσης των διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών και τις μελέτης τούτων, διάταγμα (βλ. Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α.
(2016)1 A.A.D. 70). Στη βάση όλων των ανωτέρω εκδίδονται διατάγματα ως το (Α) 1 και 2, (Β) 1 και 2 και (Γ) της επίδικης αίτησης. Επίσης, το ήδη εκδοθέν διάταγμα φίμωσης, να παραμείνει σε ισχύ για διάστημα 90 ημερών από την ημερομηνία συμμόρφωσης αμφοτέρων των Εναγόμενων με τα υπό στοιχεία (Α) και (Β), ανωτέρω, διατάγματα. Απαγορεύεται, ρητώς, στον Ενάγοντα να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελε αποκαλυφθούν στα πλαίσια των ανωτέρω διαταγμάτων για σκοπούς ποινικής δίωξης, είτε στην Κύπρο, είτε αλλού, εναντίον των Εναγόμενων. Αποτελεί, επιπρόσθετη, προϋπόθεση εκτέλεσης των υπό στοιχεία (Α) και (Β), ανωτέρω, διαταγμάτων, όπως ο Ενάγοντας καλύψει τις εναγόμενες για τα έξοδα που θα προκληθούν συνεπεία της εκτέλεσης τους. Νοείται, ωστόσο, ότι, στη περίπτωση που ο Ενάγοντας θα διαφωνήσει με τα μόλις ανωτέρω αναφερόμενα έξοδα που θα απαιτήσουν οι εναγόμενες, τούτα (τα έξοδα), να υπολογιστούν, κατόπιν σχετικού διαβήματος του Ενάγοντα και στοιχείων που θα προσκομιστούν από τις εναγόμενες, ή οιανδήποτε εξ αυτών, από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, (α) λόγω της φύσης της, (β) της αθώας, ως αποδίδεται στις εναγόμενες, εμπλοκής τους στη αποδιδόμενή στους συνεταίρους και λοιπές οντότητες του ομίλου αδικοπραξία και, (γ) του γεγονότος ότι η δέσμευση του Ενάγοντα να μην χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες και έγγραφα που θα αποκαλυφθούν για σκοπούς ποινικής δίωξης των Εναγόμενων, αναλήφθηκε μόλις κατά την ημέρα της ακρόασης της αίτησης, κρίνω ότι τούτα (τα έξοδα της αίτησης), θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, δεδομένου, φυσικά, του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 2 δεν καταχώρησε ένσταση στην αίτηση[2]. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. [1] Χωρίς να αποφαίνομαι στο πλαίσιο της παρούσας κατά πόσο σε μια τέτοια περίπτωση τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. [2] Για την ανωτέρω κρίση μου ως προς τα έξοδα της αίτησης βλ. την Avila Management Services Ltd κ.α. (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.