← Κύπρος

ΚΩΣΤΑ ΚΟΝΤΟΡΑΧΟΥ ν. PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1075/2014, 4/4/2023

ΚΩΣΤΑ ΚΟΝΤΟΡΑΧΟΥ ν. PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1075/2014, 4/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1075/2014 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑ ΚΟΝΤΟΡΑΧΟΥ Ενάγοντα και PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED Εναγόμενης Ημερομηνία: 4 Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Φλουρέντζος για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κα Α. Κοζάκου μαζί με την κα Σ. Νικολάου για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας το ποσό των €3.698 ως αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το όχημα ιδιοκτησίας του (στο εξής το «όχημα Α»), συνεπεία της ισχυριζόμενης αμέλειας της οδηγού του ασφαλισμένου από την Εναγόμενη οχήματος (στο εξής το «όχημα Β»). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, όπως αυτοί προσδιορίστηκαν μέσω των δικογράφων που καταχώρησε, οδηγός του οχήματος Α κατά την 11/7/2012 ήταν ο Α.Κ., υιός του. Αφού ο τελευταίος εξήλθε της Αγγλικής Σχολής, εισήλθε στον κυκλικό κόμβο του Προεδρικού με κατεύθυνση και πρόθεση να εισέλθει στη Λεωφόρο Δημοσθένη Σεβέρη που είναι και η δεύτερη έξοδος του εν λόγω κυκλικού κόμβου, στα αριστερά, ως η πορεία του. Το δε όχημα Β, κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγείτο κατά μήκος της Λεωφόρου Προεδρικού Μεγάρου με κατεύθυνση τον κυκλικό κόμβο του Προεδρικού και κρατούσε την αριστερή από τις δυο λωρίδες της εν λόγω λεωφόρου, η οποία σύμφωνα με σχετική πινακίδα έχει υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά και οι οδηγοί που τη χρησιμοποιούν είναι υποχρεωμένοι να πορευτούν προς τη Δημοσθένη Σεβέρη που είναι και η πρώτη έξοδος του κυκλικού κόμβου στα αριστερά από την Προεδρικού Μεγάρου. Ενώ τα οχήματα Α και Β οδηγούντο ως ανωτέρω αναφέρεται, η οδηγός του οχήματος Β αντί να στρίψει αριστερά, στη Δημοσθένη Σεβέρη ως η πορεία που ακολουθούσε, προχώρησε για να εισέλθει στη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση που είναι η επόμενη έξοδος του κυκλικού κόμβου και συγκρούστηκε με το όχημα Α το οποίο οδηγείτο προς τη Δημοσθένη Σεβέρη. Ακολούθως, ο Ενάγοντας παραθέτει τις λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τις οποίες καταλογίζει στην οδηγό του ασφαλισμένου από την Εναγόμενη οχήματος Β και καταγράφει τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών που το όχημά του κατ' ισχυρισμόν υπέστη, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: (α) Εξαρτήματα, ανταλλακτικά, ισιώματα, μπογιατίσματα και άλλα εργατικά για την επιδιόρθωση του οχήματος Α €3.498,00 (β) Έξοδα εκτίμησης των ζημιών του οχήματος Α €110,00 (γ) Απώλεια χρήσης του εν λόγω οχήματος και/ή μεταφορικά €90,00 €3.698,00 Στην αντίπερα όχθη, η Εναγόμενη με την υπεράσπισή της αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το όχημα Β οδηγείτο εντός του κυκλικού κόμβου του Προεδρικού στην αριστερή λωρίδα, με πρόθεση να εισέλθει στη Κυριάκου Μάτση και ο οδηγός του οχήματος Α, ο οποίος οδηγούσε εντός του κυκλικού κόμβου κρατώντας τη δεξιά λωρίδα, αμελώς και κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του, άλλαξε λωρίδα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα Β. Η Εναγόμενη ακολούθως, παραθέτει τις λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης καθηκόντων που καταλογίζει στον οδηγό του οχήματος Α και αρνείται τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών αξιώνοντας απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Με την απάντησή του, ο Ενάγοντας αποδέχθηκε τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι το όχημα Α ήταν από τον Α.Κ. που οδηγείτο και όχι από την Μ.Κ. (όπως ήταν και ο αρχικός ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης), καθώς επίσης και τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ως προς το ορθό επίθετο της οδηγού του οχήματος Β. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του, ο Ενάγοντας παρουσίασε τρεις μάρτυρες με πρώτο μάρτυρα τον Α.Κ., υιό του Ενάγοντα και οδηγό του οχήματος Α κατά τον επίδικο χρόνο (στο εξής ο «ΜΕ1»). Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος και ως Τεκμήριο 2 δέσμη φωτογραφιών που, όπως ανέφερε, λήφθηκαν στη σκηνή του ατυχήματος. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι ήταν οδηγός του οχήματος Α την 11/7/2012 και έφευγε από την Αγγλική Σχολή μέσω του ιδιωτικού δρόμου που οδηγεί στον κυκλικό κόμβο του προεδρικού. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάποια E.Α. οδηγούσε το όχημα Β (στο εξής η οδηγός του οχήματος Β θα αναφέρεται ως η «Ε.Α.» ή «ΜΥ») κατά μήκος της Λεωφόρου Προεδρικού Μεγάρου με κατεύθυνση τον κυκλικό κόμβο του προεδρικού και κρατούσε την αριστερή (εξωτερική) λωρίδα από τις δυο που ήταν για την κατεύθυνσή της. Όταν ο ίδιος έφτασε στον κυκλικό κόμβο κοίταξε προς τα δεξιά του και αφού δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο, ούτε υπήρχε άλλο αυτοκίνητο στον κυκλικό κόμβο, εισήλθε εντός αυτού με πρόθεση να προχωρήσει προς τη Λεωφόρο Δημοσθένη Σεβέρη η οποία ήταν και η δεύτερη έξοδος σε σχέση με την πορεία του. Αποτέλεσε ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι όταν η E.Α. έφτασε στον κυκλικό κόμβο, επιχείρησε να εισέλθει εντός αυτού ενώ ο ΜΕ1 βρισκόταν ήδη εντός του κυκλικού κόμβου και η E.Α. προχώρησε αντικανονικά για να κατευθυνθεί προς τη δεύτερη έξοδο αντί προς την πρώτη, δηλαδή την Κυριάκου Μάτση αντί της Δημοσθένη Σεβέρη που υποχρεωτικά έπρεπε να ακολουθήσει, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγείτο από τον ΜΕ

  1. Αποτέλεσε επίσης θέση του ΜΕ1 ότι πριν τον κυκλικό κόμβο υπάρχει πινακίδα η οποία υποδεικνύει την πορεία που όφειλε η E.Α. να ακολουθήσει με την είσοδό της στον κυκλικό κόμβο, ενώ στην άσφαλτο υπάρχει ζωγραφισμένο βέλος για την υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά. Κατά τον ΜΕ1 την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει η Ε.Α. διότι εισήλθε εντός του κυκλικού κόμβου ενώ από τα δεξιά της ερχόταν ο ΜΕ1 και ακολούθησε λανθασμένη πορεία, αφού αντί να κατευθυνθεί αριστερά ως ήταν υποχρεωμένη, προχώρησε ευθεία με αποτέλεσμα να του χτυπήσει. Τέλος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η E.Α. είτε δεν τον είδε έγκαιρα, είτε δεν τον είδε καθόλου κατά την είσοδό της στον κυκλικό κόμβο και κατά συνέπεια απέτυχε να του δώσει προτεραιότητα εφόσον ο ΜΕ1 βρισκόταν ήδη εντός του κυκλικού κόμβου. Η Ε.Α. δεν ακολούθησε την υποχρεωτική πορεία που όφειλε να ακολουθήσει αποκόπτοντας έτσι την πορεία του ΜΕ
  2. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι είδε την Ε.Α. να οδηγεί το όχημα Β στην εξωτερική λωρίδα του κυκλικού κόμβου, μετά που ο ίδιος έδειξε με τον δείκτη του αριστερά και κατευθύνθηκε προς την έξοδο της Δημοσθένη Σεβέρη. Άλλαξε λωρίδα, από την εσωτερική στην αριστερή του κόμβου την ώρα που έπρεπε, για να διασταυρώσει και να μπει στη Δημοσθένη Σεβέρη και αφότου έδειξε τη πρόθεσή του με τον δείκτη του οχήματος Α. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν ο ίδιος βρισκόταν στον κυκλικό κόμβο και κρατούσε την εσωτερική λωρίδα, η E.Α. δεν βρισκόταν εντός του κόμβου και την είδε κλάσματα του δευτερολέπτου πριν το ατύχημα. Αφού ο ΜΕ1 έδειξε αριστερά με το trafficator του και άλλαξε λωρίδα προς τα αριστερά για να κατευθυνθεί προς την έξοδο της Σεβέρη, το όχημα Β, βρέθηκε μπροστά του. Αρνήθηκε ότι η E.Α. χρησιμοποίησε τους δείκτες του οχήματος Β για να δείξει την πορεία της. Αναφορικά με το σημείο της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτή έλαβε χώρα στην εξωτερική λωρίδα του κόμβου, αφού αυτός εισήλθε σε αυτήν στην προσπάθεια του να εξέλθει του κόμβου από την έξοδο της Σεβέρη. Αρνήθηκε τη θέση της συνηγόρου ότι κρατούσε από την αρχή λανθασμένη λωρίδα και ότι ήταν ο ίδιος που προκάλεσε τη σύγκρουση λόγω του τρόπου που κινήθηκε μέσα στον κυκλικό κόμβο. Ανέφερε δε ότι δεν γνώριζε ποιος σχεδίασε το Τεκμήριο 1 αλλά ούτε και ποιος έβγαλε τις φωτογραφίες που κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, ο ΜΕ1 συμφώνησε ότι τα οχήματα δεν βρίσκονται στο σημείο σύγκρουσης αλλά απεικονίζονται στις θέσεις όπου αυτά μετακινήθηκαν μετά το ατύχημα. Τέλος, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι λανθασμένα οδηγούσε στην εσωτερική λωρίδα του κόμβου και ότι απότομα άλλαξε λωρίδα, κινήθηκε στην εξωτερική με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα της E.Α. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Ι.