← Κύπρος

Πάμπουκκας & Υιοί Εισαγωγείς Λτδ ν. Μαρίνος Χ"Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 2620/2014, 13/9/2023

Πάμπουκκας & Υιοί Εισαγωγείς Λτδ ν. Μαρίνος Χ"Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 2620/2014, 13/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2620/2014 Μεταξύ: Πάμπουκκας & Υιοί Εισαγωγείς Λτδ Ενάγουσας και Μαρίνος Χ"Χρίστου Εναγόμενου Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Β. Πέτρου - Πιερίδου Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Αντωνίου - Χάματσου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει την προς όφελος της και εναντίον του Εναγόμενου επιδίκαση του ποσού των €2.506,79 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού τον οποίο τηρούσε και στον οποίο καταγράφονταν οι μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες. Ο Εναγόμενος απορρίπτει την αξίωση της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι είναι προς όφελός του που υπάρχει υπόλοιπο το οποίο ανέρχεται στις €3.343,21 πλέον Φ.Π.Α., πλέον το ποσό των €156,40 δυνάμει τιμολογίου, ποσά τα οποία αξιώνει ανταπαιτητικά από την Ενάγουσα. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσω το παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, το οποίο προκύπτει από τη μεταξύ των διαδίκων ανταλλαχθείσα δικογραφία[1]: Η Ενάγουσα ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή και πώληση αυτοκινήτων και εξαρτημάτων. Ο δε Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασκούσε και ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων διατηρώντας προς τούτο γκαράζ, στον Λυθροδόντα. Οι διάδικοι είχαν επαγγελματική σχέση και συνεργασία στο πλαίσιο της οποίας η Ενάγουσα διατηρούσε από το 2008 τον λογαριασμό με αρ. 420022 στον οποίο καταγράφονταν οι μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες, χρεοπιστώσεις και τα τιμολόγια που εκδίδονταν και παραδίδονταν εκατέρωθεν, καθώς και οι σχετικές πληρωμές έναντι του εκάστοτε υπολοίπου. Για τα πιο πάνω παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, οι εκατέρωθεν εκδοχές, όπως αυτές προκύπτουν από τα δικόγραφα, διίστανται. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο λογαριασμός που τηρούσε παρουσίαζε στις 20/9/2012 οφειλόμενο υπόλοιπο, προς όφελος της και εις βάρος του Εναγόμενου, για το ποσό των €2.506,

  1. Ισχυρίζεται ότι το ως άνω ποσό της οφείλεται από τον Εναγόμενο ως αποτέλεσμα της ακύρωσης πώλησης και/ή επαναπώλησης ενός οχήματος το οποίο αγόρασε από τον Εναγόμενο το οποίο όμως ουδέποτε της παραδόθηκε με αποτέλεσμα, κατόπιν αφαίρεσης του ποσού των €5.750 το οποίο αφορούσε στην πώλησή του, πλέον του ποσού της αύξησης του Φ.Π.Α. από 15% σε 17%, να προκύπτει οφειλή από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα για το αξιούμενο ποσό. Παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας και της δικηγόρου της προς τον Εναγόμενο για την καταβολή του ποσού, ο τελευταίος αρνείται το χρέος του. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του, ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την τελευταία ενημέρωση της οποίας έτυχε από την Ενάγουσα για την κίνηση του λογαριασμού, ο λογαριασμός στις 20/4/2012 παρουσίαζε υπόλοιπο προς όφελός του, ύψους €3.343,
  2. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι περί τον Ιούνιο του 2008 συμφώνησε προφορικά με την Ενάγουσα όπως παρέχει σε αυτήν εργασίες επιδιόρθωσης και μηχανολογικές υπηρεσίες και ο ίδιος θα προμηθευόταν από την Ενάγουσα εξαρτήματα και άλλα προϊόντα για σκοπούς του επαγγέλματός του. Στο πλαίσιο της συνεργασίας των διαδίκων, ο Εναγόμενος συμφώνησε να πωλήσει στην Ενάγουσα ένα όχημα μάρκας Mercedes Vito (στο εξής το «επίδικο όχημα»), έναντι του ποσού των €5.
  3. Ταυτόχρονα με την παράδοση του επίδικου οχήματος, ο Εναγόμενος εξέδωσε προς την Ενάγουσα τιμολόγιο για το ισόποσο, παραδίδοντας επίσης τη φόρμα μεταβίβασης της κυριότητας του ώστε η Ενάγουσα να προβεί στην μεταβίβασή του επ' ονόματί της. Η Ενάγουσα παρέλαβε το επίδικο όχημα προς πλήρη ικανοποίηση της και προχώρησε με την πίστωση του τιμήματος αγοράς στο λογαριασμό συνεργασίας τους προς όφελος του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε το επίδικο όχημα για περίοδο πέραν του ενός έτους για σκοπούς εξυπηρέτησης των υπαλλήλων της επιχείρησης της, προσθέτοντας μάλιστα σε αυτό σύστημα central locking. Περί τον Σεπτέμβριο του 2012 και ενώ η συνεργασία συνεχιζόταν κανονικά, ο διευθυντής της Ενάγουσας επικοινώνησε με τον Εναγόμενο αναφέροντας του ότι το επίδικο όχημα δεν ξεκινούσε και ο τελευταίος ανέλαβε να το επιδιορθώσει μεταφέροντας το στο συνεργείο του. Όταν ο διευθυντής της Ενάγουσας ενημερώθηκε ότι το κόστος επιδιόρθωσης του επίδικου οχήματος ανερχόταν στα €500, ζήτησε από τον Εναγόμενο να μην το επιδιορθώσει και να περιμένει νεώτερες οδηγίες. Μετά πάροδο χρόνου και αφού ο Εναγόμενος ρωτούσε για το θέμα της επιδιόρθωσης, ειδοποιήθηκε να μεταβεί στα γραφεία της Ενάγουσας ώστε να παραλάβει επιταγή για το ποσό της επιδιόρθωσης η οποία όμως εν τέλει δεν του δόθηκε κατόπιν διαφόρων προφάσεων. Ζήτησε περαιτέρω ο Εναγόμενος να του καταβληθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει του λογαριασμού, πλην όμως, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις της Ενάγουσας, η τελευταία ουδέποτε προχώρησε με τη διευθέτησή του. Ακολούθησε δε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, δια των δικηγόρων τους. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα προέβη στην ακύρωση της πώλησης μονομερώς με τον πρώτο ουδέποτε να αποδέχεται την μονομερή και αυθαίρετη αυτή ενέργεια. Κατόπιν δε λογιστικού ελέγχου από τους λογιστές της εταιρείας του, ο Εναγόμενος διαπίστωσε ότι δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ στο υπόλοιπο του λογαριασμού ένα τιμολόγιο το οποίο εξέδωσε προς την Ενάγουσα για το ποσό των €156,
  4. Στη βάση των ανωτέρω, ο Εναγόμενος αξιώνει τα ποσά που καταγράφονται ανωτέρω καθώς και την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η Ενάγουσα όπως προβεί στην εγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου οχήματος επ' ονόματί της. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Τροποποίησης ημερομηνίας 15/9/2015, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 25/8/2011, πώλησε στον Εναγόμενο ένα διπλοκάμπινο μάρκας Nissan Navarra και ένα μηχάνημα για το συνολικό ποσό των €16.100, το οποίο και παρέδωσε στον Εναγόμενο. Έναντι του εν λόγω ποσού, ο Εναγόμενος παρέδωσε στην Ενάγουσα δύο επιταγές συνολικού ύψους €4.
  5. Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος θα πωλούσε στην Ενάγουσα το επίδικο όχημα έναντι του ποσού των €5.750, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και εκδόθηκε προς τούτο σχετικό τιμολόγιο. Αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι το επίδικο όχημα της παραδόθηκε μετά από μερικές ημέρες χωρίς όμως να της παραδοθεί υπογραμμένη φόρμα μεταβίβασης, παρά τις οχλήσεις της. Ακολούθως, κάποιες μέρες μετά, πελάτης της Ενάγουσας ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το επίδικο όχημα, πλην όμως, αν και το όχημα αρχικά ξεκινούσε στη συνέχεια έσβησε και δεν ξανά λειτούργησε. Ειδοποιήθηκε σχετικά ο Εναγόμενος ο οποίος το παρέλαβε χωρίς όμως να το επιστρέψει ποτέ στην Ενάγουσα αλλά και χωρίς να επιτρέψει σε αντιπρόσωπο της Ενάγουσας να το παραλάβει κατόπιν επίσκεψής του στα υποστατικά του Εναγόμενου. Συνεπεία των ανωτέρω, η Ενάγουσα στις 20/9/2012 ακύρωσε την πώληση και εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο για το ποσό των €5.850 το οποίο και απέστειλε στον Εναγόμενο δια συστημένου ταχυδρομείου. Η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ως προς την ισχυριζόμενη χρήση του επίδικου οχήματος και τους λόγους αγοράς του, ότι δηλαδή δεν το αγόρασε για δική της χρήση αλλά για σκοπούς πώλησης του σε τρίτους, καθώς και τον ισχυρισμό περί εγκατάστασης συστήματος central locking. Ουδέποτε κυκλοφόρησε το επίδικο όχημα αφού αυτό δεν είχε τις απαραίτητες άδειες αλλά ούτε και ασφαλιστική κάλυψη. Αρνείται περαιτέρω ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία συνεχιζόταν κανονικά αφού από το Νοέμβριο του 2011 ακολούθησαν μόνο 3 καταχωρήσεις στον επίδικο λογαριασμό. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι ειδοποιήθηκε να παραλάβει επιταγή για το ποσό των €500, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το εν λόγω περιστατικό έλαβε χώρα περί το Νοέμβριο του 2011 και όχι τον Σεπτέμβριο του 2012 και αφορούσε σε πληρωμή έναντι του τότε οφειλόμενου προς τον Εναγόμενο ποσού. Η επιταγή δεν δόθηκε τελικά στον Εναγόμενο διότι ο τελευταίος ουδέποτε παρέδωσε στην Ενάγουσα τα απαραίτητα έγγραφα για σκοπούς μεταβίβασης του επίδικου οχήματος. Τέλος, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί ύπαρξης περαιτέρω οφειλής προς όφελος του για το ποσό των €156,
  6. Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 ΑΑΔ 24). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v. Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, 19/10/2021). Τέλος, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και αν η μαρτυρία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αυτή αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και αφού ζητήθηκε από αμφότερες τις συνηγόρους να τοποθετηθούν σχετικά, αποφασίστηκε ότι η απαίτηση της Ενάγουσας και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου θα ακουστούν μαζί. Προχωρώ στο σημείο αυτό στη συνοπτική παράθεση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω προς τούτο ότι, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Ενάγουσα παρουσίασε δύο μάρτυρες. Τον Α. Πάμπουκκα, διευθυντή της (στο εξής ο «ΜΕ1») και την E. Παναγιώτου, υπάλληλο της (στο εξής η «ΜΕ2»), ενώ για την πλευρά του Εναγόμενου μαρτυρία δόθηκε μόνο από τον ίδιο. Ο ΜΕ1, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε γραπτή δήλωσή του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του κατατέθηκαν συνολικά 15 τεκμήρια ως ακολούθως: Η επίδικη κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 420022 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, το τιμολόγιο ημερομηνίας 20/9/2012 με αριθμό 00300 για το ποσό των €5.850 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2, η απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου ημερομηνίας 24/9/2012 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο επιστολής της συνηγόρου της Ενάγουσας ημερομηνίας 16/7/2013 προς τον Εναγόμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο επιστολής της συνηγόρου του Εναγόμενου προς τη συνήγορο της Ενάγουσας ημερομηνίας 6/8/2013 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, πρωτότυπη επιστολή ημερομηνίας 29/5/2012 της συνηγόρου της Ενάγουσας με επισυνημμένο αποδεικτικό αποστολής διά τηλεομοιότυπου ημερομηνίας 4/9/2013 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, τιμολόγιο ημερομηνίας 25/8/2011 με αριθμό 00186 για το ποσό των €16.100 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 25/8/2011 με αριθμό 00263 για το ποσό των €4.529 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8, τιμολόγιο ημερομηνίας 25/8/2011 με αριθμό 01300 για το ποσό των €5.750 του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 11/11/2011 με αριθμό 94800289 της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο για το ποσό των €500 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος Nissan Navara κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11, τιμολόγιο ημερομηνίας 25/8/2011 με αριθμό 00186 για το ποσό των €16.100 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12, τιμολόγιο με αριθμό 00300 ημερομηνίας 20/9/2012 για το ποσό των €5.850 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, αντίγραφο εγγράφου με τίτλο UK Registration Certificate για το όχημα Nissan Navara κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 και αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής του Nissan Navara κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην ιδιότητά του ως διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας, στη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία και τη διατήρηση του λογαριασμού Τεκμήριο 1, ο οποίος στις 20/9/2012 παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο εις βάρος του Εναγόμενου και προς όφελος της Ενάγουσας για το ποσό των €2.506,
  2. Ανάφερε δε περαιτέρω ότι στις 25/8/2011 η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο ένα Nissan Navara και μια μηχανή για το συνολικό ποσό των €16.100, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., και εξέδωσε προς τούτο το τιμολόγιο με αριθμό 186 (Τεκμήριο 7). Ο Εναγόμενος για πληρωμή του εν λόγω τιμήματος την ίδια ημερομηνία παρέδωσε στην Ενάγουσα δυο επιταγές για το συνολικό ποσό των €4.529 με την Ενάγουσα να εκδίδει την απόδειξη Τεκμήριο
  3. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε η πώληση από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα του επίδικου οχήματος έναντι του ποσού των €5.750 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και προς τούτο ο Εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε στην Ενάγουσα το τιμολόγιο με αριθμό 01300 (Τεκμήριο 9). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι εν λόγω χρεοπιστώσεις καταγράφηκαν στον λογαριασμό που τηρείτο από την Ενάγουσα. Το αυτοκίνητο όμως που η Ενάγουσα αγόρασε από τον Εναγόμενο, έσβησε και δεν ξεκινούσε με αποτέλεσμα να μην μπορεί η Ενάγουσα να το πωλήσει. Ειδοποιήθηκε προς τούτο ο Εναγόμενος ο οποίος το παρέλαβε και έκτοτε ουδέποτε το παρέδωσε πίσω στην Ενάγουσα. Λόγω της παράλειψης του Εναγόμενου να παραδώσει στην Ενάγουσα το επίδικο όχημα και τα αναγκαία έγγραφα για τη μεταβίβασή του, η Ενάγουσα στις 20/9/2012 ακύρωσε την προς αυτήν πώληση και επανατιμολόγησε το αυτοκίνητο στον Εναγόμενο εκδίδοντας το τιμολόγιο με αριθμό 300 για το ποσό των €5.850 (Τεκμήριο 2) και το οποίο και απέστειλε στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 13) και πίστωσε προς όφελος της το ποσό με αποτέλεσμα το προς όφελος του Εναγόμενου υπόλοιπο για το ποσό των €3.343,21 να καταστεί εις βάρος του και προς όφελος της Ενάγουσας για το ποσό των €2.506,
  4. Ο μάρτυρας ακολούθως αρνήθηκε τους ισχυρισμούς τους Εναγόμενου, λέγοντας ότι κατόπιν σχετικής έρευνας προέκυψε ότι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος ήταν κάποιος τρίτος επ' ονόματι Σ.Μ. και όχι ο Εναγόμενος. Η δε συνεργασία των μερών από τον Νοέμβριο του 2011 ήταν σχεδόν ανύπαρκτη αφού από τότε μέχρι και τις 20/4/2012 μια καταχώρηση υπήρχε στον λογαριασμό Τεκμήριο
  5. Αναφορικά με την επιταγή για το ποσό των €500 (Τεκμήριο 10) ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν δόθηκε τελικά στον Εναγόμενο διότι ο Εναγόμενος ουδέποτε συμμορφώθηκε με τις ειδοποιήσεις της Ενάγουσας για την παράδοση του επίδικου οχήματος και των απαραίτητων εγγράφων για τη μεταβίβαση της κυριότητας του. Αρνήθηκε συνεπώς την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής προς όφελος του Εναγόμενου είτε για το ποσό που ο Εναγόμενος αξιώνει ως το πραγματικό υπόλοιπο του λογαριασμού, είτε και το ποσό των €156,40 ως ποσό τιμολογίου το οποίο δεν καταχωρήθηκε στο Τεκμήριο
  6. Η αντεξέταση του ΜΕ1 από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου ήταν εφ' όλης της ύλης και για την ολοκλήρωσή της χρειάστηκαν δύο δικάσιμοι. Κατά τη διάρκειά της, τέθηκε υπό αμφισβήτηση η ορθότητα των διαφόρων χειρισμών της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, μεταξύ άλλων, σχετικά με την ισχυριζόμενη έλλειψη ενημέρωσης του Εναγόμενου για το εκάστοτε υπόλοιπο, τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού και τη συχνότητα των πληρωμών της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο, με τον τελευταίο να ισχυρίζεται ότι υπήρχε καθυστέρηση η οποία και τον οδήγησε να αποδεχθεί την συναλλαγή ημερομηνίας 25/8/
  7. Αντεξετάστηκε δε εκτεταμένα αναφορικά με την ορθότητα των Τεκμηρίων 7 και 12 που αφορούσαν στην πώληση του Nissan Navara αλλά και τις ενέργειές της Ενάγουσας για σκοπούς ακύρωσης της πώλησης του επίδικου οχήματος. Η ΜΕ2, υιοθέτησε Γραπτή Δήλωσή της η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, ως (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Ενάγουσα ως γραμματέας και βοηθός λογιστηρίου και γνωρίζει τον Εναγόμενο από την έναρξη της συνεργασίας του με την Ενάγουσα. Για σκοπούς ενημέρωσης του λογαριασμού όταν επρόκειτο για χρεώσεις του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος μετέβαινε στα γραφεία της Ενάγουσας μαζί με το μπλοκ των τιμολογίων του. Όσα τιμολόγια ήταν έτοιμα σφραγίζονταν από τον ίδιο τον Εναγόμενο με τη σφραγίδα της Ενάγουσας και αυτός με τη σειρά του τα παρέδιδε στην ΜΕ2, η οποία τα έδιδε στον ΜΕ1 για να τα ελέγξει. Ο ΜΕ1 τα υπέγραφε και ακολούθως η ΜΕ2 ενημέρωνε τον επίδικο λογαριασμό. Πάρα το γεγονός ότι η πρακτική της ήταν να ενημερώνει τον λογαριασμό στη βάση των ημερομηνιών των τιμολογίων, επειδή ο Εναγόμενος καθυστερούσε ακόμη και μήνες να της φέρει τα τιμολόγια, αυτή τα κατέγραφε στον λογαριασμό αναλόγως του χρόνου που αυτά παραδίδονταν στη ΜΕ
  8. Εξήγησε δε προς τούτο τις διάφορες καταγραφές του λογαριασμού βάσει της πρακτικής που ανέφερε ότι ακολουθούσε. Θέση της ήταν ότι ο λογαριασμός μηδενίστηκε στις 25/8/2011 με τις συναλλαγές που έλαβαν χώρα εκείνη την ημέρα μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στις 25/8/2011 το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €5.821,01 προς όφελος του Εναγόμενου το οποίο προκύπτει από το ποσό των €9.507,91 το οποίο καταγράφεται στο λογαριασμό στις 29/7/2011, αφαιρουμένων διαφόρων τιμολογίων που περάστηκαν μεταγενέστερα στον λογαριασμό ύψους €3.686.
  9. Ενόψει δε του ότι η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο (Τεκμήριο 7) προς τον Εναγόμενο για το ποσό των €16.100,00 με τον τελευταίο να καταβάλλει σε αυτήν το ποσό των €4.529,00 και να εκδίδει δικό του τιμολόγιο για το ποσό των €5.750 για το επίδικο όχημα, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 7 να είναι €5.821,01 προς όφελος της Ενάγουσας. Τα πιο πάνω είχαν ως αποτέλεσμα ο λογαριασμός να μηδενιστεί. Τα έγγραφα μεταβίβασης του επίδικου οχήματος ζητήθηκαν επανειλημμένα από τον Εναγόμενο, πλην όμως, ο τελευταίος ουδέποτε συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα μια επιταγή για €500 προς τον Εναγόμενο, να κατακρατηθεί τελικά από την Ενάγουσα και να μην του δοθεί. Το δε επίδικο όχημα, λίγες μέρες μετά που παραδόθηκε στην Ενάγουσα, παραλήφθηκε εκ νέου από τον Εναγόμενο για σκοπούς επιδιόρθωσής του χωρίς όμως να επιστραφεί ποτέ στην Ενάγουσα. Μετά από ένα χρόνο και αφού ο Εναγόμενος ουδέποτε επέστρεψε το επίδικο όχημα στην Ενάγουσα, η ΜΕ2 πήρε εντολή από τον εργοδότη της να τιμολογήσει το επίδικο όχημα πίσω στον Εναγόμενο στην ίδια τιμή που του το πώλησε και με τον ανάλογο Φ.Π.Α., ο οποίος στο ενδιάμεσο είχε αυξηθεί από 15% σε 17%, κάτι το οποίο η ΜΕ2 έπραξε, αποστέλνοντας το σχετικό τιμολόγιο στον Εναγόμενο (Τεκμήρια 2 και 13) διά συστημένου ταχυδρομείου (Τεκμήριο 3). Παρεμβάλλω επίσης ότι, στο πλαίσιο της μαρτυρίας της ΜΕ2 κατατέθηκε τιμολόγιο ημερομηνίας 28/7/2011 με αριθμό 01298 του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα για το ποσό των €235,75 ως Τεκμήριο 16 και τιμολόγιο ημερομηνίας 28/7/2011 με αριθμό 01297 του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα για το ποσό των €599,15 ως Τεκμήριο
  10. Η αντεξέταση της ΜΕ2 ήταν επίσης εκτεταμένη και εφ' όλης της ύλης. Περιστράφηκε, κατά κύριο λόγο, γύρω από τη διαδικασία έκδοσης, παράδοσης, έγκρισης και πληρωμής των τιμολογίων του Εναγόμενου, τις ενέργειές της σχετικά με την αποστολή του τιμολογίου (Τεκμήριο 2) στον Εναγόμενο, την κατακράτηση της επιταγής των €500 καθώς και την ενημέρωση του Εναγόμενου για την πορεία του λογαριασμού, τις χρεοπιστώσεις του και την ακύρωση της επίδικη συναλλαγής. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Ενάγουσας, δόθηκε μαρτυρία ενώπιον μου από τον ίδιο τον Εναγόμενο ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Γ). Κατέθεσε περαιτέρω εννέα τεκμήρια, ως ακολούθως: Αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού με τίτλο «Detailed Ledger Report» ως Τεκμήριο 18, αντίγραφο πιστοποιητικού καταλληλότητας του επίδικου οχήματος με ημερομηνία λήξης την 16/6/2013 ως Τεκμήριο 19, αντίγραφο κατάστασης με στοιχεία του επίδικου οχήματος ως Τεκμήριο 20, πρωτότυπη επιστολή ημερομηνίας 16/7/2013 της συνηγόρου της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο με επισυνημμένο φάκελο ως Τεκμήριο 21, πρωτότυπη επιστολή ημερομηνίας 6/8/2013 της συνηγόρου του Εναγόμενου προς τη συνήγορο της Ενάγουσας ως Τεκμήριο 22, αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 29/5/2012 της συνηγόρου της Ενάγουσας προς τη συνήγορο του Εναγόμενου ως Τεκμήριο 23, πρωτότυπη βεβαίωση του Σ.Μ. για την πώληση του επίδικου οχήματος στον Εναγόμενο, ως Τεκμήριο 24, πρωτότυπο τιμολόγιο ημερομηνίας 8/6/2011 με αρ. 01290 για το ποσό των €156,40 ως Τεκμήριο 25 και πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος επ' ονόματι του Σ.Μ., ως Τεκμήριο
  11. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία λέγοντας ότι αυτή χρονολογείτο από το 2002 αλλά από το 2008 έγινε ο βασικός μηχανικός της Ενάγουσας. Ανέφερε περαιτέρω ότι παραλάμβανε αυτοκίνητα εκ μέρους της Ενάγουσας τα οποία επιδιόρθωνε και ακολούθως της τα επέστρεφε. Ένα από τα οχήματα που χρησιμοποιούσε για τον σκοπό αυτό ήταν το επίδικο όχημα, το οποίο ακολούθως πώλησε στην Ενάγουσα. Δεν ενημερωνόταν για το εκάστοτε υπόλοιπο από την Ενάγουσα. Αυτός ήταν και ο λόγος που εκ των υστέρων εντόπισε ένα τιμολόγιο που εξέδωσε για το ποσό των €156,40 το οποίο ουδέποτε καταχωρήθηκε στον λογαριασμό. Ήταν η θέση του ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των οφειλόμενων προς αυτόν ποσών και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που προέβη στην αγορά του Nissan Navara, αφού αυτός ήταν ο τρόπος που σκέφτηκε για να εισπράξει τα λεφτά που του όφειλε η Ενάγουσα. Επέμεινε ότι το πραγματικό υπόλοιπο είναι προς όφελος του και ανέρχεται στο ποσό των €3.343,
  12. Ακολούθως αναφέρθηκε στα γεγονότα που σχετίζονται με την επίδικη αγοραπωλησία αναφέροντας ότι, πώλησε στην Ενάγουσα το επίδικο όχημα για το ποσό των €5.000 πλέον Φ.Π.Α., υπό την προϋπόθεση ότι ταυτόχρονα θα αγόραζε και ένα Nissan Navara το οποίο χρειαζόταν η εταιρεία του συζύγου της αδελφής του. Αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος που μπορούσε να σκεφτεί για να εισπράξει τα οφειλόμενα προς αυτόν ποσά. Στις 25/8/2011 ο ΜΕ1 οδήγησε το επίδικο όχημα και μετά την έγκρισή του ο Εναγόμενος το πώλησε στην Ενάγουσα εκδίδοντας το τιμολόγιο με αριθμό 01300 για το συνολικό ποσό των €5.750 (Τεκμήριο 9) δίδοντας ταυτόχρονα και τις δύο επιταγές για το ποσό των €4.529,
  13. Αναφορικά με τον τρόπο συνεργασίας των διαδίκων, ανέφερε ότι εξέδιδε τιμολόγια χωρίς να αναγράφει αριθμούς αυτοκινήτων. Αυτά ελέγχονταν από την ΜΕ2 η οποία προέβαινε στη σφράγισή τους, αρνούμενος ότι σφράγισε ποτέ ο ίδιος τα τιμολόγια του με την σφραγίδα της Ενάγουσας. Αρνήθηκε περαιτέρω ότι ο ΜΕ1 υπέγραφε οποιαδήποτε από τα τιμολόγια που ο Εναγόμενος εξέδιδε. Επανερχόμενος στην επίδικη συναλλαγή, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι παρέδωσε το επίδικο όχημα μαζί με τη φόρμα μεταβίβασης και θεώρησε ότι η Ενάγουσα προχώρησε στη μεταβίβασή του, με τον Εναγόμενο να ενημερώνεται μετά την καταχώρηση της αγωγής ότι τελικά αυτό ουδέποτε μεταβιβάστηκε και παραμένει στο όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη. Μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής στις 25/8/2011, παρέμενε υπόλοιπο προς όφελος του Εναγόμενου για το ποσό των €2.881,
  14. Περί τους τέσσερεις μήνες μετά την παράδοση του επίδικου οχήματος κατά τους οποίους το όχημα χρησιμοποιείτο κανονικά από τους υπαλλήλους της Ενάγουσας, ο ΜΕ1 επικοινώνησε με τον Εναγόμενο αναφέροντας του ότι αυτό δεν ξεκινούσε και χρειαζόταν επιδιόρθωση. Ο Εναγόμενος το μετέφερε στο γκαράζ του και ενημέρωσε τον ΜΕ1 ότι το κόστος ήταν €
  15. Ο ΜΕ1 του είπε να αναμένει νεώτερες οδηγίες. Ειδοποιήθηκε ακολούθως ο Εναγόμενος ώστε να μεταβεί στα γραφεία της Ενάγουσας για να παραλάβει επιταγή για €
  16. Όταν όμως μετέβη στο χώρο, η επιταγή δεν του παραδόθηκε χωρίς όμως να του δοθούν σαφείς εξηγήσεις. Τέλος, ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στη μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία και τις αξιώσεις του εναντίον της Ενάγουσας. Η αντεξέταση του Εναγόμενου από τη συνήγορο της Ενάγουσας, επεκτάθηκε σχεδόν σε κάθε πτυχή της μαρτυρίας του με τον Εναγόμενο να αντεξετάζεται, μεταξύ άλλων, σχετικά με το χρονικό της υπόθεσης γενικότερα, τους λόγους διακοπής της συνεργασίας των διαδίκων, τη γνώση του για την πορεία και τις χρεοπιστώσεις του λογαριασμού αλλά και τους λόγους που το επίδικο όχημα παρέμεινε στην κατοχή του. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Πέραν των παραδοχών των διαδίκων μέσω των δικογράφων, παραδοχές γεγονότων δύνανται να εξαχθούν και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Συνεπώς, βάσει της μη αμφισβητούμενης προσκομισθείσας μαρτυρίας, καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι ο επίδικος λογαριασμός κινήθηκε από το άνοιγμά του στις 22/6/2008 μέχρι και την 20/4/2012 όπως ακριβώς φαίνεται στις αντίστοιχες χρεοπιστώσεις του Τεκμηρίου 1 και ότι κατά την 20/4/2012 το υπόλοιπό του ήταν €3.343,21 με αρνητικό πρόσημο, ήταν δηλαδή προς όφελος του Εναγόμενου. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η μεν Ενάγουσα συμπεριλαμβάνει το εν λόγω ποσό ως την προτελευταία καταγραφή του λογαριασμού που η ίδια τηρούσε και παρουσίασε για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, αλλά και από το χειρισμό της πλευράς του Εναγόμενου κατά την ακρόαση[2], βάσει του οποίου το μέχρι τότε υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού είναι παραδεκτό και αποτελεί το ποσό που αυτός διεκδικεί ανταπαιτητικά από την Ενάγουσα. Επίδικη συνεπώς παραμένει η αμέσως επόμενη και τελευταία καταγραφή στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, η ακύρωση δηλαδή της πώλησης του επίδικου οχήματος από την Ενάγουσα διά της έκδοσης του τιμολογίου Τεκμήριο 2 για το ποσό των €5.850, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση υπολοίπου στον λογαριασμό εκ €2.506,79 προς όφελος της Ενάγουσας, το οποίο είναι και το ποσό το οποίο η τελευταία διεκδικεί εναντίον του Εναγόμενου. Προχωρώ στο σημείο αυτό στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσκομισθείσας μαρτυρίας και σημειώνω ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, 31/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, 25/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, 25/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη (ανωτέρω)). Σύμφωνα δε με την σχετική επί του θέματος Νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση της μαρτυρίας η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (βλ. Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Τέλος, τονίζω ότι οι υποβολές των συνηγόρων, από μόνες τους, δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στην απουσία προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας (βλ. Α.Ι. κ.α. ν. Π.Φ. κ.α., Πολιτική Έφεση 283/2012, 27/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:D402). Των πιο πάνω λεχθέντων, σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΕ1 ήταν θετική. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε με σαφήνεια και λεπτομέρεια στη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία και τη φύση της, στο άνοιγμα και την τήρηση του επίδικου λογαριασμού καθώς και στις συνθήκες υπό τις οποίες οι διάδικοι προχώρησαν με τη συναλλαγή ημερομηνίας 25/8/
  1. Παρά δε την έντονη αντεξέτασή του, η μαρτυρία του ΜΕ1 παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκειά της σταθερή και ακλόνητη και συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, βάσει των οποίων ο Εναγόμενος ουδέποτε επέστρεψε το επίδικο όχημα και τα έγγραφα που ήταν απαραίτητα για τη μεταβίβαση και κυκλοφορία του στην Ενάγουσα, μετά που το παρέλαβε για να το επιδιορθώσει, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αναγκαστεί να ακυρώσει την σχετική με το επίδικο όχημα συναλλαγή. Για σκοπούς δε ακύρωσης της συναλλαγής, η Ενάγουσα εξέδωσε το επίδικο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) το οποίο η ΜΕ2 απέστειλε στον Εναγόμενο διά συστημένου ταχυδρομείου (Τεκμήριο 3). Ενημέρωσε περαιτέρω η Ενάγουσα και κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το υπόλοιπό του με την επιστολή της δικηγόρου της, Τεκμήριο
  2. Αναφορικά με τη θέση της Υπεράσπισης ότι κανένα πρόβλημα υπήρχε με το επίδικο όχημα εξ ου και η Ενάγουσα προχώρησε στην καταχώρηση της συναλλαγής στον λογαριασμό Τεκμήριο 1, αυθημερόν μάλιστα της διενέργειάς της, σημειώνω ότι στη βάση της μαρτυρίας που ο ΜΕ1 παρουσίασε ανάλογη ήταν και η διαχείριση της συναλλαγής που αφορούσε στο Nissan Navara. Καταχωρήθηκε δηλαδή η πώλησή του στον λογαριασμό αυθημερόν, δηλαδή στις 25/8/2011, πλην όμως το όχημα μεταβιβάστηκε στην εταιρεία που υπέδειξε ο Εναγόμενος μεταγενέστερα και δη στις 20/9/2011 (βλ. Τεκμήριο 15) Ο μάρτυρας ήταν επίσης ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου εξηγώντας ότι, λόγω ακριβώς της φύσης της συνεργασίας των μερών, δυνάμει της οποίας ο Εναγόμενος προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Ενάγουσα, ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε συνήθως οφειλόμενο υπόλοιπο προς όφελος του πρώτου και εις βάρος της Ενάγουσας. Αποδεκτή γίνεται επίσης η θέση του ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνία ως προς τη συχνότητα πληρωμής του Εναγόμενου, γεγονός το οποίο υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 1, από το οποίο προκύπτει ότι η Ενάγουσα προέβαινε σε πληρωμές διαφόρων ποσών, ανά διάφορα χρονικά διαστήματα έναντι της εκάστοτε οφειλής της προς τον Εναγόμενο. Η εκτεταμένη δε αντεξέτασή του, σχετικά με τις διάφορες καταγραφές της κατάστασης λογαριασμού αλλά και τη διόρθωση του αγγλικού αριθμού εγγραφής επί του Τεκμηρίου 7, δεν έπληξε καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ΜΕ1 η οποία εξετάζεται πάντοτε με γνώμονα τα επίδικα θέματα της υπόθεσης (βλ. Al Ittihad Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου (ανωτέρω)). Σημειώνω προς τούτο ότι ουδέποτε αποτέλεσε επίδικο θέμα το ποσό που αφορούσε στην πώληση του Nissan Navara και του μηχανήματος (βλ. Τεκμήρια 7 και 12) ενώ το σύνολο του λογαριασμού και των καταγραφών του, εξαιρουμένης της τελευταίας καταγραφής ημερομηνίας 20/9/2012 η οποία παραμένει επίδικη, ήταν εξ αρχής παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων. Η λανθασμένη συνεπώς περιγραφή επί ενός τιμολογίου (Τεκμήριο 7) δεν μπορεί κατά την κρίση μου να επενεργήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά εν σχέση με την αξιοπιστία του μάρτυρα λαμβανομένου ειδικότερα υπόψη ότι το εν λόγω λάθος διορθώθηκε αλλά και διότι ουδέποτε είχε καταστεί επίδικο θέμα βάσει των δικογράφων ή αντικείμενο καταγεγραμμένου παραπόνου του Εναγόμενου. Στρέφομαι στη μαρτυρία της ΜΕ2 και σημειώνω ότι η μάρτυρας αναφέρθηκε κατά τρόπο σαφή στα καθήκοντα της ως υπάλληλος της Ενάγουσας και ειδικότερα ως βοηθός λογιστηρίου. Σαφής και λεπτομερής ήταν και η μαρτυρία της σχετικά με τον τρόπο συνεργασίας της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο βάσει της οποίας ο τελευταίος κατά καιρούς μάζευε τα τιμολόγια του και τα παρουσίαζε στην ΜΕ2 για σκοπούς ελέγχου και πληρωμής τους. Όσον δε αφορά το θέμα της αποστολής του τιμολογίου αρ. 00300 ημερομηνίας 20/9/2012 για το ποσό των €5.850 (Τεκμήριο 2), δια συστημένου ταχυδρομείου (Τεκμήριο 3), η σχετική με το επί του προκειμένου ζήτημα μαρτυρία της ΜΕ2 παρέμεινε ακλόνητη και επί της ουσίας της αναντίλεκτη. Η δε ανυπαρξία οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Εναγόμενου ότι η εν λόγω συστημένη επιστολή, ουδέποτε του παραδόθηκε με αποτέλεσμα να επιστραφεί πίσω, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη παράδοσης του τιμολογίου στο πρόσωπο που απευθύνεται (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 479). Εφόσον λοιπόν οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της ΜΕ2 ότι ο Εναγόμενος ενημερώθηκε για την ακύρωση της πώλησης μέσω της αποστολής του τιμολογίου (Τεκμήριο 2) με συστημένο ταχυδρομείο παρέμεινε σταθερή, η επί του προκειμένου θέση της Ενάγουσας γίνεται αποδεκτή. Εξάλλου, ήταν η ίδια η πλευρά του Εναγόμενου που, στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ΜΕ1, παρουσίασε το τιμολόγιο το οποίο η Ενάγουσα απέστειλε ταχυδρομικώς στον Εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 12). Πειστική κρίνεται επίσης και η θέση της ότι το τιμολόγιο για το ποσό των €156,40 (Τεκμήριο 25) δεν της παραδόθηκε από τον Εναγόμενο, αφού εάν της παραδίδετο δεν θα είχε οποιοδήποτε λόγο να μην το περάσει στην κατάσταση λογαριασμού. Επί του προκειμένου, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αναφορά της ΜΕ2 ότι τα τιμολόγια που ο Εναγόμενος εξέδιδε έφεραν τους αριθμούς των οχημάτων που επιδιόρθωνε, υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, στο οποίο καταγράφονται, ως επί το πλείστον, αριθμοί οχημάτων και μαρκών για σκοπούς επ' ακριβούς περιγραφής των διαφόρων χρεώσεων του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα για τις εργασίες που εκτελούσε κατ' εντολήν της. Παρά ταύτα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της ΜΕ2 ότι ο επίδικος λογαριασμός μηδενίστηκε στις 25/8/
  1. Τούτο διότι, οι σχετικές αναφορές της ΜΕ2 δεν συνάδουν με την κατάσταση λογαριασμού που η ίδια η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε και υποστήριξε ως ορθή, σύμφωνα με την οποία, με το πέρας της συναλλαγής που έλαβε χώρα στις 25/8/2011, προέκυψε υπόλοιπο προς όφελος του Εναγόμενου για το ποσό των €2.881,
  2. Στρέφομαι τέλος στον Εναγόμενο και σημειώνω ότι η μαρτυρία του ήταν εντελώς ασύνδετη, τόσο με τις θέσεις που η πλευρά του προώθησε κατά την προηγηθείσα αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας, όσο και με τα δικόγραφά του. Συγκεκριμένα, όπως ο ίδιος αποδέχθηκε η Ενάγουσα δεν είχε τελικά στην κατοχή της το επίδικο όχημα για περίοδο πέραν του ενός έτους, ως αρχικά ισχυρίστηκε δια της υπεράσπισής του, αλλά για περίοδο τεσσάρων μηνών. Το δε περιστατικό που αφορούσε στην έκδοση και ακύρωση της επιταγής για το ποσό των €500 (Τεκμήριο 10) δεν ήταν περί τον Σεπτέμβριο του 2012 που έλαβε χώρα αλλά σχεδόν ένα χρόνο προηγουμένως. Ως προς το ζήτημα της έλλειψης ενημέρωσης του για την πορεία του λογαριασμού, ζήτημα το οποίο προωθήθηκε έντονα κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος κατά την αντεξέτασή του ουσιαστικά ανέφερε ότι όποτε ζητούσε να ενημερωθεί από την ΜΕ2, ενημερωνόταν, θέση η οποία επιβεβαιώνεται και από το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας που ο ίδιος προσκόμισε και δη της επιστολής της δικηγόρου του ημερομηνίας 6/8/2013 (βλ. Τεκμήρια 5 και 22) με την οποία αξιώνει επ' ακριβώς το ποσό που προέκυψε ως οφειλόμενο προς όφελός του στις 20/4/
  3. Τα πιο πάνω κλονίζουν καίρια τον όποιο ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι δεν είχε γνώση της κίνησης του λογαριασμού πριν την ενημέρωση του από τον λογιστή του, η οποία έγινε μετά την καταχώρηση της αγωγής. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου, ότι αναγκάστηκε να συμφωνήσει στην συναλλαγή ημερομηνίας 25/8/2011 για να πληρωθεί τα οφειλόμενά του, δεν βρίσκεται μόνο σε διάσταση με το δικόγραφό του βάσει του οποίου ισχυρίζεται ότι η συμφωνία έγινε στο πλαίσιο της γενικότερης συνεργασίας του με την Ενάγουσα[3] αλλά είναι και αντίθετη και με την κοινή λογική, η οποία εξυπακούει ότι ο οποιοσδήποτε έχει να λαμβάνει ποσά, διεκδικεί και αξιώνει το λαβείν του. Κάτι το οποίο έπραξε εν τέλει ο Εναγόμενος αφού όμως πρώτα έλαβε την επιστολή της συνηγόρου τη Ενάγουσας ημερομηνίας 16/7/2013 (Τεκμήρια 4 και 21) χωρίς ταυτόχρονα να δίδει οποιαδήποτε, πόσω δε μάλλον, πειστική εξήγηση για την μη λήψη οποιωνδήποτε διαβημάτων από μέρους του μετά την παραλαβή του επίδικου τιμολογίου (Τεκμήρια 2 και 9). Ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τους λόγους που περιορίστηκε να περιμένει, όπως ανέφερε, τις οδηγίες του ΜΕ1 για την επιδιόρθωση του επίδικου οχήματος, για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Άξια αναφοράς είναι επίσης και η διάσταση της θέσης του ότι ήταν ο ίδιος που ζήτησε να διακοπεί η συνεργασία του με την Ενάγουσα διότι ήθελε να «ξεκόψει», ενώ σύμφωνα με το δικόγραφό του, η συνεργασία των διαδίκων συνεχιζόταν κανονικά μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  4. Ως προς το πως τυχόν διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας επηρεάζει την αξιοπιστία της προβαλλόμενης εκδοχής, παραπέμπω στην προαναφερθείσα απόφαση Νεοφύτου ν Γερακιώτη (ανωτέρω). Άλλωστε, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας των εν λόγω ισχυρισμών που ο Εναγόμενος προέβαλε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του αλλά και των συμπερασμάτων που δύναται να εξαχθούν αναλόγως του ποια είναι πραγματικά η περίπτωση, οι πιο πάνω παρατηρηθείσες διαστάσεις μεταξύ του δικογράφου και της μαρτυρίας του Εναγόμενου δεν μπορούν να κριθούν επουσιώδεις. Στρέφομαι τέλος στο ζήτημα του επίδικου οχήματος και παρατηρώ ότι, παρά την παρουσίαση διαφόρων εγγράφων που αφορούν στην εγγραφή και κυκλοφορία του, αλλά και τη βεβαίωση πώλησης του από τον Σ.Μ. στον Εναγόμενο, ο τελευταίος ουδέποτε παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπογεγραμμένη φόρμα μεταβίβασής του η οποία, ως είχε ισχυριστεί, βρισκόταν στη διάθεση της Ενάγουσας. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι, όπως προέκυψε κατά την ακρόαση, το επίδικο όχημα δεν ήταν καν εγγεγραμμένο στο όνομα του Εναγόμενου, αλλά στο όνομα τρίτου προσώπου, μη διάδικου, εύλογα αναμενόταν ότι ο Εναγόμενος θα παρουσίαζε κατά την ακρόαση το εν λόγω έγγραφο το οποίο ο ίδιος επικαλέστηκε. Παρά όμως την προβολή της εκδοχής αυτής, κανένα τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του Εναγόμενου, ότι δηλαδή η Ενάγουσα διατηρούσε κάθε δυνατότητα να μεταβιβάσει το επίδικο όχημα επ' ονόματί της ή επ' ονόματι οποιουδήποτε πελάτη της, να παραμείνουν παντελώς γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ειδικότερα μάλιστα εφόσον καμία δικαιολογία δόθηκε από τον Εναγόμενο για την μη προσκόμιση και παρουσίαση στο Δικαστήριο οποιουδήποτε υπογεγραμμένου εγγράφου μεταβίβασης. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, με εξαίρεση το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας της τελευταίας στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του Εναγόμενου η οποία απορρίπτεται. Βάσει δε της πιο πάνω αξιόπιστης μαρτυρίας των μαρτύρων της Ενάγουσας, προβαίνω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα: Στις 25/8/2011, η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Εναγόμενο όπως πωλήσει σε αυτόν ένα όχημα Nissan Navara και μια μηχανή έναντι του συνολικού ποσού των €16.100 (βλ. Τεκμήρια 7 και 12) και όπως ο Εναγόμενος πωλήσει στην Ενάγουσα το επίδικο όχημα έναντι του ποσού των €5.750 με τον τελευταίο να εκδίδει προς τούτο το τιμολόγιο Τεκμήριο
  5. Εξέδωσε δε προς όφελος της Ενάγουσας και δύο επιταγές για το συνολικό ποσό των €4.529,00 (Τεκμήριο 8). Ο Εναγόμενος, μετά πάροδο κάποιων ημερών, παρέδωσε το επίδικο όχημα στην Ενάγουσα. Ακολούθως, λόγω τεχνικών προβλημάτων του επίδικου οχήματος, ο Εναγόμενος το παρέλαβε από την Ενάγουσα και το μετέφερε στο γκαράζ του με το επίδικο όχημα να παραμένει έκτοτε στην κατοχή του Εναγόμενου και να μην επιστρέφεται πίσω στην Ενάγουσα μαζί με τα απαραίτητα έγγραφα για σκοπούς μεταβίβασής του. Συνεπεία των ανωτέρω, η Ενάγουσα στις 20/9/2012 προέβη στην ακύρωση της συναλλαγής που αφορούσε στην πώληση του επίδικου οχήματος εκδίδοντας τιμολόγιο για το ποσό των €5.850 (βλ. Τεκμήρια 2 και 13) το οποίο καταχώρησε στον λογαριασμό που τηρούσε για τις μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες (Τεκμήριο 1). Ως αποτέλεσμα της σχετικής καταχώρησης ημερομηνίας 20/9/2012, ο λογαριασμός Τεκμήριο 1 παρουσίαζε υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγόμενου για το ποσό των €2.506,
  6. Η Ενάγουσα κάλεσε τον Εναγόμενο να πληρώσει το ως άνω ποσό με επιστολή της δικηγόρου της ημερομηνίας 16/7/2013 (Τεκμήριο 4), πλην όμως, μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι της ως άνω οφειλής του. Προχωρώντας σημειώνω ότι το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης (ανωτέρω)). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτηση του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφα του (βλ. Πούρικος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεση του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Λαμβανομένου υπόψη ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Εναγόμενου απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα, καθίσταται σαφές ότι ο Εναγόμενος δεν πέτυχε να προσκομίσει οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει την εκδοχή του για την ύπαρξη οφειλής προς όφελός του και εις βάρος της Ενάγουσας. Από τη στιγμή λοιπόν που η μαρτυρία που προσφέρθηκε από τον Εναγόμενο κρίθηκε αναξιόπιστη, οι αξιώσεις του εναντίον της Ενάγουσας δεν μπορούν παρά να απορριφθούν στο σύνολό τους, εφόσον η ανταπαίτηση του δεν υποστηρίζεται από αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. μεταξύ άλλων Kades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ"Νέστορος
(1990)1 ΑΑΔ 41, Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 ΑΑΔ 157). Από την άλλη, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, καταλήγω ότι η Ενάγουσα, με την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε, έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεσή της και την αξίωση της στη βάση επί της οποίας τη διεκδικεί. Παρά όμως το γεγονός ότι η αξίωση της Ενάγουσας θα πρέπει να επιτύχει, αυτή θα είναι μειωμένη κατά €100 το οποίο αποτελεί το ποσό το οποίο αυτή πρόσθεσε επί του αρχικού τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος λόγω της αύξησης που μεσολάβησε σχετικά με το Φ.Π.Α., το ποσοστό του οποίου ανήλθε από 15% σε 17%. Τούτο διότι, η ακύρωση της πώλησης του επίδικου οχήματος δεν θα πρέπει να οδηγήσει και στην αποκόμιση οποιουδήποτε οφέλους, παρά μόνο στην επαναφορά των μερών στις θέσεις στις οποίες βρίσκονταν πριν την διενέργειά της. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή της Ενάγουσας επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.406,79 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, δηλαδή από 12/5/2014, μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση ακούστηκαν μαζί, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων εκεί όπου είναι κοινά για την απαίτηση και την ανταπαίτηση. (Υπ.) ...................................... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Παρλάτα ν. Δημητρίου
(2014)1 ΑΑΔ 994 [2] βλ. επίσης σελίδες 10 και 15 της Γραπτής Αγόρευσης της κυρίας Χάματσου [3] Βλ. παρ. 5(Β) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.