TEMCO PANEL ADVERTISEMENTS LTD ν. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8395/2013, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8395/2013 Μεταξύ: TEMCO PANEL ADVERTISEMENTS LTD Ενάγουσας και 1. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 2. BAROLL LIMITED Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 1/6/2016 TEMCO PANEL ADVERTISEMENTS LTD Ενάγουσας και 1. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 2. SEGAFREDO NICOSIA LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Χρ. Α. Καμπούρης για KAMPOURI & GIALELI LLC Για τον Εναγόμενο 1: κ. Π. Δ. Χατζησάββας μαζί με τον κ. Α. Χρυσικό Για την Εναγόμενη 2: κ. Γ. Παναγίδης για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων το ποσό των €78.879,30 ως ποσό οφειλόμενο συνεπεία παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγομένων. Αξιώνει δε περαιτέρω γενικές αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη και/ή στη βάση των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού συνεπεία της πιο πάνω αναφερόμενης συμπεριφοράς και ενεργειών που καταλογίζει στους Εναγόμενους. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, όπως αυτοί εν τέλει καθορίστηκαν ως αποτέλεσμα της έκδοσης σχετικού Διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 22/11/2021, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται μεταξύ άλλων με την πώληση διαφημίσεων σε πινακίδες. Ο Εναγόμενος 1 (στο εξής ο «Εναγόμενος») ήταν και είναι ιδιοκτήτης κτιρίου το οποίο βρίσκεται στην Έγκωμη της επαρχίας Λευκωσίας (στο εξής το «κτίριο») ενώ η Εναγόμενη 2 (στο εξής η «Εναγόμενη») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία καφεστιατορίων. Περί τον Ιούλιο του 2006, ο Εναγόμενος ενοικίασε στην Ενάγουσα την οροφή του κτιρίου έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής ούτως ώστε η τελευταία να τοποθετήσει πινακίδες διαφήμισης. Η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να τοποθετήσει δυο διαφημιστικές πινακίδες με δικά της έξοδα, την κατοχή και χρήση των οποίων θα είχε η ίδια. Θα είχε δε και το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτές για σκοπούς αντικατάστασης των διαφημίσεών της. Περί τις αρχές Ιανουαρίου του 2012, η Ενάγουσα απέστειλε συνεργείο για να αντικαταστήσει τις διαφημίσεις, πλην όμως, το συνεργείο εμποδίστηκε από την Εναγόμενη από το να αποκτήσει πρόσβαση στην οροφή του κτιρίου. Η Ενάγουσα ενημέρωσε σχετικά προς τούτο τον Εναγόμενο, πάρα όμως τις διαβεβαιώσεις του τελευταίου για διευθέτηση του όλου θέματος, δεν της επιτράπηκε να αντικαταστήσει τις διαφημίσεις όταν προσπάθησε να πράξει τούτο εκ νέου, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει επιστολή ημερομηνίας 13/1/2012 προς τον Εναγόμενο και να προβεί σε σχετική αναφορά για τις απειλές τις οποίες δέχτηκε από την Εναγόμενη στις αστυνομικές αρχές. Η Ενάγουσα επιχείρησε και σε άλλες ημερομηνίες να επιτύχει πρόσβαση στην οροφή του κτιρίου, πλην όμως δεν της επιτράπηκε να το πράξει. Περί τις αρχές Μαΐου του 2012 οι διαφημιστικές πινακίδες της Ενάγουσας έπαυσαν να εναλλάσσονται με αποτέλεσμα να αποσταλεί νέα επιστολή της ημερομηνίας 9/5/2012 προς τον Εναγόμενο, ο οποίος απάντησε σε αυτήν με επιστολή του ημερομηνίας 21/6/2012. Περί τις 28/5/2012, η Εναγόμενη τοποθέτησε παράνομα δικές της διαφημιστικές πινακίδες μπροστά και πάνω από τις διαφημιστικές πινακίδες της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει επιστολή στον Εναγόμενο ημερομηνίας 29/5/2012 με την οποία τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία. Αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι ήταν με τη συμβολή και ανοχή του Εναγόμενου που η Εναγόμενη κάλυψε παράνομα τις διαφημιστικές πινακίδες της Ενάγουσας κατά τρόπο ώστε αυτές να μην είναι ορατές. Η δε πρόσβαση επί της οροφής του κτιρίου ήταν δυνατή μόνο για τους Εναγόμενους και μόνο κατόπιν εξουσιοδότησης από τον Εναγόμενο 1. Ακολούθως, η Ενάγουσα παραθέτει τις λεπτομέρειες παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγόμενων οι οποίες έχουν ως εξής: (
- i)Οι Εναγόμενοι τοποθέτησαν διαφημιστική πινακίδα μπροστά ακριβώς από τη διαφημιστική πινακίδα της Ενάγουσας με τρόπο που η διαφημιστική πινακίδα της Ενάγουσας δεν είναι ορατή, (
- ii)οι Εναγόμενοι επενέβησαν επί των διαφημιστικών πινακίδων της Ενάγουσας με τρόπο που η χρήση αυτών δεν είναι δυνατή. Η Ενάγουσα είχε αναλάβει και συνομολογήσει συμβόλαια για τη διαφήμιση των διάφορων εταιρειών μέχρι και τις 14/7/2015, πλην όμως, λόγω της παράνομης κάλυψης των πινακίδων της, τα εν λόγω συμβόλαια τερματίστηκαν προκαλώντας της ζημιές και απώλειες της τάξεως του ποσού των €78.879,30. Η Ενάγουσα συγκεκριμενοποιεί ότι τα συνολικά έσοδά της από τις διαφημίσεις για τα τρία έτη μέχρι και την 14/7/2015, είχαν υπολογιστεί στο συνολικό ποσό των €108.000, ενώ τα έξοδά της θα ήταν €20.320,50 συνολικό κόστος ενοικίου και €8.800,20 κόστος Δημαρχείου και για τις δυο πινακίδες, με αποτέλεσμα το διαφυγόν κέρδος της να υπολογίζεται στο ποσό το οποίο αξιώνει με την αγωγή της. Ο Εναγόμενος, με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του, εγείρει προδικαστική ένσταση επικαλούμενος ότι κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν αποκαλύπτεται εναντίον του. Πέραν της προδικαστικής αυτής ένστασής του, λέγει ότι είναι άδεια χρήσης που παραχώρησε στην Ενάγουσα με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 14/7/2006, η οποία συμφωνία προνοούσε ότι η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να την τερματίσει εντός 7 ημερών εάν έκρινε ότι, για οποιονδήποτε λόγο ή συνεπεία οποιωνδήποτε αλλαγών στον περιβάλλοντα χώρο, επηρεαζόταν η θέα ή η ορατότητα των πινακίδων της. Αναφορικά δε με τη δίοδο προς την οροφή του κτιρίου, αυτή ήτο δυνατή μόνο με μηχανικά μέσα και ανυψωτικά μηχανήματα, εφόσον δεν υπήρχε ούτε εξωτερική ούτε εσωτερική σκάλα. Αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη της Εναγόμενης. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τηρείτο κανονικά μέχρι και τον Ιούνιο του 2012, οπότε και η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία και είχε την υποχρέωση, στη βάση της συμφωνίας, να μετακινήσει με δικά της έξοδα τις πινακίδες και να επιδιορθώσει οποιαδήποτε ζημιά στο κτίριο. Ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο η Ενάγουσα και άφησε τις πινακίδες της να είναι εγκατεστημένες στην οροφή του κτιρίου μέχρι και το 2016. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σχετικά με την πρόσβασή της στην οροφή, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ενημερώθηκε για τα όσα έλαβαν χώρα μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης και μεσολάβησε για σκοπούς εξεύρεσης μιας συμβιβαστικής λύσης. Όταν δε πληροφορήθηκε ότι η Ενάγουσα είχε ζητήσει καταγραφή συμβάντος από την Αστυνομία, θεώρησε ότι το ζήτημα είχε λήξει. Είναι θέση του Εναγόμενου ότι μέχρι και τον Μάιο του 2012 η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε την ηλεκτρική εγκατάσταση του κτιρίου και ζήτησε προς τούτο διάφορα έγγραφα και συγκαταθέσεις από τον Εναγόμενο για σκοπούς εγκατάστασης χωριστής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ανταπαιτητικά αξιώνει εναντίον της Ενάγουσας το ποσό των €20.346, ποσό το οποίο ισχυρίζεται ότι δικαιούται για την περίοδο μεταξύ 15/7/2012 μέχρι και 14/1/2015, κατά τη διάρκεια της οποίας η Ενάγουσα κατείχε και χρησιμοποιούσε την οροφή του επίδικου κτιρίου. Η Ενάγουσα με την Απάντησή της στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπισή της στην Ανταπαίτηση του Εναγόμενου, ισχυρίζεται ότι αυτός παράνομα και αντισυμβατικά με τις υποχρεώσεις του προχώρησε στην ενοικίαση της οροφής του επίδικου κτιρίου τρία χρόνια πριν τη λήξη της μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου συμφωνίας. Επαναλαμβάνει δε ότι απώλεσε την πρόσβαση στην οροφή του κτιρίου και κατ' επέκταση στις διαφημιστικές της πινακίδες οι οποίες είχαν σκοπίμως καλυφθεί κατά τρόπο που να μην γίνονται πλέον ορατές από το κοινό. Τέλος, η Ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρεται στη μεταξύ των διαδίκων ανταλλαχθείσα αλληλογραφία. Η Εναγόμενη επίσης εγείρει προδικαστική ένσταση σε σχέση με την έλλειψη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας εναντίον της. Αναφέρει δε ότι ουδέποτε συμβλήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με την Ενάγουσα. Αναφορικά με την ουσία της Υπεράσπισής της, η Εναγόμενη αναφέρει ότι περί την 1/1/2012 υπέγραψε ενοικιαστήριο έγγραφο με τον Εναγόμενο για σκοπούς χρήσης του κτιρίου ως καφετέρια. Ο τελευταίος ουδέποτε ανέφερε στην Εναγόμενη οτιδήποτε σε σχέση με την Ενάγουσα ή το οποιοδήποτε δικαίωμά της για κατοχή και χρήση της οροφής. Αντίθετα αποτελούσε ρητό και εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας ότι, η Εναγόμενη ως η μοναδική χρήστης και κάτοχος του κτιρίου θα είχε το δικαίωμα να τοποθετεί και να αναρτά πινακίδες στην οροφή του κτιρίου, όπως και έπραξε. Η Εναγόμενη είχε το δικαίωμα στη βάση της συμφωνίας ενοικίασης, να ανεγείρει και δεύτερο όροφο επί του εν λόγω κτιρίου. Αποτελεί επίσης θέση της ότι, ουδεμία υποχρέωση είχε προς την Ενάγουσα να επιτρέψει σε αυτήν πρόσβαση στην οροφή του κτιρίου και ακόμα και εάν αρνήθηκε στην Ενάγουσα την πρόσβαση, η εν λόγω άρνησή της δεν συνιστά οιανδήποτε παράβαση οποιασδήποτε νόμιμης υποχρέωσης. Η δε Ενάγουσα ουδέποτε αποτάθηκε στην Εναγόμενη ζητώντας την παροχή πρόσβασης στην οροφή του κτιρίου, είτε προφορικά είτε γραπτώς. Θέση της επίσης είναι ότι τον Μάιο του 2012 οι πινακίδες έπαυσαν να εναλλάσσονται και η Εναγόμενη είχε ενημερωθεί από τον Εναγόμενο ότι οι πινακίδες αυτές θα απομακρύνονταν. Αναφορικά με τις πινακίδες που η ίδια η Εναγόμενη τοποθέτησε, αρνείται ότι, τοποθετώντας αυτές, προέβη σε οποιαδήποτε επέμβαση επί των πινακίδων της Ενάγουσας. Αντίθετα, είναι η Ενάγουσα που επενέβη στην οροφή, αφού διατηρούσε τις πινακίδες της χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα με την Απάντησή της στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης ισχυρίζεται ότι, η τελευταία όφειλε να γνώριζε για τις πινακίδες της Ενάγουσας επί της οροφής και ότι για την απαγόρευση πρόσβασης έγινε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Οι δε πινακίδες της Ενάγουσας συνέχιζαν να λειτουργούν μέχρι και τον Μάιο του 2012. Παρά ταύτα και παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της Ενάγουσας, η Εναγόμενη ουδέποτε της επέτρεψε να έχει πρόσβαση επί της οροφής. Αντίθετα, παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, επενέβη επί των πινακίδων της τοποθετώντας παράνομα και χωρίς άδεια άλλες πινακίδες επί των πινακίδων της. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η Εναγόμενη εξέδωσε και επέδωσε ειδοποίηση προς Συνεναγόμενο σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.10 Κ. 12
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας προς τον Εναγόμενο. Της εν λόγω ειδοποίησης ακολούθησε ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων, το περιεχόμενο των οποίων συνοψίζεται αμέσως πιο κάτω. Αποτελεί ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι εάν αυτή κριθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνη για τις ισχυριζόμενες ζημιές της Ενάγουσας, τότε δικαιούται σε συνεισφορά και/ή αποζημίωση από τον Εναγόμενο. Τούτο διότι οι οποιεσδήποτε ζημιές τυχόν φανεί ότι η Ενάγουσα υπέστη, ήτο αποτέλεσμα της απατηλής, δόλιας, κακόπιστης, αμελούς, παραβατικής, παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου. Συγκεκριμενοποιεί η Εναγόμενη αναφέροντας ότι ο Εναγόμενος, ενεργώντας κατά τρόπο αμελή και/ή δόλια και με σκοπό την εξαπάτηση, παρέλειψε να αναφέρει στην Εναγόμενη ότι παραχώρησε στην Ενάγουσα δικαίωμα κατοχής και χρήσης της οροφής του κτιρίου. Κατά τον ίδιο τρόπο δε, παρέλειψε να αναφέρει ότι υπήρχε σε ισχύ για τις επίδικες πινακίδες συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου. Πριν και κατά τη σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ του Εναγόμενου και της Εναγόμενης, ο πρώτος ρητά συμφώνησε ότι η Εναγόμενη θα είχε το δικαίωμα να αναρτήσει πινακίδες σχετικές με την επιχείρησή της στην οροφή του κτιρίου, χωρίς όμως να τους αναφέρει ότι είχε παραχωρήσει δικαίωμα κατοχής και χρήσης της οροφής στην Ενάγουσα. Κατά τον ίδιο τρόπο και παραλείποντας να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το όποιο δικαίωμα της Ενάγουσας για κατοχή και χρήση της κατοχής, ο Εναγόμενος συμφώνησε ότι η Εναγόμενη θα είχε το δικαίωμα να ανεγείρει και περαιτέρω ορόφους στο κτίριο. Παρέλειψε δε κατά την επιθεώρηση του κτιρίου να αναφέρει στην Εναγόμενη ότι οι επίδικες πινακίδες βρίσκονταν σε αχρησία και/ή ήταν εκτός λειτουργίας. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι ως εκ της πιο πάνω συμπεριφοράς του Εναγόμενου υπέστη απώλεια και ζημιά για την οποία δικαιούται, μεταξύ άλλων, στην επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, αλλά και σε δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος υποχρεούται να αποζημιώσει ή να συνεισφέρει στο οποιοδήποτε τυχόν ποσό η Εναγόμενη κληθεί να καταβάλει. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία είναι η θέση του ότι η Εναγόμενη γνώριζε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας ενοικίασης η οροφή ήταν ήδη ενοικιασμένη στην Ενάγουσα από το έτος
- Είναι περαιτέρω δε η θέση του ότι, αποτελούσε όρο του ενοικιαστηρίου εγγράφου ότι η Εναγόμενη είχε δικαίωμα να τοποθετήσει πινακίδες μόνο εντός και εκτός του κτιρίου και όχι επί της οροφής, πράγμα το οποίο μπορούσε να πράξει μόνο εφόσον εξασφάλιζε τη σχετική προς τούτο άδεια από την αρμόδια αρχή. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι, πέραν από την παράνομη επέμβαση της Εναγόμενης επί της οροφής, η τελευταία προέβη και σε παράνομη τοποθέτηση πινακίδων αλλά και παράνομων προσθηκών επί του κτιρίου. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ενόψει του ότι η απαίτηση της Ενάγουσας, η ανταπαίτηση του Εναγόμενου και η διαδικασία μεταξύ συνεναγομένων ήταν μεταξύ τους συνδεδεμένες και συνυφασμένες, καθίστατο πρόσφορο και ορθό να ακουστούν μαζί. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η Ενάγουσα παρουσίασε δυο μάρτυρες, τον Χρ. Τεμπριώτη, διευθυντή της (στο εξής ο «ΜΕ1») και τον Μ. Χατζηματθαίου (στο εξής ο «ΜΕ2»). Ο ΜΕ1, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, παρουσίασε γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Α). Κατέθεσε περαιτέρω τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: Πιστοποιητικό διευθυντών και μετόχων της Ενάγουσας ημερομηνίας 2/4/2020 ως Τεκμήριο 1, δέσμη πιστοποιητικών αναφορικά με την Εναγόμενη ως Τεκμήριο 2, συμφωνία ημερομηνίας 14/7/2006 ως Τεκμήριο 3, αντίγραφα αδειών ανάρτησης διαφήμισης του Δήμου Έγκωμης για τη συνολική περίοδο από 16/2/2006 μέχρι και 13/5/2012 ως Τεκμήρια 4Α ‑ 4Ζ, αντίγραφο απόδειξης είσπραξης του Δήμου Έγκωμης με αριθμό 314745 για το ποσό των €2.562,90 ως Τεκμήριο 4Η. Αντίγραφα αδειών ανάρτησης διαφήμισης του Δήμου Έγκωμης για τη συνολική περίοδο από 22/5/2006 μέχρι και 21/5/2010 ως Τεκμήρια 5Α ‑ 5Δ, αντίγραφο απόδειξης του Δήμου Έγκωμης με αριθμό 314746 για το ποσό των €341,72 ως Τεκμήριο 5E, επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 9/5/2012 ως Τεκμήριο 6, αντίγραφο επιστολής του Εναγόμενου ημερομηνίας 21/6/2012 ως Τεκμήριο 7, επιστολή ημερομηνίας 29/5/2012 με αποδεικτικό αποστολής τηλεομοιότυπου ως Τεκμήριο 8, δέσμη 11 φωτογραφιών με ξεχωριστή αρίθμηση Α ‑ Κ ως Τεκμήριο 9, πρωτότυπη επιστολή του Εναγόμενου ημερομηνίας 31/5/2012 ως Τεκμήριο 10, επιστολή ημερομηνίας 27/6/2012 με αποδεικτικό αποστολής με τηλεομοιότυπο ως Τεκμήριο 11, αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1/1/2012 ως Τεκμήριο 12, δέσμη τριών φωτογραφιών ως Τεκμήριο 13 με ξεχωριστή αρίθμηση Α, Β, Γ, συμφωνίες διαφήμισης μεταξύ της Ενάγουσας και τρίτων εταιρειών, τέσσερις στο σύνολο, ως Τεκμήρια 14Α ‑ 14Δ, αντίγραφο επιστολής του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 3/12/2014 ως Τεκμήριο 15, αντίγραφο επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 13/1/2012 ως Τεκμήριο 16, αντίγραφο βεβαίωσης καταγγελίας θύματος ημερομηνίας 21/9/2021 ως Τεκμήριο
- Παρεμβάλλω επίσης ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 18Α αντίγραφο κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης 1483/
- Σημειώνω επίσης στο σημείο αυτό ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 διεκόπη αφότου αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου και πριν να αντεξεταστεί από τον συνήγορο της Εναγόμενης, διότι υπεβλήθη αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης από πλευράς της Ενάγουσας. Η αίτηση, κατόπιν ακρόασης, εγκρίθηκε και στις 22/11/2021 εκδόθηκε Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Ως εκ τούτου, ενώ οι παράγραφοι 10, 11 και 12 του Εγγράφου Α, είχαν αρχικά κριθεί ως εκ εκτός δικογράφων με αποτέλεσμα να μην ληφθούν υπόψη, με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, οι εν λόγω παράγραφοι καλύπτονταν πλέον από τα δικόγραφα και επιτράπηκε η συμπερίληψή τους στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του ΜΕ
- Με τη σύμφωνη δε γνώμη όλων των συνηγόρων και αφού συμπληρώθηκε η καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων, η μαρτυρία του ΜΕ1 συνέχισε με την εκ νέου κυρίως εξέτασή του και αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγόμενου σε σχέση με τη μαρτυρία του που άπτετο των τροποποιήσεων που εγκρίθηκαν. Ακολούθησε δε η αντεξέτασή του από τον συνήγορο της Εναγόμενης επί όλων των πτυχών της μαρτυρίας του. Προχωρώντας, σημειώνω ότι ο ΜΕ1 στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του αναφέρθηκε στην ιδιότητά του ως διευθυντή της Ενάγουσας και στις δραστηριότητές της, καθώς επίσης και στην ιδιότητα του Εναγόμενου ως ιδιοκτήτη του κτιρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και της Εναγόμενης ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και τις δικές της δραστηριότητες. Ο ΜΕ1 ακολούθως αναφέρθηκε στα όσα η συμφωνία της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο ημερομηνίας 14/7/2016 (Τεκμήριο 3) διελάμβανε και τους όρους της. Αποτέλεσε θέση του ότι η Ενάγουσα πάντοτε συμμορφωνόταν με τις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τον Εναγόμενο μέχρι και τον Ιούλιο του 2012 και η συνεργασία τους συνεχίστηκε μέχρι και τις αρχές Ιανουαρίου
- Περί τις αρχές του εν λόγω μήνα, οι συνεργάτες της Ενάγουσας οι οποίοι μετέβηκαν στο επίδικο κτίριο με σκοπό να αντικαταστήσουν τις υφιστάμενες διαφημιστικές πινακίδες, εμποδίστηκαν από πρόσωπο που βρισκόταν στον χώρο από το να ανέβουν στην οροφή του κτιρίου. Όταν δε ο ΜΕ1 ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό, μίλησε με πρόσωπο το οποίο, όπως του είχε αναφέρει, ενεργούσε εκ μέρους της Εναγόμενης, και ο οποίος του ανέφερε ότι εάν δεν μετακινούσε η Ενάγουσα τις πινακίδες της αυτές θα εξαφανίζονταν. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο ΜΕ1 αποτάθηκε στους δικηγόρους της Ενάγουσας οι οποίοι ενημέρωσαν σχετικά τον Εναγόμενο ιδιοκτήτη του κτιρίου. Παράλληλα δε ο ΜΕ1 προέβη και σε αναφορά του επίδικου περιστατικού στον οικείο Αστυνομικό Σταθμό. Ο Εναγόμενος τίποτα δεν έπραξε, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να συνεχίζει να εμποδίζει την Ενάγουσα από το να εισέρχεται στην οροφή του κτιρίου. Η Εναγόμενη ακολούθως προέβη σε διάφορες εργασίες ανακαίνισης, ως αποτέλεσμα των οποίων προκλήθηκαν ζημιές στις καλωδιώσεις των επίδικων πινακίδων οι οποίες σταμάτησαν να εναλλάσσονται και δεν λειτουργούσαν ούτε οι προβολείς που τις φώτιζαν. Περί τις 28/5/2012 ενώ ο ΜΕ1 περνούσε από την οδό που βρίσκεται το επίδικο κτίριο, παρατήρησε ότι οι πινακίδες της Ενάγουσας δεν ήταν πλέον ορατές, αφού μπροστά τους βρισκόντουσαν δυο διαφημιστικές πινακίδες της Εναγόμενης. Ειδοποίησε προς τούτο τους δικηγόρους της Ενάγουσας οι οποίοι με επιστολή τους ημερομηνίας 29/5/2012 τερμάτισαν τη συμφωνία ημερομηνίας 14/7/
- Ο ΜΕ1 ακολούθως αναφέρθηκε στη μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία η οποία ακολούθησε, αλλά και στη ζημιά που η Ενάγουσα υπέστη η οποία σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ανέρχεται στο ποσό των €78.879,30, το οποίο ήταν και το κέρδος που η Ενάγουσα θα είχε από τις διαφημιστικές πινακίδες της για την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου 2012 μέχρι και το
- Η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι η Ενάγουσα δικαιούται στην είσπραξη του πιο πάνω ποσού από τους Εναγόμενους διότι, ο μεν Εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, ενώ η Εναγόμενη παράνομα τοποθέτησε τις πινακίδες της πάνω από αυτές της Ενάγουσας χωρίς να έχει οποιαδήποτε νόμιμη άδεια προς τούτο και εν τέλει μετακίνησε τις πινακίδες της Ενάγουσας χωρίς η τελευταία να γνωρίζει πού αυτές βρίσκονται σήμερα. O ME1 αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου σε σχέση με τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των διαδίκων στη βάση της συμφωνίας (Τεκμήριο 3) καθώς και τις ενέργειες της Ενάγουσας μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και ειδικότερα σε σχέση με την υποχρέωσή της να μετακινήσει τις πινακίδες. Επί τούτου, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η μετακίνηση των πινακίδων ήταν ανέφικτη διότι αφενός οι πινακίδες της Εναγόμενης είχαν στερεωθεί πάνω σε αυτές της Ενάγουσας και αφετέρου επειδή της είχε απαγορευτεί η πρόσβαση στην οροφή. Αναφορικά με τις πινακίδες ανέφερε ότι «αγνοείται η τύχη τους» και ότι το συνεργείο, μετά τις απειλές που δέχθηκε δεν τολμούσε να ξανά πάει στο κτίριο. Αντεξετάστηκε δε περαιτέρω σε σχέση με τα μέτρα τα οποία έλαβε όταν προέκυψαν τα προβλήματα με τους Εναγόμενους. Αναφορικά με την υποχρέωση, βάσει του Τεκμηρίου 3, για την εγκατάσταση μετρητή και πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είχε λεχθεί από τον Εναγόμενο ότι το ρεύμα θα ήταν δωρεάν αφού θα περιλαμβανόταν στο ποσό του ενοικίου το οποίο ήταν ήδη πολύ ψηλό. Αντεξετάστηκε επίσης ο ΜΕ1 σε σχέση με τις αξιούμενες αποζημιώσεις και τον τρόπο υπολογισμού τους. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο της Εναγόμενης, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι το παράπονο της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης είναι ότι αφενός δεν της επέτρεψε την πρόσβαση στην οροφή τον Ιανουάριο του 2012 και αφετέρου ότι μεταγενέστερα κάλυψε και επενέβη στις πινακίδες της. Επανέλαβε δε ότι το δικαίωμα της Ενάγουσας ήταν δικαίωμα να τοποθετεί τις πινακίδες και διαφημίσεις της. Δεν είχε οποιαδήποτε συμφωνία η Ενάγουσα με την Εναγόμενη. Η μοναδική συμφωνία της Ενάγουσας ήταν με τον Εναγόμενο στον οποίο και πλήρωνε τα σχετικά δικαιώματα. Ερωτηθείς δε γιατί δεν προχώρησε σε καταγγελία εναντίον του προσώπου που ανέφερε ότι τον απείλησε τον Ιανουάριο του 2012, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν προέβη σε καταγγελία ή εάν ζήτησε απλά την καταγραφή του περιστατικού. Αναφορικά με τις ζημιές των καλωδιώσεων, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι τα καλώδια έλειπαν όταν ανέβηκε στο διπλανό κτίριο για να εξετάσει τις πινακίδες εξ αποστάσεως. Δεν έβγαλε όμως οποιεσδήποτε φωτογραφίες τότε. Επέμεινε δε στη θέση του ότι οι πινακίδες ήταν ηλεκτροδοτημένες και εναλλάσσονταν μέχρι και τις αρχές Μαΐου
- Στο πλαίσιο της αντεξέτασης αμφισβητήθηκε έντονα ο ισχυρισμός του ΜΕ1 περί επέμβασης των πινακίδων της Εναγόμενης επί των πινακίδων της Ενάγουσας καθώς και η θέση του ΜΕ1 ότι οι φωτογραφίες (Τεκμήριο 9) επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ότι δηλαδή οι πινακίδες της ήταν κολλημένες με αυτές της Εναγόμενης. Αναφορικά δε με τα επεισόδια που εκτυλίχθηκαν τον Ιανουάριο του 2012 ο ΜΕ1 χαρακτήρισε την κατάσταση εκρηκτική λέγοντας ότι δεχόταν απειλές και εκβιασμούς. Λόγω ακριβώς αυτής της έντονης κατάστασης δεν επεδίωξε να πιάσει τις πινακίδες. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι μετά τον τερματισμό της συμφωνίας με τον Εναγόμενο δεν ζητήθηκε η ανανέωση της άδειας ανάρτησης καθότι κάτι τέτοιο θα ήταν εκ των πραγμάτων ανούσιο. Στις 28/5/2012 δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια ανάρτησης των πινακίδων. Επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο ΜΕ2 ο οποίος, με γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Β), ανέφερε ότι διατηρεί εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στην τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων και συνεργάζεται με την Ενάγουσα ως αποκλειστική συνεργάτιδά της για την τοποθέτηση και αντικατάσταση διαφημιστικών αφισών και συντήρηση πινακίδων και μηχανισμών. Περί τις αρχές του 2012 ειδοποιήθηκε από τον ΜΕ1 ούτως ώστε να μεταβεί στο επίδικο κτίριο για να αντικαταστήσει τις διαφημιστικές αφίσες σε δυο πινακίδες της Ενάγουσας που βρίσκονταν στην οροφή του κτιρίου. Αρμόδιο συνεργείο της εταιρείας μετέβη στον χώρο στις 5/1/2012 για να εκτελέσει την εργασία, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να αντικαταστήσει τις διαφημίσεις αφού τους απαγορεύτηκε να ανέβουν στην οροφή. Ενημέρωσε σχετικά τον ΜΕ1 προτρέποντας τον να μιλήσει απευθείας με τον υπεύθυνο του συνεργείου του ο οποίος βρισκόταν στον χώρο. Ενημερώθηκε ακολούθως τόσο από τον υπεύθυνο του συνεργείου, όσο και από τον ΜΕ1, ότι δεν κατέστη δυνατή η αντικατάσταση των διαφημιστικών πινακίδων την εν λόγω ημερομηνία. Ο ΜΕ2 έστειλε εκ νέου συνεργείο μεταξύ 5/1/2012 και 13/1/2012, πλην όμως και πάλι δεν τους επιτράπηκε να ανέβουν στην οροφή του κτιρίου. Μέχρι και τον Μάιο του 2012 ο ίδιος προσωπικά μετέβη άλλες δυο φορές ούτως ώστε να αντικαταστήσει τις πινακίδες, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις του απαγορεύτηκε η πρόσβαση στην οροφή. Περί τις αρχές Μαΐου ειδοποιήθηκε ότι θα πρέπει να μεταβεί εκ νέου στον χώρο γιατί οι πινακίδες έπαυσαν να λειτουργούν. Τότε παρατήρησε ότι τα καλώδια ηλεκτρικού ρεύματος είχαν αφαιρεθεί, ενώ απουσίαζαν και οι προβολείς. Περί το τέλος του ίδιου μήνα ενημερώθηκε ότι οι πινακίδες της Ενάγουσας είχαν καλυφθεί από πινακίδες τρίτου προσώπου. Προς τούτο μετέβη εκ νέου στον χώρο για να εξετάσει κατά πόσο μπορούσαν να αφαιρεθούν οι πινακίδες της Ενάγουσας και παρατήρησε ότι οι πινακίδες της «Segafredo» ήταν ενωμένες με αυτές της Ενάγουσας. Για να τις μετακινούσε θα έπρεπε να επέμβει επί των πινακίδων της Εναγόμενης. Έμεινε στον χώρο για μερικά λεπτά, οπότε και ο φύλακας του χώρου του ζήτησε να κατέβει. Το καλοκαίρι του 2018, ο ΜΕ2 ειδοποιήθηκε από τον ΜΕ1 ότι είχαν εντοπιστεί οι πινακίδες της Ενάγουσας σε συγκεκριμένη βιομηχανική περιοχή. Πήγαν μαζί στον χώρο όπου και παρατήρησε ότι οι πινακίδες ήταν ενωμένες με τις βάσεις τους και υπήρχαν ηλεκτροκολλημένα σίδερα επί των βάσεών τους. Δεν παρέλαβαν όμως τις πινακίδες τότε. Στις 7/4/2022 ειδοποιήθηκε από τον ΜΕ1 να μεταβεί στον ίδιο χώρο για να παραλάβει τις πινακίδες. Φθάνοντας στον χώρο, παρατήρησε ότι τόσο οι πινακίδες της Ενάγουσας όσο και οι πινακίδες της Εναγόμενης δεν ήταν ενωμένες πλέον στις βάσεις τους αλλά ήταν ακουμπημένες στο έδαφος η μια πάνω από την άλλη. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 19 με αρίθμηση 1 - 19 δέσμη φωτογραφιών που ελήφθηκαν κατά την 7/4/
- Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγόμενου ο ΜΕ2 ανέφερε ότι πινακίδες όπως οι επίδικες έχουν ένα ετήσιο κόστος συντήρησης. Αναφορικά με τα γεγονότα του Ιανουαρίου 2012, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι στις 5/1/2012 το συνεργείο του απειλήθηκε και στις 13/1/2012 όταν μετέβηκε ξανά το συνεργείο του στο κτίριο, ο φύλακας που βρισκόταν εκεί δεν τους άφησε να ανέβουν και αυτοί αποχώρησαν. Αναφορικά με τις περιπτώσεις που ο ίδιος μετέβη στο κτίριο, ανέφερε ότι πήγε στις αρχές Μαΐου 2012 για να δει γιατί δεν δούλευαν οι πινακίδες και περί το τέλος του ίδιου μήνα για να δει εάν ήταν δυνατό να αφαιρεθούν. Την πρώτη φορά δεν υπήρχε φύλακας ενώ τη δεύτερη φορά υπήρχε και όταν τον είδε του ζήτησε να αποχωρήσει, κάτι το οποίο ο ΜΕ2 έπραξε. Αναφορικά με την επιθεώρηση των πινακίδων το 2018, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα ψαλίδια ήταν συνδεδεμένα με τις πινακίδες, σε αντίθεση με το 2022 όταν ξανά είδε τις πινακίδες και δεν ήταν συνδεδεμένα σε αυτές τα ψαλίδια. Θέση του ήταν ότι η ύπαρξη της πινακίδας του Segafredo μπροστά από την πινακίδα της Ενάγουσας, σε απόσταση 20 εκατοστών, καθιστούσε αδύνατη την αφαίρεση της τελευταίας χωρίς να υπάρξει επέμβαση στην πρώτη. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγόμενης, ο ΜΕ2 επέμεινε ότι το συνεργείο του απειλήθηκε τον Ιανουάριο του
- Ο ίδιος όμως μετέβη στο κτίριο και ανέβηκε στην οροφή δύο φορές τον Μάιο του 2012 αφού έλαβε σχετικές οδηγίες από τον ΜΕ
- Θέση του ήταν ότι όταν είδε από κοντά τις πινακίδες διαπίστωσε ότι οι πινακίδες της Ενάγουσας ήταν κολλημένες με αυτές της Εναγόμενης στο κάτω μέρος τους. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ2, δηλώθηκε από πλευράς Ενάγουσας ότι δεν θα προσέφερε οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Ακολούθησε η μαρτυρία του Εναγόμενου ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Αναφορικά με την έγγραφη μαρτυρία που ο Εναγόμενος παρουσίασε, σημειώνω ότι ο προσκόμισε ως Τεκμήριο 20 αποτελέσματα έρευνας στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Εναγόμενη, αντίγραφο γραπτής συγκατάθεσής του ημερομηνίας 2/4/2012 ως Τεκμήριο 21, αντίγραφο επιστολής του Δήμου Έγκωμης προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 11/6/2012 ως Τεκμήριο 22, αντίγραφο επιστολής του συνηγόρου του προς τους συνηγόρους της Ενάγουσας ημερομηνίας 12/1/2022 ως Τεκμήριο 23 και αντίγραφο της επιστολής των συνηγόρων της Ενάγουσας προς τον συνήγορο του Εναγόμενου ημερομηνίας 10/2/2022 ως Τεκμήριο
- Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο Εναγόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ήταν ο ιδιοκτήτης του επίδικου κτιρίου και δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 14/7/2006 συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως παραχωρήσει σε αυτήν άδεια για να τοποθετήσει δυο διαφημιστικές πινακίδες στην οροφή του κτιρίου. Ανάφερε δε περαιτέρω ότι, για την Ενάγουσα μιλούσε πάντα με τον ΜΕ
- Το κτίριο ήταν ενοικιασμένο από το 2011 σε κάποιον Κώστα Χριστοδούλου, χωρίς όμως ο Εναγόμενος να είναι σε θέση να δηλώσει κατά πόσο ήταν ενοικιασμένο στο εν λόγω πρόσωπο προσωπικά ή σε κάποια εταιρεία του. Η Ενάγουσα σύμφωνα με τα όσα η συμφωνία Τεκμήριο 3 διαλάμβανε, είχε την υποχρέωση να εγκαταστήσει ξεχωριστό μετρητή ηλεκτρικού ρεύματος. Μέχρις ότου επισυνέβαινε αυτό, ο Εναγόμενος θα έδινε στην Ενάγουσα ηλεκτρικό ρεύμα και η τελευταία θα πλήρωνε το κόστος το οποίο θα υπολογιζόταν με ειδικό μετρητή. Ουδέποτε όμως διευθέτησε την εγκατάσταση χωριστού ειδικού μετρητή η Ενάγουσα. Σύμφωνα με τη συμφωνία τους, η Ενάγουσα είχε δικαίωμα διόδου στο κτίριο και την οροφή του μέσω των πλαϊνών διαδρόμων αριστερά και πίσω από το κτίριο, αλλά και από τον δρόμο μπροστά και δεξιά του κτιρίου. Καθ' όλη τη διάρκεια του 2011, ο ΜΕ1 είχε προστριβές με τον ενοικιαστή του κτιρίου για το θέμα της οροφής και του ηλεκτρικού ρεύματος. Μεσολαβούσε συνεπώς ο Εναγόμενος για να μπορεί ο ΜΕ1 να ανεβαίνει στην οροφή και να αντικαθιστά τις διαφημίσεις των πινακίδων του. Πριν το τέλος του 2011 ο Εναγόμενος συμφώνησε με την Εναγόμενη να καταρτίσουν συμφωνία ενοικίασης του κτιρίου η οποία θα ξεκινούσε τον Ιανουάριο του
- Ενημέρωσε προς τούτο σχετικά τον ΜΕ1 αναφέροντας του ότι πρέπει να τοποθετήσει ξεχωριστό μετρητή. Μάλιστα τον Απρίλιο του 2012 ο ΜΕ1 ζήτησε από τον Εναγόμενο όπως του υπογράψει διάφορα έγγραφα μεταξύ των οποίων και η συγκατάθεση για την τοποθέτηση ξεχωριστού μετρητή. Ήταν σε γνώση του Χριστοδούλου και της Εναγόμενης εταιρείας ότι στην οροφή του κτιρίου η Ενάγουσα είχε δυο πινακίδες εγκαταστημένες. Αρνήθηκε ο Εναγόμενος ότι ενήργησε καθ' οιονδήποτε τρόπο δόλια ή παραπλανητικά. Με την έναρξη της ενοικίασης του κτιρίου προς την Εναγόμενη, η τελευταία ξεκίνησε διάφορες οικοδομικές εργασίες χωρίς όμως να τηρεί τους όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου ή να έχει λάβει συγκατάθεση του Εναγόμενου και άδεια από τις αρμόδιες αρχές. Στη βάση δε των όσων αναφέρονται στο μεταξύ τους ενοικιαστήριο έγγραφο, η Εναγόμενη γνώριζε για την άδεια της Ενάγουσας και την ύπαρξη των πινακίδων της. Ανάφερε ο Εναγόμενος ότι ο Χριστοδούλου και οι υπαλλήλοι του δεν επέτρεπαν στην Ενάγουσα να μεταβεί στην οροφή και προς τούτο προέκυπταν συνέχεια προβλήματα, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο Εναγόμενος να μεσολαβεί για να μπορεί η Ενάγουσα να αντικαθιστά τις διαφημίσεις της. Είναι η θέση του ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε στις ενέργειες της Εναγόμενης. Αναφέρθηκε ακολούθως ο Εναγόμενος στη μεταξύ του και της Ενάγουσας ανταλλαχθείσα αλληλογραφία, αλλά και στην οφειλή που διεκδικεί ανταπαιτητικά εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό των €20.
- Το εν λόγω ποσό αποτελείται από έξι πληρωμές για την άδεια χρήσης των δυο πινακίδων για το ποσό των €3.399 έκαστη μέχρι και το
- Τέλος, σε σχέση με τη διαδικασία συνεναγόμενου, αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι της Εναγόμενης. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι επικοινώνησε μαζί του η αστυνομία στις 13/1/2012 σχετικά με τη διαφορά της Ενάγουσας με την Εναγόμενη οπότε και ο Εναγόμενος ανέφερε ότι υπάρχει υπόθεση στο Δικαστήριο και δεν μπορούσε να επέμβει στη διαδικασία. Του ΜΕ1 του είπε να προχωρήσει με αγωγή και να ζητήσει σχετικό διάταγμα, πλην όμως ουδέποτε το έπραξε. Ο ίδιος ο Εναγόμενος όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για τα προβλήματα της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την Ενάγουσα ή με την Εναγόμενη. Το παράπονο της Ενάγουσας, ότι δηλαδή αυτή δεν μπορούσε να βγει στην οροφή, δεν τον αφορούσε. Ήταν δηλαδή η θέση του ότι δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να φροντίζει ότι η Ενάγουσα θα έβγαινε στην οροφή του κτιρίου. Αναφορικά με την απαίτησή του για να ενοίκια, ήταν η θέση του ότι από τη στιγμή που δεν σήκωσε τις πινακίδες της, οι οποίες παρέμειναν στην οροφή, η Ενάγουσα όφειλε να τον πληρώσει. Επέμεινε ότι παρά την υποχρέωσή της η Ενάγουσα ουδέποτε τοποθέτησε μετρητή ως ήταν η υποχρέωσή της, με αποτέλεσμα να επωφελείται ηλεκτρικού ρεύματος χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Τέλος, ήταν η θέση του ότι τα προβλήματα της Ενάγουσας με τους ενοικιαστές προϋπήρχαν και απλά «αγρίεψαν» το 2012 διότι η Ενάγουσα δεν τοποθέτησε ξεχωριστό μετρητή. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγόμενης, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι η Εναγόμενη γνώριζε για τη συμφωνία του με την Ενάγουσα αφού της το είχε τονίσει επανειλημμένα και γι' αυτό υπήρχαν και οι όροι 14 και 17 στο Τεκμήριο
- Θέση του επίσης ήταν ότι δεν χρειαζόταν να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στο Τεκμήριο 12 για τη συμφωνία του με την Ενάγουσα διότι αναφερόταν στο εν λόγω τεκμήριο ότι για να τοποθετήσει πινακίδες η Εναγόμενη χρειαζόταν την άδεια του Εναγόμενου. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενου. Ακολούθησε η προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς Εναγόμενης, η οποία κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρά της τον Θ. Χατζηγιαννακού, διευθυντή της (στο εξής ο «ΜΥ1») ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Δ). Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην εγγραφή και στις δραστηριότητες της Εναγόμενης καθώς και στο ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 1/1/2012 (Τεκμήριο 12). Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι πριν τη σύναψη του ενοικιαστηρίου επιθεώρησε το κτίριο, τόσο εξωτερικά, όσο και εσωτερικά και η παρουσία δυο μεγάλων πινακίδων ήταν ευδιάκριτη. Του είχε φανεί ότι αυτές βρίσκονταν σε αχρησία αφού τα φυλλαράκια τους ήταν ανοικτά και δεν εναλλάσσονταν, κάτι το οποίο του επιβεβαίωσε και ο Εναγόμενος ο οποίος του ανέφερε ότι δεν ετύγχαναν πλέον χρήσης. Η οροφή του κτιρίου αποτελούσε μέρος του χώρου που ενοικιάστηκε στην Εναγόμενη και κατ' επέκταση τον χώρο αυτό τον κατείχε και τον έλεγχε η Εναγόμενη εταιρεία. Ήταν φυσικό να θέλει η Εναγόμενη να τοποθετήσει τις δικές της πινακίδες για την επιχείρησή της, πράγμα το οποίο ανέφεραν στον Εναγόμενο, ο οποίος δεν τους ανέφερε ότι οι πινακίδες που ήδη βρίσκονταν εκεί χρησιμοποιούνταν και ότι υπήρχε σε ισχύ η συμφωνία άδειας χρήσης με την Ενάγουσα. Εάν η Εναγόμενη το γνώριζε, δεν θα ενοικίαζε το κτίριο. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι εμποδίστηκε από το να είχε πρόσβαση στην οροφή, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ούτε η Εναγόμενη αλλά ούτε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους της έπραξαν οτιδήποτε, αφού η Εναγόμενη ήταν η αποκλειστική και νόμιμη ένοικος και κάτοχος του κτιρίου, περιλαμβανομένης και της οροφής. Αρνήθηκε ότι υπήρχε οποιαδήποτε συνεννόηση με την Ενάγουσα για την παροχή ρεύματος ή ότι εν πάση περιπτώσει ανέλαβε οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση η θέση του ήταν ότι, αφ' ης στιγμής η Ενάγουσα δεν είχε δικό της μετρητή, δεν νοείται να έχει παράπονο από την Εναγόμενη ότι η τελευταία δεν της έδινε ρεύμα. Ήταν επίσης θέση του ότι ουδέποτε επενέβη η Εναγόμενη στις πινακίδες της Ενάγουσας, αφού οι δικές της πινακίδες ουδέποτε ενσωματώθηκαν, κολλήθηκαν ή στηρίχτηκαν πάνω στις πινακίδες της Ενάγουσας. Αντίθετα, τοποθετήθηκαν μπροστά από αυτές χωρίς να υπάρχει σε κανένα σημείο οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους. Ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός προς τούτο ο ΜΥ1 κατόπιν νομικής συμβουλής, αλλά και για να είναι δυνατή η απομάκρυνση των πινακίδων της Ενάγουσας. Ανέμενε δε η Εναγόμενη ότι σε κάποια στιγμή είτε η Ενάγουσα, είτε ο Εναγόμενος, θα επικοινωνούσαν μαζί της για να διευθετηθεί η απομάκρυνση των πινακίδων. Παρουσίασε ο μάρτυρας ως Τεκμήρια 25Α ‑ 25E δέσμη με αριθμό φωτογραφιών της οροφής του κτιρίου. Στη βάση αυτού του τεκμηρίου ήταν η θέση του ότι επιβεβαιώνεται ότι καμία επαφή υπήρξε μεταξύ των πινακίδων. Αναγνώρισε και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 18, το προηγουμένως κατατεθέν ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση 18Α, κατηγορητήριο. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας όπως αυτοί προωθήθηκαν από τους μάρτυρές της περί συγκόλλησης των πινακίδων μεταξύ τους. Τέλος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι, ενώ η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να μετακινήσει τις πινακίδες, ουδέποτε το έπραξε και ουδέποτε επικοινώνησε ή επέδειξε οποιονδήποτε ενδιαφέρον προς τούτο. Αντίθετα, εγκατέλειψε τις πινακίδες της στην οροφή χωρίς να ενδιαφερθεί καθόλου και δεν είχε καν τις απαιτούμενες άδειες για τις εν λόγω πινακίδες, για τη μεν μια πινακίδα από τις 15/2/2012, ενώ για την άλλη από τις 21/5/
- Θα έπρεπε γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο να τις είχε απομακρύνει από την οροφή. Αντίθετα, ήταν η Εναγόμενη που εν τέλει διώχθηκε ποινικά για τις πινακίδες της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα αυτές να μετακινηθούν σε ασφαλή χώρο από τον οποίο εν τέλει η Ενάγουσα τις παρέλαβε. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι από το Τεκμήριο 25 προκύπτει ότι δεν ακούμπησε η Εναγόμενη τις πινακίδες της Ενάγουσας. Αναφορικά με το καθεστώς του επίδικου κτιρίου, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι αυτό ενοικιαζόταν από κάποιον Κ. Χριστοδούλου ο οποίος το πρότεινε στην εταιρεία και ακολούθως υπογράφτηκε η συμφωνία. Ο Χριστοδούλου ήταν κατά τον εν λόγω χρόνο ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης. Δεν συμπεριλήφθηκε οποιοσδήποτε όρος για τη μετακίνηση των πινακίδων της Ενάγουσας διότι ο Εναγόμενος τους ανέφερε ότι αυτές βρίσκονταν σε αχρησία και θα μετακινούνταν. Δεν γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης τους. Η θέση του ήταν ότι οι πινακίδες δεν λειτουργούσαν από τον Ιανουάριο του 2012 και ήταν ανοιχτές. Η Εναγόμενη κανένα λόγο δεν είχε να κόψει καλώδια. Εάν ήθελε να κόψει το ρεύμα των πινακίδων μπορούσε να σβήσει τον διακόπτη. Σχετικά με τις φωτογραφίες που παρουσίασε (Τεκμήριο 25), ο ΜΥ1 ανέφερε ότι αυτές λήφθηκαν τον Μάιο του
- Η Εναγόμενη πληροφορήθηκε για το παράπονο της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο και η θέση της ήταν ότι επρόκειτο για διαφορά μεταξύ τους αφού η Εναγόμενη καμία συμφωνία δεν είχε με την Ενάγουσα. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της αντεξέτασης του από το συνήγορο της Ενάγουσας, ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εγνώριζε ότι έγιναν προσπάθειες από συνεργείο περίπου τρεις φορές για να αλλάξουν τις διαφημίσεις των πινακίδων. Δεν ήταν ο ίδιος εκεί αλλά ενημερώθηκε σχετικά. Δεν επιτράπηκε η πρόσβαση για την αλλαγή των πινακίδων διότι αυτές βρίσκονταν σε αχρησία, δεν είχαν ρεύμα, δεν είχαν μετρητή και δεν είχαν γεννήτρια. Δεν υπήρχε λόγος, κατά τον ΜΥ1 να δοθεί άδεια σε συνεργείο να ανέβει στην πλάκα της οροφής της καφετέριας της Εναγόμενης. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ΜΥ1 αναφέρθηκε ότι ένας εκ των μετόχων της Εναγόμενης ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, και ο Χριστοδούλου, προηγούμενος ενοικιαστής του κτιρίου. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 από τον συνήγορο του Εναγόμενου, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι πριν να υπογραφεί η σύμβαση, ήτοι πριν την 1η Οκτωβρίου, ανέβηκαν στην οροφή και οι πινακίδες δεν λειτουργούσαν. Δεν υπήρχε ξεχωριστός μετρητής για τις πινακίδες. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεών τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Έχω διεξέλθει του περιεχομένου των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων. Ειδική αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται κατωτέρω, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Κατά την ακρόαση, προέκυψε ότι, μεταξύ άλλων, οι αντίστοιχες ιδιότητες κάθε διαδίκου, η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών (Τεκμήρια 3 και 12) καθώς και οι όροι αυτών, δε ετέθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο εν αμφιβόλω. Συνεπώς, βάσει των παραδοχών που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και στη βάση της μη αμφισβητούμενης προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο και είναι κατά συνέπεια παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την προώθηση και πώληση εσωτερικών και εξωτερικών διαφημίσεων σε πινακίδες. Ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ο ιδιοκτήτης του επίδικου κτιρίου το οποίο βρίσκεται στην Έγκωμη της επαρχίας Λευκωσίας. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία καφεστιατορίων. Με συμφωνία ημερομηνίας 14/7/2006, ο Εναγόμενος, συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως παραχωρήσει σε αυτήν «. άδεια για τοποθέτηση στην οροφή του Ακινήτου 2 (δύο) διαφημιστικαί πινακίδαι ή συσκευαί (περιλαμβανομένων συσκευών tri-vision και ηλεκτρονικών ή άλλων οθόνων) επί των οποίων ο Διαφημιστής θα δικαιούται όπως τοποθετεί ή προβάλλει έναντι αμοιβής ή άλλως, διαφημίσεις, αγγελίες ή ανακοινώσεις οποιουδήποτε προσώπου.». Περαιτέρω, μεταξύ άλλων όρων, η συμφωνία ημερομηνίας 14/7/2006 περιλάμβανε και τους ακόλουθους όρους: «3.
- Η παραχωρούμενη με την παρούσα άδεια θα ισχύει για περίοδο 3 ετών αρχομένης από την ημερομηνία εξασφάλισης των σχετικών αδειών ή κατά οποιαδήποτε προηγούμενη ημερομηνία ο Διαφημιστής ήθελε επιλέξει και ειδοποιήσει προς τούτο τον Ιδιοκτήτη. Κατά τη λήξη της αρχικής περιόδου των 3 ετών ως ανωτέρω, η παρούσα θα ανανεώνεται αυτομάτως για μία ή δύο περαιτέρω τριετής περιόδους εκτός εάν ο Διαφημιστής ήθελε δώσει 6 τουλάχιστον μήνες προ την ενάρξεως οποιασδήποτε τέτοιας τριετούς περιόδου ειδοποίηση για μη ανανέωση της παρούσας», «9.0 O Ιδιοκτήτης συμφωνεί και αναλαμβάνει όπως από την υπογραφή της συμφωνίας και καθόλη την διάρκεια της παρούσας μη τοποθετήσει ή παραχωρήσει οποιαδήποτε άδεια ή δικαιώματα για τοποθέτηση άλλων διαφημιστικών πινακίδων στην οροφή του Ακινήτου.», «
- Συμφωνείται και διευκρινίζεται ότι για σκοπούς ηλεκτροδότησης ή και φωτισμού της συσκευής ή πινακίδας ο Διαφημιστής θα μπορεί να μεριμνήσει με την Α.Η.Κ. για τοποθέτηση ξεχωριστού μετρητή επ' ονόματι του χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση του Ιδιοκτήτη έναντι της Α.Η.Κ. Ο Ιδιοκτήτης θα δώσει προς τούτο οποιαδήποτε τυχόν αναγκαία συγκατάθεση, εξουσιοδότηση ή αίτηση. Αν και μέχρις ότου ο Διαφημιστής εξασφαλίσει την ηλεκτροδότηση της συσκευής ή πινακίδας μέσω ξεχωριστού μετρητή ως ανωτέρω, ο Ιδιοκτήτης θα είναι υπόχρεος να παρέχει την αναγκαία ηλεκτροδότηση και ο Διαφημιστής θα καταβάλλει προς αυτόν τα αναλογούντα έξοδα κατανάλωσης ως θα καταγράφονται από ειδικό μετρητή.» Προκύπτει επίσης, ως κοινώς αποδεκτό και αδιαμφισβήτητο γεγονός μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου ότι η μεταξύ τους συμφωνία (Τεκμήριο 3) ήταν ανανεωμένη μέχρι και την 14/7/2015 (βλ. σχετικές αναφορές στα Τεκμήρια 8 και 15), οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν. Με συμφωνία ημερομηνίας 1/1/2012, ο Εναγόμενος συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως ενοικιάσει σε αυτήν το επίδικο κτίριο για διάστημα δέκα ετών, από 1/1/2012 μέχρι 31/12/
- Περαιτέρω, μεταξύ άλλων όρων, η συμφωνία ημερομηνίας 1/1/2012 περιλάμβανε και τους ακόλουθους όρους: «
- Επαναλαμβάνεται ότι ο ενοικιαστής έχει σαφή γνώση του ενοικιαζόμενου και το έχει εξετάσει και βρίσκει αυτό σε καλή κατάσταση και της τελείας αρεσκείας του. Συμφωνείται ότι οιαδήποτε άλλη προσθήκη ή τροποποίηση και ή αλλαγή στο ενοικιαζόμενο γίνεται μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη την οποία ο ιδιοκτήτης δεν θα αρνείται εκτός εάν συντρέχουν αποδεδειγμένοι σοβαροί λόγοι προς τούτο.» «
- Ο Ενοικιαστής θα έχει δικαίωμα να τοποθετεί και ή να αναρτά εντός και ή εκτός του ενοικιαζόμενου, οποιεσδήποτε πινακίδες, συσκευές ή άλλα αντικείμενα κρίνει σκόπιμα νοουμένου ότι θα διαβουλεύεται ή άλλως πως θα συνεννοείται με τις αρμόδιες αρχές και θα εξασφαλίζεται από αυτές η σχετική άδεια και ή έγκριση, εκ των προτέρων.» «
- Συμφωνείται υπό αμφοτέρων των συμβαλλομένων, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων ενός εκάστου, όπως ο ιδιοκτήτης επιτρέψει στον ενοικιαστή να ανεγείρει ένα όροφο πάνω από το υφιστάμενο κτίριο. Προηγουμένως, προ της ενάρξεως της ανεγέρσεως, οι όροι και οι λεπτομέρειες της ανεγέρσεως και χρήσεως του αναφερόμενου ορόφου θα συμφωνηθούν γραπτώς μεταξύ των ενδιαφερομένων, εάν υπάρξει συνέχεια της επιθυμίας αμφοτέρων των μερών.» Για τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώντας, τονίζω ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου με προσοχή, διατηρώντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έχω επίσης διεξέλθει του περιεχομένου του συνόλου των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου εγγράφως. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας, γίνεται ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως να εξετάσει κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, το έχει αποσείσει, στον βαθμό που απαιτείται (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v. Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου προσαχθείσας μαρτυρίας και σημειώνω ότι, μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου, επίδικο παραμένει ποιος από τους εν λόγω διαδίκους παρέβη τη μεταξύ τους σύμβαση, καθώς και το ζήτημα της νομιμότητας του τερματισμού της από την Ενάγουσα με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29/5/
- Μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, παραμένει επίδικο το ζήτημα της ισχυριζόμενης επέμβασης της τελευταίας στις πινακίδες της πρώτης. Αμφισβητούμενες δε παραμένουν και οι αξιούμενες από την Ενάγουσα αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €78.879,
- Προχωρώντας, σημειώνω ότι δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε σημείο η ανταλλαγή της αλληλογραφίας που κατατέθηκε από τους μάρτυρες και δη η αποστολή και λήψη των Τεκμηρίων 6, 7, 8, 10, 11, 15, 16, 23 και
- Παρά όμως το παραδεκτό της αποστολής και λήψης των εν λόγω επιστολών, η κάθε πλευρά αμφισβητεί την ορθότητα και την αλήθεια του περιεχομένου της επιστολής που η άλλη απέστειλε. Ούτε και προκύπτει ως αμφισβητούμενο το γεγονός ότι οι φωτογραφίες (δέσμες Τεκμήρια 9, 13 και 25) όντως απεικονίζουν την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η οροφή του κτιρίου και οι επίδικες πινακίδες κατά τον χρόνο που κάθε μια από τις εν λόγω δέσμες φωτογραφιών ελήφθηκαν. Οι δε φωτογραφίες Τεκμήριο 19 απεικονίζουν τις πινακίδες στηn κατάστασή τους μετά την αφαίρεσή τους από την οροφή. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι όντως η Ενάγουσα είχε συμβληθεί με τις εταιρείες που αναφέρονται στη δέσμη Τεκμηρίων 14 (α) - (δ) για σκοπούς παροχής υπηρεσιών διαφήμισης μέσω των πινακίδων που βρίσκονταν στην οροφή του επίδικου κτιρίου. Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Των πιο πάνω λεχθέντων στρέφομαι στη μαρτυρία του ΜΕ1 και σημειώνω ότι αυτή ως επί το πλείστον κρίνεται αξιόπιστη. Τούτο διότι, ο μάρτυρας καθ' όλη τη διάρκεια της εκτεταμένης αντεξέτασής του, επέμεινε και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του οι οποίες μάλιστα υποστηρίζονται και από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε και τα όσα καταγράφονται στις επιστολές που η Ενάγουσα και οι συνήγοροί της απέστειλαν. Αποδέχομαι δηλαδή ότι εμποδίστηκε το συνεργαζόμενο από την Ενάγουσα συνεργείο από το να ανέβει στην οροφή του κτιρίου και να αλλάξει τις διαφημίσεις των πινακίδων τόσο στις 5/1/2012 όσο και στις 13/1/2012 και ότι ο ΜΕ1 αποτάθηκε στις 13/1/2012 στον οικείο Αστυνομικό Σταθμό. Παρά ταύτα, βρίσκω ότι η μαρτυρία του ως προς τη σοβαρότητα και την εκρηκτικότητα της κατάστασης που κατ' ισχυρισμό δημιουργήθηκε τον εν λόγω χρόνο, δηλαδή τον Ιανουάριο του 2012, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως υπερβολική. Τούτο διότι εύλογα θα αναμενόταν εάν όντως υπήρχαν βάσιμοι φόβοι για τη σωματική ακεραιότητα του ίδιου του ΜΕ1 αλλά και ειδικότερα των συνεργατών του, ο ΜΕ1 δεν θα ζητούσε την απλή καταγραφή του παραπόνου του όπως αναφέρεται στη βεβαίωση καταγγελίας ημερομηνίας 21/9/
- Αντίθετα, θα αναμενόταν ότι ο ΜΕ1 θα προέβαινε σε καταγγελία και θα ζητούσε τη διερεύνηση της υπόθεσης και όχι απλά «την καταγραφή του συμβάντος για ενημέρωση της Αστυνομίας σε περίπτωση μελλοντικής χρήσης». Η επί του προκειμένου λοιπόν μαρτυρία του ΜΕ1 αντιμάχεται το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17, το οποίο ο ίδιος παρουσίασε αφού, όταν του τέθηκε ότι δεν προέβη σε καταγγελία με σκοπό τη διερεύνηση της υπόθεσης, ο ΜΕ1 γενικά και αόριστα ανέφερε ότι τα όσα καταγράφηκαν ήταν από τον αστυφύλακα που του έλαβε την κατάθεση που καταγράφηκαν και όχι κατόπιν επιθυμίας του ίδιου του ΜΕ1 ο οποίος ήθελε να προχωρήσει η καταγγελία του. Η εν λόγω θέση προβάλλει ως εκ των υστέρων και δεν μπορεί θεωρώ σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή. Ως προς την κατ' ισχυρισμό εκρηκτικότητα και ένταση της κατάστασης γενικότερα, σημειώνω ότι η επί του προκειμένου θέση του ΜΕ1 έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ο ΜΕ2 ανέφερε επί του προκειμένου και δη ότι ο τελευταίος ανέβηκε στην οροφή του κτιρίου δυο φορές εντός Μαΐου 2012, πράγμα το οποίο δεν έκανε αυτόβουλα αλλά κατόπιν σχετικών οδηγιών του ΜΕ
- Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με τα όσα ανέφερε για σκοπούς στοιχειοθέτησης της ζημιάς της Ενάγουσας. Τούτο διότι, η μαρτυρία του επί του προκειμένου ήταν γενική, αόριστη και σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηριζόταν από την απαιτούμενη εξειδίκευση που απαιτείται για τον επακριβή καθορισμό των αξιούμενων ποσών. Ο ΜΕ1 ουσιαστικά περιορίστηκε να καταγράψει επιγραμματικά τα αναμενόμενα έσοδα και έξοδα της Ενάγουσας μέχρι και την 14/7/2015 για να καταλήξει ότι συνεπεία των όσων έλαβαν χώρα η Ενάγουσα απώλεσε κέρδος της τάξης των €78.879,30 το οποίο αξιώνει εναντίον των Εναγομένων. Όπως δε και ο ίδιος ο ΜΕ1 αποδέχτηκε στο πλαίσιο της αντεξέτασής του αλλά και από τα όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία του ΜΕ2, πέραν των εξόδων που αφορούν στα δικαιώματα προς το Δημαρχείο και τα ενοίκια για την τοποθέτηση των πινακίδων, υπάρχουν και άλλα έξοδα τα οποία ο ΜΕ1, πάρα το γεγονός ότι αποδέχτηκε ως υπαρκτά, δεν τα συμπεριέλαβε στον υπολογισμό του για σκοπούς καθορισμού των καθαρών εσόδων που η Ενάγουσα διεκδικεί. Συγκεκριμένα, όπως ο ΜΕ1 αποδέχτηκε, πέραν των κονδυλίων που συνυπολόγισε, υπάρχει και το ζήτημα της συντήρησης των πινακίδων και των εξόδων κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Ως προς την τελευταία δε αυτή πτυχή του ζητήματος του ηλεκτρικού ρεύματος, ούτε ο εν προκειμένω ισχυρισμός του ότι δηλαδή το ρεύμα είχε συμφωνηθεί ότι θα παρέχεται στην Ενάγουσα δωρεάν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ο εν λόγω ισχυρισμός προβλήθηκε εμφανέστατα εκ των υστέρων και είναι καταφανώς αντίθετος με τα όσα στη συμφωνία των διαδίκων Τεκμήριο 3 ρητά καταγράφονται και δη ότι η Ενάγουσα οφείλει να καταβάλλει το ποσό του ηλεκτρικού ρεύματος το οποίο θα υπολογιζόταν με ξεχωριστό μετρητή, μέχρις ότου μετέφερε το ρεύμα στο όνομά της. Περαιτέρω, ως προς το θέμα της ζημιάς της Ενάγουσας και τη δοθείσα από τον ΜΕ1 μαρτυρία σχετικά με την πτυχή αυτής της υπόθεσης, δεν μπορώ να μην σταθώ στην επιμονή του ΜΕ1 ότι οι δυο πινακίδες της Ενάγουσας από τη μέρα που η Εναγόμενη τις μετακίνησε από το κτίριο, χάθηκαν και ότι η Ενάγουσα μέχρι και σήμερα αγνοεί την τύχη τους με αποτέλεσμα να έχει υποστεί περαιτέρω ζημιά ανερχόμενη στο ποσό των €20.
- Τονίζω μάλιστα ότι ο ΜΕ1 επανέλαβε τη θέση του αυτή σε διάφορα σημεία της αντεξέτασής του από τους συνηγόρους των Εναγόμενων. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του ΜΕ1 αποκαλύφθηκε τελικά ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα με τα όσα προέκυψαν με τη μαρτυρία του ΜΕ
- Συγκεκριμένα, η θέση του ΜΕ1 περί άγνοιάς του σχετικά με το τι απέγιναν οι πινακίδες της Ενάγουσας κατέρρευσε πλήρως με τη μαρτυρία του ΜΕ2, ενός μάρτυρα που η ίδια η Ενάγουσα κάλεσε για σκοπούς υποστήριξης της εκδοχής της. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο ΜΕ1 τον είχε ενημερώσει από το 2018 για το πού βρίσκονταν οι πινακίδες της Ενάγουσας. Γνώριζε δηλαδή πολύ καλά ο ΜΕ1 ότι οι πινακίδες της Ενάγουσας βρίσκονταν σε συγκεκριμένο χώρο σε βιομηχανική περιοχή της Λευκωσίας. Μάλιστα οι πινακίδες αυτές παραλήφθηκαν από την Ενάγουσα όταν μετέβη ο ΜΕ1 με τον ΜΕ2 τον Απρίλιο του 2022 στον εν λόγω χώρο. Κάτι το οποίο επιμαρτυρείται και από τη δέσμη φωτογραφιών Τεκμήριο 19 που ο ΜΕ2 παρουσίασε. Η μαρτυρία του ΜΕ2 συνεπώς και οι φωτογραφίες Τεκμήριο 19 που παρουσίασε, καταρρίπτουν πλήρως τα όσα ο ΜΕ1 ανέφερε επί του προκειμένου ζητήματος ως ψευδή και αναληθή. Προκύπτει συνεπώς ότι ο ΜΕ1 επίμονα προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου έναν ισχυρισμό τον οποίο γνώριζε ως ψευδή και αναληθή, γεγονός το οποίο πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ειδικά επί της πτυχής της ζημιάς που η Ενάγουσα κατ' ισχυρισμό υπέστη. Τέλος, για το ζήτημα της μαρτυρίας του ΜΕ1 σχετικά με την κατ' ισχυρισμό επέμβαση της Εναγόμενης επί των πινακίδων, θα ασχοληθώ αμέσως πιο κάτω σε συνάρτηση και με τα όσα ο ΜΕ2 μαρτύρησε επί του προκειμένου θέματος. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΕ2, σημειώνω ότι βρίσκω ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε με σαφήνεια στα όσα έλαβαν χώρα τόσο τον Ιανουάριο του 2012, όσο και τον Μάιο του 2012, αλλά και στα όσα ακολούθησαν από το 2018 μέχρι και το 2022 σε σχέση με την παραλαβή των πινακίδων. Δεν μπορώ όμως να αποδεχτώ το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ2 αλλά ούτε και το αντίστοιχο κομμάτι της μαρτυρίας του ΜΕ1 σχετικά με τον ισχυρισμό περί επέμβασης της Εναγόμενης 2 επί των πινακίδων της Ενάγουσας διά της προσκόλλησης των πινακίδων της «Segafredo» σε αυτές της Ενάγουσας. Η επιμονή αμφότερων των μαρτύρων ότι προκύπτει από το περιεχόμενο των φωτογραφιών Τεκμήριο 9, ότι οι πινακίδες της Εναγόμενης είχαν προσκολληθεί σε αυτές της Ενάγουσας, δεν υποστηρίζεται από τα όσα οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν. Θα περιοριστώ να αναδείξω ότι στα σημεία που ο ΜΕ1 υπέδειξε ως σημεία ένωσης των δυο πινακίδων, παρατηρείται η ύπαρξη σκιάς που δημιουργείται από το φως η οποία επιβεβαιώνει ότι όχι μόνο δεν ήταν ενωμένες οι πινακίδες, αλλά ότι οι πινακίδες της Εναγόμενης είχαν κάποια, έστω και μικρή, απόσταση από αυτές της Ενάγουσας και γι' αυτό δημιουργείτο σκιά επί των πλαϊνών σιδέρων των πινακίδων της Ενάγουσας. Δεν μπορώ επίσης να μην αναφερθώ στη διάσταση που παρατηρείται μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΕ1 και του ΜΕ2 αναφορικά με τα σημεία στα οποία οι πινακίδες ήταν κατ' ισχυρισμό ενωμένες. Ο μεν ΜΕ1 αντιλαμβανόταν ότι αυτές ήταν ενωμένες στο πάνω μέρος του βραχίονα, ενώ ο ΜΕ2 επέμενε ότι αυτές ήταν ενωμένες σε άλλο, ήτοι στο κάτω μέρος τους. Στρέφομαι στη μαρτυρία του Εναγόμενου η οποία παρά τη σταθερότητά της κατά την αντεξέταση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εξηγώ. Πάρα την προσπάθεια του Εναγόμενου να αναδείξει τον εαυτό του ως ένα καλοπροαίρετο μεσάζοντα ο οποίος επεδίωκε καθ' όλη τη διάρκεια του επίδικου χρόνου να συμφιλιώσει την Ενάγουσα και την Εναγόμενη και να εξεύρει μια μόνιμη λύση στη διαφορά τους, ο ίδιος ουδέποτε φαίνεται να αναγνώρισε οποιαδήποτε ευθύνη από μέρους του. Ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος που ενώ είχε παραχωρήσει δικαίωμα τοποθέτησης των δυο πινακίδων στην Ενάγουσα, προχώρησε μετά να δώσει δικαίωμα ενοικίασης και κατοχής ολόκληρου του κτιρίου στην Εναγόμενη. Παραχώρησε δηλαδή, ως ιδιοκτήτης του ακινήτου, δυο αντικρουόμενα δικαιώματα στην Ενάγουσα και την Εναγόμενη, χωρίς ταυτόχρονα να διασφαλίσει τη γνώση του ενός για τα δικαιώματα του άλλου αλλά και την ομαλή συνύπαρξή τους στον χώρο. Εάν όντως η Εναγόμενη γνώριζε για το δικαίωμα που ο Εναγόμενος είχε παραχωρήσει στην Ενάγουσα, ως ήταν η πάγια θέση του, τότε δεν εξηγείται κατά τρόπο λογικό, για ποιον λόγο το γεγονός αυτό δεν θα καταγράφετο ρητά στο Τεκμήριο
- Μάλιστα, εύλογα θα αναμένετο από τον Εναγόμενο, ο οποίος πέραν από δικηγόρος ανέφερε ότι ήταν και ο συντάκτης της συμφωνίας Τεκμήριο 12, ότι θα εδιασφάλιζε ότι η γνώση της Εναγόμενης για το δικαίωμα της Ενάγουσας θα καταγράφετο ρητά στη συμφωνία. Γενικότερα, σημειώνω ότι η θέση του Εναγόμενου περί προγενέστερης γνώσης της Εναγόμενης για το δικαίωμα της Ενάγουσας, όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική αλλά είναι αντίθετο με τα όσα στη συμφωνία Τεκμήριο 12 καταγράφονται. Η δε προσπάθεια του Εναγόμενου να αναδείξει το ζήτημα της μη πληρωμής του ηλεκτρικού ρεύματος από την Ενάγουσα ως μείζον και ως την αιτία που οδήγησε στη διαφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης η οποία εγνώριζε για τα δικαιώματα της Ενάγουσας, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εκ των υστέρων σκέψη. Αντίθετα, έρεισμα στη λογική βρίσκει η θέση του ΜΥ1 ότι, πολύ απλά, η Εναγόμενη δεν θα εμπλέκετο σε αυτήν την κατάσταση εάν γνώριζε για το δικαίωμα που ο Εναγόμενος είχε παραχωρήσει στην Ενάγουσα. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της ηλεκτροδότησης των πινακίδων της Ενάγουσας εδιέπετο από τη μεταξύ της και του Εναγόμενου σύμβαση (Τεκμήριο 3) και δεν αφορούσε την Εναγόμενη, η οποία όπως αδιαμφισβήτητα προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Ενάγουσα. Συνεπώς, η όλη ποντιοπιλατική προσέγγιση του Εναγόμενου σε σχέση με τη διαφωνία της Ενάγουσας με την Εναγόμενη, παραγνωρίζει πλήρως ότι αυτός ήταν που προκάλεσε τη μεταξύ τους διαφωνία, παραχωρώντας σε αυτές δικαιώματα χωρίς όμως ταυτόχρονα να διασφαλίσει τη γνώση της μιας πλευράς για το δικαίωμα της άλλης και τη συνύπαρξη τους επί του κτιρίου. Η υποχρέωση δηλαδή του Εναγόμενου δεν ήταν να μεσολαβήσει για την επίλυση του ζητήματος που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Η υποχρέωσή του προς την Ενάγουσα ήταν η παραχώρηση πρόσβασης στην οροφή, υποχρέωση την οποία παρέβη διά της παραχώρησης της κατοχής του κτιρίου και της οροφής στην Εναγόμενη. Συνεπώς, η παραχώρηση της κατοχής στην Εναγόμενη με τους όρους που στο Τεκμήριο 12 καταγράφονται, οδήγησε και στην από μέρους του Εναγόμενου παράβαση του όρου της σύμβασής του με την Ενάγουσα (Τεκμήριο 3) με βάση τον οποίο είχε παραχωρήσει στην τελευταία το δικαίωμα να ανεβαίνει και να τοποθετεί και να προβάλλει τις διαφημίσεις της επί των δύο πινακίδων που βρίσκονταν στην οροφή του κτιρίου. Περαιτέρω, παρά την ανάληψη υποχρέωσης από μέρους του «. να μην τοποθετήσει ή παραχωρήσει οποιαδήποτε άδεια ή δικαιώματα για τοποθέτηση άλλων διαφημιστικών πινακίδων στην οροφή του ακινήτου» με το Τεκμήριο 12 τούτο ακριβώς έπραξε αφού έδωσε στην Εναγόμενη το δικαίωμα «. να τοποθετηθεί και/ή να αναρτά εντός και/ή εκτός του ενοικιαζόμενου οποιεσδήποτε πινακίδες, συσκευές ή άλλα αντικείμενα». Η όποια δε επιφύλαξη στο Τεκμήριο 12 για λήψη άδειας από τις αρμόδιες αρχές για την ανάρτηση πινακίδων ή την ανέγερση ορόφων, δεν μπορεί να κριθεί ότι συνεπάγεται και διασφάλιση του δικαιώματος της Ενάγουσας ή γνώση της Εναγόμενης για το δικαίωμα της πρώτης. Σχετικά με τη μαρτυρία του ΜΥ1 σημειώνω ότι αυτή παρέμεινε κατά κύριο λόγο ακλόνητη και γίνεται αποδεκτή. Οι όποιες αντιφάσεις στις οποίες ο ΜΥ1 περιέπεσε, όπως για παράδειγμα σχετικά με το σημείο από το οποίο λήφθηκαν οι φωτογραφίες Τεκμήριο 25 που παρουσίασε δεν θεωρώ ότι κλονίζουν την αξιοπιστία του ή επηρεάζουν την ουσία του τι ακριβώς οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν και το οποίο δεν έχει σε κάθε περίπτωση αμφισβητηθεί. Η δε ουσία της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή η Εναγόμενη δεν γνώριζε για το όποιο δικαίωμα της Ενάγουσας επί της οροφής, διαφορετικά δεν θα δεχόταν να ενοικιάσει το κτίριο, αλλά και ότι δεν επενέβη επί των πινακίδων της, είναι αληθοφανής, ανταποκρίνεται στην κοινή λογική και την πραγματική μαρτυρία, είναι πιστευτή και γίνεται αποδεκτή. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, καθίσταται περαιτέρω εύρημά μου ότι ο Εναγόμενος ενήργησε αντισυμβατικά και κατά παράβαση της συμφωνίας Τεκμήριο 3, παραχωρώντας, δυνάμει του Τεκμηρίου 12 την κατοχή του επίδικου κτιρίου στην Εναγόμενη, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα, η οποία αποστερήθηκε της πρόσβασης στην οροφή του κτιρίου και της τοποθέτησης των διαφημίσεων στις πινακίδες της, να προχωρήσει με τον τερματισμό της συμφωνίας Τεκμήριο 3 με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 29/5/2012, Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω ευρήματά μου σφραγίζουν και την τύχη της ανταπαίτησης του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας για το ποσό των κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενων ενοικίων για τις πινακίδες μέχρι και την 14/7/
- Στρέφομαι στο ζήτημα της ευθύνης που η Ενάγουσα αποδίδει στην Εναγόμενη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, στο πλαίσιο της εμπεριστατωμένης γραπτής αγόρευσής του, εισηγήθηκε ότι το δικαίωμά της εναντίον της Εναγόμενης προκύπτει συνεπεία παράνομης επέμβασης της τελευταίας επί των πινακίδων της Ενάγουσας. Επιχειρηματολόγησε προς τούτο στη βάση των προνοιών του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ.
- Έχω διεξέλθει του συνόλου των όσων ετέθηκαν ενώπιόν μου. Δεν εντοπίζεται να έχει επέμβει η Εναγόμενη καθ' οιονδήποτε τρόπο, πόσο δε μάλλον παράνομα, στις πινακίδες της Ενάγουσας, αφού όπως προκύπτει ξεκάθαρα από την ενώπιόν μου πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τις φωτογραφίες Τεκμήρια 9 και 25, οι πινακίδες της ουδέποτε ενώθηκαν πάνω σε αυτές της Ενάγουσας. Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό αναφορικά με την καλωδίωση και την πρόκληση ζημιάς στα καλώδια από πλευράς Εναγόμενης, θα περιοριστώ απλά να επισημάνω ότι δεν δικογραφείται οποιαδήποτε τέτοια επέμβαση στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. Απομένει να εξεταστεί ποια είναι η θεραπεία στην οποία η Ενάγουσα δικαιούται ενόψει της παράβασης της σύμβασης Τεκμήριο 3 από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Περαιτέρω, παραπέμπω στα όσα καθοδηγητικά λέχθηκαν στην απόφαση Men Mar Ltd v.CLP Catering Ltd, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 27/2012 και 28/2012, απόφαση ημερομηνίας 23/1/2018: Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ. στο Κεφάλαιο 20, που αφορά τις αποζημιώσεις για διάρρηξη σύμβασης, υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες στις οποίες ο ενάγων δύναται να εντάξει την αξίωση του για αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά το λεγόμενο «expectation interest» που έχει ως βάση την προσδοκία του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος θα εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και στην περίπτωση που δεν το πράττει, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να τον αποζημιώνουν με το να τον θέσουν στην ίδια καλή κατάσταση που θα ήταν αν ο εναγόμενος εκπλήρωνε την υπόσχεση του. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το λεγόμενο «reliance interest» στην οποία εμπίπτουν οι ενέργειες τις οποίες προς βλάβη του έχει υποστεί ο ενάγων στη βάση της υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να υποστεί διάφορα έξοδα τα οποία ο εναγόμενος θα πρέπει να αποκαταστήσει. Ο σκοπός εδώ είναι να τεθεί ο ενάγων στην ίδια καλή κατάσταση ως θα ήταν πριν την υπόσχεση που έδωσε ο εναγόμενος. Τέλος, ο ενάγων μπορεί να αξιώσει το λεγόμενο «restitution interest», κατά το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμεί να αποζημιωθεί για την απώλεια που έχει υποστεί, αλλά επιθυμεί να αποστερήσει από τον εναγόμενο το κέρδος το οποίο απεκόμισε σε βάρος του. Τα ίδια στην ουσία λέγονται και στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 547 κ.ε., σε σχέση με το «expectation loss». Των πιο πάνω λεχθέντων, επανέρχομαι στα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου στην παρούσα και στη μαρτυρία που προσκομίστηκε και σημειώνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το αξιούμενο ποσό δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς. Εξηγώ. Ο ΜΕ1 με τη μαρτυρία του, δεν καθόρισε επαρκώς τα έσοδα και τα έξοδα που η Ενάγουσα που κατ' ισχυρισμό θα επωμίζετο και θα εισέπραττε αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης Τεκμήριο
- Δεν έχει αποκρυσταλλωθεί δηλαδή το καθαρό κέρδος το οποίο διεκδικεί. Ο ΜΕ1, σε σχέση με αυτήν την πτυχή της μαρτυρίας του, περιορίστηκε να αναφέρει ότι η Ενάγουσα θα είχε έσοδα €108.000 (βάσει του συνόλου των ποσών που θα ελάμβανε από την εκπλήρωση των συμφωνιών Τεκμήρια 4(α) - (δ)) και συνολικά έξοδα €29.120,70 (ενοίκια προς τον Εναγόμενο και κόστος αδειών δημαρχείου) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ύψους €78.879,
- Καμία άλλη σχετική μαρτυρία προς απόδειξη της ισχυριζόμενης αυτής ζημιάς και του τρόπου καθορισμού της προσκομίστηκε. Ούτε και επεξηγήθηκε πως το συγκεκριμένο ποσό καθορίστηκε και ποιος ήταν ο υπολογισμός στον οποίο η Ενάγουσα προέβη για σκοπούς καθορισμού του. Όπως για παράδειγμα πάνω σε ποια βάση βασίστηκε ο ΜΕ1 για να καθορίσει τα ποσά των αδειών του Δήμου που η Ενάγουσα θα κατέβαλλε για το υπόλοιπο της συμφωνίας Τεκμήριο
- Εάν δε ήταν για σκοπούς απόδειξης των κονδυλιών αυτών που αποσκοπούσε η παρουσίαση των αποδείξεων Τεκμήρια 4 και 5 θα περιοριστώ απλά να επισημάνω ότι τα ποσά που καταγράφονται στα εν λόγω τεκμήρια διαφέρουν με τα δικογραφημένα και εν πάση περιπτώσει δεν επεξηγήθηκαν καθόλου. Δηλαδή, καμία, πόσω δε μάλλον, επαρκής εξήγηση δόθηκε για τις διαφοροποιήσεις, ακόμη και μεταξύ των ποσών των Τεκμηρίων 4 και
- Η αξίωση συνεπώς του εν λόγω ποσού, απλώς και μόνο στη βάση της αναφοράς του ΜΕ1, χωρίς να παρουσιαστεί μαρτυρία για τον τρόπο υπολογισμού του αξιούμενου καθαρού κέρδους, δεν είναι αρκετή για την απόδειξή του. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 δεν προσδιόρισε πως κατέληξε στο απωλεσθέν καθαρό κέρδος αφού καμία μαρτυρία προσέφερε για τα κονδύλια της συντήρησης των πινακίδων και του ηλεκτρικού ρεύματος. Η δε μαρτυρία του ΜΕ1 ακόμη και αξιόπιστη να εκρίνετο, δεν θα ήταν ικανή να αποδείξει την αξιούμενη ζημιά από μόνη της (βλ. Αθανασίου ν. Ορφανίδου Πολιτική Έφεση αρ. 73/2011, απόφαση ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου 2015) Προχωρώντας, σημειώνω ότι δεν μπορεί να μην επισημανθεί και το γεγονός ότι το ποσό που η Ενάγουσα διεκδικεί δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να κριθεί ως προβλεπτή ζημιά (foreseeable). Τούτο διότι, με βάση το άρθρο 73
(1)του Κεφ. 149 (ανωτέρω), η ζημιά που δύναται να ανακτηθεί, πρέπει να προκύψει φυσικά από την παράβαση, κατά τη συνήθη δηλαδή πορεία των πραγμάτων, ή να είναι ζημιά την οποία οι συμβαλλόμενοι εγνώριζαν κατά τη σύναψη, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης. Δεν πρέπει, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο του Νόμου, η αποζημίωση που διεκδικείται να είναι απομακρυσμένη ή έμμεση απώλεια. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί αλλά ούτε και έχει, θεωρώ, στοιχειοθετηθεί ότι η αξιούμενη ζημιά εύλογα θα μπορούσε να βρίσκεται στη σκέψη αμφότερων των συμβαλλόμενων (Ενάγουσας και Εναγόμενου) κατά τη σύναψη της συμφωνίας, Τεκμήριο 3, ή ότι θα προέκυπτε από τη φυσική πορεία των πραγμάτων, ως αποτέλεσμα παράβασής της. Πρόκειται για αξίωση που αφορά καθαρό κέρδος της Ενάγουσας σε σχέση με συμβάσεις που υπέγραψε με τρίτα πρόσωπα και δεν βασίζεται στα μεταξύ της και του Εναγόμενου συμφωνηθέντα. Ακόμα όμως και εάν το διεκδικούμενο ποσό αποδεικνυόταν επαρκώς και εκρίνετο ως προβλεπτό και πάλι θα απέρριπτα την εν λόγω αξίωση της Ενάγουσας. Τούτο διότι παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για να μετριάσει τη ζημιά της, ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει και αυτεπάγγελτα (βλ. Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1999)1 ΑΑΔ 176). Δεν έχω ικανοποιηθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι η Ενάγουσα έπραξε οτιδήποτε προς αυτήν την κατεύθυνση. Αντίθετα, η εικόνα που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο είναι ότι η Ενάγουσα αρκέστηκε να αφήσει τα πράγματα να πάρουν την πορεία τους, επιδιώκοντας, με αγωγή που καταχώρησε ενάμιση χρόνο μετά τον τερματισμό, να διεκδικήσει το κέρδος που θα είχε από τις ενοικιάσεις (Τεκμήριο 14), εάν η συμφωνία Τεκμήριο 3 παρέμενε σε ισχύ μέχρι και τις 14/7/2015. Δεν έχω ικανοποιηθεί ούτε ότι προσπάθησε να ανακτήσει τις πινακίδες της, οι οποίες μετά τον τερματισμό στις 29/5/2012 παρέμειναν στην οροφή, αλλά ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με το τι έπραξε σε σχέση με τις συμβάσεις Τεκμήριο 14 που ο ΜΕ1 παρουσίασε, και τις υποσχέσεις που η Ενάγουσα ανέλαβε έναντι των εκεί αναφερόμενων αντισυμβαλλόμενων της. Αντίθετα, σε σχέση με τις πινακίδες της, ενώ εγνώριζε που αυτές βρίσκονταν, μόλις το 2022 επεδίωξε να τις παραλάβει. Ό,τι απομένει, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος παρέβη τη συμφωνία αλλά δεν αποδείχθηκε συγκεκριμένη ζημιά, είναι η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων (nominal damages) (βλ. σχετικά Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1ΑΑΔ 1171Chitty on Contracts, 27η έκδοση, para. 26-004 McGregor on Damages, 14th Edition, p. 222, para. 304,). Στη βάση των πιο πάνω, η αγωγή της Ενάγουσας επιτυγχάνει μόνο εναντίον του Εναγόμενου και απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή αφορά την Εναγόμενη. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €300. Σε σχέση με τα έξοδα, παρά την επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο, προς όφελος της Ενάγουσας, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δικαιούται στα έξοδά της. Κατέληξα στην απόφαση μου αυτή αφού έλαβα υπόψη μου ότι η Ενάγουσα πέτυχε στη βασική της απαίτηση και επιβεβαίωσε το αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον του Εναγόμενου για παράβαση σύμβασης χωρίς όμως να αποδείξει τη ζημιά της αλλά και αφού συνυπολόγισα το σύνολο των περιστάσεων και των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως αυτά ανωτέρω καταγράφονται. Όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα πιο πάνω επιδικασθέντα έξοδα μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου, ενόψει του ότι η απαίτηση της Ενάγουσας και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου ακούστηκαν μαζί, αυτά θα είναι περιορισμένα σε ένα σετ εξόδων, όπου αυτά είναι κοινά για την απαίτηση και την ανταπαίτηση. Η διαδικασία συνεναγόμενου απορρίπτεται. Δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ενόψει του ότι αφορούσε αξίωση για συνεισφορά του Εναγόμενου προς όφελος της Εναγόμενης σε περίπτωση που η τελευταία εκρίνετο καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνη προς την Ενάγουσα. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο