← Κύπρος

Ι. Κ. ν. Α. Μ., Αρ. Αγωγής: 4591/2014, 13/3/2023

Ι. Κ. ν. Α. Μ., Αρ. Αγωγής: 4591/2014, 13/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4591/2014 Μεταξύ: Ι. Κ. Ενάγοντα και Α. Μ. Εναγόμενου Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Πανταζή για ΚΟΥΣΙΟΣ ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κα Κ. Διόλα για PYRGOU VAKIS LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι είναι ο ιδιοκτήτης και νόμιμος κάτοχος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], που βρίσκεται στο χωριό Ακάκι της επαρχίας Λευκωσίας (στο εξής «το ακίνητο»), την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος όπως άρει την επέμβασή του επί του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου, την επιδίκαση του ποσού των €3.400 ως ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία παράνομης επέμβασης από την 1/1/2013 μέχρι 31/5/2014, καθώς επίσης και του ποσού των €200 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 1/6/2014 μέχρι και την άρση της παράνομης επέμβασης. Ζητά, τέλος, την επιδίκαση γενικών και/ή παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησής του, ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και νόμιμος κάτοχος του ακινήτου. Το ακίνητο είναι εγγεγραμμένο ως οικόπεδο και βρίσκεται σε προσφυγικό συνοικισμό αυτοστέγασης και παραχωρήθηκε από το κράτος στη μητέρα του Ενάγοντα περί το

  1. Εντός του ακινήτου ανεγέρθηκε διπλοκατοικία αποτελούμενη από δυο μικρές προσφυγικές κατοικίες περί το
  2. Μετά τον θάνατο της μητέρας του Ενάγοντα, το κράτος παραχώρησε περί το 1999 το ακίνητο στον Ενάγοντα. Στις 4/10/2006 το ακίνητο ενεγράφη στο μητρώο του Κτηματολογίου και εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας για το όλο μερίδιο στο όνομα του Ενάγοντα. Περί τον Ιανουάριο του 2013 ο Εναγόμενος εισήλθε παράνομα εντός του ακινήτου και εγκαταστάθηκε και έκτοτε κατοικεί στη βόρεια μονάδα της διπλοκατοικίας (στο εξής η «δεύτερη κατοικία» ενώ η κατοικία την οποία ο Ενάγοντας κατέχει θα αναφέρεται στο εξής ως η «πρώτη κατοικία»). Ο Ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 11/11/2013 πληροφόρησε τον Έπαρχο Λευκωσίας ότι σύμφωνα με πληροφορίες που κατείχε ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος ζήτησε να του παραχωρηθεί ακίνητο στο χωριό και ότι η πρόθεση του Έπαρχου ήταν να παραχωρηθεί στον Εναγόμενο μέρος του ακινήτου του Ενάγοντα. Με απαντητική επιστολή του ημερομηνίας 11/3/2014, ο Έπαρχος ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος, που φέρεται να κατέχει τη δεύτερη κατοικία εντός του ακινήτου, δεν έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε έγκριση για τη στέγασή του. Στις 7/4/2014, ο Ενάγοντας διά του δικηγόρου του κάλεσε με επιστολή του τον Εναγόμενο να άρει την παράνομη επέμβαση εντός 21 ημερών. Ο Εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω επιστολή και μέχρι σήμερα συνεχίζει να επεμβαίνει παράνομα εντός του ακινήτου του Ενάγοντα. Σημειώνω τέλος ότι, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η αξία του επίδικου κτήματος είναι €40.
  3. Ο Εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία εγείρει προδικαστική ένσταση ζητώντας την απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστική. Περαιτέρω δε, αποτελεί ισχυρισμό του ότι ο Ενάγοντας δεν είναι νόμιμα εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, εφόσον η εγγραφή του ήταν αποτέλεσμα λάθους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Συγκεκριμένα, αποτελεί ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας είναι κάτοχος μιας εκ των δυο κατοικιών που βρίσκονται στο ακίνητο και η εγγραφή του όλου μεριδίου του ακινήτου στον Ενάγοντα ήταν αποτέλεσμα λάθους, εφόσον η σκοπούμενη εγγραφή θα γινόταν μόνο για το μέρος του ακινήτου το οποίο ο Ενάγοντας κατέχει και στο οποίο βρίσκεται η πρώτη κατοικία στην οποία διαμένει κατόπιν σχετικού διαχωρισμού του ακινήτου. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι, ο Ενάγοντας διαπίστωσε για πρώτη φορά την εν λόγω εσφαλμένη εγγραφή προς όφελός του όταν κλήθηκε να καταβάλει τον Φόρο Ακίνητης Ιδιοκτησίας για το ακίνητο περί το φθινόπωρο του 2013 και τότε ήταν που ήγειρε για πρώτη φορά ζήτημα παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου επί του ακινήτου. Αρνείται περαιτέρω ο Εναγόμενος ότι πρόκειται για διπλοκατοικία, λέγοντας ότι οι δυο κατοικίες είναι ανεξάρτητες και σαφώς διαχωρισμένες. Η μια μάλιστα από τις δυο χρησιμοποιείτο για πολλά έτη από τους γονείς της συζύγου του Εναγόμενου οι οποίοι κατέβαλαν και σχετικά μισθώματα στην Επαρχιακή Διοίκηση. Οι γονείς της συζύγου του Εναγόμενου απεβίωσαν, με πιο πρόσφατο τον θάνατο της μητέρας της συζύγου του Εναγόμενου το
  4. Ο Εναγόμενος επίσης ισχυρίζεται ότι η λανθασμένη εγγραφή υπέρ του Ενάγοντα πρόκειται να τύχει διορθώσεως στη βάση ενημέρωσης της οποίας ο Εναγόμενος έτυχε από τον κοινοτάρχη του χωριού. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο λέγοντας ότι εισήλθε στο ακίνητο κατόπιν συνεννόησης με τον κοινοτάρχη του χωριού και την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας. Έτυχε δε διαβεβαίωσης από την Επαρχιακή Διοίκηση ο Εναγόμενος ότι θα λάμβανε τη γραπτή έγκριση της κατοχής του ακινήτου από την Επαρχιακή Διοίκηση, η οποία μάλιστα λαμβάνει μισθώματα για την κατοχή του εν λόγω ακινήτου. Μάλιστα κατόπιν των ανωτέρω διαβεβαιώσεων της Επαρχιακής Διοίκησης, ο Εναγόμενος προέβη σε επιδιορθώσεις στη δεύτερη κατοικία ύψους €22.805,48, με τη συναίνεση μάλιστα του Ενάγοντα, ο οποίος ζήτησε τη διεκπεραίωση εργασιών και προς όφελος του ιδίου. Ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 7/4/2014 με την οποία καλείτο να αποχωρήσει από το ακίνητο, είχε όμως ταυτόχρονα τις διαβεβαιώσεις του κοινοτάρχη, ο οποίος σε συνεννόηση με την Επαρχιακή Διοίκηση, του ανέφερε ότι θα ρυθμιζόταν το ζήτημα. Σημειώνεται επίσης ότι ο Εναγόμενος εγείρει περαιτέρω προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με την ύπαρξη περιουσιακού κωλύματος και κωλύματος λόγω συμπεριφοράς του Ενάγοντα. Αποτελεί δε θέση του ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε απέκτησε νόμιμο δικαίωμα και ότι επιδιώκει να εκμεταλλευτεί δόλια ένα λάθος της Επαρχιακής Διοίκησης και του Κτηματολογίου με σκοπό να αντλήσει όφελος από τον Εναγόμενο. Ακολούθως ο Εναγόμενος παραθέτει λεπτομέρειες σε σχέση με τις εργασίες επιδιόρθωσης της επίδικης δεύτερης κατοικίας: · Ηλεκτρολογικές εργασίες €1.
  5. · Ξυλουργικές εργασίες €2.
  6. · Διόρθωση κατοικίας €
  7. · Οικοδομικές εργασίες €14.
  8. · Ηλιακά συστήματα €1.
  9. · Κύλινδρος ζεστού νερού €
  10. · Διάφορα άλλα υλικά και εξαρτήματα €2.145,
  11. Σύνολο €22.805,48 Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο Εναγόμενος αξιώνει ανταπαιτητικά εναντίον του Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €22.805,48 συνεπεία πλάνης και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και διαζευκτικά της εν λόγω θεραπείας αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για δόλο και απάτη, καθώς επίσης και γενικές αποζημιώσεις για επέμβαση στο δικαίωμα κατοικίας του, από τον Ενάγοντα. Με την απάντησή του στην υπεράσπιση και την υπεράσπισή του στην ανταπαίτηση του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας ουσιαστικά απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Επαναλαμβάνει δε ότι είναι ο νόμιμος κάτοχος και νόμιμα εγγεγραμμένος ως ιδιοκτήτης του ακινήτου. Προσθέτει περαιτέρω ότι, το 2006 επισκέφθηκε το ακίνητο κλιμάκιο της Επαρχιακής Διοίκησης, το οποίο αφού μελέτησε την κατάσταση, αποφάσισε και παραχώρησε και ενέγραψε στα μητρώα του Κτηματολογίου και τη δεύτερη κατοικία στο όνομα του Ενάγοντα. Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα

(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Τέλος, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Μοναδικός μάρτυρας από πλευράς Ενάγοντα ήταν ο ίδιος ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο Α), με την οποία ουσιαστικά επανέλαβε τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησής του. Παρουσίασε δε περαιτέρω ως Τεκμήρια 1 και 1Α αντίγραφο και πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου στο όνομά του, αντίστοιχα. Ως Τεκμήριο 2 παρουσίασε δέσμη δύο επιστολών ημερομηνίας 11/11/2013 και 21/2/2014 των δικηγόρων του προς τον Έπαρχο Λευκωσίας. Ως Τεκμήριο 3 παρουσίασε πρωτότυπη επιστολή ημερομηνίας 11/3/2014 της Επαρχιακής Διοίκησης προς τους δικηγόρους του. Τέλος, παρουσίασε ως Τεκμήριο 4 επιστολή των δικηγόρων του προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 7/4/
  1. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι το ακίνητο βρίσκεται σε συνοικισμό και παραχωρήθηκε από το κράτος στη μητέρα του ως πρόσφυγα και εντός του ακινήτου αυτού κτίστηκαν δυο μικρές κατοικίες οι οποίες βρίσκονται η μια δίπλα από την άλλη και αρχικά η μια κατοικία (η πρώτη) δόθηκε στη μητέρα του Ενάγοντα και η δεύτερη σε άλλο πρόσφυγα. Μετά τον θάνατο της μητέρας του το ακίνητο παραχωρήθηκε στον Ενάγοντα. Σε σχέση με τη δεύτερη κατοικία ο Ενάγοντας ανέφερε ότι αυτή εγκαταλείφθηκε από τον κάτοχό της και ο τότε κοινοτάρχης Ακακίου την παραχώρησε στα πεθερικά του Εναγόμενου που απεβίωσαν, με τελευταία την πεθερά του Εναγόμενου το
  2. Περί το 2006 κλιμάκιο της Επαρχιακής Διοίκησης Λευκωσίας επισκέφθηκε το ακίνητο, προέβη σε επιτόπια μελέτη της κατάστασής του και αποφάσισε ότι λόγω των οικογενειακών περιστάσεων του Ενάγοντα ο οποίος ήταν πολύτεκνος, θα του παραχωρείτο και θα ενεγράφετο στο όνομά του ολόκληρο το ακίνητο συμπεριλαμβανομένης και της δεύτερης κατοικίας. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση του ότι το ακίνητο το οποίο μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο στο όνομά του, δεν ενεγράφη εξ ολόκληρου επ' ονόματί του συνεπεία λάθους, ενώ ο Εναγόμενος ο οποίος προβάλει αυτούς ακριβώς τους ισχυρισμούς περί λανθασμένης εγγραφής, δεν προέβη σε οποιαδήποτε διαδικασία για διόρθωσή της κατ' ισχυρισμό λανθασμένης εγγραφής. Ανάφερε περαιτέρω ο Ενάγοντας ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε να παραχωρήσει τη χρήση της δεύτερης κατοικίας στον Εναγόμενο, ο οποίος από τον Ιανουάριο του 2013 την κατέχει παράνομα. Όταν δε του ζητήθηκε από τον Ενάγοντα να φύγει, αυτός προφασίστηκε διάφορες δικαιολογίες ούτως ώστε να παραμείνει λέγοντας μεταξύ άλλων ότι είχε ζητήσει από την Επαρχιακή Διοίκηση να του παραχωρηθεί ακίνητο στο Ακάκι και του είχε αναφερθεί ότι θα του παραχωρείτο μέρος του ακινήτου αυτού. Ο Ενάγοντας αντέδρασε αποστέλλοντας τις επιστολές Τεκμήριο 2, με τον Έπαρχο να απαντά με επιστολή Τεκμήριο 3 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων και τα εξής: «.... εξ όσων το γραφείο μου είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο κύριος [Α.Μ.] ο οποίος φέρεται να κατέχει την κατοικία στην οδό [...] στο Ακάκι, δεν έχει εξασφαλίσει οποιαδήποτε έγκριση από την ΥΜΑΠE για στέγασή του, ως εκ τούτου το γραφείο μου δεν έχει καμία ανάμιξη στην ενέργεια του κυρίου [Α.Μ.] να στεγαστεί στην κατοικία που αποτελεί ιδιοκτησία του πελάτη σας». Ενόψει της απάντησης αυτής, ο Ενάγοντας με την επιστολή των δικηγόρων του, Τεκμήριο 4, κάλεσε τον Εναγόμενο να εγκαταλείψει τη δεύτερη κατοικία, επιστολή με την οποία ο Εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε μέχρι σήμερα. Ο Ενάγοντας απέρριψε τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί καταβολής μισθωμάτων και συγκατάθεσης του ίδιου του Ενάγοντα στην κατοχή και στην επιδιόρθωση της κατοικίας. Αρνήθηκε δε ότι ο Εναγόμενος προέβη σε οποιεσδήποτε εργασίες επί της δεύτερης κατοικίας. Αναφορικά με την αξία της δεύτερης κατοικίας ο Ενάγοντας ανέφερε ότι αυτή ανέρχεται στις €40.000, ενώ η ενοικιαστική της αξία είναι €200 μηνιαίως, ζητώντας κατά συνέπεια απόφαση για το ποσό των €3.400 από 1/1/2013 μέχρι 31/5/2014, καθώς και ενδιάμεσα οφέλη ύψους €200 από την 1/6/2014 μέχρι την άρση της παρανομίας και την παράδοση της κατοικίας στον Ενάγοντα. Σημειώνω επίσης ότι, στο τέλος της κυρίως εξέτασής του και πριν την έναρξη της αντεξέτασής του, ο Ενάγοντας κατέθεσε τον πρωτότυπο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου ως Τεκμήριο 1Α. Κατά την αντεξέτασή του ο Ενάγοντας ανέφερε ότι εξ όσων γνωρίζει ο άλλος πρόσφυγας ο οποίος διέμενε στην άλλη κατοικία ονομαζόταν Ξενοφώντος. Ανέφερε δε περαιτέρω ότι είχε ληφθεί σχετική απόφαση όσα ακίνητα δεν είχαν τίτλο ιδιοκτησίας να επιδιορθωθούν και να δοθούν στους μη συνταξιούχους. Στο κοτσιάνι (Τεκμήριο 1Α) αναγράφεται ότι υπάρχουν κτήρια εντός του ακινήτου. Ερωτηθείς δε κατά πόσο, από το 2006 μέχρι και το 2009 που απεβίωσε η πεθερά του Εναγόμενου, αλλά και από το 2009 μέχρι και το 2013 οπότε και εισήλθε ο Εναγόμενος στη δεύτερη κατοικία, ο Ενάγοντας προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για ανάκτησή της, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι είχε παιδιά και ότι περίμενε για να δει κατά πόσο θα εγκατέλειπε τη δεύτερη κατοικία ο Εναγόμενος και τελικά αποτάθηκε στους δικηγόρους του. Σε υποβολή της συνηγόρου ότι ο Εναγόμενος πριν να εισέλθει στη δεύτερη κατοικία και συγκεκριμένα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2012 και τέλος Δεκεμβρίου 2012, είχε προβεί σε διάφορες εργασίες και αλλαγές για σκοπούς επιδιόρθωσής της, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι η κατοικία ήταν κατοικήσιμη και δεν χρειαζόταν επιδιόρθωση. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι ήταν «πρόβλημα δικό του» εάν ήθελε να το επιδιορθώσει, το σπίτι δεν χρειαζόταν οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις, δεν γνώριζε όμως τι ακριβώς έκανε ο Εναγόμενος μέσα στη δεύτερη κατοικία. Αρνήθηκε όμως εν πάση περιπτώσει τη θέση της συνηγόρου ότι έγιναν οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή της συνηγόρου ότι το ακίνητο δεν κατέχεται παράνομα από τον Εναγόμενο. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι μετά το πέρας της μαρτυρίας του Ενάγοντα δηλώθηκε εκ συμφώνου ότι η αξία της δεύτερης κατοικίας είναι €40.000 και ότι η ενοικιαστική της αξία ανέρχεται στο ποσό των €200 τον μήνα. Μετά τη δήλωση αυτή, δηλώθηκε από τη συνήγορο του Ενάγοντα ότι ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσής της. Από πλευράς υπεράσπισης παρουσιάστηκαν τρεις μάρτυρες, ο Εναγόμενος, ο Π.Ψ., ηλεκτρολόγος (στο εξής ο «ΜΥ1») και ο Α.Τ., αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής ο «ΜΥ2»). Ο Εναγόμενος, κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωσή του η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Τα όσα ο Εναγόμενος ανέφερε με τη γραπτή του δήλωση, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Κατοικεί και κατέχει τη δεύτερη κατοικία μαζί με τη σύζυγό του. Στα πλαίσια έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας για κατοικίες που ανεγέρθηκαν από εκτοπισθέντες σε συνοικισμούς αυτοστέγασης Ακακίου, εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας για ολόκληρο το ακίνητο στο όνομα του Ενάγοντα κατά ή περί την 4/10/
  3. Επί του επίδικου οικοπέδου είχαν ανεγερθεί δύο ξεχωριστές κατοικίες. Η μία κατοικία ανεγέρθηκε από την Π.Μ. κατά ή περί το 1978 επί του 1/2 μεριδίου του εν λόγω ακινήτου. Μετά το 1999 που η Π.Μ απεβίωσε, η εν λόγω κατοικία κατοικήθηκε από τον υιό της αποβιωσάσης, ήτοι τον Ενάγοντα ο οποίος την κατέχει μέχρι και σήμερα. Η δεύτερη κατοικία ανεγέρθηκε επί το υπόλοιπο 1/2 μερίδιο του επίδικου οικοπέδου κατά ή περί το 1980 και κατοικήθηκε από κάποιον Ξ.Ψ. μέχρι και θάνατό του το
  4. Στη συνέχεια η δεύτερη κατοικία, εκμισθώθηκε στον πατέρα της συζύγου του, με συμφωνία εκμίσθωσης. Αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης από τη Χωρητική Αρχή Ακακίου ημερομηνίας 18/06/1990 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Μετά που απεβίωσαν οι γονείς της, η σύζυγος του Εναγόμενου με σχετική επιστολή της ημερομηνίας 19/07/2010 προς τον Έπαρχο Λευκωσίας εξέφρασε την επιθυμία της όπως της παραχωρηθεί και/ή να αποκτήσει χρήση της προσφυγικής κατοικίας στην οποία διέμενε μέχρι το θάνατό της η μητέρα της. Η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 19/07/2010 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Μετά από διάφορες οχλήσεις προς την Επαρχιακή Διοίκηση, ο Εναγόμενος έλαβε διαβεβαιώσεις ότι μετά και από την επιστολή Τεκμήριο 6 της συζύγου του προς την Επαρχιακή Διοίκηση για άδεια χρήσης της κατοικίας, αναμενόταν η τυπική γραπτή έγκριση για τη χρήση της κατοικίας η οποία όπως τον είχαν διαβεβαιώσει θα εδίδετο σύντομα. Κατά ή περί τον Οκτώβριου του 2012 το Κοινοτικό Συμβούλιο Ακακίου παραχώρησε προς τη σύζυγό του τη δεύτερη κατοικία με την προϋπόθεση να καταβάλει αυτή το ενοίκιο εκμίσθωσης προς την Επαρχιακή Διοίκηση. Κατέθεσε προς τούτο αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης του Κοινοτικού Συμβουλίου ως Τεκμήριο
  7. Βασιζόμενος στην εν λόγω βεβαίωση, ο Εναγόμενος μετακόμισε με τη σύζυγό του στην εν λόγω προσφυγική κατοικία κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2013 αφού πρώτα προέβηκε σε διάφορες επιδιορθώσεις κατά την περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 2012 μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου
  8. Οι επιδιορθώσεις αυτές αφορούσαν σημαντικές αλλαγές σε ολόκληρη τη δεύτερη κατοικία και κυρίως στην οροφή, στην κουζίνα, τις υδραυλικές εγκαταστάσεις, το πάτωμα εντός και εκτός της οικίας, τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Όλες οι επιδιορθώσεις που έγιναν στη δεύτερη οικία ήταν αντιληπτές από όλη τη γειτονιά. Δέσμη Τιμολογίων και Αποδείξεων για τις επιδιορθώσεις στις οποίες ο Εναγόμενος προέβη στη δεύτερη κατοικία για το συνολικό ποσό των €21,736.10 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Ο Ενάγοντας αυτούς τους μήνες ουδέποτε εξέφρασε ή ανάφερε ότι το επίδικο ακίνητο ήτο ιδιοκτησία του. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας δεν σταμάτησε και δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να σταματήσει τις επιδιορθώσεις που γίνονταν. Επίσης δεν ανάφερε ποτέ ότι η δεύτερη κατοικία που ανεγέρθηκε επί του επίδικου ακινήτου ήτο ιδιοκτησία του και ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιούτο να προχωρήσει με τις διάφορες επιδιορθώσεις στην εν λόγω οικία. Μάλιστα, ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο να γίνουν κάποιες επιδιορθώσεις προς όφελος και της πρώτης κατοικίας. Ζήτησε να μετακινηθεί ο πάσσαλος της ηλεκτρικής από τον δρόμο στην αυλή του Εναγόμενου για να περνούν τα σύρματα από την αυλή του τελευταίου. Ο Εναγόμενος κάλεσε τον Π.Ψ. (ΜΥ1) ο οποίος αφού επιθεώρησε τη δεύτερη κατοικία και το επίδικο ακίνητο που βρίσκονταν οι δύο κατοικίες, στη παρουσία του Ενάγοντα και με τη συγκατάθεσή του προχώρησε με τις απαραίτητες ενέργειες για μετακίνηση του πασσάλου. Η δεύτερη αλλαγή που του ζήτησε ο Ενάγοντας ήταν να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο κατοικιών για να μην υπάρξει κίνδυνος τραυματισμού κάποιου εκ των διαμενόντων. Ο Εναγόμενος με δικά του έξοδα κάλυψε το κενό. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πληρωμές που γίνονταν για τα ενοίκια σχετικά με το επίδικο ακίνητο από το 1990 μέχρι το 2009 φαίνεται ότι δικαιούχος ήταν η πεθερά του η οποία απεβίωσε το
  10. Μετά τον θάνατό της και για την περίοδο από το 2009 μέχρι το 2021, ο Εναγόμενος κατέβαλλε προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας το ενοίκιο εκμίσθωσης ως και ο σχετικός όρος της βεβαίωσης Τεκμήριο
  11. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς την Επαρχιακή Διοίκηση για διόρθωση του ονόματος της αποβιωσάσης στα αρχεία της Επαρχιακής Διοίκησης, αυτό δεν κατέστη εφικτό και φαίνεται μέχρι και σήμερα στις αποδείξεις καταβολής του ενοικίου το όνομα της πεθεράς του. Δέσμη αποδείξεων εκδοθείσων από την Κυπριακή Δημοκρατία προς τη Φ.Μ. (αποβιώσασα πεθερά του Εναγόμενου) ως Τεκμήριο
  12. Κατά την περίοδο εγγραφής του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα, η πεθερά του Εναγόμενου συνέχιζε να θεωρείται δικαιούχος της δεύτερης κατοικίας. Ενημερώθηκε για πρώτη φόρα ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ενεγράφη στον Ενάγοντα όταν έλαβε την επιστολή από τους δικηγόρους του (Τεκμήριο 4)με την οποία τον καλούσαν να εγκαταλείψει τη δεύτερη κατοικία. Πριν λάβει την επιστολή δεν γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο είχε εγγραφεί στον Ενάγοντα και ουδέποτε του το έχει αναφέρει. Ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε ότι ολόκληρο το εν λόγω ακίνητο ήτο ιδιοκτησία του το Φθινόπωρο του 2013 και αφού κλήθηκε να καταβάλει τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας για ολόκληρο το επίδικο ακίνητο. Τότε άρχισε τις διάφορες ενέργειες για ανάκτηση της δεύτερης κατοικίας και προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας υπό εκδίκαση αγωγής. Οι δικηγόροι του με επιστολή τους ημερομηνίας 06/11/2017 προς τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κύριο Κώστα Κληρίδη με κοινοποίηση στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, την Υπηρεσία Μερίμνης Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων και το Κοινοτικό Συμβούλιο Ακακίου, ενημέρωσαν τους ανωτέρω φορείς για την όλη κατάσταση και συγκεκριμένα για τη μεταβίβαση ολόκληρου του επίδικου ακινήτου στον Ενάγοντα. Δέσμη εγγράφων που αφορούν στην επιστολή ημερομηνίας 6/11/2017 που αποστάλθηκε από τους δικηγόρους του Εναγόμενου προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  13. Κατά ή περί την 09/11/2017 η Νομική Υπηρεσία, με επιστολή προς τους δικηγόρους του, τους ενημέρωναν ότι επειδή ο Γενικός Εισαγγελέας δεν ήταν μέρος στην υπό εκδίκαση αγωγή δεν μπορούσε να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου της επιστολής αλλά θα διαβίβαζε την επιστολή στον Έπαρχο Λευκωσίας για τις απόψεις και ενέργειες του. Η επιστολή ημερομηνίας 9/11/2017 εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  14. Οι δικηγόροι του, με επιστολή τους ημερομηνίας 17/09/2018 προς τον τότε Έπαρχο Λευκωσίας, με κοινοποίηση στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στην Υπηρεσία Μερίμνης Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων και το Κοινοτικό Συμβούλιο Ακακίου, ενημέρωσαν τον Έπαρχο ότι καμία απάντηση δεν έλαβαν αναφορικά με τη μεταβίβαση ολόκληρου του επίδικου ακινήτου στον Ενάγοντα. Επιστολή υπενθύμισης ημερομηνίας 17/9/2018 αναφορικά με την επιστολή Τεκμήριο 11, μαζί με δέσμη αντιγράφων της και αποδείξεων παραλαβής κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  15. Οι δικηγόροι του μετά από σχετική ενημέρωση που έλαβαν από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας πληροφορηθήκαν ότι με σχετική επιστολή η οποία στάλθηκε από την Υπηρεσία Μερίμνης Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων κατά ή περί το 1998 ζητήθηκε η έκδοση δύο ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για κάθε μία εκ των κατοικιών που ανεγέρθηκαν στο επίδικο ακίνητο. Η εν λόγω επιστολή για λόγους τους οποίους δεν ήτο σε θέση να γνωρίζουν δεν προχώρησε. Στη συνέχεια οι δικηγόροι του ενημερώθηκαν από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ότι με δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 04/07/2006 η οποία στάλθηκε και πάλι από την Υπηρεσία Μερίμνης Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων ως δικαιούχος ολόκληρου του μεριδίου του εν λόγω ακινήτου αναφερόταν ο Ενάγοντας. Με βάση την πιο πάνω επιστολή το ακίνητο μεταβιβάστηκε ολόκληρο επ' ονόματι του Ενάγοντα. Οι δικηγόροι του μετά από πληροφόρηση που έλαβαν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, ενημερώθηκαν ότι το θέμα χρειάζεται διερεύνηση αφού και η ίδια η Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας γνωρίζει και με βάση τα αρχεία της ότι επί του επίδικου ακινήτου είχαν ανεγερθεί δύο ξεχωριστές κατοικίες και ως τέτοιες θα έπρεπε να είχαν μεταβιβαστεί. Κατά πόσο το Κοινοτικό Συμβούλιο Ακακίου είχε δικαίωμα να παραχωρήσει την μία εκ των κατοικιών για κατοίκηση σε εμένα και την οικογένεια του Εναγόμενου ή κατά πόσο η δεύτερη κατοικία θα έπρεπε να ανακτηθεί από το κράτος και στη συνέχεια να παραχωρηθεί, είναι θέμα που θα έπρεπε να εξεταστεί από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας. Φαίνεται από τις διάφορες ενημερώσεις ότι η μεταβίβαση ολόκληρου του ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντα έγινε κατόπιν λάθους των αρμόδιων τμημάτων ήτοι την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας και το Κτηματολόγιο. Αποτέλεσε επίσης θέση του ότι, σε καμία περίπτωση δεν κατείχε και δεν κατοικούσε παράνομα στη δεύτερη κατοικία που βρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου. Ο Ενάγοντας ουδέποτε εξέφρασε ότι το επίδικο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματί του και ότι θα έπρεπε να φύγει ο Εναγόμενος από το ακίνητο. Ο Ενάγοντας με τις πράξεις του και τη στάση του δεν εμπόδισε τον Εναγόμενο να προβεί στην επιδιόρθωση της δεύτερης κατοικίας και ο τελευταίος δεν εγνώριζε ότι η κατοικία είχε μεταβιβαστεί στο όνομά του. Εάν το γνώριζε δεν θα προέβαινε στις επιδιορθώσεις. Ο Ενάγοντας εκ των υστέρων και από το Φθινόπωρο του 2013 προσπαθεί να ανακτήσει τη δεύτερη κατοικία η οποία γνώριζε εξαρχής ότι θα δοθεί και θα μεταβιβαστεί στον Εναγόμενο και την οικογένειά του. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην κατοικία μετακόμισε το 2013, ενώ προηγουμένως διέμενε στο σπίτι της κόρης του στο Ακάκι, στο οποίο πήγε αφότου επέστρεψε από την Αγγλία όπου ζούσε τη ζωή του προηγουμένως. Ο ίδιος δεν είναι πρόσφυγας, πρόσφυγας είναι η σύζυγός του, η οποία δεν έχει προσφυγική ταυτότητα αφού πήγε στο εξωτερικό πριν τον πόλεμο. Υποδείχθηκε ακολούθως στον μάρτυρα το Τεκμήριο 6, οπότε και ο μάρτυρας κατόπιν σχετικής υποβολής της συνηγόρου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, ζήτησε να δει τον επόπτη κ. Αργύρη στον οποίο είπε ότι η πεθερά του διέμενε στο σπίτι και ζήτησε να μετακομίσει σε αυτό ο ίδιος, με το εν λόγω πρόσωπο να του αναφέρει ότι «με την προϋπόθεση να το σάσει ο ίδιος μόνος του μπορεί να μπει». Έτσι λοιπόν ο Εναγόμενος το έφτιαξε και μπήκε μέσα. Ο μάρτυρας επέμεινε επίσης στη θέση του ότι είχε πάρει την έγκριση από τον κοινοτάρχη και έκανε ακριβώς ότι του είχαν πει, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Όταν του υποβλήθηκε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Ακακίου καμία δικαιοδοσία είχε να παρέχει κατοικίες προσφυγικές και ότι υπεύθυνη και αρμόδια αρχή είναι ο Έπαρχος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι εάν το γνώριζε εκ των προτέρων (ότι δηλαδή δεν ήταν η αρμόδια αρχή το Κοινοτικό Συμβούλιο) δεν θα ενεργούσε στη βάση των όσων του λέχθηκαν. Με τον μάρτυρα να προσθέτει ότι την ίδια επιστολή είχε η μητέρα της συζύγου του και έμενε εκεί από το 1990 μέχρις ότου απεβίωσε και πλήρωνε ενοίκιο στον Έπαρχο. Αναφορικά δε με τις επιδιορθώσεις τις οποίες ο Εναγόμενος ανέφερε ότι προέβη, ανέφερε ότι προέβη σε αυτές αφότου έλαβε την επιστολή του κοινοτάρχη, επέμεινε δε ότι όλα τα ποσά τα κατέβαλε σύμφωνα με τις αποδείξεις που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Σε υποβολή της συνηγόρου ότι οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό των €200 από 1/1/2013 μέχρι και την παράδοση της κατοικίας η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι «Αν ερχόταν και μου έλεγε ότι του ανήκει θα σταματούσα». Ο ίδιος ο Ενάγοντας του είπε να μετακομίσει τα ρεύματα διότι περνούν από κάτω από το σπίτι του. Το πρώτο είναι αυτό. Μετά που τελείωσε ο πάσσαλος, του ζήτησε να μεταφέρω ένα κομμάτι μεταξύ του σπιτιού του Εναγόμενου και του σπιτιού του Ενάγοντα. Εάν το έλεγε ο Ενάγοντας ότι το σπίτι του ανήκε δεν θα συνέχιζε ο Εναγόμενος. Επόμενος μάρτυρας για τον Εναγόμενο ήταν ο ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε ότι είναι ηλεκτρολόγος και κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Σύμφωνα με τη δήλωσή του, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2012, τον κάλεσε ο Εναγόμενος για να επιδιορθώσει τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις της δεύτερης κατοικίας. Κατά την εκτέλεση των εργασιών, ο Ενάγοντας του ζήτησε να σταματήσει την παροχή ρεύματος από του να διαπερνά την ξύλινη προεξοχή της πρώτης κατοικίας καθώς επιθυμούσε να την επιδιορθώσει. Ο ΜΥ1, αφού έλαβε τη σύμφωνη γνώμη του Εναγόμενου, προχώρησε με την κατάθεση αίτησης στην ΑΗΚ για τη μετακίνηση και ακολούθως τοποθετήθηκε βοηθητικός πάσσαλος. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η παροχή ρεύματος σταμάτησε να διαπερνά από την κατοικία του Ενάγοντα. Για τις εργασίες του, ο ΜΥ1 πληρώθηκε το ποσό των €1.950 για το οποίο εξέδωσε απόδειξη η οποία, εξ όσων ενημερώθηκε κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Στο πλαίσιο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι γνωρίζει τόσο τον Ενάγοντα όσο και τον Εναγόμενο εδώ και αρκετά χρόνια. Σε σχέση με τον Εναγόμενο, ο ΜΥ1 γνώριζε ότι ενοικίαζε την κατοικία από τον Έπαρχο, αναφέροντας μάλιστα ότι στην εν λόγω κατοικία διέμενε ο πατέρας του ίδιου του ΜΥ1 ο οποίος πέθανε το 2006 και μετά από τον θάνατο του πατέρα του ο Έπαρχος το ενοικίασε σε άλλα πρόσωπα. Διευκρίνισε ότι ο πατέρας του διέμενε στην κατοικία από το 2004 μέχρι το
  16. Ήξερε επίσης ότι ο Εναγόμενος πληρώνει ενοίκιο στον Έπαρχο. Πέραν όμως της σχέσης τους ως συγχωριανοί δεν είχε οποιαδήποτε φιλική σχέση μαζί του. Σε σχέση με τον Ενάγοντα ανέφερε ότι του ζήτησε να μετακινήσει την παροχή ρεύματος, κάτι το οποίο έπραξε, και για την εργασία του αυτή πληρώθηκε από τον Εναγόμενο και όχι από τον Ενάγοντα. Ανέφερε δε ότι η εργασία αυτή έγινε γύρω στο
  17. Σε υποβολή ότι η εργασία αυτή έγινε χωρίς την έγκριση του Ενάγοντα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ενοικιαστής της κατοικίας εξ όσων γνωρίζε ήταν ο Εναγόμενος και ότι ο Ενάγοντας τους έβλεπε 3 μήνες που δούλευαν στην κατοικία και ουδέποτε τους είπε να σταματήσουν. Ο ΜΥ1 καταληκτικά ανέφερε ότι οι εργασίες που έγιναν ήταν τόσο μέσα, όσο και έξω από τη δεύτερη κατοικία. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο ΜΥ2 ο οποίος εργάζεται στο Κτηματολόγιο και ο οποίος ανέφερε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του τα εξής. Μεταξύ των καθηκόντων του στο Κτηματολόγιο είναι και η ευθύνη παρουσίασης εγγράφων ή φακέλων που αφορούν το γραφείο του ενώπιον των Δικαστηρίων. Αναφορικά με το επίδικο ακίνητο ανάφερε ότι, το ακίνητο αυτό ενεγράφη από την Κυπριακή Δημοκρατία στο όνομα του Ενάγοντα στις 4/10/2006 δυνάμει παραχώρησης από την Κυπριακή Δημοκρατία με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 64.170, ημερομηνίας 27/7/
  18. Ακολούθως, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στον φάκελο που έφερε μαζί του στο Δικαστήριο υπάρχει επιστολή από το Υπουργείο Εσωτερικών Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων ημερομηνίας 27/7/1998 για εγγραφή του 1/2 μεριδίου στον Ενάγοντα. Στάλθηκαν τελικά οδηγίες για εγγραφή του όλου μεριδίου από την αρμόδια υπηρεσία, το οποίο και ενεγράφη. Με επιστολή του ημερομηνίας 27/11/2014 ο Έπαρχος Λευκωσίας αναφέρεται στην έκδοση τίτλου επ' ονόματι του Ενάγοντα και αναφέρει ότι εκ παραδρομής έγινε έκδοση τίτλου επ' ονόματί του. Σε σχέση με τον φάκελο που είχε στην κατοχή του ο μάρτυρας, αυτός ανέφερε ότι φέρει τον αριθμό Α505/21 και θέμα του είναι η μεταγραφή ακινήτου στην Κυπριακή Δημοκρατία και αφορά την ανάκτηση τίτλου και συγκεκριμένα την ανάκληση του 1/2 μεριδίου του επίδικου ακινήτου για το οποίο υπάρχει σχετική επιστολογραφία μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών. Προς τούτο κατατέθηκαν, κατόπιν έγκρισης αιτήματος της υπεράσπισης, τα εξής έγγραφα ως Τεκμήρια: Επιστολή ημερομηνίας 20/4/2021 της Υπηρεσίας Μέριμνας και Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων ως Τεκμήριο 13, Επιστολή ημερομηνίας 29/4/2021 του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ως Τεκμήριο 14, αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 7/9/2021 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως Τεκμήριο 15, αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 11/10/2021 του γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου ως Τεκμήριο 16, δισέλιδο προσχέδιο πρότασης προς Υπουργικό Συμβούλιο ημερομηνίας 7/9/2021 ως Τεκμήριο 17, μονοσέλιδη επιστολή ημερομηνίας 13/10/2021 του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ως Τεκμήριο
  19. Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι υπάρχει σχετική εσωτερική αλληλογραφία για το θέμα, την οποία επίσης κατέθεσε Συγκεκριμένα κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 15/6/2021 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ως Τεκμήριο 19 και επιστολή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 20/8/2021 ως Τεκμήριο
  20. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι, δόθηκαν οδηγίες από τον διευθυντή για να ανοιχθεί φάκελος διόρθωσης λάθους, ο οποίος λόγω της παρούσας υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει παραμείνει σε αναμονή για ορισμένο χρονικό διάστημα προκειμένου να βοηθηθεί και το Δικαστήριο και οι διάδικοι ως προς την έκδοση της απόφασης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο φάκελος αφορά στη διόρθωση του συγκεκριμένου μεριδίου επί του συγκεκριμένου επίδικου ακινήτου, αλλά επανέλαβε ότι βρίσκεται σε αναμονή μέχρι νεωτέρας. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι σήμερα ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι ο Ενάγοντας ο οποίος έχει την ιδιότητα αυτή από το
  21. Ανέφερε περαιτέρω ότι εκκρεμεί ο φάκελος διόρθωσης λάθους ο οποίος στην εξέλιξή του θα αφορά και ενημέρωση των ενδιαφερόμενων μερών για την πρόθεση του διευθυντή να προχωρήσει στην εν λόγω διόρθωση, επιβεβαιώνοντας όμως ότι μέχρι σήμερα ο Ενάγοντας δεν είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη φακέλου διόρθωσης λάθους. Ο μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι δεν έχει οποιαδήποτε προσωπική γνώση σε σχέση με τις επιστολές που παρουσίασε, πέραν του ότι αυτές βρίσκονται στον φάκελο που έχει στην κατοχή του. Καταληκτικά ανέφερε, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου ότι, το συγκεκριμένο ακίνητο ενεγράφη το
  22. Έκτοτε ακολούθησε κάποια σειρά επιστολογραφίας, η ουσία όμως της υπόθεσης δόθηκε με την αλληλογραφία και την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου την οποία παρουσίασε. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες μέσω των αγορεύσεων τους αυτών επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Συγκεκριμένη αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Συνεπώς, βάσει των παραδοχών που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και στη βάση της μη αμφισβητούμενης προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο και είναι κατά συνέπεια παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων: Ο Ενάγοντας, από την 4/10/2006 μέχρι και σήμερα, είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του όλου μεριδίου του ακινήτου. Το ακίνητο βρίσκεται εντός του Προσφυγικού Συνοικισμού Αυτοστέγασης στο χωριό Ακάκι και εντός του ακινήτου βρίσκονται δύο ανεξάρτητες κατοικίες, δηλαδή η πρώτη κατοικία στην οποία κατοικεί ο Ενάγοντας και η δεύτερη κατοικία στην οποία κατοικεί ο Εναγόμενος. Περί τον Ιανουάριο του 2013, ο Εναγόμενος εισήλθε και εγκαταστάθηκε εντός της δεύτερης κατοικίας, μαζί με την σύζυγό του με την οποία έκτοτε κατοικούν εκεί. Η αγοραία αξία της δεύτερης κατοικίας είναι €40.000 και η ενοικιαστική της αξία ανέρχεται στο ποσό των €200 μηνιαίως. Για τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία, προκύπτουν τόσο από την ανταλλαγείσα δικογραφία και τις θέσεις που προωθήθηκαν εκατέρωθεν κατά την ακρόαση όσο και από τις αδιαμφισβήτητες πτυχές της μαρτυρίας των μαρτύρων, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου του συνόλου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας, γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω, εν προκειμένω, τα εξής. Κατά την ακρόαση διαπιστώθηκε ότι τα πλείστα από τα γεγονότα που αφορούν τη μεταξύ των διαδίκων διαφορά είναι στην ουσία τους παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων. Όπως λοιπόν θα διαφανεί και στη συνέχεια, για σκοπούς εξέτασης της ουσίας της διαφοράς που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει, δεν είναι απαραίτητη η αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των πτυχών της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αφού υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη ότι σε μεγάλο τους βαθμό τα γεγονότα συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. Ιωάννου κ.α. ν. Αληφαντή κ.α., Ποινικές Εφέσεις αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, απόφαση ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2019). Αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, σημειώνω ότι αυτή δεν ετέθη υπό οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση μέσω της αντεξέτασης στην οποία υπεβλήθη, αλλά και στο μέρος που αυτή όντως έτυχε αμφισβήτησης, δεν κλονίστηκε καθ' οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση ούτως ώστε να μην μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής περαιτέρω ευρημάτων. Τα όσα ο Ενάγοντας ανέφερε συνάδουν τόσο με τα δικόγραφά του, όσο και με την έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ η αντεξέτασή του περιορίστηκε, κατά κύριο λόγο, στην υποβολή των θέσεων που συνθέτουν την εκδοχή του Εναγόμενου. Σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι προέβη σε επιδιορθώσεις στη δεύτερη κατοικία και ότι η εγγραφή του όλου μεριδίου του ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντα ήταν αποτέλεσμα λάθους, του οποίου επίκειται η διόρθωση από τον διευθυντή του Κτηματολογίου. Θέσεις τις οποίες ο Ενάγοντας αρνήθηκε. Γενικότερα, η εντύπωση που αποκόμισα από τον Ενάγοντα ήταν θετική. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Καθίστανται συνεπώς περαιτέρω ευρήματά μου ότι ο Ενάγοντας με την επιστολή των δικηγόρων του Τεκμήριο 2 προς τον Έπαρχο Λευκωσίας, ζήτησε να πληροφορηθεί ως προς το κατά πόσο ο τελευταίος προτίθετο να παραχωρήσει μέρος του ακινήτου στον Εναγόμενο. Ο Έπαρχος, με την επιστολή του Τεκμήριο 3, απάντησε ότι ο Εναγόμενος δεν είχε εξασφαλίσει οποιαδήποτε έγκριση για τη στέγασή του. Ο Ενάγοντας, με επιστολή των δικηγόρων του Τεκμήριο 4 προς τον Εναγόμενο, κάλεσε τον τελευταίο όπως εγκαταλείψει τη δεύτερη κατοικία εντός 21 ημερών. Ο Εναγόμενος ουδέποτε, μέχρι και σήμερα, συμμορφώθηκε με την εν λόγω επιστολή. Ο Εναγόμενος μου έκανε καλή εντύπωση και θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος και η σύζυγός του προέβησαν και οι οποίες αφορούσαν στη μίσθωση της δεύτερης κατοικίας από τον Έπαρχο. Η θέση του ήταν πάντοτε σταθερή. Ότι δηλαδή η σύζυγός του ζήτησε την εκμίσθωση της δεύτερης κατοικίας η οποία εν τέλει τους παραχωρήθηκε από τον Έπαρχο, προφορικά. Επί του προκειμένου, παρουσίασε επιστολή - βεβαίωση του οικείου κοινοτάρχη (Τεκμήριο 7) σύμφωνα με την οποία: «Δια της παρούσης βεβαιώ ότι η κατοικία που ευρίσκεται στο συνοικισμό «Γ» στο Ακάκι, με αριθμό φακέλου 48/74/Β/15/44 «Γ», που είναι εκμισθωμένη στο όνομα [Φ.Μ.], παραχωρήθηκε και κατοικείται από την θυγατέρα της [Μ.Μ.] και καταβάλει στην Επαρχιακή Διοίκηση το ενοίκιο εκμίσθωσης.» Για σκοπούς απόδειξης της καταβολής των μισθωμάτων εκ €20,52 μηνιαίως, ο Εναγόμενος παρουσίασε ως Τεκμήριο 9 Δέσμη αποδείξεων οι οποίες, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, φέρονται να εκδίδονταν στο όνομα της αποβιωσάσης μητέρας της συζύγου του, δηλαδή της πεθεράς του, και σε ορισμένες εκ των οποίων γίνεται ρητή αναφορά στον συνοικισμό αυτοστέγασης στο Ακάκι. Σημειώνω ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω Τεκμηρίων 7 και 9 δεν ετέθηκε υπό οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου. Αναφορικά δε με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εισόδου του Εναγόμενου και της συζύγου του στο ακίνητο, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα εξής, τα οποία προέκυψαν κατά την αντεξέταση: «Ε. Και έστειλες τούτη την επιστολή στις 19/7/2010 και ζητούσες από τον Έπαρχο να σου παραχωρήσει τούτη την κατοικία; Α. Μου είπε ότι με εκμίσθωση μπορείς να το πάρεις και συμβιβάστηκα με το τι μου είπε ο Έπαρχος. Ε. Τούτα όλα που μας λες τα έχεις κάπου γραπτώς; Α. Έχω μάρτυρες τον Κοινοτάρχη Ακακίου. Ε. Θέλω να απαντήσετε στην ερώτηση μου. Μας είπες ότι σου είπε τούτα τα πράγματα. Α. Μου είπε αφ' ής στιγμής τα φτιάξεις μόνος σου μπορείς να μετακομίσεις. Ε. Τούτο το πράγμα σου το έδωσε γραπτώς; Α. Με τα ενοίκια που πληρώνω κάθε μήνα και είναι πληρωμένα μέχρι το τέλος του χρόνου αν δεν πλήρωνα ενοίκια δεν θα έμπαινα μέσα. Ε. Τούτο είναι άλλο πράγμα λες ότι πληρώνεις ενοίκια ως σήμερα, το ερώτημα είναι άλλο, το έχεις γραπτώς; Α. Όχι μόνο από τον Κοινοτάρχη και μου υποσχέθηκε ο Έπαρχος να μεταβιβάσει το ενοίκιο στην γυναίκα μου. Ε. Συμφωνάς μαζί μου ότι από το 2010 που εσείς στείλετε την επιστολή μέχρι και σήμερα τέτοια επιστολή δεν έπιασες. Α. Όχι και υπάρχει λόγος, μπορώ να πω τον λόγο. Όταν μετακόμισα στο σπίτι, εγώ περίμενα από τον Έπαρχο να μου στείλει τούτην την επιστολή και σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα πήρα επιστολή από τον κύριο [Κ.] ότι είναι δικό του το σπίτι. Όταν πήρα την επιστολή από τον Δικηγόρο του κυρίου [Κ.] πήρα την επιστολή στον Έπαρχο και μου λέει είναι δικό μας και για αυτό παίρνουμε το ενοίκιο και ο επόπτης και ο Έπαρχος έτσι μου είπαν.» Ενδεικτική δε της ειλικρίνειάς του ήταν η παραδοχή του ότι το ακίνητο ανήκει στον Ενάγοντα, με την επισήμανση ότι ζητεί την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε για διόρθωσή του. Συγκεκριμένα: «Ε. Η ερώτηση μου είναι ότι οφείλετε να πληρώσετε στον ενάγοντα. Α. Αρνούμαι να πληρώσω οποιοδήποτε ποσό, δεν γνώριζα ότι είναι δικό του. Ε. Λέτε ότι δεν γνωρίζατε ότι είναι δικό του, το 2014 πήρατε μία επιστολή; Α. Ναι. Ε. Εμάθετε ότι είναι δικό του γιατί δεν του το δώσετε; Α. Πήγα στον Έπαρχο του είπα τι έγινε στον κύριο Ματθαιόπουλο στον Έπαρχο και μου είπε δεν μπορούμε να κάμουμε οτιδήποτε μέχρι να τελειώσει η δίκη, φέρτε τον μάρτυρα να σας πει. Όταν πήρα την επιστολή πήγα στον Κοινοτάρχη γιατί αυτός μου έδωσε την επιστολή και του ανέφερα αν είναι δικό του το σπίτι πες του να έρθει να μου δώσει κάποια έξοδα μου και να φύγω και μου είπε να μου δώσει €5.000. Ε. Μας λέτε τώρα ότι εφόσον είναι δικό του ενάγοντα και πήγατε στον Κοινοτάρχη δέχεστε να του το παραδώσετε; Α. Βεβαίως και σήμερα δέχομαι να του παραδώσω αλλά να πάρω τα λεφτά μου που ξόδεψα εν γνώση του. Ε. Σας υποβάλλω ότι δηλώθηκε στο Δικαστήριο ότι το μηνιαίο ενοίκιο του σπιτιού που μένετε μέσα και είναι του ενάγοντα είναι €200 που είναι το μηνιαίο ενοίκιο. Α. Όχι δεν θα πληρώσω οτιδήποτε αν δεν πάρει απόφαση το Δικαστήριο ότι είμαι παράνομα σε αυτό το σπίτι.» Δεν μπορώ όμως να αποδεχτώ τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τις επιδιορθώσεις στις οποίες κατ' ισχυρισμό προέβη επί της δεύτερης κατοικίας. Τούτο διότι οι αποδείξεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8 εκδόθηκαν από πρόσωπα τρίτα για τα οποία δεν δόθηκε οποιοσδήποτε λόγος για τη μη εμφάνισή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση εξειδικευμένης δικογράφησης και αυστηρής απόδειξης των ειδικών ζημιών έχει τονιστεί επανειλημμένα σε πληθώρα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 ΑΑΔ 687, Αχιλλέως ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1999)1 ΑΑΔ 176, Αθανασίου ν. Ορφανίδου, Πολιτική Έφεση αρ. 73/2011, απόφαση ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2015). Τα εν λόγω έγγραφα (βλ. Τεκμήριο 8), φέρονται να εκδόθηκαν από τρίτα πρόσωπα κατά διάφορα χρονικά διαστήματα και δεν έχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο συνδεθεί με την επιδόρθωση της δεύτερης κατοικίας πέραν της απλής αναφοράς του Εναγόμενου. Ούτε και επιβεβαιώθηκε από τους εκδότες τους, με μαρτυρία, ότι αυτά αφορούσαν τις ισχυριζόμενες επιδιορθώσεις στη δεύτερη κατοικία. Γενικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε η πλευρά του Εναγόμενου να παρουσιάσει τη μαρτυρία της αναφορικά με το ζήτημα των επιδιορθώσεων ήταν συγκεχυμένος και αόριστος. Ο Εναγόμενος χωρίς να επεξηγήσει τι ακριβώς αφορά το κάθε ένα από τα εν λόγω έγγραφα περιορίστηκε απλά να τα καταθέσει ως δέσμη. Πρόκειται για σωρεία εγγράφων (αποδείξεων, προσφορών, τιμολογίων), με ορισμένα μάλιστα να μην περιλαμβάνουν ουσιώδεις αναφορές, όπως η ημερομηνία εκδόσεως τους, ή το όνομα του Εναγόμενου. Σημειώνω τέλος ότι δεν έχουν συσχετιστεί τα ποσά των αποδείξεων και των λοιπών εγγράφων του Τεκμηρίου 8 με τα ποσά τα οποία ο Εναγόμενος δικογραφεί και διεκδικεί ανταπαιτητικά, ως ειδικές ζημιές. Προβαίνω συνεπώς στα ακόλουθα, περαιτέρω, ευρήματα: Η σύζυγος του Εναγόμενου με την επιστολή της Τεκμήριο 6 αιτήθηκε την απόκτηση της δεύτερης κατοικίας. Την 15/10/2012, ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Ακακίου, εξέδωσε τη Βεβαίωση Τεκμήριο
  1. Από το 2009 μέχρι και το 2021, καταβάλλεται από τον Εναγόμενο στον Έπαρχο Λευκωσίας μηνιαίο ενοίκιο εκ €20,52 για την κατοχή και χρήση της δεύτερης κατοικίας στο Ακάκι, η οποία μισθώνεται από την Επαρχιακή Διοίκηση, στον Εναγόμενο και τη σύζυγό του, στο όνομα της αποβιωσάσης μητέρας της συζύγου του. Προς τούτο εκδίδονταν από την Επαρχιακή Διοίκηση σχετικές αποδείξεις ως Δέσμη - Τεκμήριο
  2. Προχωρώντας, σημειώνω ότι ο μοναδικός μάρτυρας, πέραν του Εναγόμενου, ο οποίος προσέφερε κάποια μαρτυρία για σκοπούς της απόδειξης της αξίωσης του Εναγόμενου για αποζημιώσεις για τις ισχυριζόμενες επιδιορθώσεις, ήταν ο ΜΥ1, ο οποίος ανέφερε ότι προέβη σε ορισμένες επιδιορθώσεις και εργασίες ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και για τον σκοπό αυτό είσπραξε από τον Εναγόμενο το ποσό των €1.950, η απόδειξη για την πληρωμή του οποίου όμως, ουδέποτε του υποδείχθηκε για σκοπούς αναγνώρισής της. Γενικότερα, η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν θεωρώ επουσιώδης σε σχέση με την ουσία της επίδικης διαφοράς. Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος στο πλαίσιο της μαρτυρίας του κατέθεσε τα Τεκμήρια 13 έως και
  3. Η κατάθεση των εν λόγω εγγράφων αφορούσε στον φάκελο που είχε στη κατοχή του στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως υπάλληλος στο αρμόδιο τμήμα του κτηματολογίου. Τα Τεκμήρια 13 έως και 20 δημιουργούν μια καλύτερη εικόνα ως προς το τι ακριβώς έλαβε χώρα σε σχέση με την εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα και την έκδοση του τίτλου Τεκμήριο 1 Α, αλλά και το τι ακολούθησε της εγγραφής αυτής. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΥ2 ήταν θετική. Ο ΜΥ2 παρουσίασε τα έγγραφα που βρίσκονταν στον φάκελο που ήταν στην κατοχή του. Σε κάθε περίπτωση όμως κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι, η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, την οποία ο μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 16, έχει δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση η όποια φέρει αριθμό 91.925, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 7/1/2022, αριθμός EE 4753, αριθμός γνωστοποίησης
  4. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Να ανακαλέσει μερικώς την απόφαση με αριθμό 64.170 και ημερ. 27/7/2006, όσον αφορά την τιτλοποίηση του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής [ ], στην οδό [ ], [ ] Ακάκι, στον συνοικισμό Αυτοστέγασης Ακάκι, φάση Γ, στον κ. [Ι.Κ.Κ.] και να εγκρίνει τη τιτλοποίηση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της πρότασης και όπως φαίνεται στον κατάλογο που επισυνάπτεται στην πρόταση ως παράρτημα "ΙΑ"». Είναι στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας που η πλευρά του Εναγόμενου στηρίζει την εισήγησή της ότι η εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι του Ενάγοντα είναι αποτέλεσμα λάθους. Υπενθυμίζω προς τούτο ότι αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι: «. ο Ενάγων δεν είναι νόμιμα εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω τεμαχίου, εφόσον η εν λόγω εγγραφή είναι αποτέλεσμα λάθους στο εν λόγω γραφείο και/ή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας... και η παραχώρηση ολόκληρου του τεμαχίου στον Ενάγοντα είναι αποτέλεσμα λάθους, εφόσον σκοπούμενη εγγραφή θα γινόταν μόνο για το μέρος του τεμαχίου για το οποίο έχει ο Ενάγων κατοχή και όπου βρίσκεται η οικία στην οποία διαμένει, κατόπιν σχετικού διαχωρισμού του ακινήτου». Πέραν των πιο πάνω, αποτελεί επίσης δικογραφημένο ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι, η κατ' ισχυρισμό λανθασμένη εγγραφή στα μητρώα του Κτηματολογίου, ολόκληρου του μεριδίου του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα, πρόκειται να τύχει διόρθωσης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 13 και δη την παράγραφο 2 αυτού, η τιτλοποίηση του όλου οικοπέδου στο όνομα του Ενάγοντα έγινε εκ παραδρομής. Ακολούθησε το Τεκμήριο 19 το οποίο αποτελεί εσωτερική αλληλογραφία του Τμήματος Κτηματολογίου, καθώς επίσης και η επιστολή Τεκμήριο 20, το περιεχόμενο των οποίων κρίνω σκόπιμο να το παραθέσω αυτούσιο: «Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και τις σχετικές με αυτό επιστολή σας ημερομηνίας 15 Ιουνίου 2021 και την επιστολή του Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών με αρ. Φακ. 11.13.026.001 ημερομηνίας 29.04.2021 σύμφωνα με την οποία ζητείται ανάκληση τίτλου. Ως εκ τούτου, έχω προχωρήσει στην δημιουργία φακέλου μεταγραφής ιδιοκτησίας με αρ. Α505/2021 ο οποίος αφορά ανάκληση τίτλου για διόρθωση μεριδίου. Συγκεκριμένα γίνεται επαναφορά του μεριδίου επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι αρχικά σύμφωνα με τον κατάλογο ακινήτων του Τμήματος Υπηρεσίας Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων ημερομηνίας 08.02.2006 ο οποίος επισυνάπτεται στον φάκελο μεταγραφής Α1097/2006, το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ] δόθηκε λανθασμένα εξ' ολοκλήρου στον [Ι.Κ.(Μ)] Α.Δ.Τ. [ ]. Φωτοαντίγραφο του καταλόγου ακινήτων σας συναποστέλλεται. Παρακαλώ όπως η εν λόγω εγγραφή συμπεριληφθεί στην επόμενη Πρόταση για έγκριση ανάκλησης τίτλου από το Υπουργικό Συμβούλιο. Μετέπειτα αφότου δοθεί η έγκριση για ανάκληση του τίτλου, με την εγγραφή του φακέλου Α505/2021, προτίθεμαι να προχωρήσω σε δημιουργία φακέλου διαχωρισμού και εκσυγχρονισμένης εγγραφής (εγγραφή κτιρίων) ως αναφέρεστε στις οδηγίες σας καθότι εντός του οικοπέδου υπάρχουν δύο οικιστικές μονάδες οι οποίες δεν φέρουν κοινή τοιχοποιία. Να επισημανθεί ότι κατά την διεκπεραίωση των φακέλων θα ζητηθεί η γραπτή συγκατάθεση του δικαιούχου [Ι.Κ.(Μ)] τόσο για την ανάκληση τίτλου όσο και για τον διαχωρισμό /εκσυγχρονισμό τίτλου σύμφωνα με την άδεια χρήσης την οποία υπέγραψε με τον οικείο έπαρχο.» Ακολούθησε τελικά η έκδοση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για την ανάκληση της απόφασης με την οποία το επίδικο οικόπεδο τιτλοποιήθηκε στο όνομα του Ενάγοντα, Τεκμήριο 16, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας παρέθεσα πιο πάνω. Το προσχέδιο της πρότασης στο οποίο η πιο πάνω απόφαση του Υπουργικού (Τεκμήριο 16) αναφέρεται, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 και την παράγραφο 3 αυτού: «Το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφασή του με αρ. 64.170 ημερ. 27.07.2006 ενέκρινε μεταξύ άλλων την πρόταση για τιτλοποίηση οικοπέδου με αρ. Εγγραφής [ ] (την οδό [ ], [ ] Ακάκι, στον συνοικισμό Αυτοστέγασης Ακάκι φάση Γ'), στον [Ι.Κ.Κ.], Α.Δ.Τ. [ ], την εγγραφή του ΟΛΟΥ μεριδίου, η οποία ολοκληρώθηκε από τις 04.10.
  6. Λόγω του ότι εκ παραδρομής έγινε η εγγραφή του ΟΛΟΥ του μεριδίου και εκ τούτου με βάση τα νέα δεδομένα η πιο πάνω απόφαση πρέπει να ανακληθεί αναφορικά με την τιτλοποίηση του εν λόγω οικοπέδου στο πιο πάνω πρόσωπο και ο τίτλος ιδιοκτησίας να ακυρωθεί. Ταυτόχρονα να γίνει τιτλοποίηση του 1/2 μεριδίου για το οικόπεδο με αριθμό εγγραφής [ ] (την οδό [ ], [ ] Ακάκι, στον συνοικισμό Αυτοστέγασης Ακάκι φάση Γ'), όπως φαίνεται στον κατάλογο υπό ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ "ΙΑ"». Καθίσταται συνεπώς περαιτέρω εύρημά μου ότι με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 64.170 ημερομηνίας 27/07/2006 το επίδικο ακίνητο, το όλο μερίδιο, ενεγράφη στο όνομα του Ενάγοντα. Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 91.925 ημερομηνίας 8/10/2021 η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση με αριθμό 64.170 ανακλήθηκε μερικώς και εγκρίθηκε η τιτλοποίηση του επίδικου ακινήτου κατά το 1/2 στο όνομα του Ενάγοντα. Στρέφομαι πλέον στη νομική πτυχή της επίδικης διαφοράς σε σχέση με την οποία σημειώνω τα εξής. Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτου. Παραπέμπω σχετικά στην καθοδηγητική απόφαση Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1516, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα.» Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο από μόνο του (actionable per se), δεν απαιτείται δηλαδή, για σκοπούς στοιχειοθέτησής του, η απόδειξη ζημιάς. Σε περιπτώσεις όμως που δεν αποδεικνύεται ζημιά, ο επιτυχόντας διάδικος δικαιούται στην προς όφελός του επιδίκαση μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων (βλ. Adrian Holdings Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836). Μάλιστα σε περιπτώσεις που δεν αποδεικνύεται ζημιά, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να μην τα επιδικάσει προς όφελος του Ενάγοντα τα έξοδα ή ακόμη και να τον καταδικάσει στην πληρωμή τους (βλ. Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379). Οι αποζημιώσεις όμως εξαρτώνται από το είδος της παράνομης επέμβασης. Δηλαδή, όπου η επέμβαση προκαλεί φυσική ζημιά, οι αποζημιώσεις στοχεύουν να αντιπροσωπεύσουν το ποσό κατά το οποίο μειώθηκε η αξία του ακινήτου ως αποτέλεσμα της επέμβασης (βλ. μεταξύ άλλων Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65). Αν όμως δεν προκαλείται φυσική ζημιά, το μέτρο των αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και οι αποζημιώσεις είναι ανάλογες του χρόνου παραμονής του παράνομου επεμβασία με τον τελευταίο να είναι υπόχρεος να καταβάλει το εύλογο ενοίκιο (βλ. Strand Electric & Engineering co Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All E.R. 796). Πέραν όμως της επιδίκασης αποζημιώσεων, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την έκδοση απαγορευτικού ή προστακτικού Διατάγματος για την άρση της παράνομης επέμβασης. Προχωρώντας, σημειώνω ότι, το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω), Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης (ανωτέρω)). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Είναι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζει την απαίτησή του, όπως αυτή καθορίστηκε στα δικόγραφά του (βλ. Πούρικος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεσή του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Η ύπαρξη της βεβαίωσης του κοινοτάρχη (Τεκμήριο 7) σύμφωνα με την οποία, όχι ο Εναγόμενος, αλλά η σύζυγός του, μισθώνει τη δεύτερη κατοικία στο όνομα της αποβιωσάσης μητέρας της και καταβάλλει το αντίστοιχο μηνιαίο τέλος στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, σε συνάρτηση με το παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας είναι μέχρι σήμερα ο ιδιοκτήτης του όλου μεριδίου του ακινήτου στο οποίο βρίσκεται η δεύτερη κατοικία, καταδεικνύει ότι, όποιος και αν ήθελε φανεί ότι παραχώρησε άδεια για την κατοχή της δεύτερης κατοικίας στη σύζυγο του Εναγόμενου, κανένα δικαίωμα είχε να το πράξει. Τούτο διότι η οποιαδήποτε άδεια δόθηκε είτε στον Εναγόμενο, είτε στη σύζυγό του για να εισέλθουν και να εγκατασταθούν στη δεύτερη κατοικία, δόθηκε χωρίς να έχει προηγουμένως ζητηθεί ή δοθεί η οποιαδήποτε συγκατάθεση ή άδεια του Ενάγοντα, ο οποίος, επαναλαμβάνω, είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου από το
  1. Στρέφομαι τώρα στην ουσιώδη πτυχή της διαφοράς και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι η εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα ήταν αποτέλεσμα λάθους του κτηματολογίου ή εν πάση περιπτώσει των αρμοδίων αρχών. Έχω ήδη προβεί σε εύρημα ότι με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου αποφασίστηκε η ανάκληση της προγενέστερης απόφασης τιτλοποίησης του όλου μεριδίου του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα και η αντικατάστασή της με απόφαση για τη τιτλοποίηση, στο όνομά του, του 1/2 μεριδίου του εν λόγω ακινήτου. Εκκρεμεί συνεπώς η διαδικασία που περιγράφεται στο Τεκμήριο
  2. Έστω όμως και αν πρόκειται για λανθασμένη εγγραφή της οποίας επίκειται η διόρθωση, στη βάση της πιο πάνω απόφασης, καθίσταται σαφές ότι ο Ενάγοντας, σε κάθε περίπτωση, δικαιούται στην επ' ονόματί του εγγραφή, τουλάχιστον, του 1/2 μεριδίου του ακινήτου το οποίο δεν έχει διαχωριστεί. Σύμφωνα με την απόφαση Χρυσοστόμου ν. Φράγκου
(2000)1 ΑΑΔ 622: «Ο τίτλος ιδιοκτησίας, διευκρινίζει η πρωτόδικος Δικαστής, καθοδηγούμενη από τη νομολογία (Thomas Antoni Theodorou ν. Christos Theori Haji Antoni
(1961)C.L.R. 203. Myrofora Nicou Socratous ν. Nicolas Michael Mezou
(1975)1 C.L.R. 62), συνιστά εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ιδιοκτησίας κτήματος. Η ισχύς του υποχωρεί μόνο εφόσο καταδειχθεί λάθος στην εγγραφή του ή αποδειχθεί ότι τρίτο πρόσωπο απόκτησε την ιδιοκτησία του κτήματος ως αποτέλεσμα εχθρικής κατοχής του, θέμα που δεν εγείρεται σ΄ αυτή την υπόθεση.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εναγόμενος δεν αξίωσε καμία σχετική, με τους εν λόγω ισχυρισμούς του, θεραπεία μέσω της ανταπαίτησής του. Τουναντίον, σύμφωνα με την όλη εκδοχή του, δικογραφημένη και μαρτυριακώς δοθείσα, ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας έχει ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του ακινήτου. Εκείνο που λέει είναι ότι δικαιούται στην προς όφελός του απόδοση θεραπείας για την επιστροφή των ποσών που κατέβαλε για σκοπούς επιδιόρθωσης της δεύτερης κατοικίας. Η ανταπαίτησή του δηλαδή εδράζεται στο γεγονός ότι προέβη σε επιδιορθώσεις επί κατοικίας η οποία δεν του ανήκει, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Δεν ισχυρίζεται ότι δικαιούται στην επ' ονόματι του εγγραφή του ακινήτου ή μέρους του. Δεν προκύπτει δηλαδή ότι διεκδικεί οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά ή άλλα δικαιώματα επί του ακινήτου, όπως την αναγνώριση ότι δικαιούται στην κατοχή του ή την κτηματολογική μεταβολή της κυριότητας του ακινήτου (βλ. Λοΐζου ν. Αντωνίου
(2007)1 ΑΑΔ 1035). Συνεπώς, ο απλώς και μόνο ισχυρισμός του Εναγόμενου περί λανθασμένης εγγραφής του όλου μεριδίου του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα, στην απουσία οποιασδήποτε αξίωσης για μεταβολή του κτηματολογικού μητρώου, δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αξίωσης του Ενάγοντα. Ειδικότερα από τη στιγμή που όπως προκύπτει από την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, ο Ενάγοντας εξακολουθεί να είναι σήμερα ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του όλου μεριδίου του ακινήτου, δικαίωμα το οποίο, ενδεχομένως μελλοντικά, να περιοριστεί στο 1/2 μερίδιο. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι, στην προαναφερθείσα απόφαση Χρυσοστόμου (ανωτέρω) λέχθηκε και ότι, η όποια αξίωση για επίλυση διαφοράς που άπτεται ισχυρισμών λανθασμένης εγγραφής στα κτηματολογικά μητρώα, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Κτηματολογίου, σύμφωνα με το άρθρο 61 του περί Ακίνησης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα: «Και αν υποθέσουμε ότι παρεχόταν πεδίο για τη διερεύνηση λάθους στα κτηματολογικά μητρώα μέσω της εγερθείσας αγωγής (ανταπαίτησης), ο ισχυρισμός του εφεσείοντος περί της ύπαρξης σφάλματος δεν αποδείχτηκε, ως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου στο επίμαχο θέμα στα οποία εύλογα θα μπορούσε να προέλθει το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό το πρίσμα της μαρτυρίας, αποκλείουν την ύπαρξη λάθους στα κτηματολογικά μητρώα. Πέραν τούτου η φύση της αξίωσης για τη διόρθωση λάθους στα κτηματολογικά μητρώα και οι παράμετροι της εντάσσουν την επίλυση του τιθέμενου θέματος στην αρμοδιότητα των κτηματολογικών αρχών βάσει του Άρθρου 61 του Κεφ. 224.» Η όποια δε απόφαση του Διευθυντή στη βάση του άρθρου 61 του Κεφ. 224, δύναται να ελεγχθεί ως προς την ορθότητά της από το Δικαστήριο κατόπιν καταχώρησης σχετική Αίτησης Έφεσης εναντίον της, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ.
  2. Κατά συνέπεια, ο Ενάγοντας έχει το δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγόμενου στη βάση παράνομης επέμβασης και να διεκδικεί τις θεραπείες που διεκδικεί. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι ότι, ασχέτως των συνθηκών κάτω από τις οποίες εισήλθαν εντός της δεύτερης κατοικίας, ο Εναγόμενος και η σύζυγός του, επεμβαίνουν επί του ακινήτου του Ενάγοντα και ο τελευταίος δικαιούται στην απόδοση θεραπείας προς όφελός του. Πρέπει συνεπώς να αποφασιστεί η αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, θεραπεία. Στην καθοδηγητική απόφαση Σοφοκλέους κ.α. ν. Παύλου
(2012)1 ΑΑΔ 2047 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάσει αποζημιώσεις αντί διατάγματος άρσης της επέμβασης. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Λοΐζου (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής καθοδηγητικά: «Είμαστε της άποψης ότι τα πιο πάνω δεν τυγχάνουν εφαρμογής για το λόγο ότι η παρούσα δεν ήταν περίπτωση όπου οι εφεσείοντες ζήτησαν να αποκτήσουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου, αλλά περίπτωση όπου, λόγω κάποιου καλόπιστου λάθους, διαφάνηκε εκ των υστέρων ότι υπήρξε παράνομη επέμβαση, μόνιμης μορφής, στο ακίνητο του εφεσίβλητου και το θέμα που τίθεται είναι αν θα διαταχθεί η άρση της επέμβασης με την έκδοση διατάγματος ή κατά πόσο το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιδικάσει αποζημιώσεις αντί διατάγματος. Σχετική είναι η υπόθεση Λοΐζου ν. Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1035, στην οποία τέθηκε το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζητήματα όμοια με αυτά που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση τυγχάνουν αντιμετώπισης. Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο δικαστήριο αντί έκδοσης διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης, επιδίκασε στην ενάγουσα/εφεσείουσα αποζημιώσεις οι οποίες αντιπροσώπευαν την αξία του επιδίκου μέρους της γης που επηρεαζόταν από την παράνομη επέμβαση. Η εφεσείουσα/ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, ανάφερε στη σελ. 1040 τα ακόλουθα: «Προέκυπτε εν προκειμένω περιουσιακό κώλυμα το οποίο δεν επέτρεπε στην εφεσείουσα να επιμείνει στην ανάκτηση του επίδικου μέρους γης. Το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσο η εφεσείουσα γνώριζε ή όχι ποιά ήταν κτηματολογικώς η πραγματική κατάσταση σε σχέση με τα δικαιώματα της. Αυτό εξετάστηκε στην υπόθεση Taylor Fashions Ltd v. Liverpool Victoria Trustees Co [1981] 1 All E.R. 897, όπου αναφέρθηκε ότι εκείνο που ενδιαφέρει είναι μόνο το κατά πόσο θα ήταν, κάτω από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, άδικο να επωφεληθεί ο ιδιοκτήτης από ό,τι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούσε και για τον ίδιο και για την άλλη πλευρά κοινή κατάσταση πραγμάτων ασχέτως του αν προέκυπτε από λάθος. Δηλαδή, εκείνο που αποβαίνει κρίσιμο είναι το κατά πόσο θα ήταν ή όχι άδικο να αναιρεθεί η βάση - η εκ των υστέρων αποδειχθείσα λανθασμένη - επί της οποίας είχαν ενεργήσει οι ενδιαφερόμενοι. Η αποστέρηση του επίδικου μέρους γης της εφεσείουσας πρέπει ωστόσο να συνοδεύεται από κάποια οικονομική ρύθμιση προς αντιστάθμιση της απώλειας. Στην αγγλική υπόθεση Crabb v. Arun District Council [1975] 3 All E.R. 965 τονίστηκε ότι το δίκαιο της επιείκειας εκφράζεται ποικιλόμορφα για να διατηρεί ισορροπία μεταξύ των εμπλεκομένων. Στην προκείμενη περίπτωση το Επαρχιακό Δικαστήριο αντίκρυσε και αυτή την πτυχή του θέματος καθορίζοντας, με βάση τη μαρτυρία που προσήχθη εκ μέρους της εφεσείουσας, την αξία του επίδικου μέρους γης. Και, βέβαια, το Δικαστήριο δεν επεκτάθηκε σε οτιδήποτε άλλο αφού η εφεσείουσα δεν έθεσε άλλη οικονομική πτυχή.» Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η άποψη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν είχε εξουσία να επιδικάσει αποζημιώσεις αντί διατάγματος αν τα γεγονότα δικαιολογούσαν τέτοια απόφαση, είναι νομικά εσφαλμένη. Η έκδοση διατάγματος ήταν θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας και όχι η μόνη θεραπεία του εφεσίβλητου.» (υπογράμμιση και έμφαση δική μου) Είμαι της γνώμης, λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου αλλά και τα ευρήματα στα οποία έχω ήδη προβεί, ότι στην προκειμένη περίπτωση ενδείκνυται και δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων αντί της έκδοσης διατάγματος. Εξηγώ. Κρίνω ότι με την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής στην παρούσα αγωγή διασφαλίζεται το πιο εύλογο και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, αποτέλεσμα εφόσον, η παρούσα διαφορά κατέληξε ενώπιόν μου, όπως προκύπτει εξάλλου και από τα ευρήματά μου, ως αποτέλεσμα μιας σειράς ενεργειών και παραλείψεων, η ευθύνη για τις οποίες δεν βαρύνει τους ενώπιόν μου διάδικους, αλλά τρίτα πρόσωπα και δη τις αρμόδιες αρχές οι οποίες ουδέποτε όμως προστέθηκαν στην παρούσα διαδικασία ως διάδικοι. Πρέπει επίσης να επισημανθεί το εξής. Παρά το γεγονός ότι, όπως προέκυψε από την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία, είναι στη σύζυγο του Εναγόμενου που παραχωρήθηκε η άδεια για να εισέλθει στο ακίνητο και τη δεύτερη κατοικία και όχι στον ίδιο τον Εναγόμενο, εντούτοις ουδέποτε επιδιώχθηκε η προσθήκη της συζύγου του Εναγόμενου ως διαδίκου και Εναγόμενης μαζί του στην αγωγή. Σημειώνω ότι, σύμφωνα με την ενώπιόν μου αναντίλεκτη μαρτυρία, η σύζυγος του Εναγόμενου διαμένει μαζί του στη δεύτερη κατοικία από την οποία ο Ενάγοντας ζητά μόνο την άρση της επέμβασης του Εναγόμενου. Η έκδοση συνεπώς διατάγματος άρσης παράνομης επέμβασης εναντίον του Εναγόμενου μόνο, δεδομένου ότι εντός της δεύτερης κατοικίας βρίσκεται και η σύζυγός του - μη διάδικος, θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Με γνώμονα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Ενάγοντα και η άρνηση έκδοσης Διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης, ουσιαστικά θα ρυθμίσει κατά τρόπο δίκαιο την επί του προκειμένου διαφορά ούτως ώστε, αφενός ο Ενάγοντας να τύχει αποζημίωσης για την επέμβαση επί της περιουσίας του και αφετέρου, να δοθεί στον Εναγόμενο το δικαίωμα να παραμείνει εντός της εν λόγω περιουσίας του Ενάγοντα έναντι ενός ανταλλάγματος. Τα πιο πάνω, τουλάχιστον μέχρι να αποφασιστεί από την αρμόδια, προς τούτο, αρχή το θέμα της τιτλοποίησης του ακινήτου σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Προχωρώντας, ενόψει του ευρήματός μου, στη βάση της εκ συμφώνου δήλωσης των συνηγόρων, ότι η ενοικιαστική αξία της δεύτερης κατοικίας ανέρχεται στο ποσό των €200 μηνιαίως, κρίνω ότι το εν λόγω ποσό είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντα. Αναφορικά δε με την αξίωση του Ενάγοντα για την επιδίκαση παραδειγματικών, τιμωρητικών και γενικών αποζημιώσεων, ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Εναγόμενου, σημειώνω τα εξής: Στην προαναφερθείσα, Adrian Holdings (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.» Περαιτέρω στη Stassinos (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται για να δείξει το Δικαστήριο τον αποτροπιασμό του για τη συμπεριφορά του εναγόμενου και στόχο έχει τόσο την τιμωρία όσο και τον παραδειγματισμό. Στην παρούσα περίπτωση, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η εφεσείουσα δεν είχε ποτέ διαμαρτυρηθεί ή αιτηθεί άρση της επέμβασης, παρά μόνο διαμαρτυρήθηκε τον τελευταίο χρόνο ενοικίασης στον εφεσείοντα 1. Η όλη προσπάθεια της εφεσείουσας ήταν να λάβει άδεια οικοδομής για το ακίνητο. Η επιδίκαση παραδειγματικών σε αντίθεση με κανονικές αποζημιώσεις εξετάστηκε στην υπόθεση Rookes v. Barnard, ανωτέρω, όπου ο Lord Devlin καθόρισε ότι παραδειγματικές αποζημιώσεις επιδικάζονται μόνο: (i) Σε περιπτώσεις πιεστικής, αυθαίρετης ή αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από κρατικούς υπαλλήλους˙ (ii) Όταν η συμπεριφορά του εναγομένου έχει προγραμματιστεί να του αποφέρει μεγαλύτερο κέρδος από το ποσό των αποζημιώσεων που θα κληθεί να καταβάλει στον ενάγοντα˙ (iii) Όταν τούτο επιτρέπεται από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια.» Τέλος, στην Παπακόκκινου ν Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής καθοδηγητικά: «Η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων έχει ως πυρήνα τη συμπεριφορά του εναγόμενου και κάτω απ' αυτό το πρίσμα εξετάζεται ο τρόπος αντίδρασης του. Εάν η συμπεριφορά είναι ετσιθελική, πλήττουσα τα δικαιώματα των εναγόντων η αποζημίωση επιδικάζεται. Τούτο επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Εταιρεία Surebuild Construction Ltd v. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου (Aρ. 2)
(2008)1(A) A.A.Δ. 550.» Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι προκύπτουν μέσα από την μαρτυρία τέτοια γεγονότα τα οποία να μπορούσαν να με οδηγήσουν στην κατάληξη ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου, στο πλαίσιο της παράνομης επέμβασης και επί της δεύτερης κατοικίας, ήταν τέτοια και τόσο αξιόμεμπτη ή ότι έτεινε να ταπεινώσει τον Ενάγοντα ούτως ώστε να δικαιολογείται, εν προκειμένω, η επιδίκαση των αξιούμενων αποζημιώσεων. Η εν λόγω αξίωση του Ενάγοντα συνεπώς αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τέλος, στην απουσία αποδεκτής μαρτυρίας για σκοπούς απόδειξης της αξίωσής του για την επιδίκαση αποζημιώσεων, ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης στην οποία προέβηκα ανωτέρω, η ανταπαίτηση του Ενάγοντα απορρίπτεται. Κρίνω σκόπιμο όμως να παρεμβάλω ότι, ακόμη και αν η μαρτυρία του Εναγόμενου ως προς τις αξιούμενες αποζημιώσεις γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο, και πάλι δεν θα προχωρούσα με την επιδίκασή τους εφόσον, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, δεν θα εκδοθεί Διάταγμα άρσης της επέμβασης του Εναγόμενου επί της δεύτερης κατοικίας, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να δύναται να παραμείνει σε αυτήν και να επωφελείται των όποιων επιδιορθώσεων προέβη. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η απαίτηση του Ενάγοντα επιτυγχάνει μερικώς, σε αντίθεση με την ανταπαίτηση του Εναγόμενου η οποία δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €3.400 ως ειδικές αποζημιώσεις για την περίοδο από 1/1/2013 μέχρι 31/5/2014. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €200 μηνιαίως από 1/6/2014 και μέχρι την έκδοση απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και/ή οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής, με την οποία το μέρος του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], το οποίο βρίσκεται στο χωριό Ακάκι της επαρχίας Λευκωσίας, το οποίο κατέχει ο Εναγόμενος, δεν θα εμπίπτει εντός των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του Ενάγοντα επί του ακινήτου και/ή μέχρι την εκκένωσή του ακινήτου από τον Εναγόμενο. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση ακούστηκαν μαζί, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων εκεί όπου είναι κοινά για την απαίτηση και την ανταπαίτηση. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.