← Κύπρος

Alexander Kozlov ν. Λυγία Δημάδη κ.α., Αγωγή Αρ. 2879/2013, 31/5/2023

Alexander Kozlov ν. Λυγία Δημάδη κ.α., Αγωγή Αρ. 2879/2013, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Κλίμακα: €100.000 - 500.000- Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2879/2013 Μεταξύ: Alexander Kozlov Ενάγοντας v.

  1. Λυγία Δημάδη
  2. Δημήτρης Δημάδης
  3. LYGIA DEMADES LIMITED Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Μ. Σοφοκλέους Για Eναγόμενους 1, 2, 3: κος Χρ. Τριανταφυλλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό ως πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 (στο εξής «οι Εναγόμενοι»), αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €239,000 πλέον τόκο από τον Μάιο του 2009 μέχρι εξοφλήσεως, στη βάση παράβασης συμφωνίας δανείου. Η δικογραφημένη εκδοχή Ενάγοντα Είναι η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα ότι, με τους Εναγόμενους 1 και 2 διατηρούσε φιλικές ‑ οικογενειακές σχέσεις και στα πλαίσια αυτά, το 2009, κατόπιν παράκλησή τους, τους παραχώρησε δάνειο ύψους €239,000, με ρητό και ή εξυπακουόμενο όρο ότι το ποσό αυτό να αποπληρωνόταν εντός σύντομου χρόνου. Για την παραχώρηση του δανείου αυτού, δεν συνομολογήθηκαν οποιεσδήποτε γραπτές συμφωνίες, ούτε και συμφωνήθηκε η πληρωμή οποιουδήποτε τόκου. Είναι δε η περαιτέρω, συναφής, δικογραφημένη πάντα, θέση του Ενάγοντα ότι, το δάνειο έγινε στη βάση παραστάσεων των Εναγομένων 1 και 2 ότι θα χρησιμοποιούσαν το ποσό αυτό για χρηματοδότηση της Eναγόμενης 3 εταιρείας, ώστε να πραγματοποιήσει κάποιες εισαγωγές. Τα χρήματα καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα, κατόπιν συγκεκριμένης γραπτής εντολής και υποδείξεων των Εναγομένων 1 και 2, με δύο δόσεις. €200,000 κατατέθηκαν δια τραπεζικού εμβάσματος σε τραπεζικό λογαριασμό της Eναγόμενης 3, και €39.000, δια τραπεζικού εμβάσματος σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας La Montre Hermes SA. Τέλος, δικογραφείται από τον Ενάγοντα ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τους Εναγόμενους για να αποπληρώσουν το χρέος τους, τούτοι αρνούνται να πράξουν τούτο, προβάλλοντας αναληθείς ισχυρισμούς. Η Υπεράσπιση Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση, με την οποία αρνούνται τα όσα τους αποδίδει ο Ενάγοντας και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων Σύμφωνα με τις σχετικές δικογραφήσεις των Εναγομένων, ουδέποτε συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου, ως ο Ενάγοντας αιτιάται. Εκείνο που στην πραγματικότητα συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγόμενων 1 και 2, ήταν όπως οι τελευταίοι πωλήσουν σε αυτόν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3[1] έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των €1.200.
  4. Ο Ενάγοντας, στα πλαίσια της υποχρέωσης του να καταβάλει το τίμημα αυτό, κατέβαλε, έναντι του, το ποσό των €239.000, με αποτέλεσμα να υπολείπεται η καταβολή του ποσού των €961.000, ώστε οι Εναγόμενοι 1 και 2, να οφείλουν να μεταβιβάσουν το πιο πάνω ποσοστό των μετοχών της Εναγόμενης 3 στον Ενάγοντα. Προβάλλουν, ακόμα, τη θέση ότι παραμένουν συνεπείς στους όρους της συμφωνίας πώλησης μετοχών που διέπει τη σχέση τους με τον Ενάγοντα. Διαζευκτικά, δικογραφικά, πάντα, προωθούν και τη θέση ότι, αν ήθελε φανεί ότι το απαιτούμενο ποσό των €239.000, δόθηκε από τον Ενάγοντα στα πλαίσια συμφωνίας δανείου, τότε τούτο δόθηκε αποκλειστικά στην Eναγόμενη 3 και όχι στους Εναγόμενους 1 και 2, υπό την όποια προσωπικής τους ιδιότητα, και κατά συνέπεια οι τελευταίοι δεν υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης για καταβολή του στον Ενάγοντα. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου αναντίλεκτης μαρτυρίας, των διαφόρων κοινών τοποθετήσεων των δύο πλευρών, αλλά και των σχετικών παραδοχών που έγιναν κατά τη διάρκεια της δίκης, τα πιο κάτω αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Ένας κοινός φίλος του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και 2 (οι οποίοι Εναγόμενοι 1 και 2, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ζεύγος σε γάμο), απέκτησε δύο, δίδυμα, τέκνα. Ο Ενάγοντας ήταν ο νονός του ενός, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 οι νονοί του άλλου. Στα πλαίσια αυτής τους της ιδιότητας, έγινε η γνωριμία των διαδίκων. Η Εναγόμενη 3, είναι εταιρεία, εγγεγραμμένη στη Κύπρο, η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ασχολείτο με την εμπορία κοσμημάτων, ρολογιών και γενικότερα ειδών χρυσοχοΐας και αποκλειστικοί τότε μέτοχοι της ήταν οι Εναγόμενοι 1 και
  5. Η Εναγόμενη 1, ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν τις δραστηριότητες της Eναγόμενης
  6. Ο Ενάγοντας, στο παρελθόν, και δη προ του επίδικου για την παρούσα αγωγή χρόνου, ήταν πελάτης της Eναγόμενης 3 και είχε αγοράσει από αυτήν διάφορα κοσμήματα και ρολόγια. Τον Μάιο του 2009, υπό συνθήκες για τις οποίες οι δύο πλευρές προβάλλουν διαφορετικές εκδοχές, κατ' εντολή της Εναγόμενης 1, η οποία δόθηκε δια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προς τον Ενάγοντα (βλέπε Τεκμήρια 1, 2 και 3), €200.000 εμβάστηκαν από λογαριασμό εταιρείας συμφερόντων του Ενάγοντα σε τραπεζικό λογαριασμό της Eναγόμενης 3, και €39.062,30 εμβάστηκαν, από την ίδια εταιρεία συμφερόντων του Ενάγοντα, σε λογαριασμό της εταιρείας La Montre Hermes SA. Τα χρήματα αυτά, μολονότι απεστάλησαν με τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω, ουδέποτε επεστράφησαν στον Ενάγοντα ή στην εταιρεία του, ούτε και για αυτά έχει ληφθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα μέχρι σήμερα. Ως προς το τι έλαβε χώρα, από τον Μάιο του 2009 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2012, οι δύο πλευρές προωθούν εντελώς διαφορετικές εκδοχές. Στις 23.02.2012, ο Ενάγοντας απέστειλε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Eναγόμενης 1, μέσω της οποίας ζητούσε την επιστροφή του επίδικου ποσού, το οποίο και χαρακτήριζε ως ποσό που καταβλήθηκε σε αυτήν στα πλαίσια δανείου, με όρο όπως τούτο επιστραφεί εντός λογικού χρόνου ή όποτε ο ίδιος το απαιτούσε. Αναφερόταν δε και σε προηγούμενες σχετικές προφορικές, αλλά και γραπτές απαιτήσεις του, για αποπληρωμή του συγκεκριμένου ποσού (βλ. Τεκμήριο 4). Στις 31.08.2012, ο λογιστής του Ενάγοντα απέστειλε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς την Eναγόμενη 1, στο οποίο αναφερόταν στο επίδικο ποσό ως οφειλόμενο από τους Εναγόμενους 1 και 2 και ζητούσε από την Eναγόμενη 1 όπως συγκατατεθεί στο να διευθετηθεί συνάντηση των μερών με σκοπό να συζητηθεί η μέθοδος, αλλά και ο ακριβής χρόνος αποπληρωμής του. Του ηλεκτρονικού αυτού ταχυδρομείου ακολούθησαν άλλα συναφή ηλεκτρονικά ταχυδρομεία μεταξύ του λογιστή του Ενάγοντα και της Eναγόμενης 1, με το τελευταίο σχετικό ταχυδρομείο να αποστέλλεται στις 05.09.2012, (βλ. Τεκμήριο 5 για όλη τη σχετική αλληλογραφία). Των γεγονότων αυτών, ακολούθησε συνάντηση του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και 2, στην οποία παρών ήταν και ο λογιστής του πρώτου. Η συνάντηση αυτή, περατώθηκε συνεπεία αντίδρασης του Eναγόμενου 2, ο οποίος και αποχώρησε από το σημείο. Ως προς το τι διαμείφθηκε μεταξύ των παρευρισκόμενων στη συνάντηση, την ακριβή μέρα που τούτη έλαβε χώρα, και την αντίληψη που αποκομίστηκε από τους εκεί παρευρισκομένους, οι μάρτυρες προώθησαν διαφορετικούς ισχυρισμούς. Της συνάντησης αυτής, και αφού δεν επιλύθηκαν οι διάφορες των μερών, ακολούθησε επιστολή των συνηγόρων του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους 1 και 2, στα πλαίσια της οποίας ζητείτο από αυτούς, όπως αποπληρώσουν στον πρώτο, το απαιτούμενο ποσό, το οποίο χαρακτηριζόταν ως ποσό που καταβλήθηκε ως δάνειο (βλέπε Τεκμήριο 7). Οι Εναγόμενοι 1 και 2, μέσω του συνηγόρου τους, απάντησαν στην επιστολή, τεκμήριο 7, με επιστολή τους ημερομηνίας 11.03.2013, στα πλαίσια της οποίας προέβαλαν το δικογραφημένο ισχυρισμό τους περί καταβολής του απαιτούμενου ποσού από τον Ενάγοντα έναντι συμφωνηθείσας τιμής (€1.200.000) για αγορά του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
  7. Των γεγονότων αυτών, ακολούθησε η καταχώρηση της αγωγής. Τα πιο πάνω, αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών και κατά συνέπεια, καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Ακροαματικότητα διαδικασία Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του, ο Ενάγοντας κάλεσε, περιλαμβανομένου και του ιδίου, δύο μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε, ενόρκως, ο ίδιος, και δεύτερος, ως ΜΕ2, ο λογιστής του, Μ. Κοσμά. Για αναχαίτηση της αγωγής, οι Εναγόμενοι, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, κάλεσαν, επίσης, δύο μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ο λογιστής των Εναγομένων 1 και 3, Χ. Χριστοδουλίδης (ΜΥ1), και ακολούθως, κατέθεσε ενόρκως η Eναγόμενη
  8. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Προκύπτει δε αβίαστα από τις αγορεύσεις τους, κάτι με το οποίο συμφωνεί και το Δικαστήριο, ότι κατά κύριο λόγο τα ζητήματα που εδώ αφορούν, είναι, στην ουσία, ζητήματα αξιοπιστίας μαρτύρων. Επίδικα ζητήματα Τόσο κατά τη διάρκεια της δίκης (στα πλαίσια αντεξέτασης των μαρτύρων της πλευράς του Ενάγοντα), όσο και κατά τη τελική αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων, προωθήθηκε η θέση ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να προωθεί τη παρούσα αγωγή, γιατί στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικής μαρτυρίας, προκύπτει αβίαστα ότι το απαιτούμενο ποσό ουδέποτε καταβλήθηκε από τον ίδιο, αλλά, από μια τρίτη εταιρεία, η οποία και δεν είναι διάδικος. Με κάθε σεβασμό προς τη θέση αυτή που προβάλλει η πλευρά των Εναγόμενων, τούτη δεν μπορεί να τύχει καν εξέτασης από πλευράς του Δικαστηρίου, καθότι οι Εναγόμενοι, με την Υπεράσπιση τους, όχι απλά δεν αμφισβητούν τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι ο ίδιος κατέβαλε το επίδικο ποσό, αλλά, δια σχετικών, ειδικών, εκεί, δικογραφήσεων τους (βλέπε παραγράφους 4(β) και 5 της Υπεράσπισης), παραδέχονται ότι τούτο καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα. Εξάλλου, και εντελώς παρεμφερώς, η ίδια θέση προβάλλεται και μέσω της επιστολής των συνηγόρων τους που απεστάλη πριν τη καταχώρηση της αγωγής (βλέπε Τεκμήριο 8). Κατά συνέπεια, εμποδίζονται από το να προβάλλουν διαφορετική επί τούτου θέση. Με δεδομένη τη μόλις εκφρασθείσα κρίση μου, τα επίδικα, επί γεγονότων, ζητήματα της παρούσας αγωγής είναι τα εξής:
  9. Υπό ποιες συνθήκες και αντίληψη ο Ενάγοντας κατέβαλε, δια της μεθόδου των ανωτέρω αναφερόμενων εμβασμάτων, το επίδικο ποσό; και
  10. Με ποιο/ποιους, εκ των διαδίκων, και υπό ποια ιδιότητα του/τους έγινε η όποια συνεννόηση του Ενάγοντα, ώστε στη βάση της να καταβάλει το πιο πάνω πόσο; Συνοπτική παράθεσή της σχετικής, με τα επίδικα ζητήματα, μαρτυρίας Ο Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, με τη μαρτυρία του, στην ουσία, προώθησε την δικογραφημένη εκδοχή του. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι το επίδικο ποσό καταβλήθηκε από τον ίδιο, μέσω εταιρείας δικών του συμφερόντων, με τα εμβάσματα, στα οποία έγινε αναφορά ανωτέρω, κατόπιν αιτήματος της Eναγόμενης 1 στη βάση παράστασης της ότι τα χρειαζόταν ως προσωρινή πιστωτική διευκόλυνση για να χρηματοδοτηθούν συγκεκριμένες εισαγωγές της Eναγόμενης
  11. Προώθησε ωστόσο και τον επιπρόσθετο ισχυρισμό ότι, «Παρόλα αυτά, ήταν ξεκάθαρο ότι το ποσό του δανείου κατατέθηκε σε λογαριασμό της Eναγόμενης 3 και σε λογαριασμό μιας άλλης εταιρείας κατόπιν αιτήματος της Eναγόμενης 1 και ότι το δάνειο οφειλόταν από κοινού ή ξεχωριστά από τους τρεις Εναγόμενους». Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, επικοινώνησε αρκετές φορές με την Eναγόμενη 1 για να του επιστραφούν τα χρήματα, πλην όμως η τελευταία, του ζητούσε επανειλημμένα να επιδείξει υπομονή. Αναφέρθηκε, ακολούθως, στην αποστολή, το Φεβρουάριο του 2012, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον ίδιο προς την Eναγόμενη 1, καθώς επίσης και στην μετέπειτα αλληλογραφία μεταξύ του ΜΕ2 και της Eναγόμενης
  12. Χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό των Εναγομένων περί συνομολόγησης συμφωνίας αγοράς του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3 ως αναληθή και ως εκδοχή, η οποία προβάλλεται με μόνο σκοπό να αποφύγουν οι Εναγόμενοι 1 και 2 την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους. Προς επίρρωση δε, του ισχυρισμού του αυτού, προβάλει και τη θέση ότι, δεν θα ήταν δυνατόν να έχει συμφωνήσει, ως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, και να μην είχε υπογράφει σχετική γραπτή συμφωνία. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, και τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3 για το έτος 2008, αναφέροντας ότι δεν τις είχε υπόψη του πριν καταβάλει το επίδικο ποσό. Προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης του, περί μη συνομολόγησης της επικαλούμενης από τους Εναγόμενους συμφωνίας αγοράς μετοχών, προέβαλε και τη θέση ότι, ουδέποτε διευθετήθηκε οποιαδήποτε εκτίμηση της αξίας της Eναγόμενης
  13. Όσον αφορά στη συνάντηση που έλαβε χώρα μετά την αλληλογραφία του ΜΕ2 με την Eναγόμενη 1, ισχυρίστηκε ότι, στα πλαίσια της, συζητήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου, χωρίς ωστόσο να προσθέσει οτιδήποτε άλλο σχετικό επί τούτου, αναφέροντας, επίσης, ότι, «Θυμάμαι την αντίδραση του κύριου Δημήτρη Δημάδη[2]». Ως προς την αντίδραση αυτή, ανέφερε «Ο Δημήτρης Δημάδης, αναφερόταν στην απόδοση της εταιρείας, πράγμα που δεν ήταν ξεκάθαρο για εμένα, σε κάποιο σημείο σηκώθηκε και ανέφερε κάτι, ότι, δεν χρωστά τίποτα σε κανέναν, και βιαστικά έφυγε από την συνάντηση, είχε τελειώσει». Δεν αποδέχθηκε τη θέση που του υποβλήθηκε από τον συνήγορο της πλευράς των Εναγομένων ότι ο ισχυρισμός του περί συνομολόγησης συμφωνίας δανείου, είναι το αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων του στη προσπάθειά του να επωμίσει ευθύνες στους Εναγόμενους. Στη βάση δε του δεδομένου ότι ουδέποτε του επιστράφηκε το καταβληθέν επίδικο ποσό, ζήτησε την έκδοση απόφασης, ως η απαίτησή του. Ο ΜΕ2 Ο ΜΕ2 παρουσιάστηκε ως προσωπικός λογιστής του Ενάγοντα, και ως ο αποστολέας των ηλεκτρονικών ταχυδρομείων που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου
  14. Ανέφερε ότι, της αλληλογραφίας αυτής με την Εναγόμενη 1, ακολούθησε συνάντηση των ενδιαφερόμενων, στα πλαίσια της οποίας «Συζητήσαμε για το δάνειο τζιαι κάποια στιγμή ο κύριος Δημάδης σηκώστηκε τζιαι είπε αποχωρώ, εγώ είμαι αξιόχρεος τζιαι θα διευθετήσω να αποπληρωθεί το δάνειο». Όσο δε αφορά στη σχέση του με τον Ενάγοντα και γενικότερα τον τρόπο δράσης του τελευταίου, ισχυρίστηκε ότι τούτος, για όλες τις συναλλαγές του, τον ενημέρωνε, και συζητούσαν για το ποια συμφωνία θα έπρεπε να συνομολογήσει, χωρίς, ωστόσο, να τον ενημερώσει ποτέ, πριν το 2012, περί του επίδικου κατ' ισχυρισμό δανείου. Ερωτηθείς, ειδικώς, για τις οικονομικές καταστάσεις της Eναγόμενης 3 (Τεκμήριο 6), ανέφερε ότι τις είδε, όχι στη μορφή του Τεκμηρίου 6, οι οποίες αποτελούν τις πρωτότυπες καταστάσεις που ετοιμάζονται από τον ελεγκτή, αλλά σε αντίτυπο, το 2012, όταν του τις παρέδωσε ο Ενάγοντας πριν τη συνάντηση, στα πλαίσια συζητήσεων του με τον τελευταίο για την αποπληρωμή του δανείου[3]. Στη βάση του περιεχομένου των οικονομικών καταστάσεων της Eναγόμενης 3, θεώρησε το ποσό των €1.200.000[4] ως υπερβολικό για την αξία του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της ρηθείσας εταιρείας, παραπέμποντας σε συγκεκριμένες αναφορές των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων, στη βάση των οποίων έκρινε ότι στη καλύτερη περίπτωση, η αξία του 50% των μετοχών ανερχόταν στις €85.
  15. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, ο Ενάγοντας δεν του ανέφερε τίποτε κατά το 2008 και 2009, είτε για παραχώρηση δανείου από τον ίδιο προς τους Εναγόμενους, είτε για αγορά μετοχικού κεφαλαίου από την Eναγόμενη
  16. Κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς, ειδικώς, για την αντίδρασή του Εναγόμενου 2 κατά την συνάντηση των μερών, επανέλαβε ότι του έκανε εντύπωση η αντίδραση του, καθότι η συνάντηση ήταν «φιλική», με αποτέλεσμα να αποτυπωθεί στη μνήμη του ότι τούτος ήταν σε ένταση, προσθέτοντας ότι «Αλλά δεν μπορώ να θυμάμαι τι συζητήθηκε στη συγκεκριμένη». Ερωτηθείς, ακολούθως, κατά πόσο η αντίδραση του Eναγόμενου 2 ήταν ως την περιέγραψε ο Ενάγοντας (είχε προηγουμένως τεθεί στον μάρτυρα η εν προκειμένω περιγραφή), απάντησε «εν ηξέρω». ΜΥ1 Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι ήταν ο λογιστής των Εναγομένων 1 και 3, ο οποίος έτυχε στο παρελθόν να συμβουλεύσει και τον Εναγόμενο
  17. Ως προς τον Εναγόμενο 2, δήλωσε, συναφώς, ότι, τούτος είχε άλλο προσωπικό λογιστή. Ερωτηθείς ειδικά για τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3 για το έτος 2008, ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο τους δεν επαρκεί για να μπορεί να κριθεί η πραγματική αξία της εταιρείας. Ισχυρίστηκε, σχετικώς, ότι, για κάθε εταιρεία, πολλοί παράγοντες οι οποίοι υπέχουν σημασία για τον προσδιορισμό της αξίας της, δεν αναφέρονται στις οικονομικές της καταστάσεις. Υπέδειξε ως τέτοιους, τη φήμη και πελατεία της, την προοπτική της και τους χώρους που διαθέτει και στους οποίους ασκεί τις εργασίες της. Ισχυρίστηκε, πάντα σχετικά, ακόμα, ότι, οι οικονομικές καταστάσεις απλά αποτυπώνουν την οικονομική κατάσταση τη συγκεκριμένη στιγμή, δια της καταγραφής των υποχρεώσεων μιας εταιρείας, αλλά και των εσόδων της. Όσον δε αφορά στις προοπτικές της Eναγόμενης 3, πάντα κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ισχυρίστηκε ότι τούτες ήταν πολύ καλές, καθότι η Εναγόμενη 1 που διαχειριζόταν τούτη, γνώριζε άριστα το αντικείμενο με το οποίο ασχολείτο, είχε πολλές διασυνδέσεις και γνωριμίες στον κοινωνικό κύκλο στον οποίον αποτείνονταν τα εμπορεύματα που πωλούσε, και διατηρούσε και κατάστημα στην οδό Στασικράτους, το οποίο αποτελούσε, κατά τον ουσιώδη, πάντα, χρόνο, ένα «High location, που τότε ήταν για την ψηλή κοινωνία...». Όσον δε αφορά στο γεγονός ότι, στη βάση των οικονομικών αυτών καταστάσεων του 2008, φαίνεται η εταιρεία να παρουσιάζει ζημιά, ισχυρίστηκε ότι, στην πραγματικότητα, η εταιρεία δεν παρουσιάζει ζημιά. Η εκεί αναγραφόμενη ζημιά, είναι το αποτέλεσμα των αποσβέσεων των παγίων χρεών, καθότι το δεδομένο εκείνο χρονικό διάστημα έγινε ανακαίνιση και υπήρχαν χρηματοοικονομικά έξοδα, τα οποία παρουσίαζαν τη συγκεκριμένη εικόνα. Τέλος, πάντα σε σχέση με την αξία μιας εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι, το γεγονός ότι στις οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας παρουσιάζεται ζημιά, αυτό δεν αποκλείει την πώλησή της για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, και αυτό γιατί, πρόκειται για ζήτημα προσφοράς και ζήτησης. Στην ουσία, ως ανέφερε, συνυπολογίζονται όλα τα δεδομένα και ένας παράγοντας που υπέχει μεγάλης σημασίας για το ζήτημα αυτό, είναι η προσωπική εκτίμηση του προτιθέμενου αγοραστή ότι στο μέλλον θα μπορέσει να έχει κέρδος μέσω της συγκεκριμένης εταιρείας. Αναφέρθηκε δε σε περίπτωση που μια εταιρεία ήταν ζημιογόνα, πλην όμως διατηρούσε κατάστημα στο Μall και συγκεκριμένο πρόσωπο την αγόρασε, όχι για να την εκμεταλλευτεί ως εταιρεία, απλά γιατί ήθελε ο ίδιος να μπορεί να εκθέτει τα εμπορεύματα του στο Μall και ξόδεψε πάρα πολλά χρήματα για να αγοράσει τις μετοχές της εταιρείας για να επιτύχει το σκοπό αυτό. Αναφέρθηκε επίσης σε έτερη περίπτωση, όπου μια εταιρεία ήταν εντελώς αδρανής, με μηδέν κέρδος, πλην όμως διατηρούσε ενοικιαστήριο συμβόλαιο σε καλό σημείο στη Λεμεσό και πουλήθηκε για ένα πολύ μεγάλο ποσό, ισάξιο με το επίδικο, καθότι θα μπορούσε ο αγοραστής να εκμεταλλευτεί τον χώρο που ενοικίαζε. Όσον δε αφορά στην Εναγόμενη 1, ειδικά, ισχυρίστηκε ότι στη βάση της μέχρι τώρα σχέσης τους, θεωρεί ότι αν τούτη σκοπό είχε να δανειστεί ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, ως το επίδικο, θα τον συμβουλευόταν, κάτι που ουδέποτε έπραξε, αφού ενημερώθηκε για την επίδικη διαφορά μόλις το
  18. Ισχυρίστηκε ακόμα, ότι, στη βάση των όσων ο ίδιος γνωρίζει για τους Εναγόμενους 1 και 2, και ειδικότερα την οικονομική τους επιφάνεια, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν οικονομικά την Εναγόμενη 3 αν υπήρχε σχετική ανάγκη ή εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσαν, ευκόλως, να αποταθούν σε τράπεζα για να λάβουν σχετικό δάνειο. Όσον δε αφορά στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε ενημερώθηκε, κατά το 2009, από οποιονδήποτε εκ των Εναγόμενων για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, για την οποία έλαβε γνώση το 2012, όταν ενημερώθηκε από την Eναγόμενη 1, ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε το επίδικο ποσό έναντι της αγοράς του 50% των μετοχών της Εναγόμενης
  19. Eναγόμενη 1 Η Eναγόμενη 1, προώθησε τη δικογραφημένη της εκδοχή. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι, στα πλαίσια της γνωριμίας της με τον Ενάγοντα, ο τελευταίος εξέφρασε τη πρόθεσή του να αγοράσει το 50% της Eναγόμενης 3, για το οποίο συμφωνήθηκε ειδική συγκεκριμένη αντιπαροχή και δη το ποσό των €1.200.
  20. Με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας είναι Ρώσος και είχε συγκεκριμένες διασυνδέσεις με ομοεθνείς του, οι οποίοι ήταν, εν δυνάμει, οι καλύτεροι πελάτες της Εναγόμενης 3 - αφού ασχολείται με εμπόριο πολύτιμων αντικειμένων - συμφώνησε όπως αρχίσει η αγορά των μετοχών σταδιακά και σε κάποιο στάδιο να φτάσει μέχρι και το 50% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της. Περί το 2009, στη βάση αυτής της συναντίληψης, ο Ενάγοντας κατέβαλε το επίδικο ποσό, το οποίο και επωφελήθηκε καθ' ολοκληρία η Εναγόμενη
  21. Ακολούθως, ανέμενε τη σταδιακή καταβολή του τιμήματος αγοράς, ώστε στο τέλος να μεριμνήσει να μεταβιβαστούν στο όνομα του Ενάγοντα ή της όποιας εταιρείας που κατέβαλε τα χρήματα, το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Eναγόμενης
  22. Όταν δεν υπήρξε επιπρόσθετη πληρωμή, αναζήτησε από τον Ενάγοντα τις προθέσεις του και επέδειξε και πρόθεση, αν τούτος το επιθυμούσε, να προχωρήσει και σε μερική μεταβίβαση του αντίστοιχου, του καταβληθέντος ποσού, μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3, πλην όμως, ο Ενάγοντας έλεγε συνεχώς ότι η μεταβίβαση των μετοχών θα πρέπει να γίνει μετά που θα καταβληθεί ολόκληρο το τίμημα πώλησης. Περί το 2012, με έκπληξη της, πληροφορήθηκε ότι ο Ενάγοντας θεωρούσε ότι το επίδικο ποσό καταβλήθηκε υπό μορφή δανείου προς τους Εναγόμενους, και ότι απαιτούσε την αποπληρωμή του. Θεωρεί ότι η ενέργεια αυτή του Ενάγοντα, ήταν το αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων του, καθότι το 2012, λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην Κύπρο, η Εναγόμενη 3 επηρεάστηκε δυσμενώς, γεγονός, που προφανώς, οδήγησε τον Ενάγοντα στο να αλλάξει γνώμη για την επένδυση του σε αυτήν, και σκέφτηκε να προφασιστεί τον δανεισμό για να μπορέσει να απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων. Όσον δε αφορά στον ισχυρισμό του Ενάγοντα περί προσωπικού δανείου, απέρριψε τούτο και ισχυρίστηκε ότι οι σχέσεις των Εναγομένων 1 και 2, αλλά και της ίδιας, προσωπικά, με τον Ενάγοντα, δεν ήταν τέτοιες που να της επέτρεπαν να αποταθεί στον Ενάγοντα για να ζητήσει προσωπικό δάνειο. Εν πάση περιπτώσει, τον ουσιώδη για της παρούσα αγωγή χρόνο, δεν υπήρχε ανάγκη από τους Εναγόμενους 1 και 2, για δανεισμό, καθότι η προσωπική τους περιουσία, μπορούσε άμεσα να αποτελέσει τη βάση για την όποια χρηματοδότηση της Εναγόμενης
  23. Προέβαλε δε περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι, θεωρεί αδιανόητη την εκδοχή του Ενάγοντα, καθότι δεν θα ήταν λογικό να συνομολογηθεί προσωπικό δάνειο για ένα τόσο μεγάλο ποσό και να μην συνταχθούν και υπογράφουν σχετικά έγγραφα. Σε όλες τις περιπτώσεις που βρέθηκε αντιμέτωπη με τη θέση ότι η επίδικη συναλλαγή αφορούσε σε προσωπικό δάνειο του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους, επέμεινε στη θέση ότι ουδέποτε συζητήθηκε κατά το 2009 οτιδήποτε περί δανείου, και ότι, το μόνο που συζητήθηκε στα πλαίσια της καταβολής του επίδικου ποσού από πλευράς του Ενάγοντα, ήταν ότι τούτο καταβάλλεται έναντι της αγοράς του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Eναγόμενης
  24. Ερωτηθείσα, ειδικώς, για το ζήτημα της αξίας της Εναγόμενης 1, και κατά πόσο τούτη δικαιολογούσε την πώληση του 50% των μετοχών της για €1.200.000, δήλωσε ότι, τη δεδομένη στιγμή, η εταιρεία σκόπευε να ανοίξει κατάστημα στη Λεμεσό, είχε μεταφερθεί από την οδό Κλημέντος, στην οδό Στασικράτους στη Λευκωσία και διατηρούσε ακόμα καταστήματα, τόσο στο ξενοδοχείο Four Season στη Λεμεσό και στο ξενοδοχείο Anassa στην Πάφο. Αυτά, πάντα κατά την Εναγόμενη 1, μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντα για μελλοντική προοπτική, την οποία, προφανώς, ο Ενάγοντας συνυπολόγισε στην απόφασή του να αγοράσει το 50% των μετοχών της για το συγκεκριμένο ποσό. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, στην περίπτωση που θα σκόπευε να λάβει δάνειο, σίγουρα θα συμβουλευόταν τον ΜΥ1, τον οποίο πάντα συμβουλεύετε για τον προσωπικό της δανεισμό. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 και ΜΥ1 Τόσο ο ΜΕ2, όσο και ο ΜΥ1, δεν βοήθησαν, κατά τη γνώμη μου, με τη μαρτυρία τους, για να μπορούν να αποφασιστούν τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Αμφότεροι οι μάρτυρες δήλωσαν πλήρη άγνοια ως προς τις συνθήκες που έλαβε χώρα η επίδικη συναλλαγή το 2009, ενώ η όποια γνώση τους ως προς τα επίδικα γεγονότα, ήταν το αποτέλεσμα σχετικής πληροφόρησης που έλαβαν, ο πρώτος από τον Ενάγοντα, και ο δεύτερος, από την Εναγόμενη 1 κατά το
  25. Όσο δε αφορά σε θέματα της εμπειρογνωμοσύνης τους, και στον βαθμό που η σχετική μαρτυρία τους άπτεται του τρόπου που πρέπει να διαβάζονται οι οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας και της αξίας της, μολονότι δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι, και οι δύο ανέφεραν αληθής ισχυρισμούς ως προς το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης 3 για το 2008, εντούτοις, η μαρτυρία του ΜΕ2, υπολείπεται αναγκαίων λεπτομερειών και επεξηγήσεων, που παρατηρούνται στην αντίστοιχη μαρτυρία του ΜΥ
  26. Και εξηγώ. Οι όποιες σχετικές τοποθετήσεις του ΜΕ2, περιορίστηκαν στους μαθηματικούς υπολογισμούς που μπορούσαν ευκόλως και ευχερώς να γίνουν στη βάση του περιεχομένου των καταγραφών του σχετικού τεκμηρίου, και επί αυτής και μόνο της αποκλειστικής βάσης εκφράστηκε και η όποια θέση του ως προς την αξία, τη δεδομένη στιγμή, του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης
  27. Ελλείπουν, ωστόσο, από την συλλογιστική του μάρτυρα, αναφορές, προσδιοριστικές της όποιας, ενδεχομένως, δυναμικής τυχόν έχουν οι εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι δεν αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις, όπως η φήμη, πελατεία, μελλοντική προοπτική, διατήρηση καταστημάτων, χώρος έκθεσης προϊόντων κ.ο.κ., παράγοντες, στους οποίους αναφέρθηκε, με λεπτομέρεια, ο ΜΥ1, και ο οποίος παρείχε στο Δικαστήριο, εκείνα τα αναγκαία σχετικά εχέγγυα, κριτήρια και λεπτομέρειες που επιτρέπουν σχηματισμό κρίσης ότι οι παράγοντες αυτοί, υπέχουν τη δική του ανεξάρτητη σημασία κατά τον υπολογισμό της αξίας μιας εταιρείας. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που αφορά στο ζήτημα αυτό και μόνο, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΥ1, ήταν κατά πολύ πιο βοηθητική από αυτή του ΜΕ
  28. Όσον, τώρα, αφορά στην συνάντηση που έλαβε χώρα το φθινόπωρο του 2009 μεταξύ των διαδίκων, μολονότι στις αρχικές σχετικές αναφορές του ο ΜΕ2 αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες φράσεις που φέρεται να εκστόμισε ο Εναγόμενος 2, αλλά και στις περιστάσεις υπό τις οποίες έγιναν οι αναφορές αυτές, εντούτοις, στις μετέπειτα σχετικές αναφορές του, προωθήθηκαν ασαφείς και αβέβαιες σχετικές θέσεις, με αποτέλεσμα να κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του αυτή. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ2 - αφού προηγουμένως του υποδείχθηκε τι, σχετικώς, ανέφερε ο Ενάγοντας και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο, ο Eναγόμενος 2, κατά την αποχώρησή του από τη συγκεκριμένη συνάντηση, ανέφερε κάτι διαφορετικό - δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο η σχετική αναφορά του Εναγόμενου 2 να ήταν ως την ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας, τοποθέτηση, ωστόσο, που δεν συμβαδίζει με τη δική του αρχική, σχετική, εκδοχή. Επίσης ότι, στις τελευταίες σχετικές τοποθετήσεις του, δήλωσε έλλειψη μνήμης ως προς το τί αναφέρθηκε στην ρηθείσα συνάντηση. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις σχετικές αναφορές του. Ενάγοντας Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, θεωρώ ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων επί των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων. Οι σχετικές αναφορές του ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η συναλλαγή, που κατά τον ίδιο αποτελούσε έναν προσωπικό δανεισμό στους Εναγόμενους, χαρακτηρίζονται από γενικότητα, αοριστία, και σε κάποια σημεία τους συγκρούονται και με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Ήταν η συναφής, βασική, θέση του Ενάγοντα, ότι, ποτέ δεν συζητήθηκε οποιοδήποτε θέμα αγοράς μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3, και ότι τα επίδικα χρήματα καταβλήθηκαν με μόνο σκοπό τον προσωπικό δανεισμό των Εναγόμενων 1 και
  29. Προς τούτο, σε διαφορά σημεία της μαρτυρίας του, παρουσιάζει αμφότερους τους Εναγόμενους 1 και 2, να είναι τα πρόσωπα που ζητούν τον δανεισμό αυτό[5]. Ωστόσο, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του[6], κατονομάζεται μόνο η Εναγόμενη 1 ως πρόσωπο που προωθεί το σχετικό αίτημα προς τον ίδιο. Επίσης, ενώ πουθενά δεν αναφέρεται η Eναγόμενη 3 εταιρεία ως πρόσωπο, το οποίο, έστω μέσω αντιπροσώπων του, αποτάθηκε στον ίδιο για δανεισμό, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του, παρουσιάζει τούτην ως πρωτοφειλέτη του κατ' ισχυρισμόν δανείου. Ξενίζει ακόμα το γεγονός ότι, ενώ, κατά τον Ενάγοντα, το θέμα αγοράς του μετοχικού κεφαλαίου της Eναγόμενης 3, τέθηκε εντελώς αδικαιολόγητα και ανεδαφικά από πλευράς των Εναγομένων με μόνο σκοπό τούτοι να αποφύγουν τις ευθύνες τους για τον επίδικο προσωπικό τους δανεισμό, στην κατοχή του βρίσκονταν οι πρωτότυπες οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3 για το έτος
  30. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, αφενός, το τεκμήριο αυτό κατατέθηκε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, και καμία εξήγηση δόθηκε ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ήρθε στην κατοχή του και, αφετέρου, η καταβολή των χρημάτων έγινε την ακριβώς επόμενη της ετοιμασίας των καταστάσεων αυτών χρονιά, και δη το
  31. Επίσης, ο Ενάγοντας, στη προσπάθεια του να πείσει περί του ότι η επίδικη συναλλαγή αφορούσε σε δάνειο, προώθησε τον ισχυρισμό ότι, αν σκοπός του ήταν να αγοράσει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3, θα υπέγραφε συγκεκριμένα προς τούτο έγγραφα, ως μέρος της όλης συναλλαγής για να προστατεύσει τα συμφέροντά του. Ωστόσο, δεν προώθησε οποιονδήποτε πειστικό ισχυρισμό ως προς το πως διαφοροποιούνται οι δύο αυτές συναλλαγές (δάνειο, από τη μια, αγορά μετοχών, από την άλλη), ώστε στη μια περίπτωση να κρίνεται λογικό επόμενο η υπογραφή σχετικών συμφωνιών, ενώ στην άλλη όχι. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί, και τούτο προς περαιτέρω επίρρωση της ήδη ανωτέρω εκφρασθείσας κρίσης μου, ότι, στην γραπτή του δήλωση, παράγραφο 5, ο ίδιος, παρά τη σχετική βασική θέση του, αναφέρει «Είχαμε κάποιες συζητήσεις για το είδος των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, χωρίς όμως να συνάψουμε οποιαδήποτε εμπορική συμφωνία ή οποιανδήποτε επίσημη[7] συμφωνία είτε για την απόκτηση μετοχών, ή για την επένδυση στην εταιρεία της, ή για οποιαδήποτε άλλη εμπορική δραστηριότητα». Η θέση αυτή του μάρτυρα, και η ανάγκη της χρήσης της λέξης «επίσημη», δεν συμβαδίζει με τη βασική ανωτέρω σχετική τοποθέτησή του. Εξάλλου, και κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι, κατά την συνάντηση του φθινοπώρου του 2009, ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3, κάτι που δεν θα ήταν λογικό να συμβεί, αν, κατά τ' άλλα, ως ήταν η εκδοχή του Ενάγοντα, η συνάντηση αυτή έγινε με μόνο σκοπό να αποφασιστεί η μέθοδος αποπληρωμής του δανείου από τους Εναγόμενους 1 και
  32. Ακόμα, στο πρώτο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που απέστειλε, εκ μέρους του, ο ΜΕ2 προς την Εναγόμενη 1 (βλ. Τεκμήριο 5), μολονότι ζητά από την τελευταία να μεριμνήσει για την επιστροφή του επίδικου ποσού, εντούτοις δεν αναφέρεται σε οποιονδήποτε κατ' ισχυρισμό δάνειο, ούτε καν, υπό γενική, έστω, μορφή, στην αιτία που προκάλεσε την οφειλή. Με δεδομένο το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό αυτό ταχυδρομείο απεστάλη από τον ΜΕ2 κατ' εντολή και στη βάση σχετικής πληροφόρησης που έβαλε από τον Ενάγοντα, η λογική θέλει, αν όντως η εκδοχή του Ενάγοντα είναι ορθή, να αναφερόταν σε αυτό ότι η οφειλή προέκυψε από προσωπικό δανεισμό. Επιπροσθέτως, αν πραγματικά, ως η εκδοχή του Ενάγοντα, ήταν όρος της συμφωνίας δανείου να αποπληρωθεί το επίδικο ποσό εντός σύντομου χρόνου, πως δικαιολογείται η πρώτη γραπτή σχετική απαίτηση του ποσού να λάβει χώρα περί τους 33 μήνες μετά την καταβολή του[8]; Τέλος, αν η εκδοχή του Ενάγοντα, περί προσωπικού δανεισμού, είναι αληθής, γιατί στα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία που του απέστειλε η Εναγόμενη 1 για σκοπούς καταβολής του επίδικου ποσού (βλ. Τεκμήρια 1 και 2), τον ενημερώνει για αποσταλείσες ήδη παραγγελίες της Εναγόμενης 3, αλλά και για προϊόντα τα οποία δεν έχουν ακόμη αποσταλεί, καθώς επίσης και για τον χρόνο που αναμένεται τούτα να αποσταλούν και αναμένετε να γίνει η σχετική πληρωμή; Ποια η ανάγκη να γνωρίζει ο Ενάγοντας, ο οποίος δεν αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο στη σχετική ενημέρωση, ως προς τις παραγγελίες της Εναγόμενης 3 και την αναμενόμενη ημερομηνία παραλαβής τους; Επίσης, στο έτερο σχετικό ταχυδρομείο της Εναγόμενης 1 που αφορά στο πως θα καταβάλλονταν τα €200.000, γιατί νιώθει την ανάγκη να τον ενημερώσει ότι αυτά αφορούν στο κατάστημα; Ποια η ανάγκη να δοθεί η σχετική πληροφόρηση, στην οποία, και πάλι, ο Ενάγοντας δεν αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο αν, απλώς, με την αποστολή των συγκεκριμένων ποσών δάνειζε τους Εναγόμενους 1 και 2 προσωπικά, οι οποίοι θα έπρεπε να του τα επιστρέψουν σε σύντομο χρόνο; Είναι στη βάση όλων των πιο πάνω που κρίνω, ότι, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Ενάγοντα για να καταλήξω σε ασφαλή κρίση ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη συναλλαγή, αλλά και την ιδιότητα της Εναγόμενης 1 υπό την οποία ενεργούσε για σκοπούς υπόδειξης του τρόπου καταβολής του επίδικου ποσού. Eναγόμενη 1 Ούτε η μαρτυρία της Eναγόμενης 1 κρίνω ότι ήταν βοηθητική για το ζητούμενο. Και αυτής η μαρτυρία παρουσιάζει ουσιώδης αντιφάσεις και αδυναμίες που την καθιστούν ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων. Ενδεικτικά, της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου, είναι τα ακόλουθα: Αποτελεί κοινό τόπο, ότι, τον Φεβρουάριο του 2012, ο Ενάγοντας απέστειλε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς αυτή και για πρώτη φορά, γραπτώς, της ζητά την επιστροφή του επίδικου ποσού, το οποίο χαρακτηρίζει ως ποσό που δάνεισε προς την ίδια και τον Εναγόμενο
  33. Παραταύτα, η Eναγόμενη 1, δεν απάντησε οτιδήποτε στο ηλεκτρονικό αυτό ταχυδρομείο, ούτε έδωσε την όποια δίκη της εκδοχή. Η πρώτη φορά που η Εναγόμενη 1 προέβαλε τον ισχυρισμό περί συνομολόγησης σύμβασης αγοράς συγκεκριμένου ποσοστού των μετοχών της Εναγόμενης 3, ήταν στις 3 Σεπτεμβρίου 2012 και αυτό σε σχετική απάντησή της σε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που της απέστειλε ο ΜΕ
  34. Καμία εξήγηση δεν έδωσε γιατί άφησε αναπάντητο το προ εξαμηνίας ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Ενάγοντα. Επίσης, η πρώτη φορά που αναφέρθηκε, γραπτώς, σε συγκεκριμένο αντίτιμο για την κατ' ισχυρισμόν αγορά των μετόχων της Εναγόμενης 3, ήταν με την επιστολή των συνήγορων της, ημερομηνίας 11 Μαρτίου 2013 (Τεκμήριο 8). Ενώ στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, υπάρχει ρητή παραδοχή ότι το επίδικο ποσό καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα, εντούτοις με τη μαρτυρία της προσπάθησε να αποπροσανατολίσει και να φέρει στο προσκήνιο το γεγονός ότι τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό της Eναγόμενης 3 και κάποιας άλλης εταιρείας, από μια άλλη τρίτη εταιρεία, για την οποία, δήθεν, δεν γνώριζε οτιδήποτε. Ωστόσο, προκύπτει αβίαστα από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία αναγνώρισε και η ίδια, ότι, ήταν γνώστης του γεγονότος ότι, η εν προκειμένω μεταφορά των χρημάτων έγινε από εταιρεία και όχι από τον Ενάγοντα, πριν την καταχώρηση του δικογράφου της Υπεράσπισης. Ήταν ξεκάθαρο, κατ' εμένα, καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενώπιόν μου, ότι η προσπάθεια της Εναγόμενης 1, ήταν να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι ο Ενάγοντας παραδέχθηκε ότι τα χρήματα απεστάλησαν μέσω κάποιας τρίτης εταιρείας, και τούτο, με σκοπό να αναδείξει, ως επιπρόσθετη υπεράσπιση, ότι δεν νομιμοποιείται ο Ενάγοντας να προωθεί την παρούσα αγωγή, παρά τη σχετική σαφή αντίθετη δικογράφησή της. Ενδεικτική της προσπάθειας της να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο, ήταν και η αναφορά της ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει γιατί καταβλήθηκαν οι €39.000 προς την εταιρεία La Montre Hermes SA, αφήνοντας, αρχικώς, να νοηθεί ότι για την πληρωμή αυτή δεν είχε οποιαδήποτε γνώση. Όταν ακολούθως της υπεδείχθη, επί των σχετικών τεκμηρίων 1, 2 και 3, ότι η πληρωμή αυτή έγινε κατόπιν δικής της εντολής και υπόδειξης, άλλαξε στάση και παραδέχθηκε τη σχετική γνώση της, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ως προς το γιατί αρχικά ισχυρίστηκε ότι τελούσε υπό άγνοια. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, βρισκόμενη αντιμέτωπη, κατά την αντεξέτασή της, με την θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι, η αξία του 50% των μετοχών της Εναγόμενης 3, δεν μπορεί να ανέρχεται στο €1.200.000, ισχυρίστηκε ότι για το θέμα αυτό, είχε λάβει και τη γνώμη από τον ΜΥ
  35. Υπενθυμίζω, ωστόσο, ότι, τόσο ο ΜΥ1, αλλά και η ίδια η Εναγόμενη 1, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, δήλωσαν ρητώς ότι, ο ΜΥ1, δεν γνώριζε οτιδήποτε για τη επίδικη συναλλαγή κατά το έτος 2009, και ότι τη μόνη σχετική πληροφόρηση, την έλαβε το 2012, μετά που ανταλλάχθηκε η αλληλογραφία του ΜΕ2 με την Eναγόμενη
  36. Παρά τις πιο πάνω αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, οφείλω, να ομολογήσω ότι, στη βάση των σχετικών τοποθετήσεών τους που δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά και του περιεχομένου των τεκμηρίων που κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια ότι, πριν την καταβολή του επίδικου ποσού, μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, τουλάχιστον, συζητήθηκε το ενδεχόμενο συνεργασίας των δύο στα πλαίσια των εμπορικών δραστηριοτήτων της Εναγόμενης
  37. Ωστόσο, το εν προκειμένω μαρτυρικό υλικό δεν μπορεί να αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να καταλήξω με ασφάλεια στη κατάληξη των συζητήσεων αυτών, ούτε και στην ακριβή αντίληψη των ενδιαφερομένων κατά των χρόνο της καταβολής του επίδικου ποσού. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη συναλλαγή και δη αν τα χρήματα, που όντως κατέβαλε ο Ενάγοντας, και ουδέποτε του επεστράφησαν, ήταν στα πλαίσια σύμβασης προσωπικού δανείου προς τους Εναγόμενους, ως αυτός αιτιάται, ή για οποιονδήποτε άλλον σκοπό. Ωστόσο, μπορώ, ως σημείωσα ανωτέρω, να καταλήξω με ασφάλεια ότι, μεταξύ της Eναγόμενης 1 και του Ενάγοντα, συζητήθηκε, προ της καταβολής του επίδικου ποσού, ενδεχόμενο συνεργασίας τους στα πλαίσια των εμπορικών δραστηριοτήτων της Eναγόμενης
  38. Κατά συνέπεια, αποτελεί εύρημά μου ότι, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας κατέβαλε, κατά τον Μάιο του 2009, το επίδικο ποσό προς όφελος της Eναγόμενης 3, αφού από αυτό, το μεγαλύτερο μέρος του (€200.000), κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας, ενώ το υπόλοιπο (€39.062,30), σε εταιρεία, η οποία παρουσιάστηκε ως προμηθεύτρια της, προς την οποία όφειλε το συγκεκριμένο ποσό έναντι εμπορευμάτων που είχαν ήδη αποσταλεί σε αυτήν. Επίσης, καταλήγω, ως εξάλλου ανέφερα και στα αρχικά στάδια της παρούσας, ότι ουδέποτε στον Ενάγοντα επιστράφηκε το ποσό αυτό ή καθ' οιονδήποτε τρόπο έχει λάβει οποιανδήποτε αντιπαροχή σε σχέση με αυτό. Νομική Πτυχή Όπως είναι επαρκώς νομολογημένο, το Δικαστήριο, εκεί που κρίνει τούτο δίκαιο, διατηρεί εξουσία να παρέχει θεραπεία που δικαιολογείται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης, ακόμα και στην περίπτωση που ελλείπει δικογράφηση της ορθής σχετικής νομικής βάσης (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian

(1992)1 Α Α.Α.Δ. 400 και Μελίνα Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd Πολ. Εφ. 310/2011, απόφαση ημερομηνίας 21, Μαρτίου 2017). Στην The Philips College (ανωτέρω), η εκεί Ενάγουσα επιζητούσε απόφαση στη βάση αποκλειστικά του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, αφού έκρινε ότι στη βάση της ενώπιον του προσκομισθείσας μαρτυρίας οι Εναγόμενοι δεν είχαν πλουτίσει αδικαιολόγητα. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη δίκη και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εκεί Ενάγουσας για το απαιτούμενο ποσό στη βάση διάρρηξης σύμβασης παρά την απουσία σχετικής δικογράφησης. Έπραξε τούτο, στη βάση των αρχών της Kennedy (ανωτέρω), αφού προηγουμένως έκρινε ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονταν στο σχετικό δικόγραφο της Ενάγουσας επέτρεπαν την απόδοση της συγκεκριμένης θεραπείας. Ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στην υπόθεση Ιωαννίδη κ.α. v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Πολ. ΄Εφ. 80/2013, απόφαση ημερομηνίας 13.01.2020, ECLI:CY:AD:2020:A11, με παραπομπή στη υπόθεση Ζένιος Λτδ v. Touch Properties and Investments Ltd, Πολ. Έφ. 484/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.06.2019, ECLI:CY:AD:2019:A225, σημειώθηκαν τα εξής: «Στην πρόσφατη απόφαση xxx Ζένιος Λτδ ν. Touch Properties and Investments Ltd Π.Ε.484/12 ημερ.10.6.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η νομική υπόσταση της αξίωσης για αποζημιώσεις στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού εδράζεται επί του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149. Το άρθρο αυτό προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση έξω και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο 70 ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution). Προς αποκατάσταση ο πλουτισμός πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι αδικαιολόγητος (βλ. Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.ά.
(2012)1 (Β) Α.Α.Δ. 1711. Στην υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν. xxx Κακαβού, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολ. Εφ. 278/2010, ημερ. 15/10/2015 αναφέρθησαν τα εξής ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό: «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ.Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. Manson Investments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-1330.» Η βασική αρχή που εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι μια αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος με έξοδα του ενάγοντα (βλ. Benedetti v. Sawiris
(2013)3 WLR 351)." Κατά συνέπεια στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής τα Άρθρα 65 και 77(Ι)[2] του ΚΕΦ. 149, ως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εφεσειόντων, προκειμένου να επιτύχει η Ανταπαίτηση τους, για τον απλούστατο λόγο ότι εδώ σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ των Εφεσιβλήτων ή ενός εκ των Εφεσειόντων. Επίσης, με δεδομένη την αποτυχία των Εφεσειόντων να αποδείξουν οιονδήποτε όφελος που κατ' ισχυρισμόν απεκόμισε αδικαιολόγητα η πλευρά των Εφεσίβλητων δεν μπορούσε να αποδοθεί οιονδήποτε ποσό σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού[9].» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν τα επίδικα ζητήματα στο νομικό πλαίσιο που τα διέπει Στη βάση των ανωτέρω τελικών ευρημάτων μου, αλλά και των αρχών που αναγνωρίστηκαν στη σχετική με το ζήτημα νομολογία (βλέπε The Philips College και Kennedy (ανωτέρω)), κρίνω ότι, οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί του Ενάγοντα, του επιτρέπουν να λάβει θεραπεία, υπό μορφή αποκατάστασης, από την Eναγόμενη 3 στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και τούτο, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι δεν προβάλλεται μια τέτοια νομική βάση στο δικόγραφό του. Κρίνω, συναφώς, ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι η Εναγόμενη 3 έχει επωφεληθεί αδικαιολόγητα από το επίδικο ποσό, χωρίς να παρέχει οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς τον Ενάγοντα, θα πρέπει να το επιστρέψει προς αποκατάσταση της σχετικής αδικίας. Με δεδομένη την αδυναμία του Δικαστηρίου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προ τις συνθήκες υπό τις οποίες καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα το επίδικο ποσό, ο τελευταίος απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι, ως αποτελεί, εξάλλου, κοινό τόπο, δεν επωφελήθηκαν, προσωπικώς, το επίδικο ποσό. Από την άλλη, αμφότεροι ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αξιωματούχοι ή μέτοχοι ή αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 3, η οποία και επωφελήθηκε από το επίδικο ποσό, με την όποια εμπλοκή τους, να μην μπορεί, στη βάση των ανωτέρω τελικών ευρημάτων, να απογαλακτιστεί ή αποσυνδεθεί από αυτή τους την ιδιότητα. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Eναγόμενης 3 για το ποσό των €239.000[10], με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού, από την καταχώρηση της αγωγής[11]. Όσον δε αφορά στους Εναγόμενους 1 και 2 η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, με δεδομένη την κοινή εκπροσώπηση των Εναγομένων από τον συνήγορό τους, από την μια, και την επιτυχία του Ενάγοντα να επωμίσει ευθύνη μόνο στην Εναγόμενη 3 και όχι στους Εναγόμενους 1 και 2, από την άλλη, τούτα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα κατά 2/3, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 3, και μειωμένα κατά 1/3, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 (ένα σετ) και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.) ............... Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αποτελεί κοινό τόπο των μερών ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν οι μόνοι μέτοχοι της Εναγόμενης 3. [2] Πρόκειται για τον Εναγόμενο 2. [3] Ο μάρτυρας ανέφερε ότι του παραδόθηκαν οι οικονομικές το καλοκαίρι του 2012, ενώ τοποθετεί την συνάντηση των μερών περί τα τέλη του Οκτώβρη του 2012. [4] Το κατ' ισχυρισμό τίμημα πώλησης του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3. [5] Σχετικές είναι οι αναφορές του στην γραπτή του δήλωση, καθώς επίσης και οι σχετικές αναφορές στα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία που απέστειλε ο ΜΕ2 προς την Εναγόμενη 1. [6] Σχετικές είναι οι αναφορές του κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του. [7] Η υπογράμμιση δική μου. [8] Τα χρήματα καταβλήθηκαν τον Μάιο του 2009 και η πρώτη γραπτή απαίτηση για επιστροφή τους έγινε τον Φεβρουάριο του 2012. [9] Υπογράμμιση δική μου. [10] Αυτή είναι η σχετική δικογράφηση του αιτητικού της αγωγή, και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αποδοθούν τα επιπρόσθετα χρήματα (€62,30), που όντως καταβλήθηκαν. [11] Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή επαρκής δικαιολογία γιατί η αγωγή καταχωρήθηκε με τόση καθυστέρηση απ' όταν επεσυνέβησαν τα επίδικα γεγονότα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.