Γ. (στο εξής η «ΜΕ2») η οποία επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Β) σύμφωνα με την οποία ανέφερε ότι εργάζεται στην εταιρεία Rescueline η οποία προσφέρει οδική βοήθεια σε οδηγούς που εμπλέκονται σε τροχαία ατυχήματα. Οποτεδήποτε επισυμβεί τροχαίο ατύχημα, η Rescueline λαμβάνει οδηγίες από την ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συνεργάζεται ή την ειδοποιεί ο ασφαλισμένος οδηγός και δίδονται οδηγίες σε κάποιον από τους λειτουργούς της ούτως ώστε να μεταβεί στη σκηνή όπου και βγάζει φωτογραφίες, καταγράφει διάφορες πληροφορίες και καταρτίζει σχέδιο στη βάση των πληροφοριών που λαμβάνει από τον ασφαλισμένο οδηγό. Στις 11/7/2012 όταν και επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος ο λειτουργός της Rescueline, Π.Β., ο οποίος συμπλήρωσε δήλωση στην οποία καταγράφονται τα στοιχεία των εμπλεκόμενων, έβγαλε φωτογραφίες και έκανε το σχέδιο. Όλες οι φωτογραφίες που λήφθηκαν καταχωρήθηκαν στο σύστημα της εταιρείας αυθημερόν και δεν δόθηκαν οδηγίες σε οποιονδήποτε λειτουργό να μεταβεί στη σκηνή και να λάβει φωτογραφίες σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ούτε και μπήκαν στο αρχείο της Rescueline οποιεσδήποτε άλλες φωτογραφίες μετά τη μέρα του ατυχήματος. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ2 επιβεβαίωσε ότι ξεκίνησε να εργάζεται στην εταιρεία Rescueline μετά την ημερομηνία του ατυχήματος και ότι ουσιαστικά παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να μαρτυρήσει ότι οι φωτογραφίες που κατατέθηκαν είναι οι ίδιες με αυτές που βρίσκονται στο σύστημα της εταιρείας και είναι στην κατοχή των ασφαλιστικών. Αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης η χρονική στιγμή που λήφθηκαν οι εν λόγω φωτογραφίες αλλά και η ύπαρξη οποιωνδήποτε άλλων πληροφοριών οι οποίες να είχαν καταγραφεί από τον λειτουργό που μετέβη στη σκηνή με τη ΜΕ2 να αναφέρει ότι, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά βρίσκονται στο σύστημα, δεν τα είχε μαζί της. Όταν δε ερωτήθηκε πού βρίσκεται σήμερα ο λειτουργός που μετέβη στη σκηνή, η ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν εργάζεται πλέον στην Rescueline ενώ δεν είχε μαζί της το έντυπο φιλικής δήλωσης ατυχήματος στο οποίο παρέπεμψε αναφέροντας ότι εκεί βρίσκεται η σχετική καταγραφή ότι ο εν λόγω λειτουργός όντως μετέβη στη σκηνή. Ακολούθως υποβλήθηκαν στη ΜΕ2 οι θέσεις της υπεράσπισης σε σχέση με τον χρόνο, τη φωτεινότητα και άλλες συνθήκες που περιέβαλαν το επίδικο ατύχημα, με τη ΜΕ2 να αναφέρει ότι δεν εγνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τους εν λόγω ισχυρισμούς, εφόσον δεν ήταν μάρτυρας του ατυχήματος. Ακολούθησε η μαρτυρία του Ενάγοντα, ο οποίος παρουσίασε γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Γ) με την οποία αναφέρθηκε και αυτός στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ειδικότερα όμως η μαρτυρία του αφορούσε στις ζημιές του οχήματος Α, ιδιοκτησίας του, οι οποίες όπως ανέφερε ανήλθαν στο ποσό των €3.
  4. Παρουσίασε προς τούτο τα εξής έγγραφα ως Τεκμήρια: Πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος Α ως Τεκμήριο 3, τιμολόγιο αρ. 02042 για το ποσό των €1.805,31 ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο τιμολογίου με αρ. CR01013513 για το ποσό των €1.493,38 ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο απόδειξης με αρ. 13054 για το ποσό των €1.493 ως Τεκμήριο 6, εκτίμηση ημερομηνίας 8/8/2012 ως Τεκμήριο 7 και αντίγραφο επιστολής μαζί με σχετικό αποδεικτικό ημερομηνίας 12/7/2012 ως Τεκμήριο
  5. Τέλος, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι η Εναγόμενη ειδοποιήθηκε για να επιθεωρήσει τις ζημιές του οχήματός της προτού αυτό επιδιορθωθεί. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του Ενάγοντα εστιάστηκε στις συνθήκες του ατυχήματος, με τον τελευταίο όμως να αναφέρει ότι τα όσα γνωρίζει για το ατύχημα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό επισυνέβη προέρχονται από ενημέρωση της οποίας έτυχε από τον ΜΕ1, υιό του. Ο Ενάγοντας στη συνέχεια αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των τεκμηρίων που κατέθεσε και ειδικότερα σε σχέση με την εκτίμηση Τεκμήριο 6, με τον Ενάγοντα να αναφέρει σε σχέση με τις ζημιές ότι η ασφάλεια του είναι η Trust και αυτή «του έσασε το αυτοκίνητο» και πλήρωσε τα σχετικά τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Ενάγοντα, μαρτυρία έδωσε η ασφαλισμένη από την Εναγόμενη οδηγός, η E.Α. (στο εξής η «ΜΥ»), η οποία ήταν και η μοναδική μάρτυρας που παρουσιάστηκε από πλευράς Εναγόμενης. Η ΜΥ κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωσή (Έγγραφο Δ) και ως Τεκμήριο 9 αντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης εξυπηρέτησης ατυχήματος ημερομηνίας 11/7/2012 στην οποία προέβη προς την Εναγόμενη. Σύμφωνα με τα όσα η ΜΥ ανέφερε, στις 11/7/2012 και περί η ώρα 10:50 οδηγούσε το όχημα Β κατά μήκος της Λεωφόρου Στροβόλου με κατεύθυνση τον κυκλικό κόμβο του Προεδρικού. Υπήρχαν αυτοκίνητα που κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση με την ΜΥ κρατώντας τόσο την αριστερή λωρίδα, που κρατούσε η ίδια, όσο και τη δεξιά. Τα δυο οχήματα που βρίσκονταν μπροστά από το δικό της μπήκαν στον κυκλικό κόμβο με το ένα να πορεύεται στην αριστερή έξοδο, δηλαδή προς τη Δημοσθένη Σεβέρη και το άλλο να κινείται προς την Κυριάκου Μάτση. Εισήλθε και η ΜΥ στον κόμβο εφόσον το όχημα που βρισκόταν δεξιά της βρισκόταν στην έξοδο της Αγγλικής Σχολής με πορεία στον κυκλικό κόμβο και υπήρχε αρκετός χρόνος για να προχωρήσει. Ενώ η ΜΥ είχε ήδη εισέλθει και οδηγούσε μέσα στον κυκλικό κόμβο, την ίδια ώρα το όχημα Α κινήθηκε μέσα στον κυκλικό κόμβο με ταχύτητα και ενώ κρατούσε την εσωτερική λωρίδα του κυκλικού κόμβρου, κινήθηκε απότομα αριστερά αλλάζοντας λωρίδα την ώρα που η ΜΥ ήταν μπροστά στην έξοδο της Δημοσθένη Σεβέρη και χτύπησε με το μπροστινό μέρος του οχήματος Α το δεξιό πλευρό του οχήματος Β. Αποτέλεσε θέση της ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος Α που άλλαξε απότομα λωρίδα και ότι δεν ισχύει ο ισχυρισμός ότι η ΜΥ βρισκόταν σε λανθασμένη λωρίδα. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι, στο σημείο που έγινε η σύγκρουση θα μπορούσε να κινείτο και προς τη Δημοσθένη Σεβέρη και πάλι θα τη χτυπούσε το όχημα Α. Απέρριψε δε τον ισχυρισμό ότι υπήρχε βέλος στην πορεία της με υποχρεωτική πορεία προς τα αριστερά. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που επεσυνέβη το ατύχημα δεν υπήρξε τέτοια ένδειξη. Τέλος, η ΜΥ ανέφερε ότι ήρθε εκπρόσωπος της ασφαλιστικής της εταιρείας στη σκηνή ο οποίος πήρε τα στοιχεία της, φωτογράφησε τα οχήματα και την ενημέρωσε ότι θα διευθετηθούν με τις ασφάλειες οι οποιεσδήποτε ζημιές. Της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 με τη μάρτυρα να αναγνωρίζει τα ενεχόμενα οχήματα, πλην όμως να επιμένει ότι δεν υπήρχε οποιονδήποτε σήμα στην άσφαλτο για υποχρεωτική κατεύθυνση όταν έγινε η σύγκρουση. Κατά την αντεξέτασή της η ΜΥ επέμεινε στη θέση της ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση στην άσφαλτο σε σχέση με τη χρήση του κυκλικού κόμβου. Αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, ανάφερε ότι δεν άλλαξε καθ' οιονδήποτε τρόπο την πορεία της όταν πλησίαζε τον κυκλικό κόμβο. Κρατούσε την αριστερή λωρίδα, δίπλα της ήταν η δεξιά λωρίδα και ακολούθως οι δυο άλλες, αντίθετες λωρίδες κατεύθυνσης. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 1 το σημείο σύγκρουσης. Ανέφερε ότι είδε το όχημα Α να μπαίνει στον κόμβο και να κρατά την εσωτερική του λωρίδα και ακολούθως τον είδε να αλλάζει απότομα πορεία προς τα αριστερά με αποτέλεσμα τη σύγκρουση. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι μέσω των αγορεύσεών τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Ειδική αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Από τα δικόγραφα αλλά και την προσκομισθείσα μαρτυρία, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα μεταξύ των διαδίκων και συνιστούν κατ' επέκταση κοινό έδαφος: Κατά την 11/7/2012, ο ΜΕ1 ήταν ο οδηγός του οχήματος Α, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα, πατέρα του, ενώ η ΜΥ ήταν η οδηγός του οχήματος Β. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία και περί ώρα 10:50 εντός του κυκλικού κόμβου του Προεδρικού, στη Λευκωσία, επισυνέβη ατύχημα μεταξύ των δύο πιο πάνω οχημάτων. Η Εναγόμενη είναι ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και έχει την έδρα της στην Λευκωσία της επαρχίας Λευκωσίας. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Εναγόμενη είχε ασφαλισμένο το όχημα Β, το οποίο οδηγείτο από την ΜΥ. Η Εναγόμενη ειδοποιήθηκε γραπτώς για το επίδικο ατύχημα με επιστολή ημερομηνίας 12/7/
  6. Για τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώντας, σημειώνω ότι η ουσιαστική διαφωνία των διαδίκων αφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, ποιος δηλαδή ευθύνεται γι' αυτό. Αμφισβητούμενες είναι και οι κατ' ισχυρισμόν ζημιές του οχήματος του Ενάγοντα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου του συνόλου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας, γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola

(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, η πραγματική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία εφόσον μπορεί να αποτελέσει ασφαλές μέσο για την άσκηση κρίσης για την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά και για την ακρίβειά της σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος (βλ. Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 ΑΑΔ 1362 και Conway v. Νεοφύτου
(2003)1 ΑΑΔ 540). Φωτογραφίες, για παράδειγμα, της σκηνής, των οχημάτων ή των ζημιών, μπορούν να κατατεθούν και να αποτελέσουν πραγματική μαρτυρία για την κατάδειξη τόσο των ζημιών των οχημάτων, όσο και των συνθηκών κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ατύχημα. (βλ. Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267, Conway (ανωτέρω), Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, σελ. 337). Στην παρούσα υπόθεση, παρουσιάστηκαν φωτογραφίες που σχετίζονται άμεσα με την επίδικη σύγκρουση και κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο
  1. Η όποια δε αμφισβήτηση των εν λόγω φωτογραφιών από πλευράς Εναγόμενης αφορούσε στο κατά πόσο οι φωτογραφίες, στο σύνολό τους, λήφθηκαν την ημέρα του ατυχήματος. Τούτο, κυρίως, διότι αμφισβητήθηκε έντονα ο ισχυρισμός του Ενάγοντα περί ύπαρξης σήματος υποχρεωτικής πορείας επί της ασφάλτου κατά τον επίδικο χρόνο. Σε ορισμένες όμως από τις φωτογραφίες απεικονίζονται αποκλειστικά τα δύο οχήματα, στις θέσεις όπου αυτά μετακινήθηκαν μετά που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα και το γεγονός αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων. Αντίθετα, έκαστος από τους εμπλεκόμενους οδηγούς (ΜΕ1 και ΜΥ), όταν τους υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες αναγνώρισαν τα οχήματά τους. Στη βάση δε των συγκεκριμένων αυτών φωτογραφιών των Τεκμηρίου 2 που απεικονίζουν τα δύο ενεχόμενα οχήματα Α και Β, προκύπτει η ύπαρξη ζημιάς στο όχημα Α, στην αριστερή μπροστινή γωνία του και στο αριστερό μπροστινό φανάρι. Σε σχέση δε με το όχημα Β σημειώνω ότι, εντοπίζεται ζημιά στο δεξιά πλαϊνό μέρος του οχήματος και ειδικότερα στη δεξιά μπροστινή πόρτα του οδηγού. Με βάση λοιπόν αυτήν την πραγματική μαρτυρία, την οποία αποδέχομαι, καθίσταται εύρημά μου ότι τα οχήματα Α και Β, ως αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος, υπέστησαν τις ζημιές που αμέσως πιο πάνω κατέγραψα. Σε σχέση όμως με το σχέδιο της σκηνής που ο ΜΕ1 παρουσίασε σημειώνω ότι, παρά το γεγονός ότι το αναγνώρισε, εν τέλει προέκυψε ότι δεν γνώριζε από ποιον ετοιμάστηκε. Ως προς το ζήτημα του συντάκτη του Τεκμηρίου 1 και του προσώπου που έλαβε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2, προσκομίστηκε η μαρτυρία της ΜΕ2, η οποία όμως εργοδοτήθηκε στην Rescueline χρόνια μετά το ατύχημα και πέραν της αναφοράς της ότι τα εν λόγω Τεκμήρια είναι τα ίδια με αυτά που βρίσκονται στο σύστημα της εταιρείας και στην κατοχή των δύο ασφαλιστικών, καμία απτή μαρτυρία προσέφερε προς επιβεβαίωση του εν λόγω ισχυρισμού της. Παρά δε την προβολή του ισχυρισμού ότι το ατύχημα διερευνήθηκε εκ μέρους της Rescueline από τον λειτουργό της, Π.Β και τη θέση της ότι τούτο επιμαρτυρείται από τη φιλική δήλωση ατυχήματος η οποία επίσης βρίσκεται στο σύστημα της εταιρείας, η ΜΕ2 ουδέποτε παρουσίασε την εν λόγω δήλωση για σκοπούς κατάθεσής της ως Τεκμήριο. Εύλογα θα αναμενόταν ότι θα παρουσίαζε κατά την ακρόαση το εν λόγω έγγραφο το οποίο η ίδια επικαλέστηκε για σκοπούς επίρρωσης των θέσεών της. Ακόμη δε και αν με την μαρτυρία της ΜΕ2 επιχειρήθηκε να εδραιωθεί ότι ο συντάκτης του Τεκμηρίου 1 ήταν ο αναφερόμενος Π,Β., το εν λόγω πρόσωπο ουδέποτε κλήθηκε για να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να δώσει μαρτυρία αλλά και να επεξηγήσει τί ακριβώς είναι που κατέγραψε στο Τεκμήριο
  2. Σημειώνω επίσης ότι στο εν λόγω σχέδιο δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε μετρήσεις, αποστάσεις αλλά ούτε και φαίνεται να έγινε σε κλίμακα. Κατ' επέκταση και ειδικότερα στην απουσία του δημιουργού του σχεδίου, μέσω του οποίου θα μπορούσαν να διευκρινιστούν εκείνες οι πτυχές που είναι απαραίτητες ούτως ώστε να γίνει αποδεκτό το σχέδιο, όπως είναι οι μετρήσεις, οι αποστάσεις και η κλίμακά του, το Τεκμήριο 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί επαρκή και ανεξάρτητη πραγματική μαρτυρία επί της οποίας να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων και ως εκ τούτου αγνοείται (βλ. μεταξύ άλλων Κονναρή ν Κυριάκου (ανωτέρω)). Εξετάζοντας τώρα τις εκατέρωθεν εκδοχές των εμπλεκόμενων οδηγών (ΜΕ1 και ΜΥ) αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, όπως αυτές προωθήθηκαν και αντιπαραβάλλοντας τις εν λόγω εκδοχές με την πραγματική και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία των φωτογραφιών επί των οποίων προέβηκα σε σχετικά ευρήματα, παρατηρώ ότι οι εκδοχές αυτές, σε ουσιώδη σημεία τους, ταυτίζονται. Εξηγώ. Δεν προκύπτει ότι αμφισβητούνται αυτές καθαυτές οι θέσεις των δύο οχημάτων αλλά ούτε και οι πορείες τους εντός του κυκλικού κόμβου. Τουναντίον, σημείο τριβής μεταξύ των διαδίκων αποτέλεσε, καθ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης, το κατά πόσο η παραδεκτή οδηγική συμπεριφορά της άλλης πλευράς ανάγετο σε αμελή και κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών οδήγηση. Συγκεκριμένα, αμφότεροι οι οδηγοί τοποθετούν το όχημα Α στην εσωτερική λωρίδα του κυκλικού κόμβου και το όχημα Β στην εξωτερική του λωρίδα. Το δε ατύχημα, σύμφωνα και με τους δύο, επισυνέβη εντός της εξωτερικής λωρίδας του κυκλικού κόμβου κατά την προσπάθεια του ΜΕ1, ως οδηγού του οχήματος Α, να εξέλθει του κόμβου από την έξοδο της Δημοσθένη Σεβέρη. Η δε σύγκρουση των δύο οχημάτων επήλθε με την επαφή της μπροστινής αριστερής γωνίας του οχήματος Α με την πλαϊνή δεξιά πλευρά του οχήματος Β με αποτέλεσμα να προκληθούν οι ζημιές για τις οποίες προέβηκα ήδη σε ανάλογα ευρήματα, ανωτέρω. Ζημιές οι οποίες καταδεικνύουν τη φορά του κάθε οχήματος εντός του κυκλικού κόμβου. Προκύπτουν εξάλλου τα ανωτέρω ως παραδεκτά γεγονότα αφού και ο ίδιος ο ΜΕ1 δήλωσε ευθαρσώς ότι ήταν στην προσπάθεια του να εξέλθει του κυκλικού κόμβου που προσέκρουσε το όχημα Α με το όχημα Β το οποίο βρισκόταν στην εξωτερική λωρίδα του κόμβου. Στη βάση δε των πιο πάνω ευρημάτων μου για τις ζημιές που το κάθε όχημα υπέστη, προκύπτει ότι ήταν το όχημα Α το οποίο εισήλθε στην πορεία του οχήματος Β. Επαναλαμβάνω ότι τούτο προκύπτει και από τις ίδιες τις ζημιές των δύο οχημάτων. Σημειώνω, προχωρώντας, ότι, δεν ήταν εξάλλου θέση του ΜΕ1 ότι ήταν η δική του πορεία που αποκόπηκε, αλλά ότι η οδηγός του οχήματος Β διατηρούσε λανθασμένη λωρίδα επί του κυκλικού κόμβου, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω κατωτέρω. Ουδέποτε τέθηκε συνεπώς υπό αμφισβήτηση ότι ήταν ο ΜΕ1 που επιχείρησε στροφή προς τα αριστερά με σκοπό να εξέλθει του κυκλικού κόμβου με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των δυο οχημάτων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθίστανται και ευρήματά μου ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη σύγκρουση. Επανέρχομαι τώρα στα όσα ο Ενάγοντας αποδίδει στην οδηγό του οχήματος Β και σημειώνω ότι, η όλη εκδοχή από πλευράς του πρώτου, βασίστηκε στον ισχυρισμό ότι η τελευταία ήταν αμελής αφού κρατούσε την εξωτερική λωρίδα του κόμβου με πρόθεση να εξέλθει από αυτόν μέσω της δεύτερης εξόδου του, ως η πορεία της. Τούτο δε κατά τον Ενάγοντα συνιστούσε παράβαση της σχετικής σήμανσης της ασφάλτου στην αριστερή λωρίδα εισόδου (από τη Λεωφόρο Προεδρικού), όσο και της σχετικής πινακίδας με βάση την οποία η εξωτερική λωρίδα του κόμβου έπρεπε να χρησιμοποιείται μόνο για σκοπούς χρήσης της πρώτης εξόδου από τα αριστερά (δηλαδή της εξόδου Δημοσθένη Σεβέρη και όχι της Κυριάκου Μάτση από την οποία είχε πρόθεση το όχημα Β να εξέλθει.) Σημειώνω επί τούτου ότι, σε επίπεδο δικογράφων ο ισχυρισμός αυτός του Ενάγοντα, ότι υπήρχε δηλαδή και σήμανση και πινακίδα έτυχε απλής και γενικής άρνησης από πλευράς Εναγόμενης και δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για την απουσία είτε πινακίδας, είτε σήμανσης επί του οδοστρώματος για υποχρεωτική και αποκλειστική χρήση της εξωτερικής λωρίδας του κόμβου για σκοπούς χρήσης της πρώτης εξόδου. Αποδέχομαι συνεπώς τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του Ενάγοντα, όπως αυτός προωθήθηκε από τον ΜΕ1, ότι δηλαδή υπήρχε σχετική σήμανση επί του οδοστρώματος της αριστερής λωρίδας της λεωφόρου Προεδρικού Μεγάρου κατά την είσοδο του στον κόμβο. Ο δε ισχυρισμός από πλευράς ΜΕ1 ότι έδειξε την πρόθεσή του να στρίψει αριστερά χρησιμοποιώντας τον δείκτη πορείας του οχήματός του δεν θεωρώ ότι αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο πειστικά και γίνεται κατά συνέπεια αποδεκτός. Δεν μπορώ επίσης να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι η μαρτυρία της ΜΥ ως προς το πότε είδε για πρώτη φορά το όχημα Α και σε ποιο σημείο αυτό βρισκόταν σε σχέση με την ίδια, ήταν συγκεχυμένη, αφού ενώ ισχυρίστηκε ότι παρατήρησε το όχημα Α να βρίσκεται στην έξοδο της Αγγλικής Σχολής την ώρα που η ίδια εισερχόταν επί του κυκλικού κόμβου, η ίδια η ΜΥ ήθελε το όχημα Α να βρίσκεται δεξιά της και να επιχειρεί αριστερή στροφή με αποτέλεσμα να προκαλείται το επίδικο ατύχημα. Οι δύο αυτές αντιφατικές θέσεις ειδικότερα στην απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης μαρτυρίας ως προς την ταχύτητα του οχήματος Α, καταδεικνύει ότι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της ΜΥ δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Επί του προκειμένου λοιπόν, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η ΜΥ δεν έδωσε σε αυτόν προτεραιότητα ενώ αυτός βρισκόταν ήδη εντός του κυκλικού κόμβου την ώρα που η ΜΥ επιχειρούσε να εισέλθει εντός του. Παρά τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι το όλο ζήτημα της αμέλειας αμφότερων των οδηγών άπτεται του καθήκοντος τους να τηρούν τη δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή ειδικότερα ενόψει του ότι η σύγκρουση επήλθε όταν και τα δύο οχήματα εκινούνταν πλέον εντός του κόμβου με αποτέλεσμα να έχουν αμφότερα δικαίωμα πορείας εντός αυτού. Εξηγώ κατωτέρω. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, που κατά λογική πρόβλεψη μπορούν να επηρεαστούν από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Σε αγωγές που αφορούν αμέλεια, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε Ενάγοντα (βλ. Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1(Α) ΑΑΔ 369). Πέραν της απόδειξης της αμέλειας, ο εκάστοτε Ενάγοντας πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αμέλειας και ζημιάς (βλ. Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1(Α) ΑΑΔ 447). Το μέτρο κρίσης της οδικής συμπεριφοράς είναι αυτό του μέσου συνετού οδηγού. Παραπέμπω προς τούτο στη Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Όπως διαφαίνεται από τις αποφάσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο δικηγόρος του εφεσείοντα και, γενικότερα, από τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.» Στη Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, λέχθηκε ότι: «. η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσο η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια.» Το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό και οφείλεται σε κάθε τρίτο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) ΑΑΔ 218). Τέλος, το ζήτημα της αμέλειας, αποφασίζεται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ασχέτως εάν η μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα ή τον Εναγόμενο (βλ. Kardanos Transport Co. Limited v. Κωνσταντίνου
(2011)1 ΑΑΔ 267, Fabrey a.ο. v. Demetriou, as administratrix of the estate of the deceased Angelos Demetriou
(1976)1 C.L.R. 1) Εκείνο το οποίο απομένει συνεπώς να εξεταστεί είναι εάν οι αντίστοιχες συμπεριφορές των ενεχόμενων οδηγών ήταν τέτοιες που να εκπίπτουν του επιπέδου ενός μέσου συνετού οδηγού. Σύμφωνα με τον Καν. ΙΕ
(1)(γ) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (στο εξής οι «Κανονισμοί») σε σχέση με τη χρήση κυκλικών κόμβων, όταν η σκοπούμενη έξοδος από τον κόμβο είναι η πρώτη μετά την είσοδο, τότε δίδεται σήμα πορείας προς τα αριστερά και όπου υπάρχουν δύο ή περισσότερες λωρίδες πορείας τότε χρησιμοποιείται πάντοτε η αριστερή λωρίδα και η εξωτερική πλευρά του κόμβου. Πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης κατευθυντήριου βέλους υποχρεωτικής πορείας προς τα αριστερά επί του οδοστρώματος ως ο κανονισμός ΙE (ΣΤ)
(3)προνοεί, έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο προκύπτει ότι η οδηγός του οχήματος Β όφειλε στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον εισήλθε εντός του κυκλικού κόμβου από την αριστερή λωρίδα, να χρησιμοποιήσει την πρώτη έξοδο του κόμβου και όχι να εκατευθύνετο προς τη δεύτερη έξοδο, ως έπραξε. Προκύπτει επίσης ότι η ΜΥ εισήλθε επί του κυκλικού κόμβου χωρίς να δώσει προτεραιότητα στο όχημα Α ως όφειλε σύμφωνα με τον Κανονισμού ΙΕ
(1)(α) των Κανονισμών. Τα πιο πάνω όμως δεν εξυπακούουν και την ύπαρξη αμέλειας από μέρους της οδηγού του οχήματος Β, εφόσον όπως έχει πάγια νομολογηθεί «παράβαση κανονισμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής αμέλεια» (βλ. Χριστοφόρου v. Τρύφωνος
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1516). Η αμέλεια της οδηγού του οχήματος Β προκύπτει από το γεγονός ότι εύλογα θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο οδηγός του οχήματος Α θα επιχειρούσε αριστερή στροφή με σκοπό να εξέλθει του κόμβου από την έξοδο της Δημοσθένη Σεβέρη, ως η και σχετική ένδειξή του προς τούτο. Είχε καθήκον επιμέλειας δηλαδή η ΜΥ, ως η οδηγός που προσπερνούσε έξοδο που δεν θα χρησιμοποιούσε, έναντι του ΜΕ1 ο οποίος επιθυμούσε να εξέλθει του κόμβου. Ταυτόχρονα όμως, βρίσκω ότι και η κίνηση του ΜΕ1 να εισέλθει εντός της εξωτερικής λωρίδας του κόμβου στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να εξέλθει αυτού από την έξοδο της Δημοσθένη Σεβέρη, χωρίς πρώτα να βεβαιωθεί ότι δεν υπήρχε οποιονδήποτε όχημα στα αριστερά του, οδηγεί σε συμπέρασμα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από μέρους του, η οποία συνέδραμε στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Τούτο διότι, όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε, είδε το όχημα Β έστω και κλάσματα δευτερολέπτου πριν το ατύχημα. Είχε καθήκον συνεπώς και ο Ενάγοντας να ελέγξει την κίνηση στην εξωτερική λωρίδα του κόμβου και μόνο εφόσον η εξωτερική πλευρά του κόμβου ήταν ελεύθερη να επιχειρήσει να εισέλθει εντός αυτής. Η κατάληξη μου αυτή, για την ύπαρξη αμέλειας και από τους δύο οδηγούς προκύπτει υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον μου από αμφότερους τους διάδικους και των ευρημάτων στα οποία έχω προβεί κατόπιν αξιολόγησης της (βλ. Kardanos και Fabrey ανωτέρω). Αναφορικά δε με το ζήτημα του καταμερισμού της ευθύνης μεταξύ των οδηγών, βρίσκω ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα βαρύνει εξίσου τους δυο οδηγούς με ποσοστό ευθύνης 50% έκαστος. Σε σχέση τώρα με τις ζημιές του οχήματος Α και το κόστος επιδιόρθωσής του, μαρτυρία προσκομίστηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Σχετικά όμως με το μέρος της μαρτυρίας του που επεκτάθηκε στις συνθήκες του ατυχήματος, θα περιοριστώ απλά να επισημάνω ότι, όπως και ο ίδιος ο Ενάγοντας παραδέχτηκε, δεν ήταν μάρτυρας του ατυχήματος αφού δεν ήταν στον χώρο όπου έγινε η σύγκρουση και τα όσα γνωρίζει για τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος είναι στη βάση των όσων ο υιός του, ΜΕ1, του ανέφερε. Τα όσα όμως ο Ενάγοντας ανέφερε σχετικά με τις ζημιές του οχήματος Α, δεν θεωρώ ότι αντικρούστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο επιτυχώς στο πλαίσιο αντεξέτασής του από πλευράς Εναγόμενης. Όπως δε επεξήγησε, τα σχετικά τιμολόγιο εξοφλήθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία η οποία παρείχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάλυψη για το όχημα Α. Υποστηρίζονται δε τα όσα ανέφερε και από τα Τεκμήρια τα οποία παρουσίασε. Αναφέρω προς τούτο ότι από τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 προκύπτει ότι τα ποσά των €1.805,31 και €1.493 όντως πληρώθηκαν για σκοπούς επιδιόρθωσης του οχήματος Α τόσο στη βάση των όσων στα εν λόγω Τεκμήρια καταγράφονται αλλά και βάσει των σφραγίδων που αυτά φέρουν. Δεν ισχύουν όμως τα ίδια σε σχέση με τη δικογραφημένη από πλευράς Ενάγοντα απώλεια χρήσης του οχήματος, η οποία σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί με οποιαδήποτε, πόσο δε μάλλον, επαρκή μαρτυρία, αλλά ούτε και σε σχέση με την θέση περί καταβολής του ποσού των εκτιμητικών εξόδων βάσει του Τεκμηρίου 7. Κρίνω συνεπώς ότι, για τα δυο τελευταία αναφερόμενα κονδύλια δεν προσκομίστηκε η απαραίτητη μαρτυρία, ως απαιτείται από τον αυστηρό κανόνα για σκοπούς απόδειξης ειδικών ζημιών (βλ. μεταξύ άλλων Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 ΑΑΔ 687). Ενόψει δε της κατάληξής μου ως προς τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των οδηγών για το επίδικο ατύχημα αλλά και ότι η ζημιά που ο Ενάγοντας υπέστη ανέρχεται στο ποσό των €3.298,31, η Εναγόμενη, με βάση το ποσοστό ευθύνης που αναλογεί στην οδηγό του ασφαλισμένου από αυτήν οχήματος Β, ευθύνεται για την κάλυψη του ήμισυ του πιο πάνω ποσού. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1.649,15 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της παρούσας απόφασης, δηλαδή στην κλίμακα €500 ‑ €2.000. (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.