← Κύπρος

ΧΡ. ΓΡ. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7326/2013, 21/3/2023

ΧΡ. ΓΡ. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7326/2013, 21/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7326/2013 Μεταξύ: ΧΡ. ΓΡ. Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενου Ημερομηνία: 21 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Αρτεμίου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Ι. Καραμούζης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του, όπως αυτή τελικά προσδιορίστηκε κατόπιν περιορισμού της αξίωσής του, ο Ενάγοντας επιδιώκει την προς όφελός του και εναντίον του Εναγόμενου επιδίκαση του ποσού των €18.000 το οποίο αντιπροσωπεύει την ισχυριζόμενη ζημία που ο Ενάγοντας υπέστη συνεπεία των πράξεων και/ή παραλείψεων του Εναγόμενου. Παρεμβάλλω ότι, κατά την καταχώρησή της, η παρούσα αγωγή δεν αφορούσε μόνο στην απαίτηση του Ενάγοντα να αποζημιωθεί για το ποσό των €18.000, αφού διεκδικείτο και το ποσό των €256.

  1. Η τελευταία όμως αυτή αξίωση του Ενάγοντα αποσύρθηκε με σχετική δήλωση των συνηγόρων του, με αποτέλεσμα η απαίτησή του να μειωθεί κατά τρόπο ώστε να εμπίπτει πλέον στην κλίμακα Επαρχιακού Δικαστή. Ευθύς εξ αρχής σημειώνω ότι η επί του προκειμένου διαφορά των διαδίκων είναι κατά κύριο λόγο νομική παρά πραγματική αφού η πλειοψηφία των γεγονότων προέκυψε, τόσο εκ της ανταλλαχθείσας δικογραφίας[1], όσο και από τον χειρισμό κατά την ακρόαση[2], ως παραδεκτή. Παραθέτω αμέσως πιο κάτω, κατά τρόπο συνοπτικό, την εκδοχή του Ενάγοντα ως προς τα γεγονότα. Ο Ενάγοντας, περί τον Απρίλιο του 1999 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τεσσάρων ακινήτων τα οποία προτίθετο να αναπτύξει. Για τον σκοπό αυτό συνήψε συμφωνία με τρίτο, νομικό, πρόσωπο. Στο πλαίσιο και για τους σκοπούς της εν λόγω ανάπτυξης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αρχιτέκτονα το συνολικό ποσό των €18.000 το οποίο αφορούσε στον καταρτισμό των αναγκαίων εγγράφων για τον σχεδιασμό, την αδειοδότηση, την ανοικοδόμηση και πώληση της ανάπτυξης. Με γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης ημερομηνίας 21/5/1999, η οποία, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, δημοσιεύτηκε αφότου ο τελευταίος κατέβαλε το πιο πάνω ποσό, πληροφορήθηκε ότι τα τέσσερα ακίνητά του επρόκειτο να απαλλοτριωθούν για σκοπούς επέκτασης δημοτικού σχολείου. Ακολούθησε η έκδοση σχετικού Διατάγματος απαλλοτρίωσης και τα επίδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία, αφού πρώτα ο Ενάγοντας εισέπραξε αποζημίωση. Ως αποτέλεσμα του Διατάγματος απαλλοτρίωσης τερματίστηκε και η συμφωνηθείσα ανάπτυξη του ακινήτου. Βλέποντας ότι τα ακίνητα παρέμεναν μέχρι και το 2008 ανεκμετάλλευτα, ο Ενάγοντας, με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 8/9/2008, απευθύνθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο και ζήτησε την ανάκληση της απαλλοτρίωσης και την επιστροφή των ακινήτων. Το αίτημα του Ενάγοντα απορρίφθηκε στις 12/1/2009 και ο Ενάγοντας καταχώρησε τέσσερις προσφυγές (μια για κάθε ακίνητο) ζητώντας «. την ακύρωση των σχετικών διοικητικών πράξεων της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιστροφή των ακινήτων»[3]. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 5/12/2011 αποδέχθηκε τις προσφυγές του Ενάγοντα και τον δικαίωσε. Η Δημοκρατία καθόρισε το ποσό των €77.820,38 ως το ποσό που απαιτούσε για να μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα πίσω στο όνομα του Ενάγοντα, με τον τελευταίο να αποδέχεται την απαίτηση αυτή με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του και, όπως διαφάνηκε κατά την ακρόαση, να καταβάλλει το εν λόγω ποσό σε τέσσερις δόσεις, με τη συμπλήρωση των οποίων τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν εκ νέου στο όνομά του. Από τα ανωτέρω, το μόνο που ο Εναγόμενος αμφισβήτησε ουσιαστικά, σε σχέση πάντα με τα γεγονότα, είναι το κατά πόσο ο Ενάγοντας όντως κατέβαλε στον αρχιτέκτονα το ποσό που αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου με την παρούσα αγωγή. Προβάλλει περαιτέρω, ο Εναγόμενος, ότι ο Ενάγοντας εμποδίζεται από το να αξιώνει σήμερα το επίδικο ποσό, ως εκ της ανεπιφύλακτης αποδοχής της αποζημίωσης από μέρους του κατά την απαλλοτρίωση των ακινήτων το
  2. Προχωρώντας, σημειώνω ότι, μαρτυρία ενώπιόν μου δόθηκε μόνο από τον Ενάγοντα, ο οποίος επανέλαβε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς του δικογράφου του και την εκδοχή του, ως αυτή πιο πάνω συνοψίστηκε. Παρακολούθησα τον Ενάγοντα ενόσω κατέθετε ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας πάντοτε κατά νου τις αρχές της Νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας[4]. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου του συνόλου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου. Είμαι της γνώμης ότι, για σκοπούς εξέτασης της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, δεν καθίσταται απαραίτητη η αξιολόγηση κάθε πτυχής της μαρτυρίας εφόσον τα γεγονότα, πλην του ζητήματος της καταβολής του επίδικου ποσού, είναι αδιαμφισβήτητα και επί της ουσίας τους παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, απόφαση ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2019). Τονίζω περαιτέρω ότι, εφόσον η εκδοχή του Ενάγοντα είναι η μόνη που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτό που πρέπει ουσιαστικά να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη μαρτυρία και την αξιοπιστία της (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.

(2010)1(Β) ΑΑΔ 829). Η εντύπωση που αποκόμισα από τον Ενάγοντα ήταν θετική. Παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, ταλαιπωρείται από χρόνια νόσο η οποία επηρεάζει, μεταξύ άλλων, και τη μνήμη του, δεν διαφάνηκε οποιαδήποτε προσπάθειά του να επικαλεστεί την κατάσταση της υγείας του για σκοπούς αποφυγής των ερωτήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου. Βρίσκω ότι ήταν μάρτυρας ειλικρινής και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις κατά την αντεξέτασή του. Αντίθετα, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης χωρίς οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις ή υπαναχωρήσεις από μέρους του. Εξάλλου, βρίσκω ότι η μαρτυρία του παρέμεινε στο μεγαλύτερο μέρος της αναντίλεκτη, αφού η αντεξέτασή του εστιάστηκε κυρίως στο ζήτημα της αποδεκτότητας και της γνησιότητας του μοναδικού τεκμηρίου που ο Ενάγοντας παρουσίασε, ήτοι της απόδειξης πληρωμής του επίδικου ποσού ημερομηνίας 22/2/
  1. Τούτο διότι, όπως δηλώθηκε, το πρόσωπο που φέρεται να την εξέδωσε, απεβίωσε. Ηγέρθη συνεπώς ένσταση στην κατάθεση του εγγράφου από πλευράς Εναγόμενου ως προς την αποδεκτότητά του, η οποία, για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επί του προκειμένου, απορρίφθηκε και η κατάθεση της απόδειξης επιτράπηκε, με το έγγραφο να κατατίθεται ως Τεκμήριο
  2. Παρά όμως την πιο πάνω αναφερθείσα έντονη αμφισβήτηση της γνησιότητας του εν λόγω τεκμηρίου, σημειώνω ότι η, επί της ουσίας, θέση του Ενάγοντα, ότι δηλαδή όντως κατέβαλε το εν λόγω ποσό, όχι μόνο παρέμεινε ακλόνητη αλλά ούτε και τέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο εν αμφιβόλω μέσω σχετικής, ειδικής προς τούτο, υποβολής από πλευράς Υπεράσπισης. Το μόνο σχετικό που υποβλήθηκε ήταν ότι στην ουσία το Τεκμήριο 1 δεν αποτελούσε γνήσια απόδειξη που εξεδόθη από τον αρχιτέκτονα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Ενάγοντας όμως ήταν σαφής. Κατέβαλε το συνολικό ποσό των €18.000 για το οποίο εκδόθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία το Τεκμήριο 1, το οποίο ακολούθως δόθηκε στους δικηγόρους του οι οποίοι, με τη σειρά τους, το φύλαξαν στα αρχεία τους. Αποδέχομαι συνεπώς, όχι μόνο τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι όντως κατέβαλε το συνολικό ποσό των €18.000, αλλά και την όλη εκδοχή του ως προς τα γεγονότα όπως αυτή παρατέθηκε ανωτέρω και προβαίνω, στη βάση της, σε ανάλογα ευρήματα. Είναι στη βάση αυτής της συλλογιστικής που, έστω και αχρείαστα, αποφασίζω να προσδώσω βαρύτητα και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, αφού κρίνω ότι αυτό ετοιμάστηκε στη βάση του δεδομένου ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε στον συντάκτη του το χρηματικό ποσό των €18.000 για τον λόγο που εκεί αναφέρεται (χωρίς να μου διαφεύγει ο λόγος της Muskita Aluminium Industries Ltd κ.α. ν. Alsako Aluminium Ltd κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1481, βλ. Αγρότου κ.α. ν. Αγρότου, Πολιτική Έφεση αρ. 288/2010, απόφαση ημερομηνίας 31/5/2016). Των πιο πάνω λεχθέντων, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι ποια ακριβώς είναι η βάση επί της οποίας ο Ενάγοντας βασίζεται αξιώνοντας την προς όφελός του επιδίκαση του ποσού των €18.000. Επί του προκειμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στήριξε την επιχειρηματολογία του στις πρόνοιες του άρθρου 172 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας[5] αναφέροντας ότι: «Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου την 05/12/2011 με την οποία δικαίωνε τον Ενάγοντα και ακύρωνε τις επίδικες διοικητικές πράξεις απαλλοτρίωσης κατέστησε, ταυτόχρονα, τις προγενέστερες απαλλοτριώσεις ως «ζημιογόνες άδικες πράξεις» και για το λόγο αυτό ο Ενάγοντας πρέπει να αποζημιωθεί.» Δεν στήριξε όμως, ο ευπαίδευτος συνήγορος, την εισήγησή του αυτή καθ' οιονδήποτε τρόπο στο άρθρο 146.6 του Συντάγματος[6]. Όπως πρόσφατα διατυπώθηκε στην απόφαση Πελαγία κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση αρ. 166/2012, απόφαση ημερομηνίας 15/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:A458, το άρθρο 172 του Συντάγματος αφορά στην ευθύνη του Κράτους για παράνομες πράξεις των λειτουργών του. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα εξής: «Εκείνο βεβαίως που προκύπτει είναι ότι η Πολιτεία ευθύνεται για παράνομες πράξεις των Λειτουργών της, όπως, κατά παρόμοιο τρόπο (αλλά όχι αποκλειστικά) θα ίσχυε με τις αρχές που διέπουν το δίκαιο των αδικοπραξιών. Θα πρέπει, εν ολίγοις, να έχει προκληθεί ζημία από άδικη πράξη δημοσίων λειτουργών, η οποία τελέστηκε χωρίς έρεισμα στο Νόμο και εκτός του πλαισίου των καθηκόντων τους, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Georghiou v. Attorney General
(1982)1A CLR 938 "without authority or jurisdiction in law"». (βλ. επίσης Κτηνοτροφική Επιχείρηση Π.Σ.Μ. Πέτρου Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2011)1 ΑΑΔ 2075 στην οποία λέχθηκε ότι «. η πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι χωρίς εξουσιοδότηση ή έρεισμα στο νόμο») Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι, για σκοπούς επιτυχούς επίκλησης του άρθρου 172 ως βάση, καθίσταται απαραίτητη η προβολή ισχυρισμού για την τέλεση αδικοπραξίας εις βάρος του Ενάγοντα από υπαλλήλους ή αρχές του Κράτους. Δηλαδή, οι αποδιδόμενες στο Κράτος πράξεις ή παραλείψεις να αναγνωρίζονται ως νομική βάση που επιτρέπει την προώθηση μιας αγωγής. Προκύπτει ωστόσο αβίαστα ότι ο Ενάγοντας διεκδικεί το επίδικο ποσό στη βάση του ότι, η απόφαση της αρμόδιας αρχής να μην αποδεχθεί την επιστροφή των ακινήτων, εν τέλει ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε από πλευράς Ενάγοντα το οποίο να μπορεί να ικανοποιήσει ότι η απόφαση για την απαλλοτρίωση των τεσσάρων ακινήτων το 1999 λήφθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο «χωρίς εξουσιοδότηση ή έρεισμα στον νόμο». Σημειώνω ότι, όπως ορθά εισηγείται και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, οποιοδήποτε πρόσωπο ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία συνεπεία διοικητικής πράξης η οποία ακολούθως ακυρώθηκε, αποκτά αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της αρχής που εξέδωσε την απόφαση στη βάση των προνοιών του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Παρά το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν είναι επί του πιο πάνω άρθρου που βασίζεται αξιώνοντας το ποσό που αξιώνει, πρέπει να σημειώσω ότι ακόμη και υπό αυτό το πρίσμα ιδωμένη η απαίτησή του, δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επιτυχή κατάληξη. Τούτο διότι, για σκοπούς επιτυχούς διεκδίκησης αποζημιώσεων στη βάση του άρθρου 146.6, η υποβολή απαίτησης για αποζημίωση προ της έγερσης της αγωγής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για σκοπούς θεμελίωσης αγώγιμου δικαιώματος βάσει του εν λόγω άρθρου. Πρόκειται δηλαδή για δικαιοδοτικό όρο (βλ. μεταξύ άλλων, Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) ΑΑΔ 969, Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 983, Βαλανίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 288). Εκ του περισσού σημειώνω επίσης ότι ούτε κάτω από τις αρχές της Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558 επιδιώχθηκε να ενταχθεί η αξίωση του Ενάγοντα. Κατά συνέπεια, με δεδομένη τη μη επίκληση του άρθρου 146.6 και την αποτυχία του Ενάγοντα να εντάξει τη συμπεριφορά του Κράτους σε άλλη τυχόν αποδεκτή νομική βάση, η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι και διαφορετικά να ήταν τα πράγματα, ο Ενάγοντας εμποδίζεται (estopped) από το να διεκδικεί το εν λόγω ή οποιοδήποτε ποσό, εφόσον δεν το αξίωσε κατά τον χρόνο της αρχικής απαλλοτρίωσης, δηλαδή το 1999. Επί του προκειμένου, θα περιοριστώ απλά να επισημάνω ότι το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, όπως προκύπτει στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων μου, είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί και επ' ακριβώς καθοριστεί πριν τη γνωστοποίηση της απαλλοτρίωσης και την έκδοση του σχετικού Διατάγματος, και ο Ενάγοντας, όπως είναι παραδεκτό, αποζημιώθηκε πριν τη μεταβίβαση των ακινήτων στη Δημοκρατία, χωρίς να προκύπτει ότι επιφύλαξε το δικαίωμά του να απαιτήσει περαιτέρω αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν συνεπεία της απαλλοτρίωσης. Εγνώριζε δηλαδή ο Ενάγοντας για την ζημιά του κατά τον εν λόγω χρόνο και δεν επεδίωξε από τότε να αποζημιωθεί για το επίδικο ποσό το οποίο αποτελεί, κατά τον ίδιο, ζημιά που του προκλήθηκε συνεπεία της ακύρωσης της ανάπτυξης των ακινήτων λόγω της απαλλοτρίωσης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η παρούσα αγωγή κρίνεται νομικά αβάσιμη και αστήρικτη και ως τέτοια δεν μπορεί πάρα να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω τον λόγο γιατί να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται συνεπώς υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να υπολογιστούν στην κλίμακα €10.000 ‑ €50.000 (εντός της οποίας εν τέλει περιορίστηκε η απαίτηση). (Υπ.) ......... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014 [2] Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 [3] Γραπτή Δήλωση του Ενάγοντα (Έγγραφο Α), παράγραφος 17 [4] Βλ. μεταξύ άλλων, Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676 [5] Άρθρο 172: «Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» [6] Άρθρο 146.6: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά το παρόν άρθρο δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.