KARIN VARGA RANZINGER ν. ΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 938/2020, 8/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 938/2020 Μεταξύ: KARIN VARGA RANZINGER Ενάγουσας και ΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Χρ. Λειβαδιώτου Για τον Εναγόμενο: κ. Σ. Φλουρέντζος για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €1.256,70 ως ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη συνεπεία της αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου καθηκόντων και υποχρεώσεων του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησής της, κατά ή περί την 6/12/2018 και ώρα 10:15 π.μ., η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα ιδιοκτησίας της μάρκας Volkswagen (στο εξής το «όχημα Α» ή το «όχημα της Ενάγουσας») επί της οδού Χαράλαμπου Μούσκου στη Λευκωσία με κατεύθυνση προς Λήδρα Πάλας και ο Εναγόμενος ως οδηγός του φορτηγού τύπου μπετονιέρας μάρκας Iveco (στο εξής το «όχημα Β» ή το «όχημα του Εναγόμενου»), βρισκόταν «σταθμευμένος εν αναμονή»[1] επί της ίδιας οδού και ίδιας κατεύθυνσης εμποδίζοντας τη διέλευση άλλων οχημάτων και/ή της Ενάγουσας, η οποία, σύμφωνα με την πορεία της, ευρίσκετο πίσω από το όχημα Β. Η πρόθεση της Ενάγουσας ήταν να συνεχίσει την πορεία της και προς τούτο έκανε φωτεινό φλας στον Εναγόμενο, ο οποίος όμως παρέμεινε στη θέση του και ακολούθως η Ενάγουσα, βγάζοντας τον δείκτη της προς τα δεξιά, προχώρησε, προσπερνώντας το όχημα του Εναγόμενου. Όταν η Ενάγουσα βρισκόταν στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος Β, ο Εναγόμενος κινήθηκε απότομα, στρίβοντας τις ρόδες του οχήματος του προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να αποκόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος Β, να επιπέσει σε αυτό και να προκαλέσει σύγκρουση. Η Ενάγουσα, ακολούθως παραθέτει τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου καθηκόντων και υποχρεώσεων που καταλογίζει στον Εναγόμενο, καθώς και τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες ειδικών ζημιών που, κατ' ισχυρισμό, υπέστη, ως ακολούθως: Α. Επιδιόρθωση οχήματος: (Ισιώματα, αλλαγές, επιδιορθώσεις, εξαρτήματα, μπογιατίσματα, κλπ.) €1.106,70 Β. Απώλεια χρήσης του οχήματος για περίοδο 5 ημερών και/ή έξοδα διακίνησης €150,00 Σύνολο €1,256,70 Με την Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος παραδέχεται την ιδιότητα της Ενάγουσας ως ιδιοκτήτρια και οδηγός του οχήματος Α, όσο και τη δική του ιδιότητα ως οδηγός του οχήματος Β. Πλην του χρόνου και τόπου κατά τον οποίο επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν έλαβαν χώρα ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, αλλά ως ακολούθως: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Εναγόμενος οδηγούσε και/ή είχε σταματημένο το όχημα B νόμιμα και κανονικά στην αριστερή πλευρά της οδού Χαράλαμπου Μούσκου με κατεύθυνση από τα Δικαστήρια προς το αλτ της συμβολής των οδών Μάρκου Δράκου και Χαράλαμπου Μούσκου. Μπροστά από το όχημα του Εναγόμενου υπήρχαν άλλα 2 ‑ 3 αυτοκίνητα σταματημένα και αυτά σε αναμονή και ο Εναγόμενος ανέμενε όπως αυτά κινηθούν προς το αλτ για να προχωρήσει και/ή να τα ακολουθήσει και ο ίδιος. Κατά τον ίδιο χρόνο, η Ενάγουσα ακολουθούσε το όχημα του Εναγόμενου. Το αλτ της συμβολής των πιο πάνω οδών ήταν μπροστά από τους διαδίκους και βρισκόταν σε σχετικά μικρή απόσταση από το όχημα του Εναγόμενου και το όχημα της Ενάγουσας. Σε κάποια στιγμή, η Ενάγουσα χωρίς καμία ή επαρκή προειδοποίηση επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα του Εναγόμενου από τα δεξιά και χτύπησε και/ή συγκρούστηκε σε αυτό προκαλώντας το επίδικο ατύχημα. Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παραβίαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας και προς τούτο παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας τις οποίες της καταλογίζει. Αρνείται τέλος τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με τις ζημιές που η τελευταία ισχυρίζεται ότι υπέστη. Με την Απάντησή της, η Ενάγουσα ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της ως η Έκθεση Απαίτησής της, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά της να παρουσιάσει μαρτυρία στη βάση της οποίας ήταν ο Εναγόμενος ο οποίος οδήγησε το όχημά του επί του οχήματος της Ενάγουσας και όχι το αντίθετο, ως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται. Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται στη δικογραφία, με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιώματος ενός διαδίκου να απαντήσει στις θέσεις και τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν θα επεκταθεί στην εξέταση θεμάτων πέραν από τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται από τα δικόγραφα (βλ. A.A. Pilottos Ltd v Cyprus Petroleum Refinery Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 90/2013, απόφαση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2021, ECLI:CY:AD:2021:A468). Ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, μέσω των δικογράφων, είναι απαραίτητος προκειμένου να γίνει αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξή τους και μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αγνοείται (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, Πούρικος ν Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507). Τέλος, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Λόγω του ύψους της αξίωσης, η οποία δεν υπερβαίνει τις €3.000, η αγωγή ταξινομήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 Κ. 5
(1)και 5
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση έγγραφης μαρτυρίας. Από πλευράς Ενάγουσας καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της ίδιας στην αγγλική γλώσσα, συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση μετάφρασής της στην ελληνική. Τα όσα ανέφερε η Ενάγουσα, μέσω της δήλωσής της, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 τον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος Α. Στις 6/12/2018 και ώρα 10:15 π.μ. περίπου, ενώ η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημά της νόμιμα και προσεκτικά επί της οδού Χαράλαμπου Μούσκου στη Λευκωσία με κατεύθυνση προς Λήδρα Πάλας και προς τη συμβολή της εν λόγω οδού με την οδό Μάρκου Δράκου, ο Εναγόμενος βρισκόταν σταθμευμένος εν αναμονή επί της εν λόγω οδού με την ίδια κατεύθυνση με την Ενάγουσα τουλάχιστον 40 μέτρα πριν από την εν λόγω συμβολή, εμποδίζοντας τη διέλευση, τόσο της Ενάγουσας, όσο και άλλων οχημάτων. Κινούμενη λοιπόν επί της εν λόγω οδού, η Ενάγουσα βρέθηκε σύμφωνα με την πορεία της πίσω από το όχημα του Εναγόμενου και θέλοντας να συνεχίσει την πορεία της, έκανε φωτεινό φλας στον Εναγόμενο θέλοντας να μάθει την πρόθεσή του, με τον τελευταίο όμως να παραμένει στη θέση του. Κατ' ακολουθία, η Ενάγουσα δείχνοντας με τον δείκτη της προς τα δεξιά, προχώρησε προσπερνώντας το όχημα του Εναγόμενου. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, το όχημα του Εναγόμενου ήταν πολύ μακρύ, 9.5 περίπου μέτρα με 8 μεγάλους τροχούς και ήταν διπλάσιο περίπου σε μήκος από το όχημά της. Κινήθηκε η Ενάγουσα προς τα δεξιά αφού ο δρόμος απέναντί της ήταν ελεύθερος και κατά τη στιγμή που βρέθηκε στο μπροστινό τμήμα του οχήματος του Εναγόμενου, ένα άλλο όχημα ήρθε από απέναντι και ενώ η Ενάγουσα σταμάτησε γιατί ο δρόμος ήταν στενός, ο Εναγόμενος κινήθηκε απότομα στρίβοντας τις ρόδες του οχήματός του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία της Ενάγουσας και να επιπέσει στο όχημά της προκαλώντας την επίδικη σύγκρουση. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η ζημιά του οχήματός της επικεντρώθηκε στο μπροστινό πλαϊνό μέρος του οχήματός της και προκλήθηκε εκτεταμένη ζημιά α) στην πόρτα του συνοδηγού, β) στον τροχό μπροστά αριστερά, γ) στην μπροστινή γωνία αριστερά και δ) στο μπροστά αριστερό φτερό. Ακολούθως, η Ενάγουσα παραθέτει τις λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγόμενου αναφέροντας ότι ο τελευταίος στάθμευσε το όχημά του εν αναμονή, παρανόμως, στη λωρίδα διέλευσης του δρόμου και επί διπλής κίτρινης γραμμής εμποδίζοντας την κυκλοφορία του δρόμου και την κυκλοφορία της Ενάγουσας. Δεν αντελήφθη ότι απέκοψε την κυκλοφορία ή δεν αντελήφθη τα φωτεινά σήματα που έκανε η Ενάγουσα για να τον προσπεράσει και παρέμεινε σταθμευμένος εμποδίζοντας την κυκλοφορία. Δεν αντελήφθη ότι η Ενάγουσα έδειξε την πρόθεσή της να τον προσπεράσει με τα κατάλληλα σήματα και παραγνώρισε πλήρως τα άλλα οχήματα που κινούνταν στον δρόμο περιλαμβανομένου και αυτού της Ενάγουσας. Ενώ οδήγησε η Ενάγουσα το όχημά της και έφτασε μέχρι το μπροστινό πλαϊνό μέρος του οχήματος του Εναγόμενου, αυτό κινήθηκε απότομα και απροσδόκητα προς τα δεξιά στρίβοντας τις ρόδες του οχήματός του προς το όχημα της Ενάγουσας με συνέπεια να επιπέσει επ' αυτού. Συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας ξαφνικά και έθεσε την Ενάγουσα ενώπιον απότομου και απρόβλεπτου κινδύνου και σε αγωνία της στιγμής (agony of the moment) αφού η Ενάγουσα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, ενόψει του ότι ο κίνδυνος ήταν στιγμιαίος. Παρέλειψε ο Εναγόμενος, κατά την Ενάγουσα πάντα, να κάνει οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα περί της πρόθεσής του να ενεργοποιήσει το όχημά του ή να δείξει την πρόθεσή του να εκκινήσει το όχημά του. Παρέλειψε, τέλος, να αντιληφθεί έγκαιρα ή καθόλου την παρουσία του οχήματος της Ενάγουσας στον εν λόγω δρόμο. Η Ενάγουσα παραθέτει ακολούθως τις λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών που υπέστη και συγκεκριμένα τα έξοδα επιδιόρθωσης του οχήματός της και παρουσίασε προς τούτο το τιμολόγιο με αριθμό 06495 ημερομηνίας 25/10/2019 για το ποσό των €1.106,70 ως Τεκμήριο 2, καθώς επίσης και την απόδειξη εξόφλησης του εν λόγω τιμολογίου ημερομηνίας 25/10/2019 ως Τεκμήριο
- Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι, για σκοπούς επιδιόρθωσης του οχήματος, η Ενάγουσα απώλεσε τη χρήση του για περίοδο 5 ημερών και για σκοπούς διακίνησής της χρησιμοποιούσε ταξί για να μεταβαίνει από το σπίτι της στην εργασία της, για ψώνια και για επισκέψεις, γενικά, καταβάλλοντας το ποσό των €150,
- Αξιώνει προς τούτο το συνολικό ποσό των €1.256,
- Προχωρώντας, η Ενάγουσα αναφέρει ότι λόγω της μη προσέλευσης της Αστυνομίας για σκοπούς διερεύνησης, η ίδια αναγκάστηκε να μετακινήσει το όχημά της λόγω της κίνησης του δρόμου, όπως έπραξε και ο Εναγόμενος, ο οποίος προχώρησε προς το αλτ για να αποχωρήσει, αλλά τελικά παρέμεινε για να δώσει τα στοιχεία του. Η Ενάγουσα παρουσίασε, ως Τεκμήριο 4, δέσμη από φωτογραφίες που αφορούν το ατύχημα τις οποίες, ως αναφέρει, έλαβε με το κινητό της τηλέφωνο και εκτύπωσε με τον εκτυπωτή της. Ακολούθως, η Ενάγουσα για σκοπούς αμφισβήτησης της υπεράσπισης του Εναγόμενου προβαίνει σε επιχειρηματολογία σχετικά με τα μεταξύ των διαδίκων αμφισβητούμενα γεγονότα την οποία όμως δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στο σημείο αυτό. Μετά την καταχώρηση της γραπτής μαρτυρίας της Ενάγουσας, καταχωρήθηκε, στις 25/1/2022, η γραπτή μαρτυρία του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το όχημα Β το οποίο ήταν ακινητοποιημένο, σε αναμονή στην αριστερή πλευρά της οδού Χαράλαμπου Μούσκου με κατεύθυνση από τα Δικαστήρια προς το αλτ της συμβουλής των οδών Χαράλαμπου Μούσκου και Μάρκου Δράκου. Μπροστά από το όχημα του βρίσκονταν άλλα 2 ‑ 3 αυτοκίνητα σταματημένα και αυτά σε αναμονή και ο Εναγόμενος περίμενε να προχωρήσουν αυτά για να προχωρήσει και αυτός με τη σειρά του προς το αλτ, το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Εκείνη την ώρα, η οδός Μάρκου Δράκου δεν ήταν ελεύθερη αφού από τα δεξιά προς τα αριστερά έρχονταν οχήματα. Η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα Α και ακολουθούσε το όχημα του Εναγόμενου. Σε κάποια στιγμή η Ενάγουσα, χωρίς να δώσει στον Εναγόμενο κάποια προειδοποίηση, επιχείρησε να προσπεράσει το όχημα του Εναγόμενου από τα δεξιά. Ταυτόχρονα, επειδή είχαν κινηθεί τα οχήματα που βρίσκονταν μπροστά από τον Εναγόμενο και υπήρχε ελεύθερος χώρος, ο Εναγόμενος εκκίνησε το όχημά του για να κινηθεί προς το αλτ αλλά επειδή η Ενάγουσα επιχειρούσε να τον προσπεράσει από τα δεξιά, βρέθηκε ξαφνικά στα δεξιά του και συγκρούστηκε στον δεξί του τροχό. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, η ενέργεια αυτή της Ενάγουσας ήταν απρόσεκτη και επικίνδυνη και κατά συνέπεια, αποτέλεσε ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει η Ενάγουσα, διότι παραβίασε σήμα τροχαίας και επιχείρησε να προσπεράσει το φορτηγό όχημα του Εναγόμενου σε άσπρη συνεχή γραμμή το οποίο δεν επιτρεπόταν και το έπραξε αυτό ενώ τα οχήματα μπροστά της ήταν σταματημένα σε αναμονή λόγω τροχαίας κίνησης σε κοντινή απόσταση από το αλτ μπροστά τους. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα ενήργησε βεβιασμένα, απότομα και απροειδοποίητα και επιχείρησε να προσπεράσει το όχημά του χωρίς πρώτα να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει και επέπεσε σε αυτό ενώ ο Εναγόμενος είχε μόλις εκκινήσει. Παρέλειψε επίσης να περιμένει τη διέλευση του οχήματος του Εναγόμενου και επιχείρησε να τον προσπεράσει σε σημείο του δρόμου που ήταν στενό, ενώ το όχημα του Εναγόμενου, το οποίο ήταν φορτηγό, ήταν μεγάλο και συνεπεία των πιο πάνω το προσπέρασμα δεν ήταν ασφαλές. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα δεν υπολόγισε σωστά την απόσταση που χώριζε τα οχήματα των διαδίκων, οδήγησε χωρίς να λάβει υπόψη της τον Εναγόμενο και δεν έλεγξε επαρκώς τη τροχαία κίνηση στον δρόμο προτού επιχειρήσει το προσπέρασμα. Σημειώνω επίσης ότι ο Εναγόμενος παρουσίασε, ως Τεκμήριο 1, πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ατυχήματος που ετοίμασε ο λειτουργός της ασφαλιστικής εταιρείας του Εναγόμενου και ως Τεκμήριο 2 φωτογραφίες που έβγαλε ο ίδιος λειτουργός. Οι εν λόγω φωτογραφίες, όπως και οι φωτογραφίες που η Ενάγουσα παρουσίασε, δείχνουν τη σκηνή του ατυχήματος και τα οχήματα των διαδίκων, τα οποία όμως δεν είναι στις τελικές τους θέσεις, αφού είχαν μετακινηθεί. Όπως και η Ενάγουσα, ο Εναγόμενος ακολούθως προβαίνει σε επιχειρηματολογία στην προσπάθειά του να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, την οποία επίσης δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στο σημείο αυτό. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι αν και αμφότεροι οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον μάρτυρα της άλλης πλευράς, εντούτοις ουδέποτε ζητήθηκε να γίνει κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση των εμπεριστατωμένων γραπτών καταθέσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους μέσω των οποίων επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Παραδοχές γεγονότων μπορούν να εξαχθούν τόσο από τις παραδοχές των διαδίκων μέσω των δικογράφων (βλ. Παρλάτα ν Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2009, απόφαση ημερομηνίας 21/5/2014), όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον χειρισμό κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, απόφαση ημερομηνίας 19/4/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Από τις ρητές παραδοχές των δικογράφων αλλά και βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα συνιστούν κοινό έδαφος και είναι αδιαμφισβήτητα μεταξύ των διαδίκων: Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι την 6/12/2018, η Ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια και οδηγός του οχήματος Α μάρκας Volkswagen. Ο Εναγόμενος κατά τον ίδιο χρόνο ήταν οδηγός του οχήματος Β, μάρκας Iveco, το οποίο είναι φορτηγό τύπου μπετονιέρα. Την 6/12/2018 και περί ώρα 10:15 π.μ. εντός της οδού Χαράλαμπου Μούσκου στη Λευκωσία, η οποία είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, επεσυνέβη ατύχημα μεταξύ του οχήματος Α το οποίο οδηγείτο από την Ενάγουσα και του οχήματος Β το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Για τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώντας, σημειώνω ότι η ουσιαστική διαφωνία των διαδίκων αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, ποιος δηλαδή ευθύνεται γι' αυτό, ενώ αμφισβητούμενες είναι και οι κατ' ισχυρισμόν ζημιές του οχήματος της Ενάγουσας. Έχοντας διεξέλθει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν αλλά και των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιόν μου προσαχθείσα μαρτυρία, έχοντας επίσης υπόψη μου τις κοινά αποδεκτές θέσεις των διαδίκων για τις οποίες έχω ήδη προβεί σε ευρήματα, αλλά και το τι συνεπάγεται για την εκδοχή του κάθε διαδίκου η μη αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Η αξιολόγηση γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και πειστικότητά της και σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) και η μαρτυρία υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Χριστοφίνης ν Φραντζή, Πολιτική Έφεση αρ. 328/2011, απόφαση ημερομηνίας 31 Μαΐου 2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Σημειώνω επίσης ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση και με τα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (βλ. Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 369/14, απόφαση ημερομηνίας 25 Μαΐου 2022, ECLI:CY:AD:2022:A214 και Νεοφύτου v. Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25). Κατά την αξιολόγηση, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός, κατά τα άλλα, αξιόπιστου μάρτυρα και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του εάν κρίνει ότι έρχεται σε αντίθεση ή ότι δεν συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Χριστοφίδου ν Παπαχρυσοστόμου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 ΑΑΔ 1360, Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Οι μάρτυρες συνεπώς, μπορούν να γίνουν πιστευτοί μερικώς ή ολικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χρίστου ν Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 45). Η αξιοπιστία εξετάζεται ανεξάρτητα από το επίπεδο απόδειξης, το οποίο, σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, με επαρκή στοιχεία, ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (more probable than not) (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858 και Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Το δε γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε και εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» και η μαρτυρία κατατέθηκε γραπτώς, δεν συνεπάγεται ότι ατονούν οι κανόνες απόδειξης, βάσει των οποίων το Δικαστήριο θα προσεγγίσει, θα αξιολογήσει και θα αποκλείσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Παραπέμπω προς τούτο στις πρόνοιες της Δ.30 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία καθορίζονται οι κανόνες με τους οποίους πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση οποτεδήποτε καταχωρείται γραπτή μαρτυρία σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, ακόμη και μαρτυρία η οποία κατατίθεται χωρίς ένσταση, αγνοείται, εάν τελικά κριθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. Μελάς ν Κυριάκου (ανωτέρω)). Σε υποθέσεις όπως η παρούσα, η πραγματική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία εφόσον μπορεί να αποτελέσει ασφαλές μέσο για την άσκηση κρίσης για την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά και για την ακρίβεια της μαρτυρίας σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος (βλ. Κυριάκου ν Δημητρίου
(1997)1 ΑΑΔ 1362 και Conway v Νεοφύτου
(2003)1 ΑΑΔ 540). Φωτογραφίες, για παράδειγμα, της σκηνής, των οχημάτων ή των ζημιών, μπορούν να κατατεθούν και να αποτελέσουν πραγματική μαρτυρία για την κατάδειξη τόσο των ζημιών των οχημάτων, όσο και των συνθηκών κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ατύχημα. (βλ. Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267, Conway (ανωτέρω), Το Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, σελ. 337). Των πιο πάνω λεχθέντων, παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Στην παρούσα υπόθεση φωτογραφίες των οχημάτων έχουν παρουσιαστεί ως τεκμήρια και από τους δυο διαδίκους. Συγκεκριμένα, τόσο η Ενάγουσα όσο και ο Εναγόμενος παρουσίασαν, ως τεκμήρια, φωτογραφίες που απεικονίζουν τα ενεχόμενα οχήματα στις θέσεις στις οποίες αυτά μετακινήθηκαν και ακινητοποιήθηκαν μετά που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Το σύνολο των φωτογραφιών που έχουν παρουσιαστεί δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε εκ των διαδίκων ότι απεικονίζει τα ενεχόμενα οχήματα. Σχετικά όμως με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής που ο Εναγόμενος παρουσίασε ως Τεκμήριο 1, σημειώνω ότι το εν λόγω σχέδιο, όπως εξάλλου αναφέρει και ο ίδιος ο Εναγόμενος, ετοιμάστηκε από τρίτο πρόσωπο και δη από αρμόδιο λειτουργό της ασφαλιστικής εταιρείας που κατά τον επίδικο χρόνο παρείχε προς τον Εναγόμενο ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου. Ο εν λόγω λειτουργός όμως που ετοίμασε το σχεδιάγραμμα, δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας για να επεξηγήσει τι ακριβώς κατέγραψε σε αυτό. Σημειώνω επίσης ότι, στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, δεν φαίνεται να υπάρχουν οποιεσδήποτε μετρήσεις, αποστάσεις αλλά ούτε και φαίνεται εάν έγινε σε κλίμακα. Προκύπτει μάλιστα, από τα όσα ο ίδιος ο Εναγόμενος αναφέρει, ότι το σχεδιάγραμμα αυτό ετοιμάστηκε στη βάση της εκδοχής που ο Εναγόμενος προωθεί και όχι κατόπιν διερεύνησης του ατυχήματος από τον ίδιο τον λειτουργό. Κατ' επέκταση και δεδομένης της απουσίας μαρτυρίας από τον ίδιο τον δημιουργό του σχεδίου μέσω του οποίου θα μπορούσαν να διευκρινιστούν εκείνες οι πτυχές που είναι απαραίτητες ούτως ώστε να δύναται να γίνει το σχεδιάγραμμα αποδεκτό, όπως οι μετρήσεις, οι αποστάσεις και η κλίμακα, το σχεδιάγραμμα που ο Εναγόμενος παρουσίασε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να θεωρηθεί ότι αποτελεί επαρκή, ανεξάρτητη και πραγματική μαρτυρία επί της οποίας να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα και ειδικότερα σε σχέση με τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος. Προχωρώντας, σημειώνω ότι, προκύπτει ως κοινό έδαφος και επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες που αμφότεροι παρουσίασαν ως τεκμήρια και κατά συνέπεια καθίσταται εύρημά μου ότι, η σύγκρουση των δυο οχημάτων έγινε εντός της οδού Χαράλαμπου Μούσκου με πορεία προς τη συμβολή της προαναφερθείσας οδού με την οδό Μάρκου Δράκου με τα δυο οχήματα να κατευθύνονται προς την ίδια αυτή κατεύθυνση και η σύγκρουση επήλθε ως αποτέλεσμα της επαφής του δεξιού, δεύτερου από μπροστά, τροχού του οχήματος Β με διάφορα σημεία της αριστερής πλευράς του οχήματος Α. Σημειώνω επίσης ότι, στη βάση του συνόλου των φωτογραφιών που οι διάδικοι παρουσίασαν και όπως εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε, καταδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς στο όχημα Α σε 4 σημεία, ήτοι στην αριστερή μπροστά γωνία, στον αριστερό τροχό, αριστερή πόρτα και φτερό του οχήματος. Σε σχέση δε με το όχημα Β σημειώνω ότι, από τις φωτογραφίες και τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από αμφότερους, εντοπίζεται ζημιά στον δεύτερο δεξί τροχό του οχήματος. Με βάση λοιπόν αυτήν τη μη αμφισβητούμενη, πραγματική μαρτυρία, την οποία αποδέχομαι, καθίσταται περαιτέρω εύρημά μου ότι από την επίδικη σύγκρουση τα οχήματα Α και Β υπέστησαν ζημιές ως αυτές καταγράφονται ανωτέρω. Στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, οι οποίες αποκλίνουν μεταξύ τους και σημειώνω καταρχάς ότι δεν αποδέχομαι όμως τα μέρη της μαρτυρίας των διαδίκων στα οποία επιχειρηματολογούν υπέρ των εκδοχών τους. Οι συγκεκριμένες αναφορές, όπως και οι διάφορες μετρήσεις στις οποίες προβάινουν, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και κατά συνέπεια αγνοούνται. Δεν εναπόκειται στους μάρτυρες, οι οποίοι είναι μάρτυρες γεγονότων, να επιχειρηματολογήσουν και να εκφέρουν την άποψη τους επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας που η άλλη πλευρά παρουσίασε, ούτε και να ενεργήσουν ως πραγματογνώμονες. Δεν εναπόκειται δηλαδή στους μάρτυρες, οι οποίοι είναι μάρτυρες γεγονότων, να καταλήξουν σε συμπεράσματα, έργο το οποίο ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο (βλ. Κωνσταντίνου κ.α. ν Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 217/2019 και 218/2019, απόφαση ημερομηνίας 1 Φεβρουαρίου, 2022 «Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου»). Αναφορικά τώρα με την εκδοχή της Ενάγουσας, σημειώνω ότι με το δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι το ατύχημα επεσυνέβη ενώ το όχημα Α προσπερνούσε το όχημα Β και δη όταν «. η Ενάγουσα βρέθηκε στο εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του Εναγόμενου, ούτος κινήθηκε αποτόμως και/ή έστριψε τις ρόδες του οχήματος του προς τα δεξιά με συνέπεια να αποκόψει την ελεύθερη πορεία του διερχόμενου οχήματος της Ενάγουσας, να επιπέσει επ' αυτού και να προκάλεσε σύγκρουση». Ενώ όμως, δικογραφικά, ισχυρίστηκε τα πιο πάνω, με τη μαρτυρία της, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι «Κινήθηκα λοιπόν προς τα δεξιά του (αφού ο δρόμος απέναντί μου ήταν ελεύθερος) και κατά τη στιγμή που βρέθηκα στο μπροστινό τμήμα του οχήματος του Εναγόμενου, ένα άλλο όχημα ήλθε από απέναντι και ενώ σταμάτησα γιατί ο δρόμος ήταν στενός, αυτός κινήθηκε απότομα στρίβοντας τις ρόδες του οχήματός του προς τα δεξιά, με συνέπεια να αποκόψει την πορεία μου και επέπεσε στο αυτοκίνητό μου προκαλώντας σύγκρουση. Η ζημιά του αυτοκινήτου μου επικεντρώθηκε στο μπροστινό πλαϊνό μέρος αυτού και μου προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές, στην πόρτα του συνοδηγού, στον τροχό μπροστά αριστερά, στην μπροστινή γωνία αριστερά, και φτερό μπροστά αριστερά». Η πιο πάνω διάσταση μεταξύ του δικογράφου και της μαρτυρίας της Ενάγουσας, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί επουσιώδης, εφόσον, ενώ με το δικόγραφό της η Ενάγουσα αναφέρει ότι η κίνηση του οχήματος Β είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή της πορείας του οχήματος Α, λέγοντας ουσιαστικά ότι το όχημα Α κινείτο κατά τον χρόνο του ατυχήματος, εντούτοις με την ένορκη δήλωσή της ουσιαστικά αναφέρει ότι το όχημα Α ήταν ακινητοποιημένο δεξιά από το όχημα Β, το οποίο στρίβοντας τις ρόδες του προς τα δεξιά, συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας. Ως προς τις συνέπειες της πιο πάνω διάστασης μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας σε σχέση με την αξιοπιστία της προβαλλόμενης εκδοχής παραπέμπω ενδεικτικά στην προαναφερθείσα απόφαση Νεοφύτου ν Γερακιώτη (ανωτέρω). Έστω όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η πιο πάνω παρατηρηθείσα διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας της Ενάγουσας οφείλεται απλά σε «κακή» δικογράφιση και πάλι η μαρτυρία της Ενάγουσας, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, δεν θα μπορούσε να κριθεί αξιόπιστη εφόσον, η μεμονωμένη κίνηση που η Ενάγουσα αποδίδει στο όχημα Β, δηλαδή το στρίψιμο των τροχών του οχήματος Β προς τα δεξιά, δεν συνάδει με τον ταυτόχρονο ισχυρισμό της Ενάγουσας για πρόκληση ζημιάς από την κίνηση αυτή σε τέσσερα σημεία του οχήματός της, λαμβανομένου ειδικότερα υπόψη ότι με βάση την εκδοχή που προώθησε με τη μαρτυρία της, το όχημά της ήταν ακινητοποιημένο. Τα ποσά όμως, τα οποία η Ενάγουσα αναφέρει ότι κατέβαλε για την επιδιόρθωση του οχήματός της, δεν τέθηκαν για οποιονδήποτε λόγο εν αμφιβόλω από πλευράς Εναγόμενου και υποστηρίζονται από τα τεκμήρια τα οποία παρουσίασε. Καθίσταται συνεπώς εύρημά μου ότι, για σκοπούς αποζημίωσης και επιδιόρθωσης του οχήματός της, η Ενάγουσα κατέβαλε το συνολικό ποσό των €1.106,70. Σε σχέση όμως με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για την απώλεια χρήσης του οχήματός της, αν και ούτε ο εν λόγω ισχυρισμός τέθηκε υπό αμφισβήτηση από πλευράς Εναγόμενου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η εν λόγω ζημιά έχει αποδειχθεί. Η υποχρέωση εξειδικευμένης δικογράφησης και αυστηρής απόδειξης των ειδικών ζημιών έχει τονιστεί επανειλημμένα σε πληθώρα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2012)1 ΑΑΔ 1855, Αντωνίου v. Κυριάκου, Πολιτική Έφεση αρ. 363/2011, απόφαση ημερομηνίας 4/7/2016, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 1157). Οι ειδικές ζημιές συνεπώς, πρέπει όχι μόνο να δικογραφούνται με λεπτομέρεια αλλά και να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με το συγκεκριμένο μέρος της αξίωσης της Ενάγουσας για την απώλεια χρήσης του επίδικου οχήματος Α. Σημειώνεται μάλιστα, ότι και η ίδια η Ενάγουσα, στην μαρτυρία της, αναφέρει ότι κατέληξε στο εν λόγω ποσό ως το «κατ' ελάχιστο και κατά μέγιστη προσέγγιση»[2] ποσό το οποίο ξόδεψε. Στον αντίποδα, η μαρτυρία του Εναγόμενου σε σχέση με τις συνθήκες και τα γεγονότα ήταν σαφής, παρουσιάζει συνοχή και συνάδει με το δικόγραφό του. Δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις και υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία που παρουσίασε και θεωρώ ότι μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος. Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την εκδοχή της Ενάγουσας ως προς το πώς ακριβώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και αποδέχομαι την εκδοχή του Εναγόμενου στη βάση της οποίας προβαίνω σε περαιτέρω ευρήματα, ως ακολούθως: Η Ενάγουσα, η οποία οδηγούσε το όχημα Α, βρισκόταν πίσω από το όχημα Β το οποίο προπορευόταν και οδηγείτο από τον Εναγόμενο στην αριστερή λωρίδα της οδού Χαράλαμπου Μούσκου με κατεύθυνση προς τη συμβολή της εν λόγω οδού με την οδό Μάρκου Δράκου. Το όχημα Β βρισκόταν σε στάση αναμονής στην αριστερή λωρίδα αναμένοντας άλλα οχήματα που βρίσκονταν μπροστά του να προχωρήσουν. Η Ενάγουσα επιχείρησε να προσπεράσει τον Εναγόμενο από τα δεξιά, κατά παράβαση της οδικής σήμανσης που υπήρχε στον δρόμο, δηλαδή της συνεχούς άσπρης γραμμής και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ακολούθως, το όχημα Β, λόγω της κλίσης του δρόμου προς τα δεξιά, έστριψε τους τροχούς του προς τα δεξιά με πρόθεση να προχωρήσει προς την συμβολή των δύο οδών οπότε και τα δύο οχήματα ήρθαν σε επαφή στα σημεία για τα οποία έχω ήδη προβεί σε σχετικά ευρήματα ανωτέρω. Έχοντας προβεί στα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα διαφορά, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την ύπαρξη αμέλειας από πλευράς Εναγόμενου και κατά συνέπεια εάν πέτυχε με την αγωγή της εναντίον του. Σε αγωγές που αφορούν αμέλεια, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε Ενάγοντα (βλ. Σοφοκλέους ν Καλογήρου
(1997)1(Α) ΑΑΔ 369). Πέραν της απόδειξης της αμέλειας, ο εκάστοτε Ενάγοντας πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αμέλειας και ζημιάς (βλ. Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν Λουκά
(2003)1(Α) ΑΑΔ 447). Το επίπεδο απόδειξης, σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο επιτάσσει ότι ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Demil Imports Exports v Κωνσταντινίδης
(2011)1(Α) ΑΑΔ 462). Για σκοπούς επιτυχίας μιας αγωγής, απαιτείται από τον Ενάγοντα να προσκομίσει, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να έχει την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιείται το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Β' Έκδοση, 2016, Λευκωσία, σελ. 196). Αποτυχία του διάδικου να αποδείξει την υπόθεσή του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων συνεπάγεται και αποτυχία απόσεισης του βάρους απόδειξης που ο διάδικος φέρει, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από αυτή της άλλης πλευράς (βλ. Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295). Αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, που κατά λογική πρόβλεψη μπορούν να επηρεαστούν από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το δε μέτρο κρίσης της οδικής συμπεριφοράς είναι αυτό του μέσου συνετού οδηγού. Παραπέμπω προς τούτο στη Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 ΑΑΔ 345.Το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό και οφείλεται σε κάθε τρίτο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού (βλ. Συκοπετρίτης ν Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) ΑΑΔ 218). Τέλος, το ζήτημα της αμέλειας, αποφασίζεται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ασχέτως εάν η μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα ή τον Εναγόμενο (βλ. Kardanos Transport Co. Limited v Κωνσταντίνου
(2011)1 ΑΑΔ 267, Fabrey a.ο. v. Demetriou, as administratrix of the estate of the deceased Angelos Demetriou
(1976)1 C.L.R. 1) Εφαρμόζοντας συνεπώς, στα πιο πάνω ευρήματά μου τις αρχές που διέπουν θέματα αμέλειας κατά τη χρήση του δρόμου από οδηγούς (βλ. μεταξύ άλλων Σωκράτους ν Αστυνομίας (ανωτέρω), Βίκης ν Νεοφύτου (ανωτέρω), Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475), κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο Εναγόμενος ευθύνεται με οποιοδήποτε τρόπο για το επίδικο ατύχημα ή ότι συνέβαλε λόγω αμέλειας ή άλλως πως στην πρόκληση του ατυχήματος. Η Ενάγουσα παρέβη, ως είναι εξάλλου εύρημά μου, οδική σήμανση, ήτοι τη συνεχή άσπρη γραμμή η οποία χωρίζει τις λωρίδες κατεύθυνσης της οδού Χαραλάμπου Μούσκου εφόσον εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κατεύθυνσης για να προσπεράσει το όχημα Β το οποίο αποτελεί μακρύ όχημα, ήτοι φορτηγό τύπου μπετονιέρα (βλ. Δημητρίου ν Ζήνωνος
(2006)1 ΑΑΔ 559 «Από τη στιγμή που οδηγούσε στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ενώ υπήρχε στη σκηνή και άλλο αυτοκίνητο, παρέβαινε την αρχή ότι κάθε οδηγός θα πρέπει να οδηγεί το όχημά του στην άκρα αριστερή πλευρά του δρόμου.»). Ήταν συνεπώς η ίδια η Ενάγουσα η οποία με τη συμπεριφορά της, δηλαδή την προσπάθεια της να προσπεράσει το φορτηγό όχημα Β, παραβιάζοντας οδική σήμανση, που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα και δεν θεωρώ ότι η κίνηση του Εναγόμενου να στρίψει τις ρόδες του οχήματος Β προς τα δεξιά, ως ήταν και η κλίση του δρόμου με σκοπό να προχωρήσει, οδηγεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αμέλειας από μέρους του. Τονίζω ότι στην προκειμένη, δεν έχουμε να κάνουμε με την περίπτωση οδηγού ο οποίος προπορεύεται και βρίσκεται σε σημείο από το οποίο πρέπει να στρίψει δεξιά, οπότε και θα αναμένετο να έχει πλήρη έλεγχο της κίνησης που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση αλλά και της τροχαίας κίνησης που τον ακολουθεί (βλ. Constantinou ν Katsouris
(1975)1 CLR 188, Σαββίδης ν Ηρακλέους
(1992)1 ΑΑΔ 1290). Εν προκειμένω, πρόκειται για οδηγό ο οποίος προπορευόταν και επιχείρησε να προχωρήσει κανονικά στην λωρίδα του, η οποία όμως έκλινε προς τα δεξιά, εξ' ου και έστριψε ανάλογα τους τροχούς του οχήματος Β. Στη βάση των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξή μου ότι η ευθύνη για το επίδικο όχημα βαραίνει αποκλειστικά την Ενάγουσα και δεν εντοπίζω οποιαδήποτε στοιχεία αμέλειας από πλευράς Εναγόμενου. Σημειώνω ότι, αν επετύγχανε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Εναγόμενου, η Ενάγουσα θα δικαιούτο σε απόφαση για το ποσό των €1.106,70, εφόσον η επί του προκειμένου μαρτυρία της, παρέμεινε αναντίλεκτη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Εναγόμενου και συγκεκριμένα απέτυχε να αποδείξει στοιχεία αμέλειας του Εναγόμενου τα οποία να μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι ο τελευταίος συνεισέφερε καθ' οιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Κατά συνέπεια, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Β. A. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης [2] παρ. 6(β) της γραπτής δήλωσης της Ενάγουσας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο