← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ, Αρ. Αγωγής: 632/2013, 21/11/2023

ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ, Αρ. Αγωγής: 632/2013, 21/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 632/2013 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ Εναγόμενου Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γιώργος Χατζηγιώργης για κ.κ. Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Αντώνης Κατσουρίδης για κ. Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά στην διεκδίκηση, από πλευράς Ενάγουσας, αποζημιώσεων επί τη βάσει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα της επί του προκειμένου διαφοράς των διαδίκων, είναι εν πολλοίς παραδεκτά, ως απόρροια των σχετικών παραδοχών που εντοπίζονται στα δικόγραφα[1], των γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά[2], κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά και από το χειρισμό των διαδίκων κατά την ακρόαση[3]. Προτού όμως παραθέσω το παραδεκτό αυτό υπόβαθρο γεγονότων, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και αφορούν στη διαδικασία μέχρι και την έναρξη της ακρόασης. Με την αγωγή της, η Ενάγουσα αρχικά διεκδικούσε το ποσό των €85.144,73 ως αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη ως αποτέλεσμα της εφαρμογής, για όσο χρόνο ίσχυε, του Διατάγματος Δ.Ε. 7/20004 το οποίο ακυρώθηκε με την απόφαση που εκδόθηκε στην προσφυγή αρ. 650/

  1. Αξίωνε περαιτέρω, η Ενάγουσα, το ποσό των €40.869,47 ως το ποσό των τόκων που απώλεσε μέχρι την καταχώρηση της αγωγής ή νόμιμο τόκο από 31/12/2004, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Η πιο πάνω αξίωση για την επιδίκαση του ποσού των €40.869,47 εγκαταλείφθηκε με σχετική δήλωση του συνηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 22/3/
  2. Αποτέλεσμα της πιο πάνω δήλωσης, ήταν η παρούσα αγωγή να εμπίπτει πλέον στην κλίμακα υποθέσεων που εκδικάζονται από Επαρχιακό Δικαστή, ενώ το διεκδικούμενο ποσό των €85.144,73, περιορίστηκε, ως αποτέλεσμα σχετικής δήλωσης του ΜΕ1 κατά την ακρόαση, στο ποσό των €60.858,
  3. Επανέρχομαι στο σημείο αυτό στο παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων της επί του προκειμένου διαφοράς και παρατηρώ, κατ' αρχάς, ότι οι ιδιότητες των ενώπιον μου διαδίκων, όπως αυτές εκτίθενται και περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, κατέστησαν παραδεκτές ως αποτέλεσμα της σχετικής προς τούτο παραδοχής του Εναγόμενου στην Υπεράσπιση του. Καθίστανται, συνεπώς, ευρήματά μου τα ακόλουθα. Η Ενάγουσα είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου ο οποίος ιδρύθηκε δυνάμει του περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών Νόμου, Κεφ. 302, ως αυτός τροποποιήθηκε και είναι επιφορτισμένη με την παροχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στην Κύπρο και μεταξύ Κύπρου και εξωτερικού. Ο δε Εναγόμενος, είναι ο Επίτροπος Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων, ο οποίος ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου, Ν.112(Ι)/2004 και είναι επιφορτισμένος με τη ρύθμιση του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αναφορικά δε με τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν ενώπιον μου κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και κατατέθηκαν με την μορφή του Καταλόγου εκ συμφώνου παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφο Α στη διαδικασία), αυτά παρατίθενται αυτούσια, ως ακολούθως:
  4. Στις 8/4/2004, ο Εναγόμενος δημοσίευσε το περί «Καθορισμού Ανωτάτου εφάπαξ τέλους εγκατάστασης και Ανωτάτου μηνιαίου τέλους χρέωσης Μισθωμένων Γραμμών ρυθμού μετάδοσης 2 και 34 Mbps των τύπων Α: Μισθωμένη Γραμμή, για σκοπούς διασύνδεσης των δικτύων Παροχέων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (Interconnection Leased Line) και Β: Μερικώς μισθωμένο κύκλωμα - LLPC (Leased Line Part Circuit) (Τηλεπικοινωνιών) διάταγμα του 2004», ήτοι το Δ.Ε. 7/2004 (Α.Δ.Π. 463/2004), με ισχύ από την 8/4/
  5. Η Ενάγουσα στις 21/6/2004 καταχώρησε την Προσφυγή αρ. 650/2004 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία προσέβαλε ως άκυρο, παράνομο και άνευ εννόμου αποτελέσματος, το Διάταγμα Δ.Ε. 7/2004, με το οποίο καθορίστηκε το ανώτατο μηνιαίο τέλος παροχής Μισθωμένων Γραμμών για σκοπούς διασύνδεσης των Παροχέων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και μερικώς μισθωμένων κυκλωμάτων ρυθμού μετάδοσης 2 Mbps της ΑΤΗΚ στις Λ.Κ. 76 μηνιαίως.
  6. Στις 28/3/2007, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του στα πλαίσια της Προσφυγής αρ. 650/2004, με την οποία η Προσφυγή εγκρίθηκε και το προσβαλλόμενο Διάταγμα ακυρώθηκε.
  7. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της Προσφυγής αρ. 650/2004 εφεσιβλήθηκε από τον Εναγόμενο με την Αναθεωρητική Έφεση αρ. 64/2007, Έφεση η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως Εφετείο) ημερομηνίας 15/3/
  8. Στο μεταξύ, το Διάταγμα αρ. Δ.Ε. 7/2004 είχε καταργηθεί με το περί Αναθεώρησης του Υποδείγματος Προσφοράς Διασύνδεσης της ΑΤΗΚ Διάταγμα του 2005 (Α.Δ.Π. 347/2005), το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 8/4/2005 και τέθηκε σε ισχύ από την 1/1/
  9. Η Ενάγουσα απαίτησε από τον Εναγόμενο την πληρωμή του ποσού των €85.144,73.- (Λ.Κ. 49.833.-) ως αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη από την εφαρμογή του Διατάγματος Δ.Ε. 7/2004, με την επιστολή της ημερομηνίας 7/1/
  10. Αναφορικά με τις ζημίες που η Ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα Αγωγή εναντίον του Εναγόμενου συνεπεία της εφαρμογής για όσο χρόνο ίσχυσε το Διάταγμα Δ.Ε. 7/2004, η Ενάγουσα είχε καταχωρήσει εναντίον του Εναγόμενου την Αγωγή αρ. 1903/2008 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία Αγωγή αποσύρθηκε την 9/11/2012 πριν την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής, άνευ βλάβης του δικαιώματος της Ενάγουσας για καταχώρηση νέας Αγωγής, επειδή δεν είχε προηγηθεί γραπτή απαίτηση αποζημίωσης προς τον Εναγόμενο. Τα έξοδα της Αγωγής 1903/2008 Ε.Δ. Λευκωσίας επιδικάστηκαν εκ συμφώνου υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή, και ήταν πληρωτέα σε περίπτωση επανακαταχώρησης νέας αγωγής επί του ίδιου θέματος. Η Ενάγουσα κατέβαλε και εξόφλησε πλήρως τα έξοδα του Εναγόμενου που επιδικάστηκαν σε όφελος του εναντίον της Ενάγουσας, στα πλαίσια της Αγωγής 1903/2008 Ε.Δ. Λευκωσίας. Για τα πιο πάνω, εκ συμφώνου δηλωθέντα ως παραδεκτά, γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, για τα οποία προέβηκα σε σχετικά ευρήματα, οι συνήγοροι παρουσίασαν εκ συμφώνου, για σκοπούς κατάθεσής τους ως παραδεκτά, 10 έγγραφα ως ο Κατάλογος Παραδεκτών Εγγράφων ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία. Παρά ταύτα, επισημαίνεται ότι, τα αμέσως πιο κάτω τεκμήρια, κατατέθηκαν ως παραδεκτά, όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά ως προς το ότι τα έγγραφα αυτά πράγματι εκδόθηκαν και/ή καταρτίστηκαν. · Το Διάταγμα του Εναγόμενου με αρ. Δ.Ε. 7/2004 (Α.Δ.Π. 463/2004), το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  11. · Την Αίτηση Ακύρωσης στην Προσφυγή αρ. 650/2004, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  12. · Την Ένσταση στην Προσφυγή αρ. 650/2004, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  13. · Την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Προσφυγής αρ. 650/2004, ημερομηνίας 28/3/2007, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  14. · Την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Αναθεωρητικής Έφεσης αρ. 64/2007, ημερομηνίας 15/3/2010, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. · Το περί Αναθεώρησης της Υποδείγματος Προσφοράς Διασύνδεσης της ΑΤΗΚ Διάταγμα του 2005 (Α.Δ.Π. 347/2005), το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  16. · Την επιστολή της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 7/1/2013 μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσης της στον Εναγόμενο ημερομηνίας 14/1/2013, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  17. · Το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής αρ. 1903/2008 Ε.Δ. Λευκωσίας, το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  18. · Την Έκθεση Απαίτησης στην Αγωγή αρ. 1903/2008 Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  19. · Πιστό αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία απόσυρσης της Αγωγής 1903/2008, δηλαδή την 9/11/2012, το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  20. Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημά μου, ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, Τεκμήρια 1 έως και 10 όντως εκδόθηκαν και καταρτίστηκαν. Επανέρχομαι στο σημείο αυτό στις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων σχετικά με την αξίωση της Ενάγουσας και σημειώνω ότι αυτές προσδιορίστηκαν, βάσει της ανταλλαχθείσας δικογραφίας, ως ακολούθως. Η Ενάγουσα, αφενός, ισχυρίζεται ότι, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του Διατάγματος Δ.Ε. 7/2004 (στο εξής το «επίδικο Διάταγμα» ή το «Τεκμήριο 1»), η εφαρμογή του οποίου ίσχυσε από την 8/4/2004 μέχρι και την 31/12/2004 και με το οποίο καθορίστηκε, ως ανώτατο μηνιαίο τέλος παροχής Μισθωμένων Γραμμών για σκοπούς διασύνδεσης των Παροχέων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και μερικώς μισθωμένων κυκλωμάτων ρυθμού μετάδοσης 2 Mbps της ΑΤΗΚ, το ποσό των Λ.Κ. 76 μηνιαίως, υπέστη τη ζημία που αξιώνει η οποία αποτελεί τη διαφορά του τέλους που ίσχυε πριν την έκδοση του επίδικου Διατάγματος και τις αντίστοιχες μειώσεις για τις προσβάσεις που λειτουργούσαν την περίοδο εφαρμογής του Διατάγματος. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος προβάλλει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 146 του Συντάγματος ώστε να δύναται να επιτύχει και είναι υπερβολική. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της Υπεράσπισής του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενέργειές του, λήφθηκαν στο πλαίσιο της άσκησης των νομικών του υποχρεώσεων δυνάμει του Νόμου και δεν δύναται, συνεπώς, η Ενάγουσα, να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αξίωσή της εναντίον του Εναγόμενου. Τέλος, ο Εναγόμενος προβάλλει ότι η Ενάγουσα δεν αποτελεί κερδοσκοπικό οργανισμό και κατ' επέκταση δεν δύναται να εγείρει απαιτήσεις της μορφής που εγείρει και δεν νομιμοποιείται να απαιτεί τόκο ή να διατηρεί καταθέσεις. Παρεμβάλλω επίσης, στο σημείο αυτό, ότι, με την Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος ήγειρε και προδικαστική ένσταση βάσει της οποίας ισχυρίστηκε ότι, εφόσον η Ενάγουσα ήγειρε την Αγωγή με αρ. 1903/2008 του Ε. Δ. Λευκωσίας χωρίς να είχε προηγηθεί γραπτή απαίτησή της για αποζημίωση, εμποδίζετο (was estopped) από το να αποστείλει τέτοια απαίτηση μετά την απόσυρση της Αγωγής αρ. 1903/2008 και μετά να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Η πιο πάνω όμως προδικαστική ένσταση δεν προωθήθηκε μέσω της αγόρευσης του Εναγόμενου με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται εγκαταλειφθείσα[4], γεγονός το οποίο, εν πάση περιπτώσει, επιβεβαίωσε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στο στάδιο των διευκρινίσεων, όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα της προώθησης της εν λόγω προδικαστικής ένστασης, οπότε και δήλωσε ότι η πλευρά του Εναγόμενου δεν επιμένει στην προώθησή της. Συνάγεται, συνεπώς, από τα ανωτέρω, το συμπέρασμα ότι, η επί του προκειμένου διαφορά των διαδίκων είναι, κατά κύριο λόγο νομική (legal) παρά πραγματική (factual) και αυτή αφορά, αφενός, στο κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την επιτυχία της αξίωσης της Ενάγουσας και, αφετέρου, στο κατά πόσο η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την διεκδικούμενη ζημία και ότι αυτή επήλθε ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του επίδικου Διατάγματος που ο Εναγόμενος εξέδωσε και ακολούθως ακυρώθηκε[5]. Προχωρώντας, σημειώνω ότι, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε τέσσερις, συνολικά, μάρτυρες. Τον Ρ. Χριστοφόρου (στο εξής ο «ΜΕ1»), τον Ν. Μιχαηλίδη (στο εξής ο «ΜΕ2»), τον Γ. Γεωργίου (στο εξής ο «ΜΕ3») και τον Θ. Θεοδοσίου (στο εξής ο «ΜΕ4») οι οποίοι είναι λειτουργοί και υπάλληλοι της Ενάγουσας. Ο ΜΕ1 παρουσίασε Γραπτή Δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ στη διαδικασία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Παρουσίασε περαιτέρω πέντε Τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν στη διαδικασία ως Τεκμήρια 11, 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα. Αναφέρθηκε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, στις σπουδές, την κατάρτιση του και την επαγγελματική του πορεία στην Ενάγουσα, από το διορισμό του στην υπηρεσία της κατά το έτος 2000 μέχρι και σήμερα. Αναφέρθηκε στο επίδικο Διάταγμα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του οποίου, επιβλήθηκε, για σκοπούς πρόσβασης σε Μισθωμένη Γραμμή 2Mbps, Τύπος Πρόσβασης Β΄, το ποσό των Λ.Κ.76, το οποίο αντιστοιχούσε στο ανώτατο τέλος εξασφάλισης πρόσβασης στον εν λόγω τύπο Μισθωμένης Γραμμής από εναλλακτικούς παρόχους, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτό, το τέλος χρέωσης του ραχιαίου δικτύου, το οποίο είναι επιπρόσθετο και κυμαίνεται αναλόγως του μήκους της γραμμής. Έκανε περαιτέρω αναφορά στις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν ως αποτέλεσμα της έκδοσης του επίδικου Διατάγματος με σκοπό την ακύρωσή του, το οποίο όμως Διάταγμα, ειρήσθω εν παρόδω, καταργήθηκε με το «περί Αναθεώρησης του Υποδείγματος Προσφοράς Διασύνδεσης της ΑΤΗΚ Διάταγμα του 2005 (Α.Δ.Π. 347/2005)», το οποίο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 8/4/2005 και τέθηκε σε ισχύ από την 1/1/
  21. Το επίδικο Διάταγμα συνεπώς, ήτο σε ισχύ από την 8/4/2004 μέχρι και την 31/12/2004, η οποία είναι κατ' επέκταση και η περίοδος για την οποία η Ενάγουσα διεκδικεί την, ισχυριζόμενη, ζημία που υπέστη ως εκ της επιβολής του τέλους των Λ.Κ.
  22. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, αποτέλεσμα της εφαρμογής του πιο πάνω τέλους, για την περίοδο 8/4/2004 - 31/12/2004, ήταν η απαγόρευση στην Ενάγουσα «. να πωλεί χονδρικώς την συγκεκριμένη υπηρεσία/προϊόν στους εναλλακτικούς παρόχους (σ.σ. ήτοι στους ανταγωνιστές της), στο ύψος που η ΑΤΗΚ είχε συγκεκριμένα καθορίσει στο δημοσιευθέν από μέρους της, Υπόδειγμα Προσφοράς Διασύνδεσης, το οποίο και είχε καθορίσει στο ποσό των Λ.Κ.134 μηνιαίως (Λ.Κ. 1.608 ετησίως), ύψος το οποίο ο ΕΡΗΕΤ αποδέχθηκε και δεν επέβαλε τροποποιήσεις επ' αυτού προηγουμένως, μέσω τροποποίησης του Υποδείγματος Προσφοράς με βάση τις πρόνοιες του Νόμου.». Κατέθεσε σχετικά με τα ανωτέρω ως Τεκμήριο 11, αντίγραφο του Υποδείγματος Προσφοράς Διασύνδεσης για το έτος 2003, σύμφωνα με το οποίο το ετήσιο ενοίκιο ανά ζεύξη 2Mbps καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ. 1608, δηλαδή Λ.Κ. 134 μηνιαίως (βλ. σελίδα 4). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, η ζημία της Ενάγουσας προκύπτει από την υπολογιζόμενη διαφορά μεταξύ του τέλους που η Ενάγουσα είχε δημοσιεύσει, δηλαδή του τέλους των Λ.Κ. 134 και του ανώτατου τέλους των Λ.Κ. 76 που ο Εναγόμενος καθόρισε με το ακυρωθέν, επίδικο, Διάταγμα διότι «. για όσο χρονικό διάστημα είχε διαρρεύσει και το Διάταγμα παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την 31/12/2004, η ΑΤΗΚ υφίστατο ζημία, για κάθε μία Μισθωμένη Γραμμή τύπου Β΄ 2 Mbps που η ΑΤΗΚ παρείχε στους εναλλακτικούς παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, χρεώνοντας αναγκαστικά σε τιμή Λ.Κ. 76 αντί στην καθορισθείσα από την ΑΤΗΚ τιμή ύψους Λ.Κ. 134, ζημία η οποία προέκυπτε ευθέως και άμεσα από την εφαρμογή των δεσμευτικών προνοιών του Διατάγματος Δ.Ε.7/2004.». Κατέγραψε περαιτέρω ο ΜΕ1 το σύνολο των συνδέσεων / ζεύξεων διασύνδεσης που έκαστος εναλλακτικός πάροχος διατηρούσε και χρεωνόταν μηνιαίως στην τιμή των Λ.Κ. 76 στον Πίνακα Α' του Εγγράφου Γ, ο οποίος παρατίθεται αυτούσιος αμέσως πιο κάτω: ΠΙΝΑΚΑΣ Α΄ Συμπεριέλαβε περαιτέρω στο Έγγραφο Γ, ως Πίνακα Β', τον υπολογισμό των εσόδων της Ενάγουσας από τις συνδέσεις κάθε μήνα (από τον Απρίλιο του 2004 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2004), με βάση το υφιστάμενο τέλος των Λ.Κ. 134 σε αντιπαραβολή με τα έσοδά της στη βάση του επιβαλλόμενου τέλους των Λ.Κ.
  23. ΠΙΝΑΚΑΣ Β΄ - ΑΠΡΙΛ. ΜΑΙΟΣ ΙΟΥΝΙΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤ. ΣΕΠΤΕΜΒ. ΟΚΤΩΒΡ. ΝΟΕΜΒΡ. ΔΕΚΕΜΒ. ΣΥΝΟΛΟ Συνδέσεις 52 52 62 76 78 82 86 120 136 Έσοδα με βάση υφιστάμενα τέλη (ΛΚ.134) 6968 6968 8308 10184 10452 10988 11524 16080 18224 Έσοδα με βάση επιβαλλόμενα τέλη (Λ.Κ.76) 3952 3952 4712 5776 5928 6232 6536 9120 10336 Απώλεια εσόδων (Λ.Κ.) 3016 3016 3596 4408 4524 4756 4988 6960 7888 43.152 Σύμφωνα με τον εν λόγω Πίνακα Β', αλλά και τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε, η συνολική απώλεια εσόδων της Ενάγουσας για τους εν λόγω μήνες ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ. 43.152,
  24. Για σκοπούς όμως, δικαιότερου και ακριβέστερου υπολογισμού, ο ΜΕ1 εφάρμοσε στον πιο πάνω υπολογισμό του την έκπτωση ύψους 20% που η Ενάγουσα εφάρμοζε κατά το διάστημα που το επιβαλλόμενο τέλος ήταν αυτό των Λ.Κ. 134, από τη δεύτερη ζεύξη και για κάθε επόμενη ζεύξη διασύνδεσης που κάθε πάροχος διατηρούσε στην Ενάγουσα στο ίδιο τηλεφωνικό κέντρο. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε ως Τεκμήριο 12 τη δέσμη των τιμολογίων που η Ενάγουσα εξέδιδε προς τους εναλλακτικούς παρόχους για την περίοδο από τον Απρίλιο του 2004 μέχρι και τον Δεκέμβριο του
  25. Η εν λόγω δέσμη κατατέθηκε με την εξής σειρά παρόχων: Callsat Telecom Ltd, Otenet Telecom Ltd, Telepassport (Cyprus) Ltd, Thunderworx Telecoms Ltd, D.Y. Worldnet Ltd και Areeba Ltd. Κατέθεσε περαιτέρω, το Τεκμήριο 13 το οποίο αποτελεί δέσμη εγγράφων η οποία συντάχθηκε ειδικά για σκοπούς παροχής πληροφοριών και επεξήγησης της λογιστικής διεργασίας επί ενός εκάστου τιμολογίου το οποίο συμπεριλήφθηκε στην δέσμη Τεκμήριο
  26. Η δέσμη Τεκμήριο 13 κατατέθηκε με την ίδια σειρά παρόχων ως το Τεκμήριο
  27. Εξήγησε περαιτέρω, σχετικά με το Τεκμήριο 13 ότι, «. εκεί που δεν εφαρμόζεται έκπτωση (όταν δηλαδή ο αριθμός των συνδέσεων όπως αποτυπώνεται στην στήλη «ΜΟΝΑΔΕΣ» του πραγματικού τιμολογίου είναι 1), τότε στην στήλη έκπτωση αναγράφεται ο συντελεστής 1, και το ύψος της ζημίας για κάθε μισθωμένη γραμμή, ισούται πράγματι με την διαφορά ανάμεσα στο τέλος που είχε δημοσιεύσει η ΑΤΗΚ (Λ.Κ. 134) και στο τέλος που είχε επιβάλει ως ανώτατο ο ΕΡΗΕΤ (Λ.Κ. 76), ήτοι Λ.Κ. 58, εκτός και αν η χρέωση αφορούσε για περίοδο μικρότερη του μήνα, οπόταν είναι κατ' αναλογία μικρότερη. Εκεί που εφαρμόζεται έκπτωση (όταν δηλαδή ο αριθμός των συνδέσεων στο πραγματικό τιμολόγιο όπως αποτυπώνεται στην στήλη «ΜΟΝΑΔΕΣ» ήταν μεγαλύτερος από μία ), εντοπίζεται στο εν λόγω έγγραφο, μία εγγραφή χωρίς έκπτωση φέρουσα τον συντελεστή 1 στην αντίστοιχη στήλη «έκπτωση», και στην συνέχεια, μία δεύτερη (πρόσθετη) εγγραφή φέρουσα τον συντελεστή 0,8 στην στήλη «έκπτωση», οπόταν το ύψος της ζημίας για κάθε ζεύξη διασύνδεση από την δεύτερη και εντεύθεν στο ίδιο τηλεφωνικό κέντρο, είναι μικρότερο από Λ.Κ. 58.». Το σύνολο συνεπώς της απώλειας της Ενάγουσας, υπολογίζοντας την διαφορά σε κάθε ένα εκ των τιμολογίων που η τελευταία εξέδωσε προς τους εναλλακτικούς παρόχους για την περίοδο από 8/4/2004 μέχρι και την 31/12/2004, καθορίστηκε από τον ΜΕ1, βάσει του Πίνακα Γ' που παρουσίασε, στο συνολικό ποσό των Λ.Κ. 19.716, δηλαδή €33.686,
  28. Συγκεκριμένα: ΠΙΝΑΚΑΣ Γ΄ Πίνακας υπολογισμού ζημιάς υπολογίζοντας τις χρεώσεις για τις ζεύξεις που δόθηκαν στους Παρόχους για την περίοδο 08/04/04 - 31/12/04, κατ' εφαρμογή του καθορισθέντος από την ΑΤΗΚ τέλους Λ.Κ.134 και σχετικών εκπτώσεων. ΜΗΝΑΣ CALLSAT OTENET TEL/SPORT THUNDERWORX WORLDNET AREBA TOTAL £ £ £ £ £ £ £ Apr-04 262 264 361 277 0 0 1.164 May-04 348 206 496 389 0 0 1.439 Jun-04 374 206 496 389 0 0 1.465 Jul-04 405 206 668 389 0 0 1.668 Aug-04 404 206 599 389 195 0 1.793 Sep-04 376 206 599 422 232 791 2.626 Oct-04 345 206 599 435 232 812 2.629 Nov-04 345 884 599 435 232 610 3.105 Dec-04 781 884 599 546 232 785 3.827 3.640 3.268 5.016 3.671 1.123 2.998 19.716 ΕΥΡΩ €33.686,79 Αποτέλεσε επίσης θέση του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα υπέστη περαιτέρω ζημία ύψους Λ.Κ. 15.903, δηλαδή €27.171,89, η οποία συνίστατο στην απώλεια εσόδων από τη λιανική πώληση των Λιανικών Μισθωμένων Γραμμών 2Mbps, η οποία, κατά τον ΜΕ1, επίσης επήλθε ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του επίδικου Διατάγματος. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Ενάγουσα «. υπέστη ζημία από την μείωση του αντίστοιχου λιανικού τέλους (δηλαδή του τέλους με το οποίο η ΑΤΗΚ πωλούσε το αντίστοιχο προϊόν απευθείας προς τους λιανικούς πελάτες / τελικούς χρήστες και όχι προς τους εναλλακτικούς πάροχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών) από Λ.Κ.141 σε Λ.Κ.84, μείωση την οποία η ΑΤΗΚ υποχρεώθηκε να επιβάλει, ως εκ της πολύ μεγάλης μείωσης που επέβαλε το Διάταγμα στο ύψος του χονδρικού τέλους, με αποτέλεσμα, η ΑΤΗΚ να μην μπορούσε να αφήσει έναν τόσο μεγάλο περιθώριο διαφοράς ανάμεσα στο επιβληθέν ύψος του χονδρικού τέλους (Λ.Κ. 76) και στο ύψος του λιανικού τέλους (Λ.Κ. 141), προκειμένου αυτό να μην τύχει εμπορικής εκμετάλλευσης από τους ανταγωνιστές/εναλλακτικούς παρόχους στους οποίους πλέον πωλούσε στις Λ.Κ.76 αντί σε Λ.Κ.
  29. Δηλαδή η ΑΤΗΚ, συνεπεία του ακυρωθέντος Διατάγματος Δ.Ε.7/2004, υποχρεώθηκε να μειώσει, εκτός από τα χονδρικά τέλη, και τα λιανικά της τέλη, προκειμένου να καταφέρει να μείνει ανταγωνιστική, και υπέστη αντίστοιχα, επιπρόσθετη ζημία.». Παρουσίασε σε σχέση με τα ανωτέρω, τον Πίνακα Δ', ο οποίος επίσης παρατίθεται, αυτούσιος, αμέσως πιο κάτω μαζί με τις σχετικές υποσημειώσεις: ΠΙΝΑΚΑΣ Δ΄ ΕΥΡΩ: €27.171,89
  30. Τα πραγματικά έσοδα αφορούν το ποσό που είσπραξε η Cyta πουλώντας στην χαμηλή λιανική τιμή (£84 Χ 31 συνδέσεις Χ 9 μήνες = £23.436)
  31. Τα έσοδα με βάση τέλος 2004 αφορούν αυτά που θα είχε η Cyta αν πουλούσε στην κανονική λιανική τιμή με βάση (£141 Χ 31 συνδέσεις Χ 9 μήνες = £39.339)
  32. Η απώλεια εσόδων είναι η διαφορά στις πωλήσεις για 9 μήνες λαμβάνοντας υπόψη την τιμή που επεβλήθηκε και την τιμή που βασίζεται στο κόστος (£39.339 - £23.436 = £15.903) Αναφέρθηκε περαιτέρω στην απαίτηση της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο, με την επιστολή της ημερομηνίας 7/1/2013 (βλ. Τεκμήριο 7), με την οποία ο τελευταίος αμέλησε και παρέλειψε να συμμορφωθεί. Προσδιόρισε, τέλος, την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου, για τη ζημία που, κατ' ισχυρισμόν, υπέστη ως αποτέλεσμα της έκδοσης και εφαρμογής του ακυρωθέντος επίδικου Διατάγματος, ως ακολούθως: (α) Λ.Κ. 19.716.- (€33.686,79.-) ως η ζημιά από τη διαφορά των εσόδων της Ενάγουσας από τις πωλήσεις Μισθωμένων Γραμμών στους εναλλακτικούς παρόχους (σ.σ. χονδρικές πωλήσεις), και (β) Λ.Κ. 15.903 (€27.171,89.-), ως η ζημία από την διαφορά των εσόδων της Ενάγουσας από τις λιανικές πωλήσεις Μισθωμένων Γραμμών. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 14, δέσμη τριών εγγράφων με τίτλο Πληροφορίες τιμολογίου σε σχέση με τους εναλλακτικούς παρόχους Telepassport (Cyprus) Ltd, Otenet Telecom Ltd και Areeba Ltd, για σκοπούς επεξήγησης της διεργασίας που ακολουθήθηκε από πλευράς Ενάγουσας για τον καθορισμό της απώλειάς της, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του επίδικου Διατάγματος. Προχώρησε περαιτέρω στην παροχή διευκρινίσεων, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, σχετικά με τα τεκμήρια που παρουσίασε, τη διαδικασία και τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ως προς τον τρόπο υπολογισμού της ζημιάς της Ενάγουσας. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το επιβληθέν τέλος των Λ.Κ. 76 δεν κάλυπτε το κόστος για την παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην έχει κέρδος από την παροχή της, λέγοντας ότι η διαδικασία καθορισμού του κόστους είναι πολύπλοκη αφού απαιτούνται και τεχνικά στοιχεία. Είχε όμως λάβει μέρος στη διαδικασία κοστολόγησης και ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι το επιβαλλόμενο τέλος ήταν κάτω από το κόστος. Γνώριζε τους υπολογισμούς που έγιναν για το σκοπό αυτό αλλά δεν ήταν σε θέση να τους παρουσιάσει, διότι δεν τους είχε στην κατοχή του, ούτε και ήταν σε θέση να διαφωτίσει για το κόστος κάθε μιας μισθωμένης γραμμής τύπου Β' 2Mbps. Παρουσίασε περαιτέρω στο πλαίσιο της αντεξέτασης του, δέσμη αντιγράφων των συμφωνιών διασύνδεσης της Ενάγουσας με τις εταιρείες CALLSAT TELECOM LTD, D.Y. WORLDNET LTD, SCANCOM (CYPRUS) LIMITED, HTTP PLANITIS COMMUNICATIONS LTD, THUNDERWORX LTD, TELEDOME CYPRUS LTD, TELEPASSPORT TELECOMMUNICATIONS (CYPRUS) LTD ως Τεκμήριο
  33. Ανέφερε δε ότι από την εν λόγω δέσμη (Τεκμήριο 15) υπολείπετο μια συμφωνία διασύνδεσης για την οποία δεν υπήρχαν μισθωμένες γραμμές την επίδικη περίοδο. Λόγω δε του γεγονότος ότι το Τεκμήριο 15 αποτελούσε δέσμη αποσπασμάτων των συμφωνιών διασύνδεσης, δεν περιλαμβάνετο σε αυτά η περίοδος ισχύς των συμφωνιών. Ανέφερε περαιτέρω ότι, το πραγματικό ποσό το οποίο εισπράχθηκε από την Ενάγουσα είναι το ποσό το οποίο υπολογίστηκε στον Πίνακα Γ'. Ο ΜΕ1 συμφώνησε ότι, για να καταλήξει στην απώλεια εσόδων, χρησιμοποίησε τα πραγματικά έσοδα με τα επιβαλλόμενα τέλη και βρήκε τη διαφορά τους με τα έσοδα τα οποία η Ενάγουσα υπολόγισε ότι θα είχε με τα προηγούμενα τέλη. Εξήγησε περαιτέρω ότι ο Πίνακας Γ' δείχνει τη διαφορά μεταξύ των επιβαλλομένων τελών και των προηγούμενων τελών, ενώ, «Ο πίνακας Β είναι ένας υπολογισμός, ο οποίος έγινε αρχικά με τον συνολικό αριθμό συνδέσεων λιανικών και χονδρικών. Ακολούθως, ο πίνακας Γ έπιασε τα πραγματικά τιμολόγια που εκδόθηκαν κατά την εν λόγω περίοδο, χονδρικά και έκανε τους υπολογισμούς με βάση το επιβαλλόμενο και το τέλος που ίσχυε πριν.». Συμφώνησε περαιτέρω με τον συνήγορο του Εναγόμενου ότι, το σύνολο των εσόδων με βάση τα επιβαλλόμενα τέλη, δεν περιλαμβάνεται στη δήλωσή του, παρά το γεγονός ότι αυτό λήφθηκε υπόψη για σκοπούς καθορισμού της ζημίας του Πίνακα Γ'. Σε ερώτηση, αναφορικά με το κατά πόσο τα ποσά των πραγματικών εσόδων της Ενάγουσας σχετικά με την επίδικη υπηρεσία έχουν ελεγχθεί και πιστοποιηθεί από αρμόδιο ελεγκτή, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι γίνονται τέτοιοι έλεγχοι, πλην όμως, τα ποσά που αφορούν στις μισθωμένες γραμμές στις οικονομικές καταστάσεις δεν καταδεικνύουν τα όσα προκύπτουν από τα τιμολόγια που παρουσίασε. Ανέφερε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι, αν και η εταιρεία Teledome περιλαμβάνετο στις 136 γραμμές του Δεκεμβρίου του Πίνακα Β' δεν γίνεται αναφορά σ' αυτήν στον Πίνακα Γ' λόγω παραδρομής, ενώ για την εταιρεία Planitis, δεν συμπεριλήφθηκαν τα τιμολόγια γιατί αυτά αφορούσαν μόνο λίγες ημέρες του Δεκεμβρίου. Αναφορικά με την εταιρεία Areeba, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί αυτή φαίνεται στον Πίνακα Α' να είναι ενεργή από τον Ιούλιο του 2004 ενώ στον Πίνακα Γ' φαίνεται ενεργή από τον Σεπτέμβριο του
  34. Αναφορικά με τους λιανικούς πελάτες και την αναφορά του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα αναγκάστηκε να επιβάλει σ' αυτούς το τέλος των Λ.Κ. 84, αντί του προηγούμενου τέλους των Λ.Κ. 141, διευκρίνισε, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων από το συνήγορο του Εναγόμενου ότι, παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα είχε την επιλογή να μην προσφέρει λιανικά την επίδικη υπηρεσία, υπήρχαν ήδη λιανικοί πελάτες, με τους οποίους δεν υπήρχαν συμφωνίες αλλά τα λιανικά προϊόντα ήταν διαθέσιμα και αγοράζονταν από επιχειρηματικούς πελάτες της Ενάγουσας. Θέση του ΜΕ1 ήταν ότι η συγκεκριμένη απώλεια, δεν αποτελούσε εκ των υστέρων σκέψη αλλά, «. παρόλο που αποτελεί έμμεση απώλεια εσόδων, διότι δεν προέρχεται απευθείας από το διάταγμα η απώλεια εσόδων από τις λιανικές πωλήσεις, όλοι οι υπολογισμοί και οι πίνακες είχαν γίνει από το 2005.». Αναφορικά με τη διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ των ποσών των Πινάκων Α' και Β' σε σχέση με τον Πίνακα Γ', ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτή έγκειται στο γεγονός ότι, κατόπιν συμβουλής των νομικών τους συμβούλων, προχώρησαν με διαφορετικό τρόπο υπολογισμού της απώλειας εσόδων, βασιζόμενοι στα πραγματικά εκδοθέντα τιμολόγια, περιλαμβάνοντας δηλαδή και τις εκπτώσεις του 20%, αντί να χρησιμοποιούν απλώς τον αριθμό συνδέσεων και πολλαπλασιάζοντάς τον με τη διαφορά των δύο τελών. Ερωτηθείς περαιτέρω σχετικά με τον Πίνακα Δ', ο ΜΕ1 ανέφερε ότι υπήρξε κάποια αύξηση των πωλήσεων λιανικών γραμμών, ως αποτέλεσμα της μείωσης από το ποσό των Λ.Κ. 141 σε Λ.Κ. 84, πλην όμως, αυτή οφείλετο στην αύξηση του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων που απαιτούσαν τις συνδέσεις και όχι στην μείωση του τέλους, η οποία κατά τον μάρτυρα συνέτεινε μεν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά σε μικρό βαθμό. Αναφορικά με την «ασυνέπεια» όπως την χαρακτήρισε ο συνήγορος του Εναγόμενου, μεταξύ των αποζημιώσεων που η Ενάγουσα αξίωνε διαχρονικά από τον Εναγόμενο, μέσω της προγενέστερης Αγωγής (Τεκμήριο 8), της επιστολής (Τεκμήριο 7) και των Πινάκων Β' και Γ' της δήλωσής του, ο ΜΕ1 ανέφερε τα εξής: «Το πρώτο ποσό, δηλαδή οι 724.366 λίρες ήταν ποσό που υπολογίστηκε για ολόκληρη την τριετία, από το 2004 μέχρι το 2007, μέχρι δηλαδή να πέσει το διάταγμα. Ακολούθως, εφόσον αποφασίσαμε ότι το 2005, ούτως ή άλλως βγήκε νέο διάταγμα, υπολογίστηκε η απώλεια μόνο για τους μήνες του 2004 που ίσχυε και όχι για τα 3 χρόνια μέχρι να, σε νομικούς όρους, καταρριφθεί το διάταγμα.», αναφέροντας ότι το σωστό ποσό είναι αυτό που σήμερα ζητείται, δηλαδή βάσει των Πινάκων Γ' και Δ'. Τα ποσά που αξιώνονταν προγενέστερα ήταν μεν ορθά αλλά σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού στη βάση των οποίων, τότε, υπολογίστηκαν. Ο ΜΕ2, αναφέρθηκε στην κατάρτιση και την επαγγελματική του πορεία στην υπηρεσία της Ενάγουσας από το 1991 μέχρι και σήμερα και παρουσίασε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, Γραπτή Δήλωσή του η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ στη διαδικασία. Κατατέθηκαν περαιτέρω στο πλαίσιο της μαρτυρίας του έξι, συνολικά, τεκμήρια στα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω. Ο μάρτυρας υπεραμύνθηκε των υπολογισμών που ο ΜΕ1 παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέροντας ότι «. με συγκεκριμένους υπολογισμούς που έλαβαν χώρα και παρουσιάζονται σε έγγραφα που καταρτίστηκαν ειδικώς από τους λειτουργούς της ΑΤΗΚ υπό την δική μου εποπτεία και παρακολούθηση, για κάθε ένα εκ των τιμολογίων και τα οποία κατατέθηκαν εξ όσων έχω ενημερωθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13, υπολογίστηκε, η διαφορά στην συγκεκριμένη χρέωση και στα συγκεκριμένα αντίστοιχα έσοδα που θα λάμβανε η ΑΤΗΚ, αν επί των ίδιων αυτών τιμολογίων, εφαρμοζόταν και χρεωνόταν η τιμή των Λ.Κ. 134 που είχε καθορίσει και δημοσιεύσει η ΑΤΗΚ, σε σχέση με το μηνιαίο τέλος για την παροχή πρόσβασης στις εν λόγω μισθωμένες γραμμές, λαμβανομένων υπόψη και τυχόν εκπτώσεων που η ΑΤΗΚ εφάρμοζε πριν την έκδοση του.». Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν αποτελούν την πιο αξιόπιστη πηγή για τις πραγματικές χρεώσεις και τα έσοδα της Ενάγουσας διότι μόνο σε αυτά φαίνονται συγκεκριμένα και λεπτομερώς οι οικονομικές πληροφορίες και χρεώσεις αλλά και οι υπόλοιπες πληροφορίες που καθορίζουν την τιμή που χρεώθηκε και κατ' επέκταση τα έσοδα από την παροχή μισθωμένων γραμμών στους παρόχους κατά συγκεκριμένες ημερομηνίες κάθε μήνα που παρεχόταν η πρόσβαση. Οι δε ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, δεν παρουσιάζουν απομονωμένα τα έσοδα της Ενάγουσας από τις χονδρικές πωλήσεις σε μισθωμένες γραμμές, ώστε να δύναται να εξαχθούν τα έσοδα της από το τέλος πρόσβασης στις μισθωμένες γραμμές 2Mbps. Παρουσίασε προς τούτο, ως Τεκμήριο 16, την Έκθεση και Ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της Ενάγουσας για το
  35. Αναφορικά με τη μη συμπερίληψη των συνδέσεων της εταιρείας Teledome, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη διότι για την περίοδο που βρισκόταν σε ισχύ το επίδικο διάταγμα είχαν παρασχεθεί και χρεωθεί στην εν λόγω εταιρεία μισθωμένες γραμμές μόνο για τις τρεις τελευταίες ημέρες του Δεκεμβρίου του
  36. Συνεπώς, επειδή η ζημιά που προκλήθηκε για τις τρεις αυτές ημέρες ήταν ελάχιστη και συγκεκριμένα ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ. 50, η Ενάγουσα επέλεξε να μην τις συμπεριλάβει στον υπολογισμό της ζημίας της. Γι' αυτό το λόγο δεν εντοπίζεται η συγκεκριμένη εταιρεία στον Πίνακα Γ' που ο ΜΕ1 παρουσίασε. Στο πλαίσιο του πιο πάνω μέρους της μαρτυρίας του, ο ΜΕ2 παρουσίασε και το τιμολόγιο με αριθμό IC0081 το οποίο η Ενάγουσα εξέδωσε προς την εταιρεία Teledome, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  37. Αναφορικά με την εταιρεία Planitis, o ΜΕ2 διευκρίνισε ότι η εν λόγω εταιρεία παρουσιάζει μόνο δύο συνδέσεις στον Πίνακα Α' διότι ακολούθως μετονομάστηκε σε Otenet και γι' αυτό το λόγο από τον Μάρτιο του 2004 σταματούν οι συνδέσεις της Planitis και ξεκινούν οι συνδέσεις της Otenet. Παρουσίασε προς τούτο, αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος της εταιρείας HTTP PLANITIS COMMUNICATIONS LIMITED σε OTENET TELECOMMUNICATIONS LIMITED, ημερομηνίας 13/11/2003 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  38. Παρουσίασε επίσης, αποτέλεσμα της ιστοσελίδας του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 23/6/2022 αναφορικά με την εταιρεία Scancom η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε Areeba, MTN και σήμερα ονομάζεται EPIC, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  39. Προσκόμισε περαιτέρω, αποσπάσματα από τις συμφωνίες διασύνδεσης που η Ενάγουσα συνήψε με τους εναλλακτικούς παρόχους, στα οποία φαίνεται η χρονική διάρκεια της ισχύος των εν λόγω συμφωνιών και οι τυχόν συμφωνίες ανανέωσής τους. Τα εν λόγω αποσπάσματα, τα οποία κατατέθηκαν ως Δέσμη Τεκμήριο 20, αφορούσαν τις ακόλουθες εταιρείες: CALLSAT TELECOM LTD, HTTP PLANITIS COMMUNICATIONS LTD, TELEPASSPORT TELECOMMUNICATIONS (CYPRUS) LTD, THUNDERWORX LTD, D.Y. WORLDNET LTD και SCANCOM (CYPRUS) LIMITED. Τέλος, ο ΜΕ2 παρουσίασε δέσμη εγγράφων τα οποία εξήχθηκαν από το λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας αναφορικά με τις εταιρείες: CALLSAT TELECOM LTD, OTENET TELECOMMUNICATIONS LIMITED, THUNDERWORX LTD, D.Y. WORLDNET LTD, TELEPASSPORT TELECOMMUNICATIONS (CYPRUS) LTD και AREEBA LTD ως Τεκμήριο
  40. Διευκρίνισε δε ότι, παρά το γεγονός ότι το τιμολόγιο IC0049 που η Ενάγουσα εξέδωσε προς την Areeba εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2004, αυτό αφορούσε στις υπηρεσίες της περιόδου Ιουλίου 2004 - Σεπτεμβρίου 2004, σε συνάφεια με τον Πίνακα Α' που ο ΜΕ1 παρουσίασε. Πέραν των όσων ανέφερε στην γραπτή δήλωσή του, ο ΜΕ2, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, διευκρίνισε ότι οι οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν το συνολικό ποσό των εσόδων από τις υπηρεσίες που η Ενάγουσα παρείχε. Αναφορικά με το Τεκμήριο 21, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι σε αυτό περιλαμβάνοντα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν προς τους παρόχους (βλ. Δέσμη Τεκμήριο 12) και οι πληρωμές τους. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε ότι η εταιρείες Callsat και D.Y. Worldnet, πλήρωναν με μια πληρωμή κάθε τιμολόγιο, ενώ εταιρείες όπως η Telepassport και η Areeba πλήρωναν το κάθε τιμολόγιο σε διαφορετικές φάσεις, λόγω αμφισβήτησης κάποιων ποσών και των διαβουλεύσεων με την Ενάγουσα. Εφόσον δε το συνολικό «netting» στις καταστάσεις είναι «0» προκύπτει ότι όλα τα τιμολόγια για το 2004 έχουν αποπληρωθεί. Ως προς τις αναφορές «allocation reference» που εντοπίζονται στο Τεκμήριο 21, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι πρόκειται για αριθμούς που δίδονταν ώστε να μπορούν να παρακολουθούνται οι πληρωμές των τιμολογίων, ειδικότερα σε σχέση με τις εταιρείες Telepassport και Areeba τα τιμολόγια των οποίων ενίοτε μειώνονταν κατόπιν αμφισβήτησης ή διαβούλευσης μεταξύ τους και της Ενάγουσας. Εξήγησε περαιτέρω ότι η στήλη «Common Reference» περιλαμβάνει τους αριθμούς των τιμολογίων που συναποτελούν το Τεκμήριο
  41. Στις περιπτώσεις που ένα τιμολόγιο εμφανίζεται δύο φορές, όπως στην περίπτωση της Areeba, αυτό σημαίνει ότι το εν λόγω τιμολόγιο εξοφλήθηκε με περισσότερες από μια, πληρωμές. Στο εν λόγω τεκμήριο, οι πληρωμές φαίνονται με κόκκινο χρώμα ενώ οι χρεώσεις βάσει των τιμολογίων φαίνονται με μαύρο χρώμα. Ο ΜΕ2 αντεξετάστηκε από το συνήγορο του Ενάγουσα σχετικά με τις περιόδους ισχύος και ανανέωσης των συμφωνιών διασύνδεσης. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του αυτής, ανέφερε ότι η συμφωνία με την εταιρεία Callsat ανανεώθηκε τον Οκτώβριο του 2004, μήνα κατά τον οποίο η προηγούμενη συμφωνία είχε λήξει. Το ίδιο ίσχυε και σχετικά με τις εταιρείες Planitis (μεταγενέστερα Otenet) και Telepassport. Η συμφωνία με την εταιρεία Thunderworx έληγε τον Δεκέμβριο του 2004 οπότε και ανανεώθηκε. Η συμφωνία της D.Y. Worldnet συνάφθηκε τον Μάρτιο του 2004 και ίσχυε για ένα έτος. Τέλος, η συμφωνία με την Scancom (μεταγενέστερα Areeba) συνάφθηκε τον Μάιο του
  42. Συμφώνησε ότι όλες οι συμφωνίες, με εξαίρεση τις συμφωνίες με τις εταιρείες Thunderworx και Worldnet, είχαν υπογραφθεί εξ αρχής ή ανανεώθηκαν εντός της περιόδου Απριλίου 2004 - Δεκεμβρίου 2004 οπότε και ίσχυε το επίδικο Διάταγμα. Σχετικά με τον λόγο που υπεγράφησαν οι πιο πάνω συμφωνίες, αφ' ης στιγμής η θέση της Ενάγουσας ήταν ότι θα ζήμιωνε με την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας με το επιβληθέν, δυνάμει του επίδικου Διατάγματος, τέλους, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι βάσει της Νομοθεσίας, η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να προσφέρει το επίδικο προϊόν στις εταιρείες που δραστηριοποιούντο στον τομέα και δεν μπορούσε να μη διαθέτει σε ισχύ συμφωνίες μαζί τους. Αρνήθηκε δε ότι με τις εν λόγω ανανεώσεις η Ενάγουσα συνέδραμε στη ζημία που διεκδικεί, λέγοντας ότι υπήρχε υποχρέωση υπογραφής τους. Σχετικά με την αναφορά του, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, για την αμφισβήτηση χρεώσεων και διαβουλεύσεων με ορισμένους παρόχους, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι αυτές δεν αφορούσαν στις επίδικες υπηρεσίες αλλά σχετίζονταν με τέλη του επιβλήθηκαν για άλλες υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από την Ενάγουσα. Αναφορικά με τη δέσμη Τεκμήριο 21 και τα όσα εκεί καταγράφονται, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η εν λόγω δέσμη δόθηκε σε αυτόν από στέλεχος της υπηρεσίας του. Ερωτηθείς σχετικά με το γεγονός ότι τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 12 είναι ανυπόγραφα, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι αυτά εξάχθηκαν από το σύστημα και τα τιμολόγια που στάληκαν στις εταιρείες ήταν υπογραμμένα. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο υπήρχαν αποδείξεις πληρωμής των εν λόγω τιμολογίων, οι πληρωμές όμως γίνονταν μέσω Τράπεζας. Αρνήθηκε, τέλος, ότι τα έγγραφα που παρουσίασε δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ανέφερε ότι είχε ιδία γνώση για το περιεχόμενό τους. Ο ΜΕ3 επίσης παρουσίασε Γραπτή Δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε στη διαδικασία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στο πλαίσιο της δήλωσης του, αναφέρθηκε στην επαγγελματική του κατάρτιση λέγοντας ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας από το 2001 ως Λογιστής. Μέρος των καθηκόντων του, ως Υπεύθυνος Οικονομικής Διαχείρισης των Εθνικών Χονδρικών Προϊόντων και Υπηρεσιών της Ενάγουσας, ήταν η έκδοση των τιμολογίων, η είσπραξη των οφειλόμενων ποσών και η καταχώρηση των λογιστικών εγγράφων στο λογιστικό σύστημα. Προς τούτο ανέφερε ότι είναι σε θέση να γνωρίζει ότι τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως δέσμη Τεκμήριο 12 αποτελούν πιστά αντίγραφα των τιμολογίων που εκδόθηκαν και στάληκαν στους εναλλακτικούς παρόχους τα οποία φυλάσσονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας και εκτυπώθηκαν απευθείας από αυτό. Μετά τα όσα έλαβαν χώρα κατά την αντεξέταση του ΜΕ2, ο ΜΕ3 διεξήγαγε έρευνα και εντόπισε τα αντίγραφα των τιμολογίων που η Ενάγουσα είχε εκδώσει και αποστείλει στους παρόχους τα οποία φέρουν την υπογραφή του ίδιου του ΜΕ3 και τις σημειώσεις του. Κατέθεσε προς τούτο τη σχετική δέσμη τιμολογίων ως Τεκμήριο 22 διευκρινίζοντας ότι αυτή αποτελεί: «. αντίγραφα της πρώτης σελίδας ενός εκάστου τιμολογίου και της αντίστοιχης σελίδας που αφορούσε στις χρεώσεις των ζεύξεων διασύνδεσης, κατ' αντιστοιχία των αντιγράφων των ίδιων σελίδων των ίδιων τιμολογίων που είχαν εκτυπωθεί από το ηλεκτρονικό αρχείο της ΑΤΗΚ και που έχουν κατατεθεί ως τυγχάνει να έχω ενημερωθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 στην παρούσα διαδικασία, μαζί με σχετικό αποδεικτικό αποστολής τους με τηλεομοιότυπο (όπως αποστέλλονταν τον καιρό εκείνο προς τους εναλλακτικούς παρόχους, σε συνδυασμό κατά κανόνα και με συστημένη επιστολή).». Τα εν λόγω τιμολόγια έχουν πληρωθεί και εξοφληθεί, με την Ενάγουσα να έχει εισπράξει τα αντίστοιχα ποσά όλων των τιμολογίων. Το γεγονός αυτό το γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά και πιστοποιείται και από το ίδιο το λογιστικό σύστημα της Ενάγουσας, το οποίο, ο ίδιος, ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του, τηρούσε και λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, καταχωρώντας τις σχετικές εγγραφές σε σχέση με τα τιμολόγια και τις πληρωμές για την εξόφληση τους, η οποία γινόταν, είτε με ένα εφάπαξ ποσό, είτε με περισσότερες από μία πληρωμές. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε περαιτέρω ότι εκείνος εκτύπωσε τις καταστάσεις Τεκμήριο 21 δίδοντας τις στον ΜΕ2 για σκοπούς παρουσίασης τους στο Δικαστήριο ενώ αναγνώρισε ότι η δέσμη Τεκμήριο 12 είναι τα ίδια τιμολόγια με αυτά που παρουσίασε ως Τεκμήριο 22 με τη διαφοροποίηση ότι τα τιμολόγια που αποτελούν το Τεκμήριο 22 φέρουν την υπογραφή του. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μόνο αυτός λειτουργούσε το λογιστικό σύστημα και καταχωρούσε τις εγγραφές σ' αυτό, ενώ διευκρίνισε ότι τα τιμολόγια συνήθως δεν υπογράφονται και από τους παρόχους προς τους οποίους εκδίδονται. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για την πληρωμή τους, αλλά οι πληρωμές αυτές έγιναν και φαίνονται στο σύστημα της Ενάγουσας. Ο ΜΕ4 παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του Γραπτή Δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο ΣΤ στη διαδικασία. Στη δήλωσή του, αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας από το 1988, ασκώντας τεχνικής φύσεως καθήκοντα ενώ σήμερα ασκεί καθήκοντα Ανώτερου Τεχνικού. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ο ΜΕ4 ανέφερε αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Σε σχέση με τις εν λόγω μισθωμένες γραμμές 2Mbps που η ΑΤΗΚ παρείχε στους εναλλακτικούς παρόχους οι οποίοι επιθυμούσαν να έχουν πρόσβαση σε μισθωμένες γραμμές για σκοπούς διασύνδεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο 2004, ήταν ψηφιακές γραμμές με ταχύτητα/ρυθμό μετάδοσης δεδομένων 2Mbps (δηλαδή 2 Mbits per second ή με διαφορετικά λόγια, 2048 Kbits/s). Περαιτέρω, από καθαρά τεχνικής άποψης και μόνον, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι μία μισθωμένη γραμμή 2Mbps που παρεχόταν (και που παρέχεται ακόμα) από την ΑΤΗΚ σε όποιον εναλλακτικό πάροχο ή ακόμα και λιανικό πελάτη της το επιθυμούσε, μπορεί να είναι, ψηφιακή δομημένη, ή ψηφιακή αδόμητη, και η κάθε μία πληρούσε τα αντίστοιχα εναρμονισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά (τα στάνταρντς ETS - EUROPEAN TELECOMMUNICATIONS STANDARDS) που εκάστοτε προβλέπονταν στην ισχύουσα νομοθεσία και κανονισμούς.» Ο ΜΕ4 δεν αντεξετάστηκε. Με το πέρας της υπόθεσης της Ενάγουσας, δηλώθηκε από το συνήγορο του Εναγόμενου ότι ο τελευταίος δεν θα προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία και η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία και Αρχές. Πέραν της κατάθεσης των γραπτών τους αγορεύσεων, αμφότεροι οι συνήγοροι προχώρησαν και στην παροχή διευκρινίσεων αναφορικά με ζητήματα τα οποία απασχόλησαν το Δικαστήριο, κατόπιν μελέτης των αγορεύσεών τους. Ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Προχωρώντας, σημειώνω ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν ενώπιόν μου, με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει με προσοχή του περιεχομένου του συνόλου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, εγγράφως. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας, γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola

(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιοπιστία, συνεπώς, εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506), υπόκειται δε και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται και σε συνάρτηση με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις των μερών (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Τέλος, τονίζω ότι οι υποβολές των συνηγόρων δεν έχουν, από μόνες τους, οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην απουσία προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας (βλ. Α.Ι. κ.α. ν. Π.Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση 283/2012, απόφαση ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου, 2019). Κρίνω περαιτέρω σκόπιμο να υπενθυμίσω, στο σημείο αυτό, ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης προς αντίκρουση των ισχυρισμών της Ενάγουσας επί των γεγονότων. Εφόσον λοιπόν η εκδοχή που η Ενάγουσα προώθησε είναι και η μόνη εκδοχή που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχουν «. εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους και εάν τα γεγονότα όπως τέθηκαν είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση της Ενάγουσας στο αναγκαίο επίπεδο» (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 829, Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola (ανωτέρω)). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΕ1 ήταν θετική. Η μαρτυρία του ήταν, στο σύνολό της, σαφής, χαρακτηριζόταν από συνοχή και πειστικότητα και ήταν ιδιαίτερα βοηθητική προς το Δικαστήριο για σκοπούς κατανόησης της διεργασίας στην οποία ο μάρτυρας προέβη για τον καθορισμό των αξιούμενων από την Ενάγουσα ποσών. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας έδωσε όλες τις απαραίτητες, για το σκοπό αυτό, λεπτομέρειες και διευκρινίσεις, εξηγώντας, κατά τρόπο εμπεριστατωμένο, τη μεθοδολογία που ακολούθησε και εφάρμοσε για σκοπούς υπολογισμού των ζημιάς της Ενάγουσας αλλά και για τον προσδιορισμό της βάσης επί της οποίας αυτή καθορίστηκε. Σημειώνω περαιτέρω ότι, αν και η μαρτυρία του αφορούσε σε ζητήματα τεχνικά και πολύπλοκα, λόγω ακριβώς της σαφήνειας, της περιεκτικότητας και της συνοχής των απαντήσεων και των τοποθετήσεων του, ο μάρτυρας κατέστησε αυτά τα ζητήματα κατανοητά με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αποκομίσει μια πλήρη εικόνα ως προς τον τρόπο που προσεγγίστηκε και προσδιορίστηκε το ζήτημα ζημιάς της Ενάγουσας. Αξίζει δε περαιτέρω να σημειωθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του, όπως και των υπολοίπων μαρτύρων, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αντεξέτασης ή αμφισβήτησης από πλευράς του Εναγόμενου ως προς την αλήθεια της. Τούτο διότι, ό,τι επί της ουσίας αμφισβητήθηκε από πλευράς του Εναγόμενου ήταν μεν η ορθότητα των ποσών που διεκδικούνται αλλά και η βάση για τη διεκδίκησή τους αυτή, χωρίς ωστόσο, τονίζω, να προσφέρεται οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενου. Κρίνω περαιτέρω ότι ο ΜΕ1 ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Σημειώνω προς τούτο ενδεικτικά ότι δεν δίστασε, σε ερωτήσεις τις οποίες δεν ήταν σε θέση να τις απαντήσει, να το δηλώσει τούτο ρητά. Ενδεικτική της ειλικρίνειάς του αυτής ήταν η παραδοχή του ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το κόστος για την παροχή των συνδέσεων ή να εξηγήσει γιατί το τιμολόγιο προς την εταιρεία Areeba εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο ενώ αυτή φαινόταν ενεργή από τον Ιούλιο του 2004, καθώς και η παραδοχή του ότι όντως υπήρξε αύξηση στην πώληση των λιανικών συνδέσεων αλλά και ότι η ζημία που αφορούσε στις λιανικές αυτές συνδέσεις ήταν έμμεση και όχι άμεση απόρροια του επίδικου Διατάγματος, αφού δεν περιλαμβανόταν σε αυτό οποιαδήποτε, σχετική με τις εν λόγω συνδέσεις, πρόνοια. Η μαρτυρία του ΜΕ2 αφορούσε, κατά κύριο λόγο, στη διευκρίνιση ζητημάτων για τα οποία ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να κατατοπίσει το Δικαστήριο επαρκώς. Η δε γνώση του ΜΕ2 σχετικά με αυτά προέκυπτε ως εκ της θέσης που κατέχει στην Ενάγουσα αλλά και από την προσωπική του γνώση σχετικά με τα επίδικα θέματα. Σχετικά με τα ζητήματα επί των οποίων κλήθηκε να μαρτυρήσει, ο ΜΕ2 ήταν σαφής και η εντύπωση που αποκόμισα γι' αυτόν ήταν επίσης θετική. Ο μάρτυρας έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους η Ενάγουσα δεν διεκδικεί τις χρεώσεις της προς την εταιρεία Teledome, ενώ εξήγησε το ιστορικό της μετονομασίας, τόσο της εταιρείας Planitis, όσο και της Areeba. Αναφέρθηκε περαιτέρω στους λόγους για τους οποίους το τιμολόγιο IC 0049 εκδόθηκε προς την Areeba τον Οκτώβριο του 2004 ενώ η εταιρεία ήταν ενεργή προηγουμένως, εξηγώντας ότι το εν λόγω τιμολόγιο αφορούσε σε υπηρεσίες οι οποίες παρασχέθηκαν προγενέστερα. Γενικότερα, ο μάρτυρας ήταν απόλυτα διαφωτιστικός επί όλων των πτυχών και των θεμάτων για τα οποία μαρτύρησε και ειδικότερα επί των πτυχών για τις οποίες ΜΕ1, για τους λόγους που ανέφερε, δεν ήταν σε θέση να κατατοπίσει το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ΜΕ2, συνεπώς, συνέτεινε στη σύνδεση όλων των δεδομένων για σκοπούς επιβεβαίωσης της ορθότητας των όσων καταγράφονται στον Πίνακα Γ' που ο ΜΕ1 παρουσίασε και του ποσού το οποίο προκύπτει ως η απώλεια εσόδων της Ενάγουσας ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των προνοιών του επίδικου Διατάγματος κατά την περίοδο που αυτό βρισκόταν σε ισχύ. Εξήγησε περαιτέρω γιατί τα τιμολόγια (βλ. Τεκμήρια 12 και 22) αποτελούν τον ασφαλέστερο και ορθότερο τρόπο υπολογισμού της ζημίας της Ενάγουσας σε αντίθεση με τις οικονομικές της καταστάσεις (βλ. Τεκμήριο 16), που ήταν η θέση που προωθήθηκε από πλευράς Εναγόμενου. Εξίσου θετική ήταν και η εντύπωση που αποκόμισα και για τον ΜΕ3 ο οποίος, ως εκ της ιδιότητάς του ως εγκεκριμένος ελεγκτής και λογιστής στην υπηρεσία της Ενάγουσας επιβεβαίωσε την ορθότητα του υπολογισμού της απώλειας της Ενάγουσας επί τη βάσει των τιμολογίων που εκδόθηκαν και όχι στη βάση των οικονομικών της καταστάσεων. Ο μάρτυρας κατέθεσε περαιτέρω κατά τρόπο σαφή και χωρίς να κλονιστούν καθ' οιονδήποτε τρόπο οι σχετικές προς τούτο αναφορές του, ότι τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν όντως εκδόθηκαν από την Ενάγουσα προς τους παρόχους, υπογράφτηκαν από τον ίδιο και εξοφλήθηκαν πλήρως. Επιβεβαίωσε περαιτέρω, τόσο την ορθότητα των τιμολογίων που παρουσιάστηκαν όσο και το γεγονός ότι αυτός τα εκτύπωσε και τα παρέδωσε στους συναδέλφους του για σκοπούς παρουσίασης τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΕ4 δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου. Η μαρτυρία του συνεπώς, παρέμεινε στο σύνολό της αδιαμφισβήτητη και αναντίλεκτη και κατ' επέκταση γίνεται αποδεκτή. Γενικότερα δε, σημειώνω ότι αφενός, δεν αμφισβητήθηκε η επαγγελματική κατάρτιση και τα προσόντα των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου σχετικά με τα θέματα για τα οποία έκαστος μαρτύρησε ενώ, αφετέρου, δεν εντοπίζονται, σχετικά με το σύνολο της μαρτυρίας που η Ενάγουσα προσκόμισε, οποιεσδήποτε εγγενείς δυσκολίες οι οποίες να την καθιστούν ακροσφαλή και απορριπτέα. Πρόκειται δε για μαρτυρία η αξιοπιστία της οποίας , κατά την κρίση μου, δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε, πόσω δε μάλλον, ουσιαστικό τρόπο, με την αντεξέταση. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, οι υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ως προς το λανθασμένο των υπολογισμών της ζημιάς της Ενάγουσας από τους μάρτυρές της, δεν έχουν από μόνες τους οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην απουσία προσκόμισης σχετικής προς τούτο μαρτυρίας από πλευράς του Εναγόμενου (βλ. Α.Ι. κ.α. ν. Π.Φ. κ.α. (ανωτέρω)). Κατά συνέπεια, η όλη εκδοχή της πλευράς του Εναγόμενου ως προς τα γεγονότα και δη σχετικά με το θέμα της ζημιάς, στην απουσία προσκόμισης μαρτυρίας που να την υποστηρίζει, παρέμεινε, εν τέλει, μετέωρη. Στην απουσία συνεπώς αυτού του απαραίτητου υποβάθρου, δεν δύναται να εξεταστεί η εκδοχή που η υπεράσπιση προώθησε ως προς το λανθασμένο των υπολογισμών της Ενάγουσας ειδικότερα από τη στιγμή που η επί του προκειμένου ζητήματος μαρτυρία της, ήταν σαφής, εμπεριστατωμένη και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, η προσκομισθείσα από την Ενάγουσα μαρτυρία κρίνεται στο σύνολο της αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή και προβαίνω επί τη βάσει της σε ανάλογα ευρήματα. Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό των ευρημάτων αυτών καταλήγω στα ακόλουθα, περαιτέρω, ευρήματα: Πριν την έκδοση του επίδικου Διατάγματος, βρισκόταν σε ισχύ το Υπόδειγμα Προσφοράς Διασύνδεσης της ΑΤΗΚ 2003 (Τεκμήριο 11) βάσει του οποίου το ετήσιο ενοίκιο ανά ζεύξη 2Mbps είχε καθοριστεί στο ποσό των Λ.Κ. 1608, δηλαδή Λ.Κ. 134 μηνιαίως. Με βάση τις πρόνοιες του επίδικου Διατάγματος (βλ. άρθρο 4, Τεκμηρίου 1), ο Εναγόμενος επέβαλε ως ανώτατο τέλος για σκοπούς πρόσβασης σε Μισθωμένη Γραμμή 2Mbps, Τύπος Πρόσβασης Β΄, το ποσό των Λ.Κ.76, το οποίο αντιστοιχούσε στο ανώτατο τέλος εξασφάλισης πρόσβασης στον εν λόγω τύπο Μισθωμένης Γραμμής από εναλλακτικούς παρόχους. Η Ενάγουσα συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του επίδικου Διατάγματος που εκδόθηκε από τον Εναγόμενο, εφαρμόζοντας το τέλος των Λ.Κ. 76 μηνιαίως αντί του τέλους των Λ.Κ. 134 για την πρόσβαση των εναλλακτικών παρόχων σε Μισθωμένες Γραμμές 2 Mbps, Τύπος Πρόσβασης Β', για σκοπούς διασύνδεσης. Για την περίοδο ισχύος του επίδικου Διατάγματος μέχρι και την κατάργησή του, δηλαδή για την περίοδο από 8/4/2004 μέχρι και την 31/12/2004, η Ενάγουσα, πέραν της μείωσης του χονδρικού τέλους από Λ.Κ. 134 σε Λ.Κ. 76, μείωσε και το λιανικό τέλος, από Λ.Κ. 141, σε Λ.Κ. 84. Μετά την ακύρωση του επίδικου Διατάγματος, δεν εκδόθηκε από τον Εναγόμενο οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα η ισχύς του οποίου να ανατρέχει στην επίδικη περίοδο ή με το οποίο να τροποποιείται το ανώτατο μηνιαίο τέλος παροχής Μισθωμένων Γραμμών για σκοπούς διασύνδεσης των εναλλακτικών παρόχων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και μερικώς μισθωμένων κυκλωμάτων ρυθμού μετάδοσης 2Μbps. Η διαφορά για το σύνολο των τιμολογίων που η Ενάγουσα εξέδωσε προς τους εναλλακτικούς παρόχους για την περίοδο από 8/4/2004 μέχρι και την 31/12/2004, ως αποτέλεσμα της επιβολής του τέλους των Λ.Κ. 76 αντί του υφιστάμενου τέλους των Λ.Κ. 134, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ. 19.716, δηλαδή €33.686,79. Η απώλεια εσόδων από τη λιανική πώληση των Λιανικών Μισθωμένων Γραμμών 2Mbps, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του τέλους των Λ.Κ. 84 αντί Λ.Κ. 141 για την ίδια πιο πάνω περίοδο, ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 15.903, δηλαδή €27.171,89. Στρέφομαι στο σημείο αυτό στη νομική πτυχή που διέπει την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου, στο πλαίσιο της οποίας θα εξεταστούν και οι εκατέρωθεν εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε σχέση με τα νομικά ζητήματα που εγείρονται. Βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Από το πιο πάνω άρθρο, αλλά και βάσει της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας, συνάγεται ότι οποιοδήποτε πρόσωπο υπέστη ζημιά συνεπεία διοικητικής πράξης η οποία ακολούθως ακυρώθηκε, αποκτά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της αρχής που εξέδωσε την απόφαση που ακυρώθηκε. Για σκοπούς δε επιτυχούς διεκδίκησης αποζημιώσεων στη βάση του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, απαιτείται, πρωτίστως, η συνύπαρξη τριών απαραίτητων, δικαιοδοτικών, προϋποθέσεων, όπως αυτές καθορίστηκαν από τη διαχρονική επί του θέματος Νομολογία. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες: (α) η έκδοση ακυρωτικής απόφασης, (β) το ζημιωθέν, από την απόφαση η οποία ακυρώθηκε, πρόσωπο, να αποταθεί στην Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του για αποζημίωση, και (γ) εάν η αξίωσή του δεν ικανοποιηθεί, να αποταθεί στο Δικαστήριο με αγωγή για σκοπούς καθορισμού της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης[6]. (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) ΑΑΔ 969, Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 983, Βαλανίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 288) Σε περίπτωση δε που πληρούνται οι πιο πάνω αναφερόμενες δικαιοδοτικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ο Ενάγοντας όντως υπέστη ζημιά ως αποτέλεσμα της ακυρωθείσας διοικητικής απόφασης[7] και εάν αποδειχθεί τέτοια ζημιά, ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας απόφασης, καθορίζεται η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση στην οποία δικαιούται ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, το δικαίωμα στην επιδίκαση αποζημίωσης δεν θεμελιώνεται από αφ' εαυτό το γεγονός της έκδοσης ακυρωτικής απόφασης(ipso facto). Αντίθετα, πρέπει να αποδειχθεί ότι η ζημιά για την οποία διεκδικείται η επιδίκαση αποζημίωσης, προκύπτει ως αποτέλεσμα της ακυρωθείσας απόφασης (βλ. Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1992)1(Α) ΑΑΔ 697, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 342). Για σκοπούς θεμελίωσης του δικαιώματος αποζημίωσης, απαιτείται, πέραν της ακύρωσης της διοικητικής πράξης, η άρνηση της διοίκησης για αποκατάσταση της νομιμότητας και αφετέρου η απόδειξη της ζημιάς (βλ. σχετικά Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδης
(1993)1 ΑΑΔ 420, Frangoulides v. The Republic
(1982)1 CLR 462). Επί του θέματος της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, σημειώνω ότι σύμφωνα με πάγια Νομολογία, το αγώγιμο δικαίωμα βάσει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis) και ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα σε αποζημίωση βάσει του Κοινοδικαίου (βλ. μεταξύ άλλων, Attorney General v. Markoullides and another
(1966)1 CLR 242 και Tsakistos v. Attorney General
(1969)1 CLR 355) και η αποζημίωση που αποδίδεται πρέπει να είναι η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, υπό τις περιστάσεις, χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε συσχετισμός με τις συνήθεις αποζημιώσεις που επιδικάζονται στο αστικό δίκαιο γενικότερα (βλ. Frangoulides v. The Republic (ανωτέρω)) Συναρτάται δε με την ακυρωθείσα απόφαση της διοίκησης και όχι με την παραβίαση οποιουδήποτε αστικού δικαιώματος (βλ. Λανίτη Λτδ κ.α. ω. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Η σχετική επί των πιο πάνω θεμάτων Νομολογία, συνοψίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 586, ως ακολούθως: «Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί ότι κάθε πρόσωπο ζημιωθέν εξ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την 4η παράγραφο του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφόσον η αξίωση του δεν ικανοποιήθηκε από το επηρεαζόμενο όργανο, αρχή ή πρόσωπο, να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία με σκοπό όπως επιδικαστεί εις αυτό δίκαιη και εύλογη αποζημίωση καθοριζόμενη από το Δικαστήριο ή παρασχεθεί εις αυτό άλλη δίκαιη και εύλογη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει. Η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος συνιστά ρητή συνταγματική διάταξη που παρέχει σε άτομο που ζημιώθηκε από απόφαση, πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη σύμφωνα με την 4η παράγραφο του άρθρου 146, το δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία από πολιτικό δικαστήριο, το οποίο έχει εξουσία να παράσχει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση εφόσον η αξίωση του αιτητή δεν ικανοποιήθηκε από το όργανο, την αρχή ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση. Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης, μόνον εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της - Δέστε: Μαυρονίχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Μαρκίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424. Η ευθύνη της Πολιτείας είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δημοσίου δικαίου. Η υποχρέωση της Διοίκησης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση συνίσταται στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα ζημιογόνα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξης, εξ αρχής. Το ίδιο το διοικητικό δικαστήριο δεν προβαίνει σε αποκατάσταση και ανόρθωση της ζημιάς που προξενήθηκε κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της ισχύος της παράνομης πράξης. Ο ζημιωθείς αποτείνεται στα συνήθη πολιτικά δικαστήρια με αγωγή αποζημιώσεως της οποίας γενεσιουργός αιτία είναι η ζημιά που προξενήθηκε από την παράνομη πράξη (Δέστε: Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν Ασκήσεως Αιτήσεως Ακυρώσεως» 1988, σελ. 233-235). Η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει από μόνη της ζημιά. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι ιδιόμορφο (cause sui generis) και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων είναι διαφορετικοί από εκείνους του κοινοδικαίου (Δέστε: Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 342). Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για ζημιά απορρέουσα από παράνομη διοικητική πράξη. Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημίωσης ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημιά. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Το δικαίωμα όμως της αποζημίωσης δεν γεννάται ipso facto από την ακυρωτική απόφαση. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε, επίσης, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ανωτέρω).» Των πιο πάνω λεχθέντων, επανέρχομαι, στο σημείο αυτό, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για τα οποία έχω προβεί σε σχετικά ευρήματα ανωτέρω και αντλώντας καθοδήγηση από την ανωτέρω σχετική επί του θέματος Νομολογία, σημειώνω τα εξής. Το επίδικο Διάταγμα ακυρώθηκε, κατόπιν έγκρισης της προσφυγής που η Ενάγουσα καταχώρησε πρωτοβάθμια (βλ. Τεκμήριο 4) , απόφαση η οποία επικυρώθηκε και κατ' έφεση (βλ. Τεκμήριο 5). Μετά την έκδοση της απόφασης με την οποία ακυρώθηκε το επίδικο Διάταγμα, η Ενάγουσα αποτάθηκε στον Εναγόμενο με επιστολή της ημερομηνίας 7/1/2013 (βλ. Τεκμήριο 7) αξιώνοντας την καταβολή αποζημίωσης. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμμόρφωση από πλευράς Εναγόμενου με την εν λόγω απαίτηση με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Οι αμέσως πιο πάνω διαπιστώσεις μου, οδηγούν, αναπόδραστα, στο συμπέρασμα ότι πληρούνται οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που το άρθρο 146.6 του Συντάγματος καθορίζει για σκοπούς έγερσης αξίωσης της φύσης της παρούσας, αφού στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο Διάταγμα ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Ενάγουσα αποτάθηκε στον Εναγόμενο απαιτώντας να αποζημιωθεί και ενόψει της μη ικανοποίησης της απαίτησης της αυτής, καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Στρέφομαι στο σημείο αυτό στην εισήγηση του κ. Κατσουρίδη, ότι η ειδοποίηση απαίτησης (βλ. Τεκμήριο 7) ήταν ελλιπής διότι με αυτήν αξιωνόταν ποσό μεγαλύτερο από το, εν τέλει, αξιούμενο και κρίνω ότι το γεγονός αυτό δεν δύναται να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα ως άνω δεδομένα και το δικαίωμα της Ενάγουσας. Τούτο διότι, ό,τι το άρθρο 146.6 και η σχετική επί του θέματος Νομολογία (βλ. Vnukovo, Νίκολας και Βαλανίδης (ανωτέρω)) επιτάσσουν είναι την υποβολή της απαίτησης αποζημίωσης προς τη διοίκηση, κάτι το οποίο η Ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση έπραξε, χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση από την άλλη πλευρά. Το δε γεγονός ότι η απαίτηση της Ενάγουσας περιορίστηκε, κατόπιν έγερσης της παρούσας αγωγής, δεν δύναται, θεωρώ, να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμά της στη διεκδίκηση των ποσών που διεκδικεί διότι η εν λόγω απαίτηση αποτελεί τυπική προϋπόθεση για σκοπούς έγερσης σχετικής αξίωσης ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, ακολούθως, αρμοδίως, καθορίζει το ποσό στο οποίο ο εκάστοτε Ενάγοντας δικαιούται, αν δικαιούται, ως εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για τη ζημία που προέκυψε ως εκ της ακυρωθείσας απόφασης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και στην εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν έχει καταδειχθεί η διαφορετική ταυτότητα του προσώπου που έχει ζημιωθεί, δηλαδή της Ενάγουσας, από το πρόσωπο που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τον Εναγόμενο. Η εισήγηση αυτή προωθήθηκε από τον κ. Κατσουρίδη στη βάση του ότι αμφότεροι οι ενώπιον μου διάδικοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τη λειτουργία τους διέπουν οι νομοθεσίες που πιο πάνω αναφέρονται. Τούτο, συνεπώς, καταδεικνύει, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, την εξάρτηση και σύνδεση και των δύο διαδίκων με την Κεντρική Διοίκηση. Με κάθε σεβασμό, η πιο πάνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η μεταξύ των διαδίκων σχέση, όπως προκύπτει από τις σχετικές προς τούτο πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου, Ν.112(Ι)/2004 είναι σχέση Διοίκησης και Διοικούμενου, με τον Εναγόμενο - Επίτροπο να ρυθμίζει και να εποπτεύει τη λειτουργία της Ενάγουσας έχοντας την εξουσία να εκδώσει στο πλαίσιο αυτό Αποφάσεις και Διατάγματα, βάσει του άρθρου 152 του Ν.112(Ι)/2004. Το δε δικαίωμα προσφυγής εναντίον αποφάσεων ή διαταγμάτων που ο Εναγόμενος εκδίδει δυνάμει των εξουσιών που παρέχονται σε αυτόν από το Νόμο, επίσης κατοχυρώνεται Νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 158 του Ν.112(Ι)/2004[8] (βλ. επίσης το άρθρο 153 του προγενέστερου Ν.19(Ι)/2002). Η ρητή, συνεπώς, παραχώρηση δικαιώματος άσκησης προσφυγής εναντίον απόφασης ή διατάγματος του Εναγόμενου, το οποίο εκδίδεται δυνάμει του Νόμου, οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα δικαιούτο, εφόσον η προσφυγή της είχε επιτυχή κατάληξη, να επικαλεστεί και τις πρόνοιες του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Προχωρώντας, σημειώνω, αναφορικά με την ζημία της Ενάγουσας, ότι έχω εν προκειμένω ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα όντως υπέστη απώλεια εσόδων ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του τέλους των Λ.Κ.76 το οποίο επιβλήθηκε υποχρεωτικά συνεπεία του επίδικου Διατάγματος και το οποίο τέλος ήταν κατώτερο του τέλους των Λ.Κ. 134 που η Ενάγουσα εφάρμοζε προηγουμένως. Τούτο διότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Ενάγουσας, η τελευταία, σε συμμόρφωση με το επίδικο Διάταγμα, εφάρμοσε για την περίοδο από 8/4/2004 μέχρι και την 31/12/2004, οπότε και το επίδικο Διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ, ως ανώτατο τέλος, το εκ του άρθρου 4 του επίδικου Διατάγματος προβλεπόμενο τέλος των Λ.Κ. 76 μηνιαίως αντί του τέλους των Λ.Κ. 134 βάσει του υποδείγματος (βλ. Τεκμήριο 11). Η δε διαφορά και κατ' επέκταση η ζημία της Ενάγουσας ως προς τα έσοδά της, ως αποτέλεσμα της επιβολής του πιο πάνω μειωμένου ανώτατου μηνιαίου τέλους επί τη βάσει του ακυρωθέντος επίδικου Διατάγματος, κατά την εν λόγω περίοδο, ανήλθε στο ποσό των Λ.Κ. 19.716 το οποίο ισούται με το ποσό των €33.686,79 και το οποίο καθορίστηκε στη βάση της διεργασίας που η Ενάγουσα, δια των αρμόδιων λειτουργών της, προέβη, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων που παρουσίασε.Η πιο πάνω απώλεια, συνεπώς, συνιστά άμεση ζημιά η οποία προκύπτει ως απόρροια των όσων το ακυρωθέν Διάταγμα διελάμβανε και υποχρέωνε την Ενάγουσα να πράξει. Παρά ταύτα, η αξίωση της Ενάγουσας για ζημιά ύψους Λ.Κ. 15.903, δηλαδή €27.171,89, ως αποτέλεσμα της μείωσης του λιανικού τέλους δεν συναρτάται καθ' οιονδήποτε τρόπο με το επίδικο, ακυρωθέν Διάταγμα. Τούτο διότι, απλούστατα, το επίδικο Διάταγμα δεν επραγματεύετο ούτε και καθόριζε καθ' οιονδήποτε τρόπο το ύψος του εν λόγω τέλους και ήτο με δική της πρωτοβουλία που η Ενάγουσα προέβη στη μείωσή του, για τους λόγους που ο ΜΕ1 ανέφερε και οι οποίοι δεν αφορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο στη συμμόρφωση της με το Διάταγμα που η διοίκηση εξέδωσε. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από την ίδια την παραδοχή του ίδιου ΜΕ1 στο πλαίσιο της αντεξέτασής του, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη απώλεια, ήταν έμμεσα και όχι άμεσα συναρτώμενη με το Διάταγμα. Ενόψει συνεπώς της κατάληξης μου αυτής, η αξίωση της Ενάγουσας, στο βαθμό που αυτή αφορά στην απώλεια εσόδων σχετικά με το μειωμένο λιανικό τέλος, είναι, για τους λόγους που εξήγησα, εκ των πραγμάτων καταδικασμένη σε αποτυχία και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Έπεται συνεπώς η εξέταση του κατά πόσο η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει το ύψος της ζημίας που υπέστη στον απαιτούμενο βαθμό. Το ζήτημα της δίκαιης και εύλογης αποζημίωση, έτυχε εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά: «Η ζημία πρέπει να αποδειχθεί. Η ζημία συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Το αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο παρέχει η παράγραφος 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis), όπως αναγνωρίζεται στη Frangoulides v. Republic, (ανωτέρω), και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων διάφοροι από εκείνους του κοινοδικαίου. Ανάλογη είναι και η προσέγγιση της ελληνικής νομολογίας στην ανεύρεση και καθορισμό της ζημίας, η οποία διεκδικείται ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα της Δ. Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως», 1988:- (σελ. 233) «Το δικαίωμα της αποζημιώσεως δεν γεννάται ipso facto εκ της ακυρωτικής αποφάσεως.» Εξηγεί γιατί:- (σελ. 234) «Διότι ακριβώς η ακύρωσις έχει αιτίαν την παρανομίαν της διοικητικής πράξεως, ενώ η ευθύνη προς αποζημίωσιν έχει γενεσιουργόν αιτίαν την προξενηθείσαν ζημίαν εκ της παρανόμου πράξεως.» Και καταλήγει:- (σελ. 135) «Συνεπώς, δεν δύναται να ύπαρξη εκ μόνης της ακυρώσεως υποχρέωσις προς αποζημίωσιν, ως ενέργεια αποκαταστάσεως, ούτε κατ' αρχήν, ούτε κατ' έκτασιν. Εις την έννοιαν της αποκαταστάσεως, ακόμη και υπό την δυναμικήν της μορφήν, δεν περιλαμβάνεται η ανόρθωσις της περιουσιακής ζημίας εκ της ακυρωθείσης πράξεως.» . Αν γίνει δεκτό ότι η εφεσίβλητη ζημιώθηκε, το θέμα δεν τελειώνει. Πρέπει να καθοριστεί η ζημία, η οποία είναι δίκαιο να της αποδοθεί. Το μέτρο της αποζημίωσης, που θέτει η παράγραφος 6 του Άρθρου 146, είναι «δικαία και εύλογος αποζημίωσις», έννοια συνυφασμένη με το δίκαιο του πράγματος στην ευρύτερη του διάσταση, ταυτισμένη με τη δικαιοσύνη. Όπως επισημαίνεται στη The Attorney-General of The Republic ν. Andreas A. Markoullides and Another (ανωτέρω), το δίκαιο, αποτιμούμενο υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης, αποτελεί το επίμετρο των αποζημιώσεων. Λαμβάνονται υπόψη οι εκατέρωθεν θέσεις, η στάση των μερών και, προπάντων, η ουσιαστική απώλεια. Ανάλογη αρχή αποζημίωσης, με εκείνη που τίθεται στην παράγραφο 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος, απαντάται και στο Άρθρο 23.4 του Συντάγματος, ως το μέτρο της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση γης. Η ερμηνεία του όρου «δικαία», στο πλαίσιο του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος, εξετάστηκε από την Ολομέλεια στη Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119. Το ακόλουθο απόσπασμα διαφωτίζει, ως προς τη σημασία του:- (σελ. 128) «Ετυμολογικά ο όρος 'δίκαιη' συναρτάται με το ίσον, που στο πλαίσιο του άρθρου 10 δε μπορεί να πάρει άλλη διάσταση από την εξίσωση της αποζημίωσης με την ουσιαστική απώλεια.» Το Δικαστήριο, στη Σεργίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), απέρριψε τον ισχυρισμό του εφεσείοντα - ότι η αφαίρεση από την καταβλητέα αποζημίωση της επαύξησης της αξίας κτήματος, που προκύπτει από την απαλλοτρίωση, παραβιάζει τα Άρθρα 28.1 και 2 του Συντάγματος, (ισότητα), και 24.1 του Συντάγματος, (συνεισφορά στο δημόσιο σύμφωνα με τις δυνάμεις εκάστου), ή την αρχή της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 23.4(γ) του Συντάγματος. Δίκαιη, αναφέρεται, είναι η αποζημίωση, η οποία αποβλέπει στην αποκατάσταση της πραγματικής απώλειας.» Περαιτέρω, στην προαναφερθείσα απόφαση Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, ως όρος, ταυτίζεται με το δίκαιο του αιτήματος και η υπαιτιότητα των μερών «καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης». Στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνω ότι η θέση της Ενάγουσας ότι υπέστη ζημία ως εκ της εφαρμογής του Διατάγματος για την επίδικη περίοδο, έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε το ποσό που αξιώνει. Εγέρθηκε προς τούτο, από πλευράς Εναγόμενου, ζήτημα το οποίο αφορούσε στο κόστος της παροχής της υπηρεσίας με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του να αφορά στη μη απόδειξη του από την Ενάγουσα. Οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων επί του προκειμένου ζητήματος, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως. Αφενός, αποτέλεσε θέση του κ. Κατσουρίδη, ότι το ποσό το οποίο η Ενάγουσα διεκδικεί αποτελεί απολεσθέν κέρδος και κατ' επέκταση, η τελευταία όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με το κόστος της υπηρεσίας που προσέφερε ώστε να καθόριζε επαρκώς το διεκδικούμενο διαφυγόν κέρδος της. Αφετέρου, ο κ. Χατζηγιώργης εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που ζητείται από την Ενάγουσα είναι η επιδίκαση της απώλειας που της προκάλεσε η έκδοση του επίδικου Διατάγματος η οποία συναρτάται με το τί η Ενάγουσα απώλεσε, εισπράττοντας τα τέλη που καθόριζε δεσμευτικά το Διάταγμα, αντί του τέλους που ήταν σε ισχύ προηγουμένως και ουδέποτε τροποποιήθηκε από τον Εναγόμενο. Έλαβα υπόψη μου το σύνολο των όσων τέθηκαν ενώπιον μου από τις δύο πλευρές. Συγκλίνω επί του προκειμένου με τη θέση της Ενάγουσας. Εξηγώ. Σκοπός της απόδοσης της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, σε αγωγές που βασίζονται στο άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι η επανόρθωση των οποιωνδήποτε τυχόν ζημιογόνων συνεπειών της ακυρωθείσας πράξης. Τούτο, συνεπώς, εξυπακούει ότι η Ενάγουσα, η οποία υπέστη ζημία ως εκ της εφαρμογής του ακυρωθέντος επίδικου Διατάγματος, θα πρέπει να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν εάν δεν εκδίδετο το επίδικο Διάταγμα (βλ. σχετικά Petrides v. Greek Commercial Chamber
(1965)1 CLR 39). Στην προκειμένη, λοιπόν, περίπτωση, με το επίδικο Διάταγμα μειώθηκε το υφιστάμενο τέλος που η Ενάγουσα, μέχρι την έκδοση του, επέβαλλε στους εναλλακτικούς παρόχους. Κατά συνέπεια, η ζημία της συνίσταται ακριβώς στη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τελών, χωρίς να καθίσταται απαραίτητος ο επακριβής προσδιορισμός του κόστους και του κέρδους. Η δε θέση στην οποία η Ενάγουσα θα βρισκόταν εάν δεν εκδίδετο το επίδικο Διάταγμα θα ήταν αυτή που με τη μαρτυρία της υπολόγισε, δηλαδή η θέση στην οποία θα ήταν εάν συνέχιζε να εφαρμόζει το προγενέστερο τέλος των Λ.Κ. 134. Η πιο πάνω κατάληξή μου βρίσκει έρεισμα και στην σχετική επί του θέματος Νομολογία και παραπέμπω προς τούτο στην απόφαση Tsakistos v. Attorney General
(1969)1 CLR 355, στην οποία επιδικάστηκαν προς όφελος του Εφεσείοντα, ως εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, οι μισθοί και τα ωφελήματα τα οποία θα δικαιούτο να λάβει για την περίοδο που βρισκόταν σε ισχύ η απόφαση απόλυσής του. Περαιτέρω, σχετικά με την εισήγηση της υπεράσπισης περί μη ύπαρξης υποχρέωσης της Ενάγουσας να ανανεώσει τις συμφωνίες της με τους εναλλακτικούς παρόχους, σημειώνω ότι ο ΜΕ2 παρέπεμψε στην υποχρέωση της Ενάγουσας να παρέχει τις επίδικες υπηρεσίες στους εναλλακτικούς παρόχους, βάσει των προνοιών της σχετικής Κ.Δ.Π. 331/2003, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οποίας: ««παροχή μισθωμένης γραμμής» σημαίνει τη δυνάμει συμφωνίας παροχή πρόσβασης σε μισθωμένη γραμμή και δικαιώματος χρήσης της»» ««Υπόχρεος Οργανισμός» σημαίνει Οργανισμό που έχει ορισθεί από τον Επίτροπο ως έχω σημαντική ισχύ στην αγορά μισθωμένων γραμμών.»». Η Ενάγουσα ενέπιπτε στον ορισμό του υπόχρεου οργανισμού, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το επίδικο Διάταγμα και παραπέμπω προς τούτο στο άρθρο 3 αυτού σύμφωνα με το οποίο το Διάταγμα εκδόθηκε και αφορούσε στην Ενάγουσα ως ο οργανισμός «. με Σημαντική Ισχύ στις Αγορές Διασύνδεσης και Μισθωμένων Γραμμών .». Η δε υποχρέωση της Ενάγουσας για την παροχή των επίδικων προσβάσεων προκύπτει από το άρθρο 4 της προαναφερθείσας Κ.Δ.Π. 331/2003 σύμφωνα με την οποία: «4.-
(1)Με την επιφύλαξη των τυχόν εξαιρέσεων που προβλέπονται από το Νόμο και τους δυνάμει του Νόμου εκδιδόμενους Κανονισμούς και Διατάγ­ματα, οι Υπόχρεοι Οργανισμοί υποχρεούνται να παρέχουν σε κάθε χρήστη ή άλλο Οργανισμό, που τους απευθύνει σχετικό αίτημα, ανοικτή και αποτελεσματική πρόσβαση και χρήση μισθωμένων γραμμών, εφόσον αυτές ανήκουν σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που περιγράφονται στο Παράρτημα 1, Μέρος Α, σύμφωνα με τα εναρμονισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο εν λόγω Παράρτημα.» Συνάγεται συναφώς από τα ανωτέρω, το συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα όντως βαρύνετο με την υποχρέωση παροχής πρόσβασης στους εναλλακτικούς παρόχους στις Μισθωμένες Γραμμές Ταχύτητας 2Mbps. Η δε πιο πάνω κατάληξή μου, ουδόλως επηρεάζεται από το γεγονός ότι δυνάμει του άρθρου 18 της Κ.Δ.Π. 331/2003, παρέχεται η δυνατότητα στον Επίτροπο να επιλύσει διαφορές μεταξύ των υπόχρεων Οργανισμών και των ενδιαφερόμενων Οργανισμών, καθότι, η πιο πάνω διάταξη δεν αναιρεί την προαναφερθείσα υποχρέωση που πηγάζει από το άρθρο 4 και σε συμμόρφωση με την οποία η Ενάγουσα προχώρησε με την ανανέωση των επίδικων συμβάσεων της με τους εναλλακτικούς παρόχους εντός της επίδικης περιόδου και παρείχε σε αυτούς τις προσβάσεις, εφαρμόζοντας το τέλος που ο Εναγόμενος επέβαλε για τον σκοπό αυτό. Των πιο πάνω λεχθένων, επανέρχομαι στο σημείο αυτό, στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω ότι μαρτυρία που η Ενάγουσα προσέφερε επί του ζητήματος της ζημίας που υπέστη, η οποία ήταν σαφής και εμπεριστατωμένη και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, παρέχει όλα τα απαραίτητα εφόδια και εχέγγυα ώστε να μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι το ως άνω ποσό των €33.686,79 (Λ.Κ.19.716) αποτέλεσε και την άμεση απώλεια και ζημία που η Ενάγουσα υπέστη για την περίοδο που το ακυρωθέν, επίδικο, Διάταγμα, βρισκόταν σε ισχύ. Στη βάση, συνεπώς, της αποδεκτής μαρτυρίας που η Ενάγουσα προσέφερε, έχω ικανοποιηθεί ότι πέτυχε να προσδιορίσει και να καθορίσει επαρκώς το ποσό το οποίο διεκδικεί, δηλαδή των ποσό των €33.686,79 ως το ποσό το οποίο αποτελεί τη δίκαιη και εύλογη αποζημίωση στην οποία δικαιούται, υπό τις περιστάσεις. Θεωρώ, επομένως, ότι η Ενάγουσα δικαιούται στην επιδίκαση του ως άνω ποσού ως απώλεια εσόδων η οποία αποτελεί και την άμεση ζημία την οποία υπέστη ως αποτέλεσμα του επίδικου Διατάγματος. Κρίνω δηλαδή, βάσει των σχετικών παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ότι θα πρέπει να επιδικαστεί προς όφελος της εύλογη και δίκαιη αποζημίωση και το ποσό των €33.686,79 (Λ.Κ.19.716) αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση τέτοια δίκαιη και εύλογη αποζημίωση στη βάση των όσων αναφέρονται ανωτέρω. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €33.686,79 (Λ.Κ.19.716), πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από την 23/1/2013 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται περαιτέρω, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου έξοδα πλέον Φ.Π.Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Παρλάτα ν. Δημητρίου
(2014)1 ΑΑΔ 994 [2] βλ. Cybarco Ltd κ.α. ν. Rawnsello Trading Company Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 726 [3] βλ. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 [4] βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 1/2019, 28/5/2020 [5] βλ. επίσης, σελ. 8 της Γραπτής Αγόρευσης του κ. Χατζηγιώργη και σελ. 1 της Γραπτής Αγόρευσης του κ. Κατσουρίδη [6] βλ. Savvas & Leonidas Motors Ltd. v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 795: «Το δικαίωμα αποζημίωσης που παρέχεται από το εν λόγω Άρθρο του Συντάγματος έχει τύχει εξέτασης και ερμηνείας σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου [.] Αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες είναι ότι για να έχει δικαίωμα κάποιος να διεκδικήσει αποζημιώσεις με βάση το πιο πάνω άρθρο θα πρέπει (α) να έχει υπέρ του ακυρωτική απόφαση (β) να έχει απευθυνθεί στη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος του και συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση και (γ) αν δεν ικανοποιηθεί, τότε να αποταθεί στο δικαστήριο με αγωγή.» [7] βλ. Νίκολας ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω): «Κρίνουμε, επομένως, ότι τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της.» [8] 158.
(1)Οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση ή διάταγμα του Επιτρόπου θα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος.
(2)Ο Επίτροπος διατηρεί αρχείο σχετικά με το εν γένει θέμα των προσφυγών, τη διάρκεια των διαδικασιών προσφυγής και τον αριθμό των αποφάσεων για λήψη προσωρινών μέτρων, και παρέχει τις πληροφορίες αυτές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή/και τον BEREC, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.