Γεώργιου Χρυσάνθου ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: Ειδικό Μητρώο 13/2021, 6/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: Ειδικό Μητρώο 13/2021 Μεταξύ: Γεώργιου Χρυσάνθου Ενάγοντα -και- Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Συμεών Μάτσης Χριστόδουλος Ιωαννίδης Γεώργιος Παπαθεοδώρου Εναγομένων Ημερομηνία: 06 Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Κος. Καύκαρος Για Εναγόμενη 1: Κος. Κορφιώτης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή[1], ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1[2] για το ποσό των €122.078,53, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού και έξοδα. Είναι η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα, ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εργοδοτείτο στην Εναγόμενη 1[3] (στο εξής «η Εναγόμενη»), κατέχοντας υψηλή θέση. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ένεκα των γνωστών γεγονότων του Μαρτίου του 2013 και των προβλημάτων που προκλήθηκαν στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ως η Εναγόμενη, η τελευταία προώθησε σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης με σκοπό να περιορίσει τις ζημιές της. Ο Ενάγοντας, στη βάση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, της ηλικίας του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και γιατί θεωρούσε την Εναγόμενη υπεύθυνη για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για πρόωρη αποχώρηση από την υπηρεσία της. Υπέβαλε τη συγκεκριμένη αίτηση, στα πλαίσια της οποίας, ωστόσο, δεν περιόρισε την απαίτηση του μόνο στην προνοούμενη από το συγκεκριμένο σχέδιο αποζημίωση, αλλά ζήτησε, επιπροσθέτως, να του καταβληθεί και αποζημίωση, στη βάση των Κανονισμών Κατοχύρωσης του Ταμείου Προνοίας της Εναγόμενης, για παραίτηση λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Η αίτηση του εξετάστηκε από την Επιτροπεία της Εναγόμενης και εγκρίθηκε στο σύνολο της. Παρά ταύτα, όταν ακολούθως απαίτησε την καταβολή της εγκριθείσας αποζημίωσης, ως η αίτηση του, η Εναγόμενη αρνείτο να του καταβάλει τούτην και τελικά, στη βάση νέας απόφασης των νέων μελών της Επιτροπείας της Εναγόμενης, ενημερώθηκε ότι η τελευταία σκοπεύει να τον αποζημιώσει μόνο με την αποζημίωση που προνοείτο στο σχέδιο της εθελούσιας αποχώρησης ή μόνο με την αποζημίωση που προνοείτο στους Κανονισμούς για τα προβλήματα υγείας, όποια εξ' αυτών ήταν μεγαλύτερη. Ως προς δε την αποζημίωση που του προτάθηκε για την εθελούσια αποχώρησή του, τούτη υπολογίστηκε επί χαμηλότερου, από όσο ό ίδιος θεωρεί ότι δικαιούτο, ποσοστού επί του μέσου όρου των μηνιαίων απολαβών του κατά τη διάρκεια των τελευταίων 36 μηνών της υπηρεσίας του. Ο Ενάγοντας διαφώνησε με τη τελευταία απόφαση της Εναγόμενης και συνέχισε να απαιτεί την καταβολή της αποζημίωσης, ως αυτή εγκρίθηκε από την Επιτροπεία της, απαιτώντας, στην ουσία, να του καταβληθεί αποζημίωση για την εθελούσια αποχώρησή του, ίση με το 18% του μέσου όρου των μηνιαίων απολαβών του κατά τη διάρκεια των τελευταίων 36 μηνών της υπηρεσίας του (και όχι στο χαμηλότερο ποσοστό που εφάρμοσε η Εναγόμενη), καθώς επίσης και αποζημίωση για την παραίτησή του για αποδεδειγμένους σοβαρούς λόγους υγείας. Μεσούσης της διαφωνίας αυτής των δύο πλευρών, ο Ενάγοντας, έλαβε από την Εναγόμενη την αποζημίωση που η τελευταία δεχόταν να του καταβάλει, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του να αποταθεί δικαστικώς για να διεκδικήσει την υπόλοιπη αποζημίωση που κατά τον ίδιο δικαιούται. Είναι αυτήν την αποζημίωση που διεκδικεί μέσω της παρούσας αγωγής. Η Εναγόμενη, δικογραφικά (μέσω της Υπεράσπισης της), αρνείται στην ουσία τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η Επιτροπεία της ενέκρινε την αίτηση του. Προβάλλει τη σχετική θέση ότι, πέραν της όποιας εγκρίσεως της Επιτροπείας της, για να νομιμοποιείται ο Ενάγοντας να απαιτεί να λάβει αποζημίωση στη βάση εγκριθείσας αίτησής του, θα έπρεπε η σχετική του αίτηση να εγκριθεί και από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, η οποία ήταν και η νομική οντότητα που εξήγγειλε το σχέδιο για την εθελούσια αποχώρηση υπαλλήλων από τα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα και όχι μόνο από την Επιτροπεία της Εναγόμενης. Μέσω της Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη δεν αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, πλην όμως προβάλλει τη θέση ότι, ενόψει της μη εγκρίσεως της αιτήσεως και από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, είχε το δικαίωμα η Επιτροπεία της, στα πλαίσια νέας απόφασης της, μετά την αλλαγή των μελών της, να μεταβάλλει την προγενέστερη τοποθέτηση της και να ενημερώσει τον Ενάγοντα ότι δεν νομιμοποιείται να απαιτεί αποζημιώσεις τόσο μέσω του σχεδίου εθελούσιας αποχώρησης, όσο και για τα προβλήματα υγείας. Τέλος, ως έχει η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης, κατά το 2016, και δη σε χρόνο μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, στον Ενάγοντα καταβλήθηκε το χρηματικό ποσό των €165.000, προς πλήρη διευθέτηση τόσο της παρούσας αγωγής, όσο και της αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας[4], με αποτέλεσμα να κωλύεται πλέον να προωθεί την παρούσα. Για σκοπούς απόδειξης της αγωγής, ο Ενάγοντας κατέθεσε διά ζώσης, ενόρκως, χωρίς να παρουσιάσει οποιονδήποτε άλλον μάρτυρα. Από πλευράς Εναγόμενης, παρουσιάστηκαν δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα η Άντρη Μαρκαρή, (ΜΥ1) και η Γεωργία Δανού (ΜΥ2). Προτού προχωρήσω και παραθέσω, έστω με συνοπτικό τρόπο, την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία, κρίνω σημαντικό, ευθύς αμέσως, να παραθέσω εκείνα τα γεγονότα που αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, καθώς επίσης και να αναδείξω τα ουσιώδη επίδικα, υπό αμφισβήτηση, ζητήματα, ώστε η όποια παράθεση της ενώπιον μου μαρτυρίας, αλλά και η μετέπειτα αξιολόγηση της να επικεντρωθεί σε αυτά. Ως αβίαστα προκύπτει, τόσο δικογραφικά, όσο και από τις ενώπιον του Δικαστηρίου αναντίλεκτες θέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, καθώς επίσης και από τις κοινές τοποθετήσεις των συνηγόρων τους κατά τη διάρκεια της ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, τρία είναι τα ουσιώδη υπό αμφισβήτηση ζητήματα: πρώτον, κατά πόσο η Αίτηση του Ενάγοντα, ως αυτή υπεβλήθη στις 17.03.2014, όντως εγκρίθηκε, και αν ναι, αν η έγκριση αφορούσε όλες τις απαιτούμενες μέσω της αποζημιώσεις, δεύτερο, στη περίπτωση που το ανωτέρω ερώτημα απαντηθεί καταφατικά, κατά πόσο επιτρεπόταν στην νέα Επιτροπεία της Εναγόμενη να μεταβάλει την έγκριση αυτή και τρίτο, το κατά πόσο, με την καταβολή, κατά το 2016, από την Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα προς τον Ενάγοντα του χρηματικού ποσού των €165.000, διευθετήθηκε και η παρούσα αγωγή, ώστε ο τελευταίος να μην νομιμοποιείται να την προωθεί. Ο λόγος που στην ουσία αυτά παραμένουν ως βασικά επίδικα ζητήματα, είναι γιατί, ουδείς αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας πληρούσε τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί στο σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης, όπως επίσης και ουδείς αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας που δικαιολογούσαν τον τερματισμό της υπηρεσίας του και την καταβολή σε αυτόν αποζημιώσεων στη βάση των προνοιών των σχετικών Κανονισμών της Εναγόμενης. Επίσης, αποτελεί κοινό τόπο ότι, όντως, ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση για εθελούσια αποχώρηση μέσω της οποίας ζήτησε αποζημίωση στη βάση του σχετικού σχεδίου, αλλά και στη βάση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, καθώς επίσης και ότι η αίτηση του αυτή εξετάστηκε, στις 18/04/2014, από την τότε Επιτροπεία της Εναγόμενης[5], η οποία έθεσε επί της αιτήσεως, ως ένδειξη του αποτελέσματος του ελέγχου της, συγκεκριμένη σφραγίδα στην πάνω δεξιά πλευρά της πρώτης σελίδας τούτης με τίτλο "ΕΝΕΚΡΙΘΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ", στην οποία σφραγίδα έθεσε, κάθε μέλος της, την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη αυτή. Ακόμα, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, και ειδικότερα τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν, προκύπτει αβίαστα ότι και η ίδια η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, η οποία παρουσιάστηκε, από πλευράς της Εναγόμενης, ως το νομικό πρόσωπο, που, στην ουσία, είχε, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, υπό τον πλήρη έλεγχο της, την τελευταία, θεωρούσε, ενδοτμηματικά, ότι λειτουργός της Εναγόμενης που επιθυμούσε να ενταχθεί στο σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης θα μπορούσε να λάβει σωρευτική αποζημίωση, τόσο στη βάση του εν λόγω σχεδίου, όσο και για τα προβλήματα υγείας που τυχόν αντιμετώπιζε, νοουμένου ότι τα προβλήματα αυτά ήταν τέτοιας φύσεως που με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς της Εναγόμενης, θα του επέτρεπαν να λάβει γι' αυτά αποζημίωση, καθώς επίσης και ότι, η αποζημίωση στην οποία δικαιούτο για την εθελούσια αποχώρηση του ανερχόταν στο 18% του μέσου όρου των μηνιαίων απολαβών του κατά τη διάρκεια των τελευταίων 36 μηνών της υπηρεσίας του ανεξαρτήτως της ηλικίας του κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του (βλέπε Τεκμήριο 7). Ωστόσο, δεν κρίνω απαραίτητο στο σημείο αυτό να αποφανθώ επί των πρώτων δύο, ανωτέρω, επιδίκων ζητημάτων. Κάτι τέτοιο θα γίνει, αν και εφόσον κριθεί ότι η Υπεράσπιση της Εναγόμενης περί κωλύματος του Ενάγοντα να προωθεί την παρούσα αγωγή λόγω συμβιβασμού της κατά το έτος 2016, αποτύχει. Και τούτο γιατί, αν η Εναγόμενη επιτύχει στην Υπεράσπιση του κωλύματος, η όποια προγενέστερη κρίση μου επί των πρώτων δύο επιδίκων ζητημάτων, θα υπέχει μόνο ακαδημαϊκής σημασίας. Εν πάση περιπτώσει, όλη η μαρτυρία που αφορά στις συνθήκες υποβολής της αίτησης του Ενάγοντα, τον Μάρτη του 2014, της εξέτασης της από την Επιτροπεία της Εναγόμενης, τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, την αντίληψη υπό την οποίαν τελούσαν, ενδοτμηματικά, η Εναγόμενη ως προς το δικαίωμα του Ενάγοντα να απαιτεί αποζημιώσεις τόσο μέσω της εθελούσιας αποχώρησης του, όσο και για τα προβλήματα υγείας, αλλά και το ύψος της αποζημίωσης στη οποία δικαιούτο για την εθελούσια αποχώρησή του, αποτελούν κοινό τόπο ενώπιον του Δικαστηρίου και για τη μαρτυρία αυτήν, δεν χρειάζεται στην ουσία η οποιαδήποτε αξιολόγηση, και τούτο παρά τις οποιεσδήποτε τυχόν εκφρασθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου γνώμες των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν. Επί τούτου, απλά να σημειώσω ότι, οι όποιες γνώμες εκφράστηκαν από τους μάρτυρες, αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα επί κοινώς αποδεκτών γεγονότων, και ειδικότερα το κατά πόσο ο Ενάγοντας, στη βάση του νομικού πλαισίου που διέπε τον τερματισμό της υπηρεσίας του, δικαιολογημένα απαιτούσε τη συγκεκριμένη αποζημίωση και για τους δύο λόγους που αναφέρονταν στην αίτησή του, και δικαιολογημένα ζητούσε μεγαλύτερο ποσό αποζημίωσης για την εθελούσια αποχώρησή του, από ότι η Εναγόμενη του κατέβαλε, και δη ζήτημα που μόνο το Δικαστήριο επιτρέπεται να επιλύσει (στη βάση, αφενός της εγκρίσεως ή μη της αίτησής του και αφετέρου των προνοιών των Κανονισμών της Εναγόμενης που τύγχαναν εφαρμογής κατά τον χρόνο εξέτασής της) και για τα οποία δεν είναι επιτρεπτό από οποιονδήποτε μάρτυρα να εκφράσει γνώμη[6], πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μάρτυρες οι οποίοι δεν έχουν θέσει καν σχετικό υπόβαθρο που θα τους επέτρεπε να εκφράσουν σχετική νομική γνώμη. Κατά τα λοιπά, επί των γεγονότων που περιβάλλουν το ζήτημα αυτό, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια, θα προχωρήσω αμέσως και θα παραθέσω τη σχετική με τα γεγονότα του 2016 μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ακολούθως θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της. Ο Ενάγοντας ως προς τα γεγονότα του 2016, ισχυρίστηκε ότι, ενώ εκκρεμούσαν τόσο η παρούσα αγωγή όσο και η αγωγή υπ' αριθμόν 4378/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μέσω του συνηγόρου του, στα πλαίσια της επιμονής του να πείσει τα αρμόδια τμήματα της Εναγόμενης αλλά και της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας ότι δικαιούτο σε αποζημιώσεις σε σχέση με την αγωγή υπ' αριθμόν 4378/2014, απέστειλε διάφορα σχετικά γραπτά αιτήματα, με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της. Ως αποτέλεσμα της προσπάθειάς του αυτής, ζητήθηκε από τον ίδιο και τον δικηγόρο του όπως επισκεφθούν συγκεκριμένο τμήμα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Στα πλαίσια αυτά, επισκέφθηκαν το γραφείο της ΜΥ2, την οποίαν και αντίκριζε για πρώτη φορά στη ζωή του, όπου και συνομίλησε μαζί της. Εκεί δε, ενημερώθηκε ότι η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, αποφάσισε να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των €165.000 πλέον €5.000 δικηγορικά έξοδα για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της ρηθείσας αγωγής, με αποτέλεσμα να παραμείνει στον χώρο εν αναμονή της έκδοσης των συγκεκριμένων επιταγών. Σε κάποιο σημείο του παραδόθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές και αφού ενημέρωσε σχετικά τον δικηγόρο του, ανταλλάγησαν συγκεκριμένα έγγραφα μεταξύ του τελευταίου και των δικηγόρων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, και ακολούθως οι συνήγοροι εμφανίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αποσύρθηκε η εν λόγω αγωγή ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Ήταν η, επί τούτου, θέση του Ενάγοντα, ότι, καθ' όλην την προσπάθεια αυτήν, ήταν ξεκάθαρο τόσο στον ίδιο, όσο και στη ΜΥ2, αλλά και την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα που εκπροσωπούσε η τελευταία, ότι η συγκεκριμένη διευθέτηση αφορούσε μόνο την αγωγή υπ' αριθμόν 4378/2014 και όχι την υπό εξέταση αγωγή. Προς τούτο δε στα πλαίσια της μαρτυρίας του, καταχώρησε ως Τεκμήριο 21, εσωτερικό σημείωμα που ετοίμασε η ΜΥ2 και απευθυνόταν προς τον Γενικό Διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, υποδεικνύοντας τη σχετική αναφορά στο «Θέμα» του εν λόγω σημειώματος, καθώς επίσης και επιπρόσθετα σημεία από το περιεχόμενο του, προς υποστήριξη της θέσης του και ότι και η ΜΥ2, αλλά και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, γνώριζαν ότι η προσφορά της τελευταίας προς τον Ενάγοντα του χρηματικού ποσού των €165.000, καθώς και €5.000 δικηγορικά έξοδα, γινόταν με μόνο σκοπό τον συμβιβασμό της αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014 και όχι και της παρούσας αγωγής. Είναι δε στη βάση αυτού του δεδομένου, που όταν και εφόσον έλαβε τις σχετικές επιταγές το 2016, οι οδηγίες που έδωσε στον συνήγορο του ήταν απλά να αποσύρει την αγωγή υπ' αριθμόν 4378/2014 και όχι και την παρούσα, την οποίαν και σκόπευε να προωθήσει ως και έπραξε, αφού δεν ήταν μέρος του συμβιβασμού. Τόσο η ΜΥ1, όσο και η ΜΥ2, υποστήριξαν ότι οι επιταγές των €165.000 και €5.000, δόθηκαν προς πλήρη διευθέτηση όλων των διαφορών του Ενάγοντα με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, αλλά και την Σ.Π.Ε. Στροβόλου ΛΤΔ, και ότι στην ουσία, κάλυπταν τις επίδικες διαφορές τόσο της αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014, όσο και της παρούσας αγωγής. Κρίνω φυσικά σημαντικό να σημειώσω ότι, παρά τις αρχικές απόλυτες σχετικές τοποθετήσεις της ΜΥ1, ακολούθως, όταν και αντεξετάστηκε, επισταμένως, επί τούτων, αποδέχθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με λεπτομέρεια τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο συμβιβασμός και ότι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να ρωτηθεί και να απαντήσει επί τούτων, ήταν η ΜΥ2. Ειδικότερα τώρα με τη ΜΥ2, αυτή ισχυρίστηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μολονότι γνώριζε περί της εκκρεμότητας και της παρούσας αγωγής, θεώρησε ότι τα επίδικα ζητήματα της, ήταν όμοια με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι, κατά το 2016, αν και δεν είχε ακόμα απορροφηθεί η Εναγόμενη από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, εντούτοις η τελευταία ασκούσε πλήρη έλεγχο επί της Εναγόμενης και η όποια απόφαση αφορούσε σε αυτήν, θα έπρεπε να λαμβάνεται από αυτή. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, σε κάποια στιγμή, της απεστάλη από τον διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας αντίγραφο της επιστολής των συνηγόρων του Ενάγοντα, με χειρόγραφη σημείωση του πρώτου, όπως η ίδια επιληφθεί του αιτήματος του τελευταίου. Υπέδειξε προς τούτο, τη χειρόγραφη σημείωση επί της πρώτης σελίδας του Τεκμηρίου 23.1 στο οποίο καταγράφεται από τον Γενικό Διευθυντή της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας "Να το δει η Γεωργία[7] [...]". Ήταν η περαιτέρω, σχετική πάντα, θέση της ότι, ο Γενικός Διευθυντής της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, της ανέφερε ότι δεχόταν υπερβολικές πιέσεις από διάφορους «κομματικούς» όπως επιληφθεί των συγκεκριμένων παραπόνων του Ενάγοντα, ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο και της ζήτησε όπως προχωρήσει άμεσα στην εξέταση των παραπόνων του, ως αυτά αναδύονταν από την επιστολή του δικηγόρου του (Τεκμήριο 23.1) και τον ενημερώσει για οποιανδήποτε πρόταση που θα μπορούσε η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα να υποβάλει στον Ενάγοντα για εξώδικη διευθέτηση. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, με βάση το περιεχόμενο της επιστολής των συνηγόρων του Ενάγοντα (Τεκμήριο 23.1), εξέτασε το αίτημα του Ενάγοντα, το οποίο, ως επί το πλείστο, αφορούσε τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και όχι της αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014. Υπέδειξε προς τούτο, ότι τα εκεί αναφερόμενα παράπονα του Ενάγοντα εστιάζονταν στην αποζημίωση που δικαιούτο να λάβει στα πλαίσια της αφυπηρέτησης του, τόσο για την παραίτησή του λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, όσο και στη βάση της εθελούσιας αποχώρησης του, αλλά και των Κανονισμών του Ταμείου Προνοίας. Είναι αυτές τις θέσεις που συνυπολόγισε, και αφού είχε υπόψη τον συγκεκριμένο, σχετικό με τα θέματα αυτά, χειρόγραφο υπολογισμό αποζημίωσης που της παρέδωσε ο ίδιος ο Ενάγοντας στη συνάντηση τους (τον οποίον αναγνώρισε ως το παράρτημα Β που επισυνάπτεται στο εσωτερικό της σημείωμα Τεκμήριο 21), ετοίμασε το εσωτερικό της αυτό σημείωμα, εισηγούμενη προς τον Διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, όπως δοθούν στον Ενάγοντα €165.000 και πλέον €5.000 ως δικηγορικά έξοδα, προς πλήρη αποζημίωση του για τα παράπονα που ο συνήγορος του προέβαλε μέσω της επιστολής του Τεκμήριο 23.1. Ο λόγος δε, που επί του εν λόγω εσωτερικού της σημειώματος, τόσο στο «Θέμα», όσο και σε άλλο σημείο αυτού, γίνεται ειδική αναφορά στην αγωγή υπ' αριθμόν 4378/2014, ήταν γιατί τελούσε υπό την πεποίθηση ότι αμφότερες οι αγωγές αφορούσαν στα ίδια θέματα και παράπονα του Ενάγοντα και ότι με την εξώδικη διευθέτηση της αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014, στην ουσία, διευθετείτο και η παρούσα αγωγή και κάθε άλλη διαφορά των διαδίκων που αφορούσε στα παράπονα του Ενάγοντα, ως αυτά εκφράζονταν μέσω της επιστολής του συνηγόρου του Τεκμήριο 23.1. Εξεπλάγη δε, ως δήλωσε, όταν ενημερώθηκε ότι μετά την παράδοση των επιταγών, ο Ενάγοντας δεν απέσυρε και την παρούσα αγωγή. Ισχυρίστηκε, επίσης, πάντα συναφώς, ότι ο λόγος που εισηγήθηκε την καταβολή του ποσού των €165.000 για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης, ήταν γιατί πέραν του ποσού των €122.079 που απαιτούσε ο Ενάγοντας σε σχέση με την επίδικη αγωγή, ως αυτή η απαίτηση του καταγραφόταν επί του χειρόγραφου υπολογισμού, που ο ίδιος της παρέδωσε, συνυπολόγισε ακόμα ένα ποσό περί τις €35.000 το οποίο αφορούσε επιπρόσθετους τόκους που θα δικαιούτο ο Ενάγοντας για χρόνο που παρήλθε μετά την ετοιμασία του χειρόγραφου υπολογισμού[8], καθώς επίσης και κάποιους άλλους επιπρόσθετους τόκους, που προέκυψαν στο μεταξύ[9], με αποτέλεσμα να εισηγηθεί το στρογγυλοποιημένο ποσό των €165.000. Πάντα σε σχέση με την αντίληψη ως προς το τι θα διευθετείτο, αν η προτεινόμενη πρόταση της γινόταν δεκτή από τον Ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι, στην ίδια ήταν ξεκάθαρο ότι θα διευθετείτο και η παρούσα αγωγή, καθότι γνώριζε ότι στα πλαίσια αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014, είχε προηγηθεί μείωση της κλίμακας της, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείτο η καταβολή του προσφερόμενου ποσού των €165.000[10]. Επίσης ανέφερε ότι, κατά τη συνάντηση τους, τα όποια παράπονα εξέφρασε ο Ενάγοντας περιορίστηκαν στα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, χωρίς ποτέ να αναφέρει οτιδήποτε περί της αιτίας πρόκλησης των προβλημάτων υγείας του ή τις συνθήκες εργοδότησής του. Υπέδειξε δε, περαιτέρω, προς επίρρωση των ισχυρισμών της, ότι στο ίδιο το σημείωμα της το οποίο απέστειλε στον Γενικό Διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και με το οποίο εισηγήθηκε την καταβολή των πιο πάνω ποσών, η ίδια προβαίνει σε ειδική αναφορά στα επίδικα ζητήματα που αφορούν την παρούσα αγωγή και μόνο, με σκοπό να δικαιολογήσει προς τον διευθυντή της, τον λόγο που προτείνει την καταβολή στον Ενάγοντα του συγκεκριμένου ποσού, χωρίς σε αυτό το σημείωμα της, να προβαίνει σε οποιανδήποτε αναφορά ως προς τις όποιες τυχόν σωματικές βλάβες υπέστη ο Ενάγοντας κατά την εργοδότησή του και την όποιαν ευθύνη των εργοδοτών του γι' αυτές, που αποτελούν τα επίδικα ζητήματα της αγωγής υπ' αριθμόν 4378/2014. Είναι δε γι' αυτόν τον λόγο, ως ισχυρίστηκε, που στο δικό της εσωτερικό σημείωμα, προβαίνει σε εισήγηση, όπως πληρωθεί στον Ενάγοντα το κατοχυρωμένο Ταμείο Προνοίας, κάτι που αφορά επίδικο ζήτημα μόνο στην παρούσα αγωγή. Τέλος, σε ερώτηση που της τέθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, που σκοπό είχε να τεθεί εν αμφιβόλω η θέση της ότι η πληρωμή του ποσού των €165.000 αφορούσε την παρούσα αγωγή, στη βάση του γεγονότος ότι η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα (που κατέβαλε τα χρήματα) δεν ήταν ποτέ διάδικος σε αυτήν, ισχυρίστηκε, εκ νέου, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα κατείχε το 99% των μετοχών της Εναγόμενης και ασκούσε πλήρη έλεγχο επ' αυτής, με αποτέλεσμα οι ευθύνες της τελευταίας να βαραίνουν την ίδια, και γι' αυτό η πρόταση για τα €165.000, από πλευράς της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, αφορούσε και τις δύο αγωγές, ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι τούτη δεν ήταν ποτέ διάδικος στην παρούσα αγωγή. Αξιολόγηση Ενάγοντας: Ως προς τα ουσιώδη για την επίλυση των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων γεγονότα, η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν κρίνεται πειστική. Η βασική θέση του που θέλει την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, να του προτείνει και εν τέλει να του καταβάλει το ποσό των €165.000 με μόνο σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της αγωγής 4378/14, δεν υποστηρίζεται από τα σχετικά Τεκμήρια που κατατέθηκαν (χωρίς ένσταση) ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και συμβαδίζει με την λογική και αδιαμφισβήτητη εξέλιξη των σχετικών γεγονότων. Επίσης, ουσιαστικοί, σχετικοί, ισχυρισμοί του, συγκρούονται μεταξύ τους. Και εξηγώ. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το εσωτερικό σημείωμα που ετοίμασε η ΜΥ2, και απέστειλε προς τον διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 21), είναι αρκούντως διαφωτιστικό των προθέσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας να υποβάλει πρόταση και εν τέλει να καταβάλει, για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της αγωγής 4378/14 και μόνο, τα €165.000. Είναι στη βάση αυτής της τοποθέτησης του που παρέπεμψε σε δύο σημεία του εν λόγω σημειώματος για να υποστηρίξει την θέση του αυτή. Ωστόσο, ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω σημειώματος, συνολικώς ορώμενο, το όλο σκεπτικό της ΜΥ2 για να εισηγηθεί την καταβολή του εν λόγω ποσού, αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και όχι της αγωγής υπό αριθμό 4378/14. Ενδεικτικό τούτου είναι το ότι, η ΜΥ2, στο εν λόγω σημείωμα, πέραν των όποιων αναφορών της στην αγωγή 4378/2014, προβαίνει και σε αναφορά περί της εκκρεμότητας της παρούσας αγωγής και στη 2η σελίδα του (στο σύνολό της), αναπτύσσει όλα τα επιχειρήματα που ο Ενάγοντας προβάλλει προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής, υποδεικνύοντας προς τον διευθυντή της ότι ενδεχομένως τούτος να έτυχε άνισης μεταχείρισης από την Εναγόμενη (της παρούσας αγωγής), αφού σε άλλους λειτουργούς της καταβλήθηκαν και οι αποζημιώσεις που επιζητεί ο Ενάγοντας μόνο μέσω της παρούσας αγωγής. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, κάτι που αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, ότι η αγωγή 4378/2014 αφορούσε σε επιζητούμενες από τον Ενάγοντα αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία των συνθηκών εργοδότησης του στην Εναγόμενη, ενώ, η παρούσα αγωγή, σε επιζητούμενες αποζημιώσεις που δικαιωματικά, κατά τον ίδιο, θα έπρεπε να του καταβληθούν συνεπεία της παραίτησης του από την θέση που κατείχε στην Εναγόμενη, έξω και μακριά από την αιτία πρόκλησης των σωματικών αυτών βλαβών του. Στο σημείωμα, Τεκμήριο 21, οι όποιες δικογραφημένες αιτιάσεις του Ενάγοντα στα πλαίσια της αγωγής 4378/14 δεν αποτέλεσαν μέρος της συλλογιστικής της ΜΥ2 για να εισηγηθεί την καταβολή στον Ενάγοντα του ποσού των €165.000. Αξίζει, ακόμη, να σημειωθεί ότι, το σημείωμα της ΜΥ2 ετοιμάστηκε κατόπιν σχετικής εντολής του διευθυντή της εις απάντηση σχετικού αιτήματος του Ενάγοντα, μέσω επιστολής των συνηγόρων του (Τεκμήριο 23
(1)), η οποία και απεστάλη στον διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Ως προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, όλα τα παράπονα που προβάλλονται σε αυτήν και για τα οποία οι συνήγοροι του Ενάγοντα ζητούν από τον διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας να μεσολαβήσει για επίλυση τους, αφορούν και πάλι τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και όχι τα επίδικα ζητήματα της αγωγής 4378/2014. Είναι αβίαστα που προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23
(1), ότι ζητείται από τον διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας να ενεργήσει ώστε ο Ενάγοντας να λάβει την αποζημίωση που δικαιούται στη βάση των κανονισμών του κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας, τόσο επειδή υπέβαλε αίτηση για εθελούσια αποχώρηση από την Εναγόμενη, όσο και γιατί, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας που του επέτρεπαν να λάβει σχετική αποζημίωση κατά την αποχώρηση του. Όπως και αν αναγνωστεί η επιστολή, Τεκμήριο 23
(1), δεν μπορεί να εκληφθεί ως αίτημα προς τον διευθυντή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας για να μεσολαβήσει για διευθέτηση της απαίτησης του Ενάγοντα για σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία των συνθηκών εργοδότησης από την Εναγόμενη, δηλαδή τα επίδικα ζητήματα της αγωγής 4378/2014. Είναι δε αυτό το γεγονός, το οποίο υποδείχθηκε στο Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του, που, κατά τη γνώμη μου, τον οδήγησε στο να προωθήσει, σε σχέση με το εσωτερικό σημείωμα της ΜΥ2 (Τεκμήριο 21), εντελώς αντιφατικούς και μη πειστικούς ισχυρισμούς. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, το Τεκμήριο 21, κατατέθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, παραπέμποντας, ειδικώς, στο περιεχόμενο του σε μια προσπάθεια να πείσει ότι ο λόγος που του καταβλήθηκε το ποσό των €165.000 ήταν για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής 4378/2014 και μόνο. Ωστόσο, όταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, του υποδείχθηκε από τον συνήγορο της Εναγόμενης ότι το Τεκμήριο 21 ετοιμάστηκε εις απάντηση της επιστολής του συνηγόρου του, Τεκμήριο 23
(1), και ότι και στα δυο αυτά τεκμήρια, γίνεται αναφορά, ως επί το πλείστο, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και όχι της αγωγής 4378/2014, ο πρώτος προώθησε τον εντελώς αβάσιμο και μη πειστικό ισχυρισμό, σε πλήρη σύγκρουση με τις όποιες σχετικές προγενέστερες τοποθετήσεις του, ότι την επιστολή αυτή (οι σχετικές ερωτήσεις που προηγήθηκαν αφορούσαν στο Τεκμήριο 21), την είδε για πρώτη φορά κατά τον χρόνο της αντεξέτασης του. Επίσης, πάντα στα πλαίσια της προσπάθειας του να πείσει ως προς τον λόγο που καταβλήθηκαν τα €165.000, σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του, ισχυρίστηκε ότι κατά την συνάντηση που είχε ο ίδιος με την ΜΥ2, την ημέρα που εκδόθηκε και του παραδόθηκε η επιταγή των €165.000, η τελευταία του ανάφερε, ρητώς, ότι τα χρήματα αυτά του δόθηκαν μόνο για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής του 4378/2014, και ότι την ίδια δεν την ενδιέφεραν οποιεσδήποτε άλλες εκκρεμούσες αγωγές, ούτε και η σχετική ποινική υπόθεση που καταχώρησε ο Ενάγοντας και εκκρεμούσε την δεδομένη στιγμή. Με κάθε σεβασμό προς τον Ενάγοντα δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του αυτό. Πρόκειται για πολύ ουσιώδη ισχυρισμό για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής, που αν πραγματικά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, η λογική και μόνο θέλει, αυτός να προβάλλονταν εξαρχής (πχ., ως μέρος της γραπτής δήλωσης του, ή, έστω, ως επιπρόσθετος ισχυρισμός κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του), και όχι να προβληθεί για πρώτη φορά σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του, δεδομένης και της πλήρης γνώσεως του ότι η Εναγόμενη προωθούσε την υπεράσπιση του κωλύματος (estoppel by conduct) στη βάση της θέσης ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε προς πλήρη διευθέτηση και της παρούσας αγωγής. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής διεξήχθη ήδη ακροαματική διαδικασία, και προβλήθηκαν όλες οι θέσεις, ως προβλήθηκαν και ενώπιον μου, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και ο Ενάγοντας ήταν γνώστης των θέσεων που προέβαλε η Εναγόμενη ως προς το ζήτημα αυτό. Υπενθυμίζω, ακόμα, ότι, η παρούσα αγωγή τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, κατόπιν κρίσης του αδελφού Δικαστή που την εκδίκασε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ότι το τελευταίο δεν είχε δικαιοδοσία να την εκδικάσει. Με αυτά ως δεδομένα, δεν μπορώ να δεχθώ ότι, αν πραγματικά η ΜΥ2, στην συγκεκριμένη συνάντηση με τον Ενάγοντα, του ανέφερε, ρητώς, ως ο τελευταίος ισχυρίστηκε, ότι, (α) δεν την αφορούν οι όποιες άλλες εκκρεμούσες διαδικασίες, (β) τα €165.000 θα του καταβάλλονταν προς εξώδικη διευθέτηση μόνο της αγωγής 4378/14 και (γ) ότι θα μπορούσε, επιπροσθέτως, να συνεχίζει να προωθεί και την ποινική υπόθεση, ο ισχυρισμός αυτός θα προβαλλόταν σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του, και μόνο κατόπιν σχετικής ερώτησης του συνηγόρου της Εναγόμενης. Ακόμα, ο βασικός αυτός ισχυρισμός του Ενάγοντα, περί του ότι τα €165.000 του καταβλήθηκαν με μόνο σκοπό την διευθέτηση της αγωγής 4378/2014 δεν συμβαδίζει με το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο της καταβολής τους, η κλίμακα της εν λόγω αγωγής ήταν αυτή των €50.000 - €100.000, αφού σε προγενέστερο στάδιο, με σχετική επιστολή των δικηγόρων του (Τεκμήριο 24), μειώθηκε η κλίμακα της. Πως είναι δυνατό σε μια αγωγή με κλίμακα €50.000- €100.000, στα πλαίσια της οποίας, στη καλύτερη περίπτωση, ο Ενάγοντας θα λάμβανε αποζημιώσεις μέχρι €100.000, να του καταβληθεί ποσό €165.000 για διευθέτηση της; Επίσης, ο Ενάγοντας, στην προσπάθεια του, πάντα, να πείσει ως προς το ότι τα €165.000 δεν καταβλήθηκαν για διευθέτηση της παρούσας αγωγής, υπέδειξε στο Δικαστήριο, πέραν της μιας φοράς, ότι τούτη στρέφεται μόνο εναντίον της Εναγόμενης, ενώ η αγωγή 4378/2014 στρεφόταν και εναντίον της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, ισχυριζόμενος ότι δεν θα ήταν δυνατό η τελευταία να καταβάλει χρήματα για διευθέτηση αγωγής που δεν στρεφόταν εναντίον της. Μολονότι το επιχείρημα αυτό, απομονωμένα, έχει την λογική του, εν τούτοις, ο Ενάγοντας, πλειστάκις, προς υποστήριξη των λοιπών ισχυρισμών του, για σκοπούς προώθησης της παρούσας αγωγής (η οποία στρέφεται μόνο εναντίον της Εναγόμενης), παράπεμπε συνεχώς σε τοποθετήσεις και απόψεις λειτουργών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας (και όχι της Εναγόμενης)[11], που, κατά τον ίδιο, επικουρούσαν τα επιχειρήματά του, κάτι που συγκρούεται μετωπικά με την πιο πάνω συλλογιστική του, και συμβαδίζει με την θέση της Εναγόμενης ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο (2013-2016), αν και η Εναγόμενη της παρούσας αγωγής αποτελούσε ακόμα υπαρκτή νομική οντότητα, εν τούτοις η όλη διαχείριση της λάμβανε χώρα από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, η οποία αποτελούσε και τον κατά 99% μέτοχο της. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, για να καταλήξει η ΜΥ2 στο να εισηγηθεί την καταβολή των €165.000 στον Ενάγοντα, ως αποζημίωση, έλαβε υπόψη τις συγκεκριμένες χειρόγραφες σημειώσεις που τις δόθηκαν από τον ίδιο (τούτο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του τελευταίου), τις οποίες επισύναψε ως παράρτημα Β επί του τεκμηρίου 21, και οι οποίες σημειώσεις αφορούσαν αποκλειστικά σε υπολογισμό των αποζημιώσεων που ο Ενάγοντας θεωρούσε ότι δικαιούται προς ικανοποίηση των απαιτήσεών του στην παρούσα αγωγή και μόνο, χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτές να σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής του 4378/2014. Είναι στη βάση των ανωτέρω παρατηρήσεών μου, που κρίνω ότι η αμφισβητούμενη μαρτυρία του Ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ΜΥ1 Η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν κρίνεται βοηθητική για την επίλυση του υπό εξέταση επίδικου ζητήματος. Και αυτό γιατί, αν και με τις αρχικές τοποθετήσεις της[12] εξέφρασε σαφείς και απόλυτες σχετικές θέσεις, κατά το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας της, και ειδικότερα κατά την αντεξέτασή της, κατέστη ξεκάθαρο ότι δεν ήταν γνώστης των γεγονότων που περιβάλλαν τις συνθήκες υπό τις οποίες καταβλήθηκαν τα €165.000, παραπέμποντας συνεχώς στην ΜΥ2, την οποία χαρακτήρισε ως το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να τοποθετηθεί για τα ζητήματα αυτά. Κατά συνέπεια στις σχετικές με αυτό το θέμα, τοποθετήσεις της ΜΥ1, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Εν πάση περιπτώσει, πολλές φορές, η ΜΥ1, ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, οι όποιες σχετικές τοποθετήσεις της έγιναν στη βάση των όσων άκουσε από τρίτους, χωρίς να ήταν σε θέση να κατονομάσει τούτους. ΜΥ2 Η ΜΥ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα ως αυτή τα αντιλήφθηκε. Η θέση της ότι τα €165.000 δόθηκαν για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης τόσο της παρούσας αγωγής όσο και της αγωγής 4378/2014, συμβαδίζει και με το σκεπτικό του σημειώματος/εισήγηση της προς τον διευθυντή της (Τεκμήριο 21), καθώς επίσης με το περιεχόμενο της επιστολής των συνηγόρων του Ενάγοντα (Τεκμήριο 23
(1)) που αποτέλεσε τη βάση για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 21. Συμβαδίζει, δηλαδή, με το γεγονός ότι στο σημείωμα/εισήγησή της προς το διευθυντή της, αναπτύσσει επιχειρήματα και προβαίνει σε αναφορές που αφορούν και τις δύο αγωγές, με τα παράπονα του Ενάγοντα που αφορούν την παρούσα, να αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της συλλογιστικής της να εισηγηθεί, τελικώς, την καταβολή του εν προκειμένω ποσού στο Ενάγοντα ως αποζημίωση. Όσο δε αφορά στην καταγραφή στο Τεκμήριο 21, ότι τα €165.000 δίδονται για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής 4378/2014, με πειστικό τρόπο εξήγησε στο Δικαστήριο, ότι την δεδομένη στιγμή, θεωρούσε ότι αμφότερες οι αγωγές αφορούσαν απαιτήσεις του Ενάγοντα για μη καταβολή αποζημιώσεων που θεωρούσε ότι δικαιούτο κατά την αποχώρηση του από την Εναγόμενη. Έδωσε δε πειστική εξήγηση του πως κατέληξε στο ποσό των €165.000, παραπέμποντας στο χειρόγραφο σημείωμα που ο ίδιος ο Ενάγοντας της παρέδωσε, κατά την συνάντηση τους στο γραφείο της την ημέρα που εκδόθηκε και η επιταγή, συνυπολογίζοντας ότι τούτο αφορούσε στις απαιτήσεις του μέχρι και την ετοιμασία του
(2014)και πρόσθεσε τόκους για το χρονικό διάστημα μέχρι και την ετοιμασία του σημειώματός της
(2016), έχοντας κατά νου και την επιμονή του διευθυντή της να βρεθεί εξώδικη λύση προς ικανοποίηση του αιτήματος του Ενάγοντα. Στη βάση των ανωτέρω, στρογγυλοποίησε το ποσό, στο ποσό των €165.000 και προέβη στην σχετική εισήγηση. Οι όποιες μικροαντιφάσεις παρατηρούνται στη μαρτυρία, στις οποίες και με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, στην ικανή αγόρευση του, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ουσιώδεις, σε τέτοιο βαθμό που να επηρεάζουν την αξιοπιστία της μάρτυρος, ως ο τελευταίος εισηγείται. Πρόκειται για επουσιώδεις, κατά τη γνώμη μου, αντιφάσεις, που δεν μπορούν να αποσυσχετιστούν από το γεγονός ότι η μαρτυρία της δόθηκε 7 περίπου χρόνια μετά τα γεγονότα. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία της ΜΥ2, την αποδέχομαι στην ολότητα της. Τελικά ευρήματα Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ότι τα €165.000 δόθηκαν στον Ενάγοντα ως αποζημίωση και για τις απαιτήσεις του στην παρούσα αγωγή και αυτό εις γνώση του. Το γεγονός ότι η σχετική υπερασπιστική γραμμή της Εναγόμενης προστέθηκε - δια σχετικής τροποποίησης της Υπεράσπισής της - μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την καταβολή του ποσού, δεν θεωρώ ότι υπέχει της όποιας σημασίας, καθότι οι λόγοι για τους οποίους καταβλήθηκε τούτο προκύπτουν αβίαστα από το περιεχόμενο των εγγράφων που ετοιμάστηκαν ακριβώς πριν την καταβολή του (Τεκμήρια 21 και 23
(1))[13], με την αδράνεια που ομολογουμένως παρατηρείται στη προώθηση της σχετικής τροποποίησης να μην συσχετίζεται, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, άμεσα με την Εναγόμενη, παρά μόνο με τους συνήγορούς της. Νομική Πτυχή του Estoppel Στην Πολ. Εφ. 201/2014, μεταξύ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΦΙΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΟΥ ΤΗΣ, ΤΟΥ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΚΑΙ ΕΦΟΡΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΣΠΥΡΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, απόφαση ημερομηνίας 19.05.2022, έγινε ανασκόπηση της σχετικής με το κώλυμα εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct) νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Όπως ορθά καταγράφει και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν υπάρχει γενικός κανών για το πότε δικαιολογείται η επίκληση του κωλύματος εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct), αφού κάθε υπόθεση εξετάζεται στη βάση των δικών της γεγονότων. Στην Α.Η.Κ. ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ, 127, ο αείμνηστος Αρτέμης, Δ. (όπως ήταν τότε) σημείωσε τα ακόλουθα σε σχέση με το εξ επιείκειας κώλυμα, το οποίο περιλαμβάνει και το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς: «Το εξ επιεικείας κώλυμα, που περιλαμβάνει και το κώλυμα ένεκα συμπεριφοράς (estoppel by conduct), εγείρεται ως αποτέλεσμα κάποιας αναληθούς παράστασης γεγονότος, είτε αυτή είναι δόλια ή όχι. Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής είναι (α) η ύπαρξη παράστασης γεγονότος, (β) το μη αμφιλεγόμενο της παράστασης, (γ) η ύπαρξη πρόθεσης ή συμπεριφοράς που να εγείρει ένεκα αυτής τεκμήριο ότι το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η παράσταση επρόκειτο να ενεργήσει θεωρώντας την ως ορθή, (δ) η ύπαρξη ενέργειας με βάση την παράσταση εκ μέρους του προσώπου που εγείρει το θέμα και (ε) το γεγονός ότι οι ανακριβείς δηλώσεις ή αμέλεια πρέπει να ήταν η άμεση αιτία της απώλειας ή τους λάθους που προκάλεσε τη ζημιά (Phipson on Evidence 14η Έκδοση, παράγραφοι 6 - 16, σελ. 106 και Ηadji Yiannis v. The Attorney General of the Republic
(1970)1 C.L.R. 32). Η εφαρμογή της αρχής του εξ επιεικείας κωλύματος (equitable estoppel) στην Κύπρο έχει υιοθετηθεί από σωρεία αποφάσεων και έχει λεχθεί πως οι κανόνες της επιείκειας εφαρμόζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60). (Δέστε, μεταξύ άλλων, Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542). Περαιτέρω, ο Πικής, Δ., (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το εξ επιεικείας κώλυμα στη Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου (πιο πάνω): «At one time the view prevailed that for the promisee to rely successfully on promissory estoppel, he had to establish suffering detriment as a result of acting upon the representations of the promisor. Τhat is no longer the case and the proof of detriment as such, is not regarded as indispensable for the application of equitable estoppel. The basis of the doctrine has been broadened; all that the promisee need establish, is that it would be inequitable for the promisor to insist, in view of his representations by word or conduct, on the enforcement of his strict legal rights." Σε μετάφραση: «Κάποτε επικρατούσε η άποψη ότι, για να βασιστεί επιτυχώς σε εξ υποσχέσεως κώλυμα εκείνος προς τον οποίο διδόταν η υπόσχεση, έπρεπε να αποδείξει ότι υπέστη ζημία ως αποτέλεσμα ενέργειας βασισμένης στις παραστάσεις του υποσχόμενου. Αυτό δεν ισχύει πιά και η απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς δε θεωρείται απαραίτητη για την εφαρμογή του εξ επιεικείας κωλύματος. Η βάση της αρχής έχει διευρυνθεί· πρέπει μόνο ν' αποδειχθεί ότι θα ήταν άδικο για τον υποσχόμενο να επιμένει, ενόψει των παραστάσεών του με λέξεις ή συμπεριφορά, στην εφαρμογή των αυστηρών νομικών του δικαιωμάτων.» [.] Όσον αφορά ειδικά στο κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, στην Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ, 1522, σημειώνονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, "Οταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή". (Χ" Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32)» Στην Ελλ. Τράπεζα ν. Πολυδωρίδη κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ, 68, στην οποία παρέπεμψε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίθηκε ότι η Εφεσείουσα Τράπεζα εμποδιζόταν να επικαλεσθεί τα δικαιώματα της που προέκυπταν από σύμβαση εγγύησης (τεκ. 3) που υπέγραψε προς όφελος της ο Εφεσίβλητος. Και τούτο γιατί ο τελευταίος είχε συνάψει με την Τράπεζα συμφωνία για την απαλλαγή του ως εγγυητής, και στη βάση αυτής της συμφωνίας, (α) διέθεσε μετοχές του σε συγκεκριμένη εταιρεία, (β) αποχώρησε από το διοικητικό συμβούλιο της εν λόγω εταιρείας και (γ) αποξενώθηκε από την εταιρεία. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Υπό το φως αυτών των ευρημάτων ορθά κρίθηκε ότι θα ήταν άδικο και εξαιρετικά ζημιογόνο για τον εφεσίβλητο να κληθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του Τεκμ. 3 από τις οποίες οι αντισυμβαλλόμενοι του τον είχαν απαλλάξει. Οι αρχές που διέπουν την τεκμηρίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών δικαστικών αποφάσεων μερικές από τις οποίες μνημονεύονται στην πρωτόδικη απόφαση. Περιοριζόμεθα στο να επαναλάβουμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έκρινε ότι οι εφεσείοντες κωλύονταν να επικαλεσθούν τις συμβατικές υποχρεώσεις του εφεσίβλητου βάσει του Τεκμ. 3 λόγω των υποχρεώσεων και δεσμεύσεων που ανέλαβε ο αντιπρόσωπος τους και να αξιώσουν την εκπλήρωση τους από τον εφεσίβλητο. (Βλ. HadjiYiannis v. The Attorney - General
(1970)1 C.L.R. 32, Xenopoulos v. Constantinidou
(1979)1 C.L.R. 519, Stytianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392, Boustani v. Linmare Shipping Company Limited
(1984)1 C.L.R. 354, Maharaj v. Chand [1986] 3 All E.R. 107, Goldsworthy v. Brickell [1987] 1 All E.R. 853 (C.A.), Attorney - General v. Humphreys Estates Ltd [1987] 2 All E.R. 387 (P.C)).» Στη Μεταξά ν. Ιωάννου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ, 1814, στην οποία επίσης παρέπεμψε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, το Εφετείο βρήκε πως το έγγραφο που υπέγραψε ο Εφεσίβλητος/Εναγόμενος απεκάλυπτε μια ρητή, σαφή και χωρίς πίεση δήλωση εκ μέρους του, ότι αναλάμβανε την αποκλειστική ευθύνη πρόκλησης του δυστυχήματος. Η δήλωση είχε ως εξής: «Σχετικά με το δυστύχημα στο οποίο ενέχομαι και συνέβηκε σήμερα 6.10 θέλω να αναφέρω ότι δεν τραυματίστηκα. Αναλαμβάνω την ευθύνη πρόκλησης του δυστυχήματος και δεν επιθυμώ την περαιτέρω ανάμειξη της Αστυνομίας». Το Εφετείο σημείωσε στην απόφαση του ότι η πιο πάνω δήλωση δημιουργούσε κώλυμα εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct) γιατί με τη δήλωση αυτή δόθηκε μεταξύ άλλων η εντύπωση στον Εφεσείοντα ότι ο Εφεσίβλητος παραδεχόταν την εμπλοκή του και την αμέλεια του στο δυστύχημα και συνεπώς ο Εφεσείων μπορούσε να εφησυχάσει. Στην Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1(Α) ΑΑΔ, 253, η θέση των Εναγομένων-Εφεσειόντων ήταν ότι σε άλλους λογαριασμούς που διατηρούσε ο Εφεσείων 1 (Βογαζιανός) πριν από την επίδικη σύμβαση, υπήρχαν χρεώσεις πέραν των επιτρεπομένων από το Νόμο, και ότι σκοπός της επίδικης σύμβασης, η οποία έγινε στη βάση των όσων η Τράπεζα παρουσίασε στον Εφεσείοντα 1 ως οφειλόμενα ποσά, ήταν η χρέωση τόκου επί τόκου. Μάλιστα ήταν η θέση τους πως όχι μόνο δεν όφειλαν χρήματα στην Τράπεζα αλλά είχαν να λαμβάνουν και συγκεκριμένο ποσό από αυτήν, το οποίο ανταπαιτούσαν. Το Εφετείο αποδεχόμενο τη θέση της Τράπεζας ως προς το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, σημείωσε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων 1, όπως ήταν η διαπίστωση πρωτόδικα, στη βάση όσων ο ίδιος και οι μάρτυρες Υπεράσπισης κατέθεσαν, γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια οτιδήποτε αφορούσε τη συνεργασία του με τους εφεσίβλητους. Όντας ο ίδιος λογιστής και πρώην υπάλληλός τους, γνώριζε πολύ καλά οτιδήποτε αφορούσε τις καταστάσεις λογαριασμών που του αποστέλλονταν. Η εικόνα, όπως κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, που έδωσε ο εφεσείων 1, ήταν ότι η ανακαίνιση του θέματος των υπερχρεώσεων ήταν εκ των υστέρων σκέψη, αφού για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν ακόμη εισηγήθηκε τρόπο διευθέτησης των υποχρεώσεών του σε σχέση με το επίδικο δάνειο ζήτημα υπερχρεώσεων δεν έθεσε. Θεωρούμε ότι ο εφεσείων 1, από τη στιγμή που γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει τα οφειλόμενα στη βάση των προηγούμενων συμβάσεων ποσά και δεν αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο το ποσό που οι εφεσίβλητοι υπολόγισαν ως οφειλόμενο αλλά ελεύθερα προχώρησε στη σύναψη της επίδικης σύμβασης, εκ των υστέρων, εμποδίζεται να αρνηθεί την ύπαρξη της ισχυριζόμενης κατάστασης πραγμάτων. Οι εφεσίβλητοι, στηριζόμενοι στη συμπεριφορά του και στις δηλώσεις του ότι αποδέχεται τη σύναψη του δανείου, προχώρησαν στην παραχώρησή του, μαζί με άλλες διευκολύνσεις, όπως η έκδοση εγγυητικών επιστολών.» Στην Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου
(2015)1(Α) ΑΑΔ, 867, οι Εφεσείοντες καταχώρισαν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου αγωγή με την οποία αξίωναν εναντίον του Εφεσίβλητου Δήμου αποζημιώσεις βάσει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Είχε προηγηθεί προς όφελος τους η έκδοση ακυρωτικής απόφασης σε προσφυγή που είχαν καταχωρίσει. Μάλιστα δικαιώθηκαν και στην κατ΄ έφεση διαδικασία (Δήμος Στροβόλου ν. Πήττα κ.α.
(2001)3 ΑΑΔ, 55). Ο Δήμος Στροβόλου όμως αρνείτο να προχωρήσει σε επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης του ενώ αγνόησε και επιστολή των Εφεσειόντων με την οποία ζητούσαν να πληροφορηθούν για τα μέτρα που έλαβε ο Δήμος για αποκατάσταση της νομιμότητας. Οι Εφεσείοντες καταχώρισαν νέα προσφυγή με την οποία προσέβαλλαν την παράλειψη του Δήμου Στροβόλου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Αναθεωρητικού Εφετείου. Εκκρεμούσης της νέας προσφυγής έγιναν δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα οι Εφεσείοντες να αποσύρουν την προσφυγή τους αφού προηγήθηκε παραδοχή εκ μέρους του δικηγόρου του Δήμου Στροβόλου ότι αυτοί μπορούσαν να αποταθούν με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο για διεκδίκηση αποζημιώσεων. Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αφού βρήκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν προηγήθηκε η ακύρωση, μέσω του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου, της παράλειψης του Δήμου να επανεξετάσει το ζήτημα. Το Εφετείο, ανατρέποντας την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, σημείωσε τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η φύση και το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων και διαβεβαιώσεων ήταν τέτοια που όχι μόνο εμπόδιζαν το Δήμο να ισχυριστεί στην πρωτόδικη διαδικασία ότι οι Εφεσείοντες δεν θεμελίωναν αγώγιμο δικαίωμα, αλλά τον εμπόδιζαν και από του να ισχυριστεί ότι δεν δικαιούνταν και σε αποζημιώσεις. Και τούτο καθότι συνιστούσαν κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct contact or estoppel in pais) ...». Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω τελικών ευρημάτων και των αρχών που διέπουν την αρχή του κωλύματος, καθίσταται έκδηλο ότι ο ενάγοντας κωλύεται, μετά την λήψη των €165.000 να προωθεί την παρούσα αγωγή. Και αυτό γιατί, για να αποφασίσει η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, εκ μέρους της Εναγόμενης, να προτείνει, αρχικώς, και ακολούθως να καταβάλει το χρηματικό ποσό αυτό στον Ενάγοντα, δηλαδή να ενεργήσει εναντίον των συμφερόντων της, έλαβε υπόψη την σχετική κοινή συναντίληψη της ιδίας και του Ενάγοντα, ως αυτή αναδύεται μέσα από τα έγγραφα που η κάθε πλευρά ετοίμασε στα πλαίσια των ενεργειών που προηγήθηκαν. Δηλαδή την επιστολή των συνηγόρων του Ενάγοντα (Τεκμήριο 23.1) και το εσωτερικό σημείωμα της ΜΥ2 (Τεκμήριο 21). Καταβλήθηκε δηλαδή το ποσό αυτό, προς ικανοποίηση συγκεκριμένων απαιτήσεων του Ενάγοντα, στις οποίες, αναμφίβολα, περιλαμβάνονταν και όλες οι απαιτήσεις του που διεκδικούνται μέσω της παρούσας αγωγής. Κατά συνέπεια, η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη λόγω εφαρμογής της αρχής του κωλύματος εκ συμπεριφοράς. Παρά την πιο πάνω ήδη εκφρασθείσα κρίση μου, η οποία σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αγωγής, κρίνω ορθό να ασχοληθώ και με τα πρώτα δύο επίδικα ζητήματα, ως αυτά προσδιορίστηκαν ανωτέρω, ώστε, στην περίπτωση που, εφετειακά, ανατραπεί τούτη, η παρούσα απόφαση να είναι διαφωτιστική της κρίσης μου και επί αυτών. Κρίνω, εν προκειμένω, ότι ο Ενάγοντας, με την κοινώς αποδεκτή σχετική μαρτυρία που προσκόμισε[14], κατάφερε να αποδείξει ότι η Εναγόμενη, μέσω της Επιτροπείας της (το μόνο αρμόδιο, κατά της πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 2 (α) των Κανονισμών Κατοχύρωσης Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων της Εναγόμενης) ενέκρινε την αίτηση του ως είχε και γνωστοποίησε την απόφαση της αυτή στον ίδιο. Πουθενά στους ρηθέντες Κανονισμούς, οι οποίοι, ως αποτελεί κοινό τόπο, αποτελούν τη μόνη βάση για υποβολή και εξέταση αιτήματος για λήψη αποζημιώσεων για πρόωρη αφυπηρέτηση ή για λόγους υγείας ή και γενικότερα για θέματα που αφορούν το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων της Εναγόμενης, δεν ανευρίσκεται πρόνοια που να επιτρέπει την όποια μεταβολή τυχόν εγκρίσεως της Επιτροπείας σε αίτημα που θα υποβληθεί στη βάση τους. Ούτε η πλευρά της Εναγόμενης, παρά την ανωτέρω σχετική υπερασπιστική της γραμμή, με παρέπεμψε σε οποιονδήποτε κανονισμό ή έστω πρακτική που επέτρεπε στην Εναγόμενη να μεταβάλει τυχόν έγκριση της Επιτροπείας της σε αίτηση που υποβλήθηκε από υπάλληλο στη βάση των πιο πάνω Κανονισμών. Τέλος, ούτε από τις πρόνοιες των εν προκειμένω Κανονισμών, αλλά ούτε και από οποιαδήποτε άλλη ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα (παρά το γεγονός ότι αυτή ετοίμασε, για λογαριασμό όλων των τότε Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, το σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης), είχε δικαίωμα ή εξουσία να εξετάσει την όποια αίτηση θα υποβαλλόταν προς έκαστο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα από υπάλληλο του. Τουναντίον, ως αβίαστα προκύπτει από την επιφύλαξη του άρθρου 2 (α) των ανωτέρω αναφερομένων Κανονισμών, η τύχη μιας αίτησης, ως αυτή που υπέβαλε ο Ενάγοντας, εξαρτάτο μόνο από την έγκριση της ή μη από την Επιτροπεία εκάστου Συνεργατικού Πιστωτικού Ιδρύματος, εν προκειμένω, της Εναγόμενης, έγκριση η οποία και δόθηκε. Κατά συνέπεια, με την έγκριση από την Επιτροπείας της Εναγόμενης της αίτησης του Ενάγοντα ως είχε, ο τελευταίος νομιμοποιείτο πλέον να απαιτήσει αποζημιώσεις τόσο για πρόωρη αφυπηρέτηση στα πλαίσια του σχεδίου εθελούσιας αποχώρησης, όσο και στη βάση της παραίτησης του για σοβαρούς λόγους υγείας, και τούτο ανεξαρτήτως του κατά πόσο, ως η Εναγόμενη προβάλλει, μια τέτοια σωρευτική απαίτηση δεν συμβαδίζει με την κοινή λογική. Το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι η ορθότητα ή μη της απόφασης της Επιτροπείας της Εναγόμενης να εγκρίνει την αίτηση του Ενάγοντα ως είχε, αλλά οι επιπτώσεις που επήλθαν ως αποτέλεσμα της εν προκειμένω εγκρίσεως, ως αυτές προσδιορίστηκαν ανωτέρω. Επίσης, στη βάση των τοποθετήσεων επικεφαλής του Τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας (βλ. σχετικά ηλεκτρονικά ταχυδρομεία, μέρος του Τεκμηρίου 7), η τελευταία, και κατ' επέκταση η Σ.Π.Ε. Στροβόλου Λτδ, τελούσαν υπό την αντίληψη ότι η αποζημίωση που δικαιούτο υπάλληλος της που τερμάτιζε την υπηρεσία του στα πλαίσια του σχεδίου εθελούσιας αποχώρησης ισούτο με το 18% του μέσου όρου των μηνιαίων απολαβών του κατά τη διάρκεια των τελευταίων 36 μηνών της υπηρεσίας του ανεξαρτήτως της ηλικίας του κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του, αυτό δηλαδή που προβάλει και ο ίδιος ο Ενάγοντας. Ωστόσο, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, στα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα αυτά που έλαβαν χώρα κατά το 2016, εφαρμογής τυγχάνει η αρχή κωλύματος, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να μην νομιμοποιείται πλέον να προωθεί την παρούσα αγωγή. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο να αποκλείσω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς τον υπολογισμό αυτό, η οικεία Πρωτοκολλητής να συνυπολογίσει την σχετική με τα έξοδα διαταγή του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23/3/2023, ως αυτή εν φαίνεται στη 2η σελίδα των πρακτικών της εν λόγω ημερομηνίας. (Υπ.) Θ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1] Η παρούσα διαδικασία, αρχικώς, καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Εργατικών διαφορών και έλαβε τον αριθμό 786/2014. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, με απόφασή του, έκρινε ότι στερείτο δικαιοδοσίας να την εκδικάσει και την παρέπεμψε, το 2021, για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εξ ου και η ειδική αρίθμηση στον ανωτέρω τίτλο, Ειδικό Μητρώο 13/2021. [2] Η αγωγή, αρχικώς στρεφόταν και εναντίον των Εναγόμενων 2, 3 και 4, πλην όμως, κατά τα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας, αποσύρθηκε σε σχέση με αυτούς και προωθήθηκε μόνο εναντίον της Εναγόμενης 1. [3] Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εργοδότρια του Ενάγοντα ήταν η Σ.Π.Ε. Στροβόλου, η οποία απορροφήθηκε από άλλη εταιρεία, η οποία, με τη σειρά της, απορροφήθηκε από τρίτη εταιρεία, με την εν τον ανωτέρω τίτλο αναφερόμενη Εναγόμενη Εταιρεία να αποτελεί την τελευταία οντότητα που ανέλαβε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της πρώτης στη βάση σχετικού Διατάγματος αρμοδίου Δικαστηρίου. [4] Μέσω της οποίας απαιτούσε αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικών βλαβών συνεπεία των συνθηκών εργοδότησής του. [5] Σ.Π.Ε. Στροβόλου, ως ήταν τότε. [6] Δεν αφορά ζήτημα αλλοδαπής νομοθεσίας. [7] Το μικρό όνομα της ΜΥ2 είναι Γεωργία. [8] Το χειρόγραφο σημείωμα ετοιμάστηκε κατά τον χρόνο της υποβολής της αίτησης του Ενάγοντα για αποχώρηση από την υπηρεσία της Εναγόμενης, κατά τις αρχές του 2014. [9] Μέχρι το 2016 όταν και ετοίμασε το εσωτερικό σημείωμα της προς τον Γενικό Διευθυντή της [10] Με τη σχετική μείωση, η κλίμακα της αγωγής 4378/2014 περιορίστηκε στα €50.000 - €100.00. [11] Λόγου χάριν στα ηλεκτρονικά μηνύματα, Τεκμήριο 7. [12] Μέσω του περιεχομένου της γραπτής της δήλωσης, το οποίο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. [13] Στη βάση των οποίων και αποφασίστηκε η καταβολή του. [14] Κατά κύριο λόγο έγγραφα/τεκμήρια και πρόνοιες των σχετικών Κανονισμών της Εναγόμενης, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο