ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΤΟΥ κ.α. ν. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αρ. Έφεσης: 482/2023, 1/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π. Ε. Δ. Αρ. Έφεσης: 482/2023 Μεταξύ:
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΤΟΥ
- ΒΙΟΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΝΤΟΥ
- AKTO ENTERPRISES LIMITED Εφεσείοντες -v- GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 01 Νοεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες: Α. Γεωργίου Λοϊζου (κα) Για Εφεσίβλητη: Μ. Νικολάου (κος) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Έφεση/Αίτηση (στο εξής «η έφεση»), η εφεσείοντες/αιτητές (στο εξής «οι εφεσείοντες») επιδιώκουν τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», ημερομηνίας 22 Αυγούστου 2023 (στο εξής «η επίδικη Ειδοποίηση ΙΑ»), στη βάση των προνοιών του άρθρου 44 Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965 (στο εξής «ο Νόμος»). Παρά το πολυάριθμο των προβαλλόμενων, στο κυρίως σώμα της έφεσης, λόγων έφεσης, στη βάση σχετικής δήλωσης της συνηγόρου των εφεσειόντων, τούτοι περιορίστηκαν σε δύο. Έχουν ως εξής: Πρώτον, στη βάση του τρόπου δράσης της εφεσίβλητης, οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου, που επιτρέπουν τη διενέργεια, από πλευράς της, ιδιωτικού πλειστηριασμού του ενυπόθηκου επίδικου ακινήτου, ενεργοποιήθηκαν μόνο σε σχέση με μία εκ των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην εφεσείουσα 3 εταιρεία[1] (στο εξής «η εταιρεία»), το χρεωστικό υπόλοιπο της οποίας, κατά τον χρόνο ετοιμασίας και επίδοσης της επίδικης Ειδοποίησης ΙΑ, ήταν κατά πολύ μικρότερο του αναγραφόμενου επ' αυτής (επίδικης Ειδοποίησης ΙΑ) ενυπόθηκου χρέους[2], το οποίο επιδιώκει η εφεσίβλητη να εισπράξει μέσω του πλειστηριασμού που ορίστηκε να διενεργηθεί στις 03.11.2023, και, κατά συνέπεια, η επίδικη Ειδοποίηση ΙΑ έχει λανθασμένο περιεχόμενο, κάτι που αποτελεί αναγνωρισμένο από το Νόμο λόγο για να παραμεριστεί. Δεύτερον, η αιτούμενη θεραπεία θα πρέπει να αποδοθεί, καθότι στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, η εφεσίβλητη/καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η εφεσίβλητη»), θα έπρεπε να αποστείλει νέα Ειδοποίηση Τύπος «Ι» (στο εξής «η Ειδοποίηση Ι») πριν αποστείλει την επίδικη Ειδοποίηση ΙΑ, και να μην στηριχθεί στην Ειδοποίηση Ι, ημερομηνίας 02.12.2022, η οποία απεστάλη στο παρελθόν και Είναι στη βάση του περιορισμού, αυτού, των λόγων έφεσης, που, ακολούθως, ετοιμάστηκε και η ένσταση της εφεσίβλητης, αλλά και οι αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Δεν καθίσταται επάναγκες να καταγραφούν με λεπτομέρεια τα όσα οι δύο πλευρές προβάλλουν μέσα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει τα δικόγραφα τους, καθότι, τα ουσιώδη, για την απόφανση επί των επιδίκων ζητημάτων, γεγονότα, αποτελούν κοινό τόπο. Είναι γι' αυτό το λόγο, που, ευθύς αμέσως, θα καταγράψω τούτα, και ακολούθως θα προχωρήσω στην εξέταση της έφεσης. Κατά το 2005, στο πλαίσιο, προφανώς, πιστωτικής/ων διευκόλυνσης/εων που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η τράπεζα»), ενεγράφη η υποθήκη Υ4172/05 (στο εξής «η υποθήκη» ή «η ανωτέρω αναφερόμενη υποθήκη»), για σκοπούς εξασφάλισής της/τους (της/των διευκόλυνσης/διευκολύνσεων) σε ακίνητο (συζυγική οικία) της εφεσείουσας 2[3]. Κατά το 2015, εγκρίθηκε, γραπτώς, από τη τράπεζα, αίτηση της εταιρείας, για παραχώρηση στην τελευταία τριών τραπεζικών διευκολύνσεων[4], υπό τον όρο, μεταξύ άλλων, και της προσωπικής εγγύησης των εφεσειόντων 1 και 2, αλλά και της εξασφάλισής τους από την ανωτέρω αναφερόμενη υποθήκη, έγκριση την οποία αποδέχθηκαν, διά υπογραφής, οι εφεσείοντες 1 και 2[5]. Ακολούθως, παραχωρήθηκαν στην εταιρεία οι τρεις αυτές τραπεζικές διευκολύνσεις, εκ των οποίων μία αφορούσε σε δάνειο με αριθμό λογαριασμού [ ] (στο εξής «το δάνειο») και οι άλλες δύο σε τρεχούμενους λογαριασμούς[6]. Τέσσερα χρόνια μετά, η τράπεζα απέστειλε στους Εφεσείοντες επιστολές τερματισμού των δυο τραπεζικών διευκολύνσεων (τρεχούμενοι λογαριασμοί), με ημερομηνία 16.12.2019, χωρίς, ωστόσο, τούτες να συνοδεύονταν από οποιαδήποτε Ειδοποίηση Τύπος «Θ» (στο εξής «η Ειδοποίηση Θ») [7], ως αυτή η Ειδοποίηση προβλέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 44 Β
(1)και
(2)του Νόμου, ως ήταν κατά το χρόνο εκείνο[8]. Και οι τρεις αυτές τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία, πωλήθηκαν από την τράπεζα στην εφεσίβλητη πριν την επίδοση της όποιας Ειδοποίησης Ι. Τόσο κατά το χρόνο της πώλησης των τραπεζικών διευκολύνσεων στην εφεσίβλητη, όσο μέχρι και σήμερα, το συνολικό οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο και για τις τρείς αυτές διευκολύνσεις υπερβαίνει, κατά πολύ, τα €2.000.000,00. Στις 10.06.2020, η εφεσίβλητη, ενεργούσα, πλέον, ως ενυπόθηκος δανειστής, ετοίμασε και απέστειλε γραπτή ειδοποίηση/επιστολή στους εφεσείοντες με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44 Β
(1)και
(2)του Νόμου, με την οποία ενημέρωνε τούτους περί τον τερματισμό της σύμβασης του δανείου (αναφερόταν, ειδικώς, ο αριθμός λογαριασμού και τα λοιπά στοιχεία του συγκεκριμένου δανείου και μόνο), η οποία συνοδευόταν από Ειδοποίηση Θ, ως οι πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου προβλέπουν[9]. Στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, δεν φαίνεται να έχουν αποσταλεί οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις/επιστολές περί υπερημερίας των άλλων δυο τραπεζικών διευκολύνσεων (τρεχούμενοι λογαριασμοί), οι οποίες να συνοδεύονταν από Ειδοποίηση Θ. Κατά τον Μάρτιο του 2023, επιδόθηκε στους εφεσείοντες, από την εφεσίβλητη, Ειδοποίηση Ι, η οποία συνοδευόταν και από Ειδοποίηση Θ, με αμφότερες τις Ειδοποιήσεις αυτές να φέρουν ημερομηνία 02.12.2022[10]. Στο μεταξύ, στις 30.09.2022 και 20.01.2023, έγιναν δύο πιστώσεις στο χρεωστικό λογαριασμό του δανείου, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του να μειωθεί στα €349.439,10[11]. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα έφεση χρόνο, το ανώτατο ποσό που μπορούσε να διεκδικηθεί μέσω της εκποίησης της υποθήκης (στη βάση των σχετικών όρων της σύμβασης υποθήκης), και δη το ενυπόθηκο χρέος, ανερχόταν στα €537.326,72[12]. Σημειώνεται ότι, με την πρώτη πίστωση[13] που έλαβε χώρα στις 30.09.2022, το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου παρέμενε μεγαλύτερο του τότε μέγιστου ενυπόθηκου οφειλόμενου χρέους, εικόνα που αντιστράφηκε τον Ιανουάριο του 2023 με την δεύτερη πίστωση[14]. Κατά συνέπεια, στις 02.12.2022, όταν και ετοιμάστηκαν οι Ειδοποιήσεις Ι, που απέστειλε η εφεσίβλητη στους εφεσείοντες, το αναγραφόμενο επ' αυτών ποσό, ως οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, ήταν μικρότερο του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Ακολούθησε η επίδοση, από την εφεσίβλητη, στις 27.06.2023, Ειδοποίησης ΙΑ, στη βάση των οποίων ορίστηκε η διενέργεια πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου για τις 11.08.2023[15]. Η εξέλιξη αυτή, είχε ως αποτέλεσμα οι εφεσείοντες να καταχωρήσουν την έφεση υπ' αριθμό 393/2023, μέσω της οποίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, η εν λόγω Ειδοποίηση ΙΑ παραμερίστηκε. Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 04.09.2023, η εφεσίβλητη επέδωσε την επίδικη Ειδοποίηση ΙΑ, με την οποία καθορίζεται ως ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, η 03.11.2023[16]. Είναι η θέση των εφεσειόντων ότι, αφενός, στη βάση του ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικού υλικού, η εφεσίβλητη δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η υποθήκη εξασφάλιζε και τις τρείς τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία, παρά μόνο το δάνειο και αφετέρου και διαζευκτικά, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 44Β
(1)και
(2)του Νόμου, και δεδομένου του γεγονότος ότι η μόνη ειδοποίηση/επιστολή που απεστάλη λόγω υπερημερίας χρέους, η οποία συνοδευόταν από Ειδοποίηση Θ, ήταν η ημερομηνίας 10.06.2020, η οποία αφορούσε αποκλειστικώς, το δάνειο και όχι τις άλλες δυο τραπεζικές διευκολύνσεις, η εφεσίβλητη ενεργοποίησε τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου, μόνο σε σχέση με το δάνειο. Στη βάση της θεώρησης αυτής, οι εφεσείοντες προβάλλουν, επιπροσθέτως, ότι η επίδικη Ειδοποίηση ΙΑ, παρουσιάζει λάθος ως προς το περιεχόμενο της, καθότι το αναγραφόμενο επ' αυτής ενυπόθηκο οφειλόμενο χρέος, που επιδιώκει να εισπράξει από τον επικείμενο πλειστηριασμό (€554.057,93), είναι κατά πολύ μεγαλύτερο του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, και δη της μόνης τραπεζικής διευκόλυνσης για την οποία ενεργοποιήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Θεωρεί, συναφώς, ότι, στη βάση των ανωτέρω, η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)(α) του Νόμου. Προβάλλει, επιπροσθέτως, ότι, εν πάση περιπτώσει, αφενός συνεπεία του παραμερισμού της προηγούμενης Ειδοποίησης ΙΑ, στο πλαίσιο της έφεσης 393/2023, και αφετέρου της μείωσης, στο μεταξύ, του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, η εφεσίβλητη όφειλε, αν επιθυμία της είναι να προχωρήσει σε εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου για σκοπούς εξόφλησης του δανείου, να ενεργοποιήσει εκ νέου τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου, δια επίδοσης νέας Ειδοποίησης Ι, ως το άρθρο 44Γ
(1)του Νόμου ορίζει[17]. Στην αντίπερα όχθη, η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η ενεργοποίηση του Μέρους VIA του Νόμου από πλευράς της, αφορούσε και στις τρείς τραπεζικές διευκολύνσεις, οι οποίες, κατ' αυτήν εξασφαλίζονταν από την υποθήκη, και όχι μόνο στο δάνειο, και δεδομένης της συνολικής οφειλής για αυτές, που υπερβαίνει τα €2.000.000,00, δεν επείχε υποχρέωσης, είτε να επιδώσει νέα Ειδοποίηση Ι, είτε να μεταβάλει το περιεχόμενο της Ειδοποίησης ΙΑ ώστε το αναγραφόμενο οφειλόμενο χρέος να μειωθεί στη βάση του κατά τον ουσιώδη χρόνο οφειλόμενου χρέους του δανείου. Εν πάση περιπτώσει η εφεσίβλητη προβάλλει και την θέση ότι τα όσα οι εφεσείοντες διατείνονται, δεν μπορούν να ενταχθούν στους επτά αναφερόμενους λόγους, που το άρθρο 44Γ
(3), εξαντλητικά, αναφέρει. Εξ αρχής σημειώνω ότι η παρούσα έφεση θα πρέπει να στεφθεί με επιτυχία, καθότι ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος. Και εξηγώ. Όπως αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 44Β
(1)και
(2)του Νόμου[18], η Ειδοποίηση Θ αποστέλλεται μόνο μια φορά και πρέπει να συνοδεύει άλλη ειδοποίηση που αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή λόγω παρόδου τουλάχιστον 120 ημερών υπερημερίας σε τραπεζική διευκόλυνση που εξασφαλίζεται από εγγραφή υποθήκης, ως προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του Μέρους VIA του Νόμου. Ότι η αποστολή τέτοιας ειδοποίησης, συνοδευόμενης από Ειδοποίηση Θ, αποτελεί προϋπόθεση για την εν προκειμένω ενεργοποίηση, προκύπτει από το αρχικό λεκτικό του άρθρου 44Γ
(1)του Νόμου, το οποίο ξεκινά με την φράση «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β.», δυνάμει του οποίου (του άρθρου 44Γ
(1)), κηρύττεται η έναρξη της διαδικασίας ιδιωτικής εκποίησης δια της επίδοσης Ειδοποίησης Ι. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στην παράθεση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, η μοναδική ειδοποίηση που στάλθηκε και η οποία συνοδευόταν από Ειδοποίηση Θ, ως οι πρόνοιες του άρθρου 44Β
(1)και
(2), ορίζουν, ήταν η επιστολή ημερομηνίας 10.06.2020, η οποία απεστάλη από την εφεσίβλητη και αφορούσε αποκλειστικά και μόνο το δάνειο και όχι τις άλλες δυο τραπεζικές διευκολύνσεις (τρεχούμενοι λογαριασμοί). Οι λοιπές ειδοποιήσεις/επιστολές που απεστάλησαν (στη βάση, πάντα, του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού) σε σχέση με τους τρεχούμενους λογαριασμούς, δεν συνοδεύονταν από Ειδοποίηση Θ. Αυτό προκύπτει και από τα όσα η ίδια η εφεσίβλητη προβάλλει στην παράγραφο 16, υποπαραγράφοι 2, 3, 4, 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριζε την ένσταση της στην έφεση 393/2023 - η οποία αποτελεί το Τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση στην παρούσα έφεση - σύμφωνα με τα οποία, η εφεσίβλητη, ως διατείνεται, ενήργησε σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου επειδή απέστειλε την Ειδοποίηση Θ που συνόδευε την επίδικη Ειδοποίηση Ι. Κατά συνέπεια, οι ειδοποιήσεις/επιστολές ημερομηνίας 16.12.2019, που απεστάλησαν από την τράπεζα για τους τρεχούμενους λογαριασμούς δεν μπορούν να εκληφθούν ως ειδοποιήσεις/επιστολές που απεστάλησαν σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 44Β του Νόμου. Το γεγονός ότι τις Ειδοποιήσεις Ι, ημερομηνίας 02.12.2022, συνόδευαν και Ειδοποιήσεις Θ, δεν μεταβάλλει τα ανωτέρω, καθότι, ως είδη σημειώθηκε, μια μόνο φορά θα πρέπει να αποστέλλεται η Ειδοποίηση Θ, και αυτή θα πρέπει να συνοδεύει ειδοποίηση περί παρατηρούμενης υπερημερίας για περίοδο τουλάχιστον 120 ημερών σε χρόνο πριν την επίδοση της Ειδοποίησης Ι και όχι να συνοδεύει την τελευταία. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, η Ειδοποίηση Ι, ημερομηνίας 02.12.2022, η οποία επιδόθηκε στους εφεσείοντες, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως η εφεσίβλητη διατείνεται, ότι αφορούσε και στις τρείς τραπεζικές διευκολύνσεις. Κρίνω σημαντικό να υποδείξω ότι οι επίδικες Ειδοποιήσεις Θ, Ι και ΙΑ - στη βάση του περιεχομένου τους - δεν είναι προσδιοριστικές της/των τραπεζικής/ων διευκόλυνσης/εων για την εξόφληση των οποίων ενεργοποιήθηκαν οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου. Θεωρώ ορθή την συναφή θέση των εφεσειόντων ότι, στη βάση του ανωτέρω περιγραφόμενου τρόπου δράσης της εφεσίβλητης, αλλά και της τράπεζας, προτού η πρώτη αποκτήσει τα δικαιώματα των τραπεζικών διευκολύνσεων των εφεσειόντων από την τελευταία, οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου ενεργοποιήθηκαν μόνο σε σχέση με το δάνειο και όχι τους τρεχούμενους λογαριασμούς, και αυτό έξω και μακριά από το κατά πόσο, ως οι εφεσείοντες διατείνονται, η υποθήκη εξασφάλιζε, πέραν του δανείου και τους τελευταίους. Και τούτο γιατί, η μόνη ειδοποίηση/επιστολή η οποία πληρούσε τις προϋποθέσεις που επιβάλλουν οι πρόνοιες του άρθρου 44Β (δηλαδή να συνοδεύεται με Ειδοποίηση Θ), και η οποία ήταν προσδιοριστική της εξασφαλισμένης, με την υποθήκη, τραπεζικής διευκόλυνσης που παρουσίαζε υπερημερία, ήταν αυτή της 10.06.2020, η οποία αφορούσε αποκλειστικά και μόνο στο δάνειο. Τούτων δεδομένων, κατά την ημέρα ετοιμασίας και ακολούθως επίδοσης της Ειδοποίησης ΙΑ, το αναγραφόμενο επ' αυτής ενυπόθηκο οφειλόμενο χρέος (€554.057,93), το οποίο η εφεσίβλητη δήλωνε, ρητώς, ότι επιθυμούσε να εισπράξει μέσω της σκοπούμενης εκποίησης, ήταν, εν γνώση της, κατά πολύ μεγαλύτερο του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου (€349.439,10, κατά τον Ιανουάριο του 2023). Εξάλλου, το γεγονός ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου είχε ως ανωτέρω, και ήταν κατά πολύ μικρότερο του προς είσπραξη μέσω της σκοπούμενης εκποίησης ποσού, το παραδέχεται και η εφεσίβλητη, τόσο μέσω του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την ένσταση της, όσο και μέσω των σχετικών τοποθετήσεων του συνηγόρου της στο πλαίσιο της αγόρευσής του. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό, ότι το επιχείρημα της εφεσίβλητης δεν θέτει εν αμφιβόλω το εν προκειμένω ζήτημα, παρά μόνο θέλει την ενεργοποίηση του Μέρους VIA του Νόμου, από πλευράς της εφεσίβλητης, να αφορά και στις τρείς διευκολύνσεις, και, στη βάση της θεώρησης αυτής, προβάλλει, επιπροσθέτως, ότι το αναγραφόμενο επί της Ειδοποίησης ΙΑ ενυπόθηκο οφειλόμενο χρέος είναι κατά πολύ μικρότερο της συνολικής οφειλής των εφεσειόντων σε σχέση και με τις τρεις αυτές διευκολύνσεις. Ότι, στη περίπτωση που η τραπεζική διευκόλυνση που εξασφαλίζει η υποθήκη έχει χρεωστικό υπόλοιπο μικρότερο του ενυπόθηκου οφειλόμενου χρέους, η Ειδοποίηση ΙΑ θα πρέπει να αναφέρει το χαμηλότερο αυτό οφειλόμενο χρέος και όχι το μέγιστο δυνατό εισπρακτέο ποσό με βάση την υποθήκη, το αποδέχεται η εφεσίβλητη (βλ. παράγραφο 35 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση). Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι επί της επίδικης Ειδοποίησης ΙΑ (η οποία ετοιμάστηκε και επιδόθηκε μετά τις πιστώσεις του λογαριασμού του δανείου που μείωσαν το σχετικό χρέος), αναφέρεται ως ποσό, που επιδιώκεται να εισπραχθεί μέσω του σκοπούμενου πλειστηριασμού, το μέγιστο δυνατό εισπρακτέο, μέσω της υποθήκης, ποσό (€554.057,93), αντί το κατά πολύ μικρότερο χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, για το οποίο και ενεργοποιήθηκε το Μέρος VIA του Νόμου, η εν προκειμένω Ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(α) του Νόμου και να δικαιολογείται, ως επακόλουθο, ο παραμερισμός της. Τα ανωτέρω, κρίνω, ότι απαντούν και στο επιχείρημα της εφεσίβλητης ότι η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί κατάλληλο φόρουμ για απόφανση επί του οφειλόμενου χρέους ενός ενυπόθηκου οφειλέτη. Και τούτο γιατί, στη προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς την οφειλή των εφεσειόντων σε σχέση με το δάνειο. Είναι, ακριβώς, στη βάση του δεδομένου αυτού, που, ευκόλως, το Δικαστήριο προβαίνει στην ανωτέρω κρίση του, καθότι δεν χρειάζεται η οποιαδήποτε δικαστική κρίση ή απόφανση επί της πραγματικής οφειλής των εφεσειόντων σε σχέση πάντα με το δάνειο, αφού οι δυο πλευρές, επί τούτου, συμφωνούν. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, παρενθετικά, ότι δεν μου διαφεύγει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 44Β
(1)
(2)του Νόμου, ως ίσχυαν πριν την τελευταία τροποποίησή τους, και δη κατά τον επίδικο για την παρούσα έφεση χρόνο, επέβαλλαν την αποστολή Ειδοποίησης Θ, μόνο από τα αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου. Επί τούτου, καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να θέλει την εφεσίβλητη να μην εμπίπτει στην έννοια του αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος. Ούτε και προβάλλεται οποιοσδήποτε σχετικός λόγος ένστασης. Τουναντίον, ως αβίαστα προκύπτει από τον ανωτέρω τρόπο δράσης της, και δη της αποστολής από πλευράς της Ειδοποίησης Θ, αλλά και ως προκύπτει από τις παραγράφους 16
(3)και
(4), 17 και 18 της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε την ένσταση στην έφεση 393/2023, η εφεσίβλητη παραδέχεται, στην ουσία, ότι όφειλε να στείλει την Ειδοποίηση Θ, πράγμα, που κατά αυτήν, το έπραξε νομότυπα. Κρίνω, εν προκειμένω, ότι στη βάση των τοποθετήσεων και ενεργειών αυτών της εφεσίβλητης, η τελευταία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ίδρυμα στο οποίο οι πρόνοιες του άρθρου 44Β του Νόμου επέβαλλαν, πριν την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης μέσω επίδοσης Ειδοποίησης Ι, να απέστελλε Ειδοποίηση Θ ως οι εν λόγω πρόνοιες ορίζουν. Στη βάση των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης επιτυγχάνει και κατά συνέπεια η επίδικη Ειδοποίηση ΙΑ παραμερίζεται χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου και με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ή και με το συναφές με τον πρώτο λόγο έφεσης επιχείρημα των εφεσειόντων ότι η εφεσίβλητη δεν απέδειξε ότι η υποθήκη εξασφάλιζε και τις τρεις διευκολύνσεις. Στη βάση όλων των ανωτέρω, η επίδικη Ειδοποίηση ΙΑ παραμερίζεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια τούτα επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον της εφεσίβλητης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ. [1] Εταιρεία συμφερόντων, μεταξύ άλλων, και του εφεσείοντα 1, ο οποίος είναι και διευθυντής της. [2] €554,057,93. [3] Είναι σύζυγος του εφεσείοντα 1. [4] Δίδονται όλα τα στοιχεία τους στη μαρτυρία που προσκόμισαν οι δύο πλευρές και πρόκειται για ένα δάνειο και δύο τρεχούμενους λογαριασμούς. [5] Βλέπε Τεκμήριο 10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει της έφεση και Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. [6] Η παραχώρηση των τριών αυτών διευκολύνσεων (δύο τρεχούμενοι λογαριασμοί και το δάνειο) αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, παρά το γεγονός ότι μόνο η σύμβαση που αφορά στο δάνειο αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού που παρουσίασαν οι δυο πλευρές. [7] Βλέπε Τεκμήρια 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. [8]«44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος: Νοείται ότι η αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» πραγματοποιείται μόνο μία φορά: Νοείται περαιτέρω ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI.
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». [9] Βλέπε Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση. [10] Βλέπε Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση. [11] Βλέπε Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. [12] Παρά τις όποιες αναφορές του εφεσείοντα 1, στη ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την έφεση, ως προς το σε τι αφορά το ποσό αυτό, στην αγόρευση της συνηγόρου των εφεσειόντων γίνεται ρητή παραδοχή ότι αυτό αποτελεί το μέγιστο εισπρακτέο μέσω της υποθήκης ποσό, ως προβάλλει και η εφεσίβλητη. [13] €100.000,00 (βλ. Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση). [14] €210.000,00 (βλ. Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση). [15] Βλέπε Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση. [16] Βλέπε Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την έφεση. [17] 44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος. [18] Ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα έφεση χρόνο, και δη πριν την τελευταία σχετική τροποποίηση με τον Νόμο 65
(1)/2023. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